ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 1854/2023

12 Ιανουαρίου, 2024

[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

N.V.C.

Αιτητή

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Υπουργού Εσωτερικών Υπηρεσία Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Α. Δημητρίου (κος) για Μ. Χατζηδάκης (κος), Δικηγόρος Αιτητή.

Ι. Γεωργίου (κος) για Θ. Παπανικολάου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

Ο Αιτητής Παρών.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 01/06/23, η οποία του κοινοποιήθηκε αυθημερόν, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, στερούμενη κάθε έννομου αποτελέσματος, πλάνης και κακής εφαρμογής του Νόμου.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 10/06/20, ακολούθησε η συνέντευξη του στις 10/10/22, έκθεση/εισήγηση ημερομηνίας 03/05/23 και απόφαση απόρριψη της αίτησης ασύλου αυθημερόν, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο Αιτητής μέσω του δικηγόρου διατείνεται ότι η έρευνα της Υπηρεσίας Ασύλου ήταν μη επαρκής και μη δέουσα, ελήφθη δε υπό πλάνη και υπό πλανημένα κριτήρια, είναι αντίθετη στο Νόμο και εκδόθηκε κατά κατάχρηση εξουσίας. Τέλος, υποστηρίζει ότι είναι μη δεόντως αιτιολογημένη ή/και αναιτιολόγητη.

 

Οι Καθ' ων η Αίτηση αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν αιτιολογούνται, ούτε ο Αιτητής κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης. Αναφέρουν ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση έχει ληφθεί μετά από δέουσα έρευνα και ορθή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η Αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Οι ισχυρισμοί του Αιτητή που προβάλλονται μέσω του συνηγόρου του στο δικόγραφο της προσφυγής του δεν αναπτύσσονται επαρκώς στην Γραπτή του Αγόρευση, το περιεχόμενο της οποίας περιορίζεται μόνο σε επανάληψη νομικών ισχυρισμών χωρίς να γίνεται υπαγωγή τους σε πραγματικά γεγονότα και νομικά δεδομένα της υπόθεσης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζεται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, 3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον Αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως (Βλέπε σχετικά, Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598).

 

Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές που εφαρμόζονται και στην παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι κανένας  από τους νομικούς λόγους και ισχυρισμούς που καταγράφονται τόσο στο δικόγραφο της προσφυγής όσο και μέσω της Γραπτής Αγόρευσης του Αιτητή, πληροί τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης, συνεπώς, απορρίπτονται.

 

Ανεξάρτητα, όμως, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2023 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς έλλειψης δέουσας έρευνας, ανεπαρκούς αιτιολόγησης και πλάνης της προσβαλλόμενης πράξης στη βάση του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου (στο εξής «Δ.Φ.»). 

 

Με την αίτηση ασύλου του ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας των θανάτων που σημειώνονται στη Νιγηρία μεταξύ των κοινοτήτων. Τον 2ο/2020 έλαβε χώρα μία πολιτική σφαγή όταν ένας πολιτικός ηγέτης με το όνομα Iroro Festu Ovie σκοτώθηκε από μέλη αδελφοτήτων μεταξύ των οποίων και ο αδελφός του Αιτητή. Η βίαιη αντίδραση των υποστηρικτών του I.F.O. είχε ως την καταστροφή της οικίας του Αιτητή όπως και άλλα κτίρια, ενώ η ζωή του απειλήθηκε εξαιτίας της δραστηριότητας του αδελφού του. Ο Αιτητής έχασε την άρρωστη μητέρα του κατά τη σφαγή και αποφάσισε να φύγει για να προστατεύσει τη ζωή του από όσους απειλούσαν τη ζωή του και τη ζωή των αδελφών του (ερυθρό 19 ΔΦ).

 

Κατά τη διάρκεια της ελεύθερης αφήγησης, στο στάδιο της συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ότι έφυγε από τη Νιγηρία διότι ο αρχηγός της Νεολαίας της περιοχής στην οποία διέμενε, ονόματι W.I.O., υπεξαίρεσε τα χρήματα τα οποία η Κυβέρνηση προόριζε για τις ανάγκες της περιοχής του Αιτητή. Ο αδελφός του μαζί με άλλους νέους εντοπίζοντας αυτή την ατασθαλία, τον σκότωσαν την 16/01/20 (ερυθρό 15/3χ ΔΦ). Όταν έγινε γνωστό το περιστατικό οι ομάδες υποστηρικτών του αποβιώσαντα, αναζήτησαν τους δολοφόνους και προχώρησαν σε δολοφονίες και καταστροφή περιουσιών. Η μητέρα του Αιτητή ανέφερε τα όσα συνέβησαν στην Αστυνομία και στο Δικαστήριο. Εν συνεχεία με την προτροπή των Αρχών μετεγκαταστάθηκαν σε ασφαλέστερο σημείο στο σπίτι φίλων. Στις 21/01/20 οι υποστηρικτές του W. επέστρεψαν όταν ο Αιτητής απουσίαζε. Πληροφορήθηκε δε από τη μητέρα του και τις αδελφές του ότι σε περίπτωση κατά την οποία δεν έβρισκαν τον αδελφό του θα σκότωναν εκείνον. Ο Αιτητής, τότε, απευθύνθηκε στις Αρχές για τις απειλές που δεχόταν και έλαβε σχετικό με την καταγγελία του έγγραφο (ερυθρό 16/6χ ΔΦ). Δήλωσε ότι σε περίπτωση επιστροφής του δεν γνωρίζει τι μπορεί να έχουν οι άνθρωποι αυτοί στο μυαλό τους και δεν μπορεί να επιστρέψει. Ερωτώμενος για τον λόγο που δεν εγκαταστάθηκε σε άλλο μέρος της χώρας όπως ο αδελφός του και η οικογένειά του, απάντησε ότι δεν ήθελε.

 

Με βάση το περιεχόμενο της Έκθεση/Εισήγησης έγιναν αποδεκτά τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή ήτοι Νιγηριανή του υπηκοότητα, τόπος γέννησης Agbor της πολιτείας Delta και τόπος διαμονής του ήτοι πόλη Abraka  της Delta State. Η δε ισχυριζόμενη δίωξη του και της οικογένειάς του από συμμορία νέων εξαιτίας της συμμετοχής του αδελφού του σε δολοφονία νεαρού δεν έγινε αποδεκτή. Παρατέθηκαν επίσης τα έγγραφα τα οποία προσκόμισε ο Αιτητής προς επίρρωσιν των ισχυρισμών του. Κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν μπόρεσε να παρουσιάσει τη δική του σύνδεση με το άτομο το οποίο σκότωσε ο αδελφός του, τα πρόσωπα από τα οποία δέχθηκε απειλές ενώ επισημάνθηκε στην έκθεση ότι η οικογένεια του διέμενε σε κοντινή περιοχή από εκεί όπου έλαβαν χώρα οι επιθέσεις. Περεταίρω, υπήρξε αντιφατικός ως προς τον χρονικό σημείο που επέστρεψε από τη Bayesa καθώς και το χρονικό σημείο που έλαβαν χώρα οι  απειλές κατά της ζωής του σε περίπτωση που δεν βρουν τον αδελφό του. Τέλος ο λειτουργός επεσήμανε ότι ο Αιτητής δεν παρουσίασε κανένα λόγο που να τον αποτρέπει να εγκατασταθεί στο Boji Boji, όπου διαμένουν οι γονείς του μη έχοντας αντιμετωπίσει προβλήματα. Τονίζεται δε ότι τόσο ο Αιτητής όσο και η μητέρα του είχαν τη δυνατότητα να απευθυνθούν στις Αρχές για προστασία. Σε ό,τι αφορά τα έγγραφα που προσκόμισε αυτά δεν έγιναν δεκτά. Εντοπίστηκε αντίφαση μεταξύ του περιεχομένου των εγγράφων και των δηλώσεων του Αιτητή, ενώ σε ό,τι αφορά την ηλεκτρονική εφημερίδα η οποία αναφέρεται στην καταστροφή της περιουσίας του Αιτητή - η σχετική ηλεκτρονική διεύθυνση δεν κατέστη εφικτό να εντοπιστεί.

 

Το Δικαστήριο αφού διεξήλθε των λεπτομερειών της συνέντευξης διαπιστώνει, όπως και η εισήγηση του λειτουργού, ότι δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός που πρόβαλε ο Αιτητής για εγκατάλειψη της χώρας καταγωγής του. Δεν ήταν σε θέση να προσφέρει λεπτομερή περιγραφή των όσων του είχαν συμβεί, υπήρχαν ασάφειες και δεν μπορούσε να δώσει επαρκείς απαντήσεις. Ούτε παρουσίασε αξιόπιστα έγγραφα σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς του υπέπεσε δε σε ανακρίβειες ως προς τα χρονικά πλαίσια των συμβάντων που αφηγήθηκε. Συνεπώς, ο Αιτητής δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του (Βλέπε Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, Ν.6(Ι)/2000, βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11[1]). Σύμφωνα, επίσης, και με την § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών, ο αιτών θα πρέπει:

 

«(i) να λέει την αλήθεια και να βοηθά τον εξεταστή με κάθε δυνατό τρόπο με την τεκμηρίωση των ισχυρισμών του με κάθε δυνατό τρόπο.

(ii) να κάνει προσπάθεια να υποστηρίξει τα λεγόμενά του με κάθε διαθέσιμο τεκμήριο και να δώσει ικανοποιητική επεξήγηση για κάθε απουσία τεκμηρίων. Αν είναι αναγκαίο πρέπει να καταβάλει προσπάθεια να προσκομίσει επιπρόσθετα τεκμήρια.

(iii) να παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούν τον εαυτό του και τις προγενέστερες εμπειρίες του με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες για να καταστήσει ικανό τον εξεταστή να αποδείξει τους σχετικούς ισχυρισμούς.  Αναμένεται ότι θα του ζητηθεί να δώσει μια συνεκτική εξήγηση όλων των λόγων που επικαλείται για υποστήριξη του αιτήματός του για προσφυγικό καθεστώς και θα πρέπει να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις που θα του υποβληθούν.»

 

Ούτε θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του Αιτητή. (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών) Τα γεγονότα της περίπτωσης του σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις του δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ορθά κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ανήκει αυτός ή μέλος της οικογενείας του σε οποιαδήποτε πολιτική, θρησκευτική, εθνική, στρατιωτική ή κοινωνική οργάνωση ή ομάδα στη χώρα καταγωγής του, ενώ σε περίπτωση επιστροφής του δεν θα αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα από τις αρχές της χώρας του και δεν έχει ούτε καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται και δεν έχει κακοποιηθεί ή διωχθεί. Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι ορθή και στα πλαίσια του Νόμου καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις του Αιτητή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000).

 

Ούτε η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτόν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο ο Αιτητής θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000), καταλήγοντας ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, βάσει του Άρθρου 15, εδάφια (α) και (β), της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[2] που αντιστοιχεί στο Άρθρο 19(2), εδάφια (α) και (β), του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν. 6(Ι)/2000). Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή του Αιτητή δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Σημειώνεται ότι, ο ίδιος σε κανένα στάδιο της διαδικασίας αξιολόγησης της αίτησης του ανέφερε ότι κινδυνεύει λόγω ένοπλης σύρραξης στη χώρα του, ενώ από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται ότι παρόλο που στην περιοχή του Αιτητή λαμβάνουν χώρα κάποια περιστατικά ασφαλείας, ο αριθμός των επεισοδίων αυτών είναι χαμηλός – επομένως ο βαθμός αδιάκριτης βίας δεν φτάνει το βαθμό κατά τον οποίο να τεκμηριώνεται ότι και μόνη η παρουσία του Αιτητή στο έδαφος της περιοχής τον εκθέτει σε πραγματικό κίνδυνο βλάβης[3].

 

Επομένως, με βάση όλα τα ανωτέρω δεν διαπιστώνω ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Βλέπε  Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 ). Η επάρκεια της αιτιολογίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου του Αιτητή ήτοι της έκθεσης/εισήγησης του λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Το ίδιο δε Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

Λαμβάνω δε υπόψη ότι με την Κ.Δ.Π.166/2023 ημερ. 26/05/23 καθορίστηκε η χώρα καταγωγής του Αιτητή ως ασφαλής χώρα ιθαγένειας και δεν κατάφερε να τεκμηριώσει με οποιοδήποτε τρόπο ότι η χώρα του δεν είναι ασφαλής ειδικά για την περίπτωση του.

 

Για όλους του πιο πάνω λόγους, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

 

 

                         Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] «Κατά κανόνα, όσο περισσότερες λεπτομέρειες αναφέρονται και διατίθενται τόσο καλύτερη είναι η εικόνα που σχηματίζεται. Αυτό αφορά το γεγονός ότι τα γεγονότα που έχει πράγματι βιώσει κάποιος αναφέρονται με περισσότερη παραστατικότητα και αυθορμητισμό. Ωστόσο, ο χειριστής πρέπει να θυμάται ότι μπορεί να υπάρχει εύλογη εξήγηση σχετικά με το γιατί ο αιτών / η αιτούσα δεν μπορεί να ανακαλέσει στη μνήμη του λεπτομέρειες ενός συγκεκριμένου γεγονότος και πρέπει να λαμβάνει υπόψη του πιθανές στρεβλώσεις (βλ. επίσης ενότητα 2.4 σχετικά με τους παράγοντες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν στρεβλώσεις). Κατά συνέπεια, η έλλειψη λεπτομερειών δεν επηρεάζει την αξιοπιστία σε όλες τις περιπτώσεις. Η πτυχή της ιδιαιτερότητας αφορά τις προσωπικές, ατομικές περιστάσεις και τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται και εκφράζεται ένα γεγονός. Η βασική ιστορία πολλών υποθέσεων μπορεί να είναι ιδιαίτερα παρεμφερής, αλλά κάθε υπόθεση έχει τις δικές της μεμονωμένες ιδιαιτερότητες οι οποίες την καθιστούν μοναδική. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ενδέχεται να είναι χρήσιμο να μη μένετε πολύ προσηλωμένοι στα κύρια στοιχεία των ισχυρισμών, αλλά να θέτετε περισσότερα ερωτήματα σχετικά με το γεγονός και με τον τρόπο αυτό να διαπιστώσετε τις ιδιαιτερότητες. Εάν η μαρτυρία του αιτούντος / της αιτούσας δεν χαρακτηρίζεται από ιδιαιτερότητα, αυτό ίσως αποτελεί ένδειξη έλλειψης αξιοπιστίας. Συνήθως, η προσωπική συνέντευξη αποτελεί τη σημαντικότερη πηγή πληροφοριών για τη συλλογή όσο το δυνατόν περισσότερων λεπτομερειών και εξειδικευμένων πληροφοριών και εξαρτάται πολύ από τις δεξιότητες λήψης συνέντευξης του χειριστή (δημιουργία καλής ατμόσφαιρας, ορθές τεχνικές συνέντευξης, βασικές γνώσεις για την υπόθεση) ώστε να εκμαιεύσει τις ουσιώδεις λεπτομέρειες.»

[2] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας

[3] ACLED dashboard, Nigeria, Delta State, Abraka, 08/12/2022-08/12/2023, https://acleddata.com/dashboard/#/dashboard

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο