ECLI:CY:EDAMM:2021:A30

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ               

ΕνώπιονM. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ.

                                                                                                  

                                                                                    Αρ. Αγωγής: 448/2014

 

Μεταξύ :

 

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD

                                                                                                         Εναγόντων

 

και

 

                                  1. ………. ΑΔΑΜΟΥ

                                  2. ……….. ΑΔΑΜΟΥ   

                                  3. ……….. ΑΔΑΜΟΥ άλλως …….  

                                                    ΣΥΖ. ……… ΑΔΑΜΟΥ

                                                                                                      Εναγόμενων

 

Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ.12/12/2007

 

Μεταξύ :

BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LTD

                                                                                                         Εναγόντων

 

και

 

                                  1. ………. ΑΔΑΜΟΥ

                                  2. ………. ΑΔΑΜΟΥ   

                                  3. ……… ΑΔΑΜΟΥ άλλως ………….

                                                                  ΣΥΖ. ……….. ΑΔΑΜΟΥ

                                  4. ……… ΑΔΑΜΟΥ, διαχειριστής της περιουσίας του

                                      αποβιώσαντα ………. Αδάμου

                                                                                                      Εναγόμενων

------------------------------------------------------------------------

Ημερομηνία: 07 Ιουλίου 2021

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντες:  κ. Α. Παστός μαζί με κα Χρυσάφη για Ανδρέου, Χατζη Χριστοφής ΔΕΠΕ (για ν’ ακούσει απόφαση η κα Ρ. Σορντίνι).

Για Εναγόμενους 1, 3 και 4:  κα. Μ. Χατζηκωνσταντή μαζί με κα Μάρκου για Γιώργος Φ. Πιττάτζης ΔΕΠΕ (ουδείς για ν’ ακούσει απόφαση).

                                         

Α  Π  Ο  Φ  Α  Σ  Η

 

Δικογραφία

Οι Ενάγοντες με την παρούσα αγωγή τους αξιώνουν εναντίον των Εναγόμενων ποσό €57.660,52 πλέον τόκο 8% επί ποσού €57.001,83 από 21/02/14 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου την 30η Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει δανείου που παρείχαν οι ενάγοντες στον εναγόμενο 1 με βάση γραπτή συμφωνία ημερ.09/09/04, τις υποχρεώσεις του οποίου εγγυήθηκαν γραπτώς κατά ή περί την 06/12/2001 ο αποβιώσαντας XXXXX Αδάμου και η εναγόμενη 3.

 

Ο εναγόμενος 1 παρέλειπε να καταβάλλει κανονικά τις συμφωνηθείσες δόσεις του δανείου και οι ενάγοντες προειδοποίησαν γραπτώς τους εναγόμενους για τη μη τήρηση της συμφωνίας με επιστολή τους ημερ. 30/07/13, ενώ ακολούθως με επιστολή τους ημερ.02/09/13 οι ενάγοντες τερμάτισαν τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού, τον οποίο είχαν ανοίξει με την παραχώρηση του δανείου.

 

Σημειώνεται επίσης εδώ ότι οι ενάγοντες αξιώνουν επιπλέον διάταγμα που να διατάσσει την πώληση του κτήματος που υποθήκευσαν (Υποθήκη αρ. XXXXX/2001) ο αποβιώσαντας και η εναγόμενη 3 προς περαιτέρω και ή καλύτερη εξασφάλιση της πληρωμής των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1.

 

Στην Έκθεση Υπεράσπισης του o εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι υπέγραψε κάποια έγγραφα με τους ενάγοντες αλλά αγνοεί και αμφισβητεί ότι είναι τα αναφερόμενα έγγραφα δανείου που οι ενάγοντες αναφέρουν στην παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης. Οι ενάγοντες ποτέ δεν του παραχώρησαν αντίγραφα των εγγράφων αυτών παρόλο που κατά την υπογραφή τους υπέγραψε και δήλωση ότι πήρε τέτοια έγγραφα με τη διαβεβαίωση των εναγόντων ότι θα του δίνονταν αντίγραφα μετά την υπογραφή. Άνευ βλάβης δε της θέσης του αυτής ο εναγόμενος 1 ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δεν έχουν δικαίωμα να χρεώνουν πρόσθετους ή και  τιμωρητικούς τόκους καθυστερήσεων γιατί τούτο απαγορεύεται από το δίκαιο των συμβάσεων και αξιώματος ή αρχής δικαιοσύνης.

 

Γενικότερα ο εναγόμενος 1 αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων,  αναφέρει ότι δεν του καταβλήθηκε το δάνειο, δεν οφείλει κανένα ποσό στους ενάγοντες και δεν στάλθηκαν ούτε λήφθηκαν οιεσδήποτε επιστολές.

 

Άνευ βλάβης των ανωτέρω ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δεν τήρησαν σε σχέση με τις αξιώσεις τους τον νόμο περί Εργασιών των Πιστωτικών Ιδρυμάτων του 1997 άρθρο 41 και τις σχετικές εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας ή και τον Κώδικα Συμπεριφοράς των Τραπεζών που εξέδωσε η κεντρική τράπεζα.

 

Και με βάση αυτά αξιώνει την απόρριψη της αγωγής.

 

Οι εναγόμενοι 2 και 3 με την υπεράσπιση τους, πριν την τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος και την προσθήκη του διαχειριστή του αποβιώσαντα εναγόμενου 2 ως εναγόμενου 4, απορρίπτουν ουσιαστικά τους ισχυρισμούς των εναγόντων. Ως προς την υπογραφή εγγύησης δε αναφέρουν ότι πιθανόν να υπέγραψαν κάποια εγγύηση αλλά δεν γνωρίζουν τους όρους και το περιεχόμενο της. Οι ενάγοντες δεν τους ενημέρωσαν γραπτώς σύμφωνα με το άρθρο 5 του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου 197(Ι)/2003, ενώ περαιτέρω ισχυρίζονται ότι πιθανόν να υπέγραψαν έντυπα ότι πήραν γνώση των όρων του δανείου και σχετικών στοιχείων όμως που δεν τους δόθηκε η ευκαιρία ανάγνωσης ούτε τους δόθηκε οποιοδήποτε έγγραφο για να γνωρίζουν το περιεχόμενο του. Για τούτο και δεν τους δεσμεύει οποιαδήποτε πιθανή υπογραφή ή και εγγύηση.

 

Ως προς την υποθήκη αναφέρουν επίσης ότι πιθανόν να υπέγραψαν κάποια έγγραφα αλλά ποτέ δεν τους έγινε οποιαδήποτε ενημέρωση ή τους δόθηκαν αντίγραφα ούτε γνωρίζουν τους όρους τέτοιων εγγράφων.

 

Τέλος, αγνοούν τις επιστολές που αναφέρουν οι ενάγοντες και οποιοδήποτε υπόλοιπο. Γι’ αυτό ζητούν την απόρριψη της αξίωσης των εναγόντων και το αίτημα για εκποίηση του ακινήτου.

 

Ο εναγόμενος 4 κατ’ αρχήν εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι το κλητήριο είναι παράτυπο ή και αντικανονικό ή και καταχρηστικό και θα πρέπει να παραμεριστεί καθότι οι ενάγοντες λανθασμένα πρόσθεσαν ως διάδικο τον εναγόμενο 4 ως διαχειριστή της περιουσίας του εναγόμενου 2, την στιγμή που η ανωτέρω αγωγή εξακολουθεί να εκκρεμεί εναντίον του εναγόμενου 2.

 

Από εκεί και πέρα αρνείται τις παραγράφους της έκθεσης απαιτήσεις και είναι η θέση του ότι αν ήθελε αποδειχθεί ότι ο αποβιώσαντας XXXXX Αδάμου υπέγραψε το ισχυριζόμενο εγγυητήριο έγγραφο, το έγγραφο αυτό δεν έχει νομική ισχύ (παραθέτει διάφορους λόγους). Ως προς την υποθήκη δε αρνείται ότι ο αποβιώσαντας παραχώρησε τέτοια υποθήκη και άνευ βλάβης ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δεν τήρησαν τις προϋποθέσεις που προνοούνται από το νόμο για να είναι έγκυρη η ισχυριζόμενη υποθήκη, η οποία ούτως ή άλλως δεν αφορά το ισχυριζόμενο χρέος ή και έχει εξοφληθεί ή και είναι άκυρη.

 

Επίσης ο εναγόμενος 4 ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες ουδέποτε αξίωσαν από τον αποβιώσαντα οποιοδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο και ούτε τον ενημέρωσαν σχετικά και οι ενάγοντες δεν απέστειλαν ή και ο αποβιώσαντας δεν παρέλαβε οποιαδήποτε επιστολή. Περαιτέρω ο τελευταίος δεν ενημερώθηκε για οποιοδήποτε τερματισμό και άνευ βλάβης τούτου ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δεν τήρησαν τις προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος για να είναι έγκυρος και νόμιμος ο ισχυριζόμενος τερματισμός.

 

Καταλήγοντας δε αναφέρει ότι δεν υπάρχει έγκυρη ή και νόμιμη συμφωνία εγγύησης, ο αποβιώσαντας δεν οφείλει κανένα ποσό στους ενάγοντες, οι ενάγοντες μεταξύ άλλων καθόρισαν αυθαίρετα το διεκδικούμενο ποσό στο οποίο πρόσθεσαν αβάσιμα και αδικαιολόγητα τραπεζικά δικαιώματα και υπηρεσίες ή και άλλες χρεώσεις που δεν δικαιούνταν να χρεώσουν και χρέωσαν τον εναγόμενο 1 με τόκους υπερημερίας που συνιστούν πρόστιμο ή τόκους που δεν είχαν δικαίωμα να χρεώσουν.

 

Τέλος, ο εναγόμενος 4 αξιώνει ανταπαιτητικά δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο αποβιώσαντας ή και ο εναγόμενος 4 δεν οφείλει κανένα ποσό στους ενάγοντες και ότι η υποθήκη XXXXX/01 είναι άκυρη.

 

Στα απαντητικά τους δικόγραφα οι Ενάγοντες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των εναγόμενων και επαναλαμβάνουν τους δικούς τους ισχυρισμούς.

 

Παραδεκτά γεγονότα

Κατά τη δικάσιμο της 14ης/10/20, η ευπαίδευτη συνήγορος των εναγόμενων δήλωσε ότι δεν αμφισβητείται η γνησιότητα της υπογραφής του τεκμηρίου 5 (σύμβασης εγγύησης), ενώ περαιτέρω κατά την δικάσιμο της 30ης/10/20 δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι οι επιστολές Τεκμήρια 8 και 9, έχουν αποσταλεί και έχουν παραληφθεί από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3.

 

Μαρτυρία

Προς απόδειξη της υπόθεσης τους εναντίον των Εναγόμενων, οι ενάγοντες κάλεσαν 3 μάρτυρες ήτοι τον XXXXX Σωφρονίου (ΜΕ1), την XXXXX Χ’’Βαρνάβα (ΜΕ2) και την XXXXX Καππαρή (ΜΕ3). Οι εναγόμενοι δεν έδωσαν μαρτυρία, ούτε παρουσίασαν άλλο μάρτυρα.

 

XXXXX Σωφρονίου (ΜΕ1)

Ο μάρτυρας υπηρετεί στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών των εναγόντων για την Επαρχία Λάρνακας και Αμμοχώστου, αναφέρθηκε δε στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης (βλ. και την κατάθεση του τεκμ.1).

 

Πιο συγκεκριμένα ανέφερε ότι η Τράπεζα, κατόπιν αίτησης του εναγομένου 1 και της επιστολής/εγγράφου της ημερ. 04/08/2004, τους όρους του οποίου ο εναγόμενος 1 αποδέχθηκε την 09/09/2004, δυνάμει εγγράφου συμφωνίας άνοιξε προς όφελος και επ’ ονόματι του εναγόμενου 1 το λογαριασμό δανείου με αρ. XXXXX1572.

 

Δυνάμει δε της προαναφερόμενης συμφωνίας ημερ. 09/09/2004 συμφωνήθηκε ότι το εν λόγω δάνειο θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο θα αποτελείτο από το εκάστοτε βασικό επιτόκιο της Τράπεζας προσαυξημένο κατά 3,25%. Κατά την υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας το σύνολο τόκου ανερχόταν σε 8,75%, δηλαδή 5,50% βασικό επιτόκιο πλέον 3,25% προσαύξηση. Δυνάμει της επιστολής ημερ. 04/08/2004 συμφωνήθηκε ότι ο τόκος θα υπολογίζετο επί ημερησίων χρεωστικών υπολοίπων και όλες οι χρεώσεις θα κεφαλαιοποιούντο αν δεν πληρώνονταν κάθε έξι μήνες, την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου.

 

Με βάση τους όρους της ως άνω συμφωνίας και επιστολών και με βάση τις πρόνοιες του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου και σχετικές επιστολές και ανακοινώσεις της Τράπεζας, το χρεωστικό επιτόκιο του πιο πάνω αναφερομένου λογαριασμού του εναγόμενου 1 αφού αυξομειώθηκε ανάλογα μετατράπηκε σε 8%, δηλαδή 0,25% βασικό επιτόκιο της Τράπεζας, πλέον 5,75% προσαύξηση, πλέον 2% τόκοι υπερημερίας, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30ην Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου.

 

Προς περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγόμενου 1, οι εναγόμενοι 2 και 3 δια εγγράφου εγγύησης και κάλυψης ημερ.06/12/2001 ανέλαβαν αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως με τον εναγόμενο 1 την πληρωμή του ως άνω ποσού δανείου μετά των αναλογούντων τόκων, προμηθειών και τραπεζικών δικαιωμάτων μέχρι τελείας εξοφλήσεως.

 

Πέραν δε της εγγυήσεως των εναγόμενων 2 και 3 ως αναφέρεται πιο πάνω, συμφωνήθηκε ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις της Τράπεζας προς τον εναγόμενο 1 θα εξασφαλιζόταν με την εγγραφή υποθήκης επί του ακινήτου με Αριθμό Εγγραφής 3XXXXX0, στο Λιοπέτρι της Επαρχίας Αμμοχώστου. Ως εκ τούτου στις 05/12/2001 ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου η υποθήκη υπ’ αρ. XXXXX/2008 επί του προαναφερόμενου ακινήτου των εναγόμενων 2 και 3 για ποσό Λ.Κ.60.000.- (ισάξιο με €102.516,09 σεντ) με επιτόκιο προς 7% (κυμαινόμενο ως καθορίζεται στο σχετικό έγγραφο υποθήκης) από 05/12/2001.

 

Ο εναγόμενος 1 κατά παράβαση των όρων της ως άνω συμφωνίας παρέλειψε να λειτουργεί τον ως άνω λογαριασμό σύμφωνα με τους όρους της ως άνω συμφωνίας και η Τράπεζα, αφού προειδοποίησε όλους τους εναγόμενους με επιστολές ημερ. 30/07/2013, ακολούθως, στα πλαίσια των συμβατικών της δικαιωμάτων, με επιστολές προς τους εναγόμενους ημερ. 02/09/2013 τερμάτισε την λειτουργία του εν

 

λόγω λογαριασμού, με αποτέλεσμα ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του εναγόμενου 1 να καταστεί άμεσα πληρωτέο και απαιτητό.

 

Ως εκ των ανωτέρω, η Τράπεζα αξιώνει εναντίον των εναγόμενων αρ. 1, 3 και 4 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα απόφαση ως ακολούθως:

 

Α) Ποσό ύψους €80.881,08- πλέον τόκο προς 6,25% επί ποσού €79.456,40- από 13/10/2020 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου κάθε χρόνου.

Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την πώληση του αναφερόμενου ενυπόθηκου κτήματος έναντι και/ή προς ικανοποίηση του ως άνω χρέους μετά τόκων και εξόδων.

Γ) Τα έξοδα της αγωγής.

 

Κατά τη μαρτυρία του δε κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα:

 

1. Φωτοαντίγραφο του πιστοποιητικού άδειας λειτουργίας της Τράπεζας Κύπρου ως Τεκμήριο 2.

2. Επιστολή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 4.8.04 ως Τεκμήριο 3.

3. Συμφωνία δανείου ημερομηνίας 9.9.04 ως Τεκμήριο 4.

4. Εγγυητήριο ημερομηνίας 6.12.01 ως Τεκμήριο 5.

5. Αντίγραφο εντάλματος πληρωμής ημερομηνίας 9.9.04 ως Τεκμήριο 6.

6. Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου ημερομηνίας 5.12.01 με επισυνημμένο έγγραφο υποθήκης ίδιας ημερομηνίας ως Τεκμήριο 7.

7. Δέσμη αποτελούμενη από 3 προειδοποιητικές επιστολές ημερομηνίας 30.7.13 προς τους Εναγόμενους 1, 2, 3 ως Τεκμήριο 8.

8. Επιστολές ημερομηνίας 2.9.13 προς τους Εναγόμενους 1, 2, 3 ως Τεκμήριο 9.

9. Αντίγραφο ανακοίνωσης ημερομηνίας 5.11.13 ως Τεκμήριο 10.

10. Αντίγραφο ανακοίνωσης ημερομηνίας 9.4.09 ως Τεκμήριο 11.

11. Αντίγραφο ανακοίνωσης ημερομηνίας 12.11.13 ως Τεκμήριο 12.

12. Επιστολή ημερομηνίας 31.10.08 προς τον Εναγόμενο 1 ως Τεκμήριο 13.

13. Αναλυτική κατάσταση του επίδικου λογαριασμού για την περίοδο 9.9.04 μέχρι 31.12.13 ως Τεκμήριο 14.

14. Αναδομημένη κατάσταση σε ότι αφορά τον επίδικο λογαριασμό για την περίοδο 9.9.04 μέχρι 13.10.20 ως Τεκμήριο 15.

 

Κατά την αντεξέταση του ανέφερε κατ’ αρχήν ότι όλη η πληροφόρηση του είναι μέσα από το φάκελο της υπόθεσης.

 

Στην συνέχεια δέχτηκε ότι η συμφωνία Τεκμήριο 5 φέρει προγενέστερη ημερομηνία από το Τεκμήριο 4, ήτοι υπογράφτηκε 6 Δεκεμβρίου 2001, ενώ ακολούθως είπε ότι αυτό που γνωρίζει είναι ότι υπογράφτηκε για κάποια διευκόλυνση και αναφέρεται ξεκάθαρα ότι αφορά παρούσες και μελλοντικές διευκολύνσεις. 


Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι υπήρχε προηγούμενη διευκόλυνση για την οποία δόθηκε η εγγύηση του Τεκμηρίου 5 και αυτή η διευκόλυνση με βάση τη συμφωνία και την επιστολή κοινοποίησης Τεκμήριο 3 – βλ. λοιποί όροι και προϋποθέσεις - εξοφλήθηκε (δάνειο με αριθμό
XXXXX1431).

 

Όσον αφορά το Τεκμήριο 7, το οποίο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο 05/12/01, δηλ. μια μέρα προηγουμένως από την ημερομηνία του Τεκμηρίου 5, ανέφερε ότι στο Τεκμήριο 7 δεν αναφέρεται για ποια διευκόλυνση κατατίθεται και ισχύουν όσα ανέφερε και για την εγγύηση που υπογράφτηκε το 2001, Τεκμήριο 5, άρα θεωρεί ότι αφορούσαν την ίδια διευκόλυνση. Πιθανόν να πρόκειται για τη διευκόλυνση που αναφέρεται στο Τεκμήριο 3. 

 

XXXXX Χ’’Βαρνάβα (ΜΕ2)

Εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου εδώ και 30 χρόνια και το 2001 εργαζόταν στο κεντρικό κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στο Παραλίμνι.

 

Η μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμήριο 5 και είπε ότι είναι ένα εγγυητήριο για το ποσό των Λ.Κ.72.000. Παρέχουν στον κύριο XXXXX Αδάμου τις εγγυήσεις τους οι κύριοι XXXXX Αδάμου και XXXXX Αδάμου και μάρτυρες είναι η ίδια και η πρώην συνάδελφος της, XXXXX Ευαγγέλου. Όταν λέει μάρτυρας ήταν και η ίδια εννοεί ότι οι πελάτες ήταν στην παρουσία της την ώρα που υπογράφαν το εγγυητήριο.

 

 

Επίσης αναγνώρισε το τεκμήριο 7 και ανέφερε ότι είναι η υποθήκη 1407/2001, για το ποσό των Λ.Κ.60.000. Οι κύριοι XXXXX Αδάμου και XXXXX Μενοίκου Χατζηπαπαπέτρου, έχουν βάλει υποθήκη ένα κτήμα τους στο Λιοπέτρι προς εξασφάλιση υποχρεώσεων του κύριου XXXXX Αδάμου και έχει βάλει τη μαρτυρία της η ίδια και η πρώην συνάδελφος της, XXXXX Ευαγγέλου. Συγκεκριμένα έχει βάλει τη μαρτυρία της ότι οι πελάτες, οι κύριοι XXXXX Αδάμου Κυριάκου και XXXXX Μενοίκου Χατζηπαπαπέτρου, έχουν υπογράψει στην παρουσία της.

 

Στην αντεξέταση της συμφώνησε ότι τα Τεκμήρια 5 και 7 υπογράφτηκαν για μια συγκεκριμένη τραπεζική διευκόλυνση, όμως ανέφερε ότι δεν είδε τους πελάτες πριν τη χορήγηση του δανείου διότι ήταν άλλο άτομο που εξέταζε το αίτημα. Αυτές απλώς ετοίμαζαν τα συμβόλαια, υπογράφαν στην παρουσία τους και τα εκτελούσαν. Άνοιγαν τη διευκόλυνση και παραχωρούσαν τα χρήματα στον πελάτη.

 

Εν συνεχεία είπε ότι πριν την υπογραφή, πάντα εξηγούσαν στους πελάτες τον σκοπό που υπογράφουν και φυσικά αυτό γινόταν και από πριν. Τους εξηγούσε το άτομο που τους έβλεπε και έρχονταν σε συμφωνία για το τι διευκόλυνση θα παραχωρείτο. Δεν θυμάται στη συγκεκριμένη περίπτωση αν τους έδωσε οποιοδήποτε ενημερωτικό έντυπο πριν υπογράψουν το Τεκμήριο 5, σίγουρα όμως με την υπογραφή των συμβολαίων και μετά την εκτέλεση της απόφασης στελνόταν ένα αντίγραφο των συμβολαίων εις τον πρωτοφειλέτη και στους εγγυητές. Στέλνονταν από τους ίδιους και στη συγκεκριμένη περίπτωση έστειλαν όλα τα έγγραφα που είχαν υπογράψει οι πελάτες δηλ. την κοινοποίηση, το εγγυητήριο, το αντίγραφο της υποθήκης και ότι είχε σχέση με τον εγγυητή. Όταν λέει κοινοποίηση της απόφασης, εννοεί το έντυπο στο οποίο αναγράφεται πάνω η διευκόλυνση που παραχωρείται στον πρωτοφειλέτη και στο οποίο αναγράφονται οι εξασφαλίσεις και κάποιοι όροι.

 

XXXXX Καππαρή (ΜΕ3)

Ανέφερε (βλ. και την κατάθεση της τεκμ.16) ότι είναι υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ από το 1993 μέχρι σήμερα. Εργάζεται στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στο Ξυλοφάγου, ενώ την περίοδο από το 1993 μέχρι το 2009 εργαζόταν στο κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στο Παραλίμνι.

 

Ο XXXXX Αδάμου, ο πατέρας του XXXXX Αδάμου και η μητέρα του XXXXX Αδάμου ήταν πελάτες του καταστήματος τους στο Παραλίμνι, τόσο υπό την προσωπική τους ιδιότητα, όσο και μέσω της εταιρείας τους Γιαννάκης Αδάμου (Ξυλεμπορική) Λτδ. Ιδιαίτερα ο XXXXX Αδάμου είχε πολύ συχνές επαφές μαζί τους και επισκεπτόταν το κατάστημα πάρα πολύ συχνά.

 

Έχει δει την επίδικη συμφωνία δανείου ημερ. 09/09/2004, Τεκμήριο 4, και αναγνωρίζει την υπογραφή της ως μάρτυρας της υπογραφής του XXXXX Αδάμου, ο οποίος υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο στην παρουσία της.  Συγκεκριμένα το εν λόγω έγγραφο υπογράφτηκε από τη XXXXX Κούμα και XXXXX Χ'' Λούκα εκ μέρους της τράπεζας, από τον κύριο XXXXX Αδάμου που ήταν πρωτοφειλέτης και 2 μάρτυρες, την ίδια και τη Στέλλα Αντωνίου, συνάδελφο της στο κατάστημα Παραλιμνίου.

 

Κατά την ημέρα υπογραφής της πιο πάνω συμφωνίας δανείου, δηλαδή την 09/09/2004, ο XXXXX Αδάμου υπέγραψε δύο δηλώσεις προς την Τράπεζα, με τις οποίες τους εξουσιοδότησε ώστε να παραδώσουν στον πατέρα του XXXXX Αδάμου και στη μητέρα του XXXXX Αδάμου, αντίγραφο της απόφασης της Τράπεζας αρ. 2145, Τεκμήριο 3, σε σχέση με την έγκριση του αιτήματος του για λήψη του εν λόγω δανείου, καθώς και δήλωση των περιουσιακών του στοιχείων, τεκμήριο 19, αφού θα συνέχιζαν να τον εγγυούνται. Οι δηλώσεις αυτές παραδόθηκαν την ίδια ημέρα δια χειρός στον XXXXX Αδάμου και στη XXXXX Αδάμου, οι οποίοι επιβεβαίωσαν εγγράφως την παραλαβή τους.

 

Ως προς τις εν λόγω δηλώσεις δε, τις οποίες υπόγραψαν οι εγγυητές XXXXX Αδάμου και XXXXX Αδάμου, τεκμήριο 17 και 18 αντίστοιχα, ανέφερε περαιτέρω τα εξής:

 

« Επειδή είχε αλλάξει ο περί Εγγυητών Νόμος του 2003 και επειδή ήταν υφιστάμενο το εγγυητήριο έγγραφο που χρησιμοποιήσαμε, το οποίο κάλυπτε το ποσό της διευκόλυνσης, γι' αυτό χρησιμοποιήθηκε και ήταν οι ίδιοι εγγυητές που θα εγγυούνταν τη νέα χρηματοδότηση που αφορούσε εξόφληση υφιστάμενης, υπόγραψε ο κύριος XXXXX Αδάμου, συμφωνούσε, έδινε συγκατάθεση στην τράπεζα να παραδώσει στους εγγυητές αντίγραφο της απόφασης για σύναψη της συμφωνίας του δανείου και δήλωση περιουσιακών στοιχείων του. Δηλαδή ο εγγυητής να γνωρίζει την περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη τη στιγμή που τον εγγυάται. »

Αυτά τα έγγραφα δίνονταν στους εγγυητές, στο χέρι, για να είναι βέβαιοι ότι τα παραλαμβάναν.

 

Ο XXXXX Αδάμου τους παρέδωσε επίσης εξουσιοδότηση για είσπραξη της μηνιαίας δόσης του δανείου με χρέωση του τρεχούμενου λογαριασμού του με αρ. XXXXX8260 (τεκμήριο 20). Περαιτέρω, ο XXXXX Αδάμου τους παρέδωσε επιστολή δυνάμει της οποίας η εταιρεία Γιαννάκης Αδάμου (Ξυλεμπορική) Λτδ, στην οποία μέτοχοι και αξιωματούχοι ήταν ο ίδιος ο XXXXX Αδάμου και η XXXXX Αδάμου, αναλάμβανε την υποχρέωση να καταβάλλει τη μηνιαία δόση του δανείου σε περίπτωση που αυτό δεν εξυπηρετείτο κανονικά (τεκμήριο 21).

 

Όπως αναφέρεται στην απόφαση της Τράπεζας αρ. 2145, το δάνειο ημερ. 09/09/2004 χορηγήθηκε στον XXXXX Αδάμου προς εξόφληση του υφιστάμενου δανείου του με αρ. XXXXX1431. Το εν λόγω δάνειο ύψους Λ.Κ.60.000.- είχε χορηγηθεί στον XXXXX Αδάμου την 06/12/2001 με εξασφαλίσεις την εγγύηση των γονέων του, XXXXX και XXXXX Αδάμου δυνάμει κοινού εγγυητηρίου 06/12/2001 που είναι το Τεκμήριο 5 και την υποθήκευση ενός ακινήτου κοινής επίσης ιδιοκτησίας των γονέων του, δυνάμει σύμβασης και δήλωσης υποθήκευσης ακινήτου ημερ. 05/12/2001 που είναι το Τεκμήριο 7. Αναφέρθηκε δε η μάρτυρας στο τι αφορούσε το δάνειο με αρ. XXXXX1431 και για ποιο λόγο ο XXXXX Αδάμου ζήτησε να εξοφλήσει το εν λόγω δάνειο με την λήψη νέου δανείου με συνήθεις όρους αποπληρωμής. 

 

Η Τράπεζα αποδέχθηκε το αίτημα του XXXXX Αδάμου και την 09/09/2004 του χορήγησε το επίδικο δάνειο ύψους Λ.Κ.55.000- (βλ. και το τεκμήριο 6), με το οποίο εξοφλήθηκε το δάνειο που είχε λάβει το 2001 (Λ.Κ.54.209,82-) και το υπόλοιπο ποσό (Λ.Κ.790,18-) κατατέθηκε στον τρεχούμενο λογαριασμό του με αρ. XXXXX8260. Ο συνάδελφος της XXXXX Νικολάου από το Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας στη Λάρνακα που έχει πρόσβαση στο μηχανογραφικό σύστημα της Τράπεζας και στους αναφερόμενους λογαριασμούς του XXXXX Αδάμου, οι οποίοι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των τραπεζικών βιβλίων που διατηρείται στο ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας, έχει εντοπίσει τις δύο αναφερόμενες καταθέσεις στους εν λόγω λογαριασμούς, τις έχει εκτυπώσει, αφού την βεβαίωσε ότι τις σύγκρινε με τις αρχικές καταχωρήσεις στα βιβλία της Τράπεζας και πιστοποίησε ότι συνιστούν ορθά αντίγραφα τους, και της τις παρέδωσε για να τις προσκομίσει στο Δικαστήριο.

 

Ας σημειωθεί ότι η κατάσταση του δανείου υπ’ αρ. XXXXX1431 που εξοφλήθηκε από το προϊόν του νέου δανείου κατατέθηκε ως τεκμήριο 22. Κατατέθηκε επίσης ως τεκμήριο 23 η κατάσταση του τρεχούμενου λογαριασμού του δανειολήπτη με αρ. XXXXX260-0, όπου έγινε η κατάθεση του υπολοίπου ποσού εκ €790,18.- που αναφέρθηκε ανωτέρω.

 

Ανέφερε δε, ότι η πιο πάνω διαδικασία ήταν εν γνώσει των γονέων του XXXXX Αδάμου, οι οποίοι ήταν απολύτως σύμφωνοι με αυτή και ήταν ξεκάθαρο σε όλους ότι οι εγγυήσεις και η υποθήκη που είχαν προσφέρει κατά την χορήγηση του δανείου το 2001, θα εξακολουθούσαν να ισχύουν μέχρι την αποπληρωμή του επίδικου δανείου.

 

Στην αντεξέταση της ανέφερε ότι οι εγγυητές ενημερώθηκαν προγενέστερα για να παρουσιαστούν στην τράπεζα και παρουσιάστηκαν 09/09 στην τράπεζα για υπογραφές. Δεν μπορεί να θυμάται ποιος τους ενημέρωσε 16 χρόνια πριν, όμως για να παρουσιαστούν σημαίνει ενημερώθηκαν. 

 

Ανέφερε δε στη συνέχεια, όταν της τέθηκε ότι οι εγγυητές δεν είχαν καμία ενημέρωση και απλά κλήθηκαν για να δουν κάποια έγγραφα, ότι όταν ο πελάτης καλείται για υπογραφές, ενημερώνεται για ποιο λόγο θα παρευρεθεί στην τράπεζα. Ενημερώνεται επίσης κατά τη στιγμή της υπογραφής των εγγράφων. Η πρακτική και η τακτική, είναι ότι τη στιγμή που υπογράφουν, γίνεται ανάγνωση της κοινοποίησης. Εξηγούν τους όρους στον πελάτη και είναι ενήμεροι για το τι υπογράφουν και για τον σκοπό που υπογράφουν. Σε καμιά περίπτωση δεν υπόγραψαν χωρίς να γνωρίζουν. Ούτως ή αλλιώς στην κοινοποίηση την οποία έδωσαν στο χέρι στους εγγυητές, γράφει ότι ολόκληρο το προϊόν του εγκριθέντος δανείου να χρησιμοποιηθεί μαζί με το προϊόν της ασφάλειας ζωής προς εξόφληση του δανείου XXXXX1431. Το δάνειο που είχαν εγγυηθεί προηγουμένως. Την κοινοποίηση του πελάτη, υπόγραψαν γραπτώς ότι την παράλαβαν από την τράπεζα.

 

Ερωτώμενη κατά πόσο συμφωνεί ότι στο Τεκμήριο 3 δεν αναφέρεται οτιδήποτε για υποθήκη, είπε ότι γίνεται αναφορά σε υφιστάμενες εγγυήσεις/εξασφαλίσεις και είναι η υποθήκη. Είπε επίσης ότι το έγγραφο της υποθήκης στο εσωτερικό έγγραφο που υπόγραψε ο κύριος XXXXX και η κυρία XXXXX ως ιδιοκτήτες του ενυπόθηκου, αναφέρεται σε κάλυψη υποχρεώσεων τωρινών και μελλοντικών του κύριου XXXXX Αδάμου. Παραχωρήθηκε ένα νέο δάνειο για εξόφληση του υφιστάμενου δανείου που καλυπτόταν από τη συγκεκριμένη υποθήκη. Εφόσον το εσωτερικό έγγραφο κάλυπτε την υποχρέωση, δεν έχρηζε επανεγγραφής.

 

Εν κατακλείδι η μάρτυρας, απαντώντας σε υποβολές, διερωτήθηκε γιατί τόσα χρόνια, εφόσον προέκυπτε θέμα/πρόβλημα, δεν ζήτησαν καμιά φορά ακύρωση της υποθήκης και δεν ενημέρωσαν ποτέ το διευθυντή ή υπέβαλαν ποτέ κάποιο αίτημα στην τράπεζα.

 

Αγορεύσεις των συνηγόρων / Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών

Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών περιλαμβάνονται σημειώνεται στις γραπτές αγορεύσεις που ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν τύχει σημειώνεται ενδελεχούς μελέτης. Δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι αναφέρουν στις αγορεύσεις τους και εφόσον αυτό κριθεί αναγκαίο θα παρατεθούν κατωτέρω συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων.

 

Νομική Πτυχή

Σε παρόμοιες περιπτώσεις τραπεζικού χρέους όπως η υπό εξέταση και με βάση τα λεχθέντα στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους (2010) 1 Α.Α.Δ. 829 τα βασικά στοιχεία τα οποία χρήζουν απόδειξης ούτως ώστε να επιτύχει η αξίωση είναι:

 

(α)   Η σύναψη της σύμβασης δανείου, χρηματοδότησης ή πιστωτικών διευκολύνσεων και οι όροι της.

(β)    Η παράβαση όρου της σύμβασης.

(γ)    Ο τερματισμός της σύμβασης και το οφειλόμενο υπόλοιπο.

 

Και βεβαίως, στην περίπτωση που η υπόθεση αφορά και εγγυητή, επιπρόσθετα χρειάζεται η απόδειξη σύναψης της σύμβασης εγγύησης.

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας

Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες των εναγόντων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και έχω εξετάσει τόσο την προφορική τους μαρτυρία όσο και την γραπτή μαρτυρία που προσέφεραν στη βάση των καθιερωμένων αρχών αξιολόγησης προς το σκοπό κατάληξης και διατύπωσης των αναγκαίων ευρημάτων, έχοντας κατά νουν τα επίδικα ζητήματα και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς.

 

Η εντύπωση που σχημάτισα για όλους τους μάρτυρες ήταν θετική. Μου έδωσαν την εικόνα αξιόπιστων μαρτύρων και ότι αυτοί προσπάθησαν έντιμα να παραθέσουν με ειλικρίνεια ότι γνώριζαν για την υπόθεση. Όπου ανέφεραν δε ότι δεν γνωρίζουν ή ότι δεν θυμούνται κάτι για το οποίο ρωτήθηκαν, θεωρώ ότι το έκαναν ακριβώς γιατί ήταν ειλικρινείς και όχι επειδή ήθελαν να αποφύγουν οτιδήποτε.

 

Συναφώς αποδέχομαι τη μαρτυρία τους.

 

Η αγωγή εναντίον του Εναγόμενου 2

Πριν προχωρήσω με οποιοδήποτε άλλο θέμα, θεωρώ ορθό όπως ξεκαθαριστεί πρώτα το θέμα με τον εναγόμενο 2. Ο συγκεκριμένος εναγόμενος έχει αποβιώσει και κατόπιν αίτησης των εναγόντων στη βάση της Δ.12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) εξέδωσε διάταγμα ως εξής:

 

« 1. Όπως ο XXXXX Αδάμου, διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Αδάμου, τέως από το Λιοπέτρι, προστεθεί στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή.

 

2. Όπως συνεχιστεί η δικαστική διαδικασία στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή μεταξύ των υφιστάμενων διαδίκων και του XXXXX Αδάμου, διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Αδάμου. »

 

Επίσης έγιναν αναγκαίες τροποποιήσεις στην έκθεση απαίτησης. Όπου αναφερόταν δε στην έκθεση απαίτησης «εναγόμενος 2» έγινε αντικατάσταση με την φράση «αποβιώσαντας XXXXX Αδάμου». 

 

Είναι σε αυτά τα πλαίσια που προστέθηκε ως εναγόμενος στην αγωγή ο εναγόμενος 4, διαχειριστής της περιουσίας του εναγόμενου 2.

 

Παρά ταύτα οι ενάγοντες δεν απέσυραν την αγωγή εναντίον του εναγόμενου 2 και είναι η θέση τους ουσιαστικά ότι καλώς προωθείται η αγωγή εναντίον αμφότερων των εναγόμενων 2 και 4. Το Δικαστήριο υποστηρίζει ο συνήγορος τους (βλ. σελ.7 και 8 της γραπτής του αγόρευσης) ορθά διέταξε την προσθήκη του διαχειριστή ως νέου εναγόμενου 4 και όχι την υποκατάσταση του εναγόμενου 2 από αυτόν. Βάση της Δ.12 Θ.4 έτσι έπρεπε να γίνει και ο εναγόμενος 4 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης χωρίς διαμαρτυρία.

 

Όμως στη συνεχεία ο ευπαίδευτος συνήγορος αναφέρει ότι οι ενάγοντες δεν αξιώνουν έκδοση απόφασης εναντίον του εναγόμενου 2 αλλά μόνον εναντίον του εναγόμενου 4.

 

Θεωρώ πως δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά.

 

Ο εναγόμενος 2 έχει αποβιώσει και είναι σαφές ότι η αγωγή εναντίον του προσωπικά δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να συνεχίσει. Με το διάταγμα δε του Δικαστηρίου πιο πάνω ακριβώς υπήρξε υποκατάσταση του εναγόμενου 2 από τον εναγόμενο 4.

 

Παρεμβάλλω ότι αν το διάταγμα του Δικαστηρίου ορθώς εκδόθηκε με το συγκεκριμένο λεκτικό ή κατά πόσο έπρεπε να μιλά για υποκατάσταση του εναγόμενου 2 δεν θα με απασχολήσει, ούτε και πρέπει να με απασχολήσει. Η ουσία όμως δεν αλλάζει.

 

Άρα, με κάθε σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων, θα πω ότι η θέση του, η οποία οδηγεί και στο παράλογο να συνεχίζει μια αγωγή εναντίον ενός ανύπαρκτου προσώπου χωρίς καμία ουσία – πολύ ορθά δεν ζητείται απόφαση εναντίον του αποβιώσαντα - δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. 

 

Συναφώς η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 2 θα πρέπει να απορριφθεί.

 

Εξέταση των θέσεων που προωθούν τελικά οι εναγόμενοι με την γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου τους

 

1. Παράλειψη ενημέρωσης των προτιθέμενων εγγυητών πριν υπογράψουν τη σύμβαση εγγύησης – άρθρο 5 του Ν.197(Ι)/2003 (βλ. σελ.3-5 της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων των εναγόμενων).

 

Η θέση αυτή των εναγόμενων, ευθέως αναφέρεται, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.

 

Κατ’ αρχήν ν’ αναφερθεί πως όταν υπεγράφη η σύμβαση εγγύησης τεκμ.5, δηλαδή στις 06/12/01, ο νόμος που επικαλούνται οι εναγόμενοι δεν υπήρχε καν. Αυτός τέθηκε σε ισχύ από τις 31/12/2003.

 

Όμως είναι γεγονός ότι ο νόμος βρισκόταν σε ισχύ κατά την σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου.  Είναι γι’ αυτό που οι ενάγοντες συμμορφούμενοι με το άρθρο 5 του Ν.197(Ι)/2003, εφόσον υπήρχε συγκατάθεση χρήσης υφιστάμενης εγγύησης, φρόντισαν όπως ο εναγόμενος 1, ο αποβιώσαντας και η εναγόμενη 3 υπογράψουν τα τεκμήρια 17 και 18 και περαιτέρω όπως παραδώσουν στον αποβιώσαντα και την εναγόμενη 3 περιουσιακή κατάσταση του εναγόμενου 1-πρωτοφειλέτη, ως επίσης την απόφαση αρ.2145 τεκμ.3. Είναι ακριβώς αυτό εξάλλου που με δικά της λόγια ανέφερε η ΜΕ3.

 

Εν πάση περιπτώσει με βάση την προσκομισθείσα από τους ενάγοντες μαρτυρία δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο αποβιώσαντας και η εναγόμενη 3 έτυχαν της δέουσας ενημέρωσης. Με δεδομένο δε ότι ουδείς εκ των εναγόμενων έχει μαρτυρήσει ενώπιον του Δικαστηρίου για να υποστηρίξει κάτι διαφορετικό και αξιολογούμενη η μαρτυρία του να γίνει αποδεκτή, είναι αποδεκτό ότι υπήρξε όλη η αναγκαία ενημέρωση και τα εν λόγω πρόσωπα ήταν πλήρως ενήμερα για τη δανειοδότηση του εναγόμενου 1 καθώς επίσης για το ότι τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 θα κάλυπταν τόσο η υφιστάμενη εγγύηση τους τεκμ.5 όσο και η υφιστάμενη υποθήκη τεκμ.7, όσα αναφέρουν δε οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγόμενων στην γραπτή τους αγόρευση, με κάθε σεβασμό λέω, αποτελούν ισχυρισμούς και ερωτηματικά κενού περιεχομένου.      

 

Ας σημειωθεί εδώ ότι το δάνειο του εναγόμενου 1 που θα εξοφλείτο με τη νέα δανειοδότηση ήταν ακριβώς το δάνειο για το οποίο είχαν δοθεί αρχικά η εγγύηση και η υποθήκη, και μέσω της ενημέρωσης που έτυχαν (και με το τεκμ.3) ο αποβιώσαντας και η εναγόμενη 3 το γνώριζαν, όπως γνώριζαν ότι η νέα δανειοδότηση θα γίνει με βάση τις υφιστάμενες εγγυήσεις/εξασφαλίσεις, ενώ αμφότερα τα έγγραφα τεκμ. 5 και 7 αφορούν «παρούσες ή μελλοντικές υποχρεώσεις» του πρωτοφειλέτη προς την τράπεζα (βλ. τον όρο 2 του τεκμ.5 και τον όρο 2 του εγγράφου υποθήκης που αποτελεί μέρος του τεκμ.7) και τεκμαίρεται ότι ήταν εν γνώσει του αποβιώσαντα και της εναγόμενης 3. Αν είχαν δε οποιαδήποτε απορία ή ένσταση μπορούσαν να την υποβάλουν. Δεν το έπραξαν όμως και το γεγονός ότι προβάλλουν αυτές τις θέσεις στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, δείχνει ότι απλά προσπαθούν να αποφύγουν τις υποχρεώσεις τους.

 

Κοντολογίς η θέση των εναγόμενων απορρίπτεται.

 

2. Παράλειψη ενημέρωσης και παραβίαση του άρθρου 12(3)(β) του Ν.197(Ι)/2003 (βλ. σελ.5-6 της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων των εναγόμενων).

 

Αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα η πρώτη παρατήρηση του Δικαστηρίου είναι πως τέθηκε από την υπεράσπιση πολύ γενικά.

 

Εν πάση περιπτώσει αναφέρω πολύ επιγραμματικά τα εξής.

 

Πράγματι προκύπτει με βάση την επιστολή τεκμ.8 ότι στις 30/07/13 υπήρχε ένα καθυστερημένο οφειλόμενο ποσό εκ €28.139,24.-. Αν έγιναν προηγουμένως γραπτές ή προφορικές υποδείξεις στους εγγυητές για τις καθυστερήσεις είναι άγνωστο. Όμως ανεξάρτητα τούτου, έστω ότι ο αποβιώσαντας και η εναγόμενη 3 δεν έτυχαν οιασδήποτε ενημέρωσης περί των καθυστερήσεων του πρωτοφειλέτη, ευθέως αναφέρεται ότι αυτοί δεν μπορούν να απαλλαγούν από την υποχρέωση τους. Εξηγώ.

 

Tο άρθρο 12 του εν λόγω Νόμου προνοεί ότι:

 

« 12. (1) Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή του στη διεύθυνσή του που καταγράφηκε στη συμφωνία δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνσή του για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσής του δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που είχε τεθεί στην περιουσία του προς όφελος του πιστωτή για τους σκοπούς της συμφωνίας δανείου.

 

(2) Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να οχλήσει τον πρωτοφειλέτη σε κατάλληλο χρόνο με επιστολή του στη διεύθυνση που καταγράφηκε στη σύμβαση δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνση του πρωτοφειλέτη καλώντας τον να εκπληρώσει τη δυνάμει της συμφωνίας δανείου υπόσχεση ή υποχρέωσή του να αποπληρώσει το δάνειο, η οποία αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο ο πρωτοφειλέτης ανέλαβε ή δεν ανέλαβε υποχρέωση δυνάμει της συμφωνίας δανείου να εκπληρώσει την εν λόγω υπόσχεση ή υποχρέωση κατόπιν οχλήσεως του πιστωτή:

 

Νοείται ότι, στον όρο «κατάλληλος χρόνος», αποδίδεται η ίδια έννοια που αποδίδεται στον όρο στο άρθρο 48 του περί Συμβάσεων Νόμου, και το τι είναι κατάλληλος χρόνος, αποτελεί εν πάση περιπτώσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πραγματικό ζήτημα.

 

(3) Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή, οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται κατά τα διαλαμβανόμενα στα εδάφια (1) και (2) του παρόντος άρθρου : -

 

(α) θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή μέσα στην έννοια του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη,

 

(β) συνιστά εν πάση περιπτώσει, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση με την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου σε σχέση με παραβίαση ουσιώδους όρου σύμβασης από αντισυμβαλλόμενο. »

 

(η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου)

 

Το άρθρο 97 δε του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, προνοεί τα εξής:

 

« 97. Αν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνεπεία αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται.»

 

Με αυτά υπόψη, εκτός του ότι ο αποβιώσαντας και η εναγόμενη 3 δεν έχουν προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια θεωρώντας ότι οι ενάγοντες παρέβηκαν ουσιώδη όρο της συμφωνίας, αναφέρεται πως δεν έχει τεθεί οιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που να πείθει ότι συνεπεία της παράβασης έχει παραβλαφθεί η τελική ικανοποίηση των εναγόμενων 3 και 4 από τον πρωτοφειλέτη. Καμία συγκεκριμένη μαρτυρία δεν έχει δοθεί αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του πρωτοφειλέτη, ούτε και έχει δοθεί μαρτυρία αναφορικά με την σημερινή αξία του ακινήτου που έχει υποθηκευτεί προκειμένου να διαφανεί αν με σημερινά δεδομένα η αξία της υποθήκης καλύπτει ή όχι το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού.  Εν πάση περιπτώσει με βάση την ενώπιον μου μαρτυρία κρίνω πως δεν έχει καταδειχθεί ότι οι εναγόμενοι 3 και 4 είναι σήμερα εκτεθειμένοι και έχει παραβλαφθεί πράγματι η τελική ικανοποίηση τους από τον πρωτοφειλέτη.

 

3. (α) Μη τήρηση των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 (βλ. σελ.6-7 της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων των εναγόμενων).

     (β) Οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν ότι ο τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά. Σε περίπτωση δε που κριθεί ότι τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Κεφ.9, οι ενάγοντες δικαιούνται το συμβατικό επιτόκιο 5,5%.

 

Το Άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, προνοεί τα εξής:

 

 «22.-(1) Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.

 

(2) Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας.

 

Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.

 

(3) Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι  είvαι oρθό.

 

Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση, από πρόσωπo τo oπoίo έλεγξε τo αvτίγραφo με τηv αρχική καταχώριση.

................................................

 

(6) Στo παρόv άρθρo-

 "τράπεζα" ή "τραπεζίτης" σημαίvει τράπεζα η oπoία έχει άδεια vα διεξάγει τραπεζική εργασία δυvάμει τoυ περί Τραπεζικώv Εργασιώv (Πρoσωριvoί Περιoρισμoί) Νόμoυ.

 

"τραπεζικά βιβλία", oπoυδήπoτε απαvτάται, εκτός αv από τo κείμεvo πρoκύπτει διαφoρετική έvvoια, περιλαμβάvει καθoλικά, ημερoλόγια, ταμεία, λoγιστικά βιβλία και άλλα αρχεία χρησιμoπoιoύμεvα κατά τη συvήθη εργασία τράπεζας,  είτε αυτά είvαι σε γραπτή μoρφή είτε φυλάσσovται σε μικρoταιvίες, μαγvητoταιvίες ή σε oπoιαδήπoτε άλλη μoρφή μηχαvικoύ ή ηλεκτρovικoύ μηχαvισμoύ αvάκτησης πληρoφoριώv».   

 

Στα εδάφια (2) και (3) του Άρθρου 22 τίθενται οι προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν ώστε να γίνει αποδεκτό έγγραφο (αντίγραφο).

 

Οι προϋποθέσεις είναι:

 

 - Κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της Τράπεζας.

- Η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της.

- Το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Τράπεζας.

- Το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό.

 

Οι πιο πάνω προϋποθέσεις μπορούν να αποδειχθούν με σχετική ένορκη δήλωση ή προφορική μαρτυρία.

 

Για τις πρώτες τρεις αρκεί η μαρτυρία Διευθυντή ή υπαλλήλου της Τράπεζας, ενώ για την τελευταία, απαιτείται μαρτυρία από το πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση.

 

Ο Μ.Ε.1, ο οποίος παρουσίασε την κατάσταση λογαριασμού τεκμ.14 και την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμ.15, αναφέρθηκε σε γεγονότα, ως εμφαίνεται στη μαρτυρία του, τα οποία κατά την κρίση μου ικανοποιούν το σύνολο των προϋποθέσεων του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9.  Συγκεκριμένα ανέφερε στις παρ.10 και 11 της δήλωσης του τεκμ.1 τα εξής:

 

« 10. Όλες οι αναλήψεις, πληρωμές, χρεώσεις τόκων, εξόδων που έγιναν στον εν λόγω λογαριασμό καταγράφηκαν στο μηχανογραφικό σύστημα της Τράπεζας και φαίνονται στις αναλυτικές καταστάσεις του λογαριασμού του εναγομένου 1 που έχω καταθέσει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ και οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των τραπεζικών Βιβλίων (Bankers book) που διατηρείται στο ηλεκτρονικό αρχείο της Τράπεζας. Έχω ελέγξει τις καταχωρήσεις που περιέχουν οι επισυνημμένες καταστάσεις του λογαριασμού και βεβαιώ ότι συνάδουν πλήρως με τις αρχικές καταχωρήσεις των Τραπεζικών βιβλίων της Τράπεζας όπως φυλάσσονται στο Ηλεκτρονικό Αρχείο της Τράπεζας και είναι ορθές.

 

11. Τα ίδια ισχύουν και για την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού που έχω καταθέσει ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ.  »      

 

Έχοντας αυτά υπόψη προχωρώ και λέγω πως το άρθρο 22 δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης. Η συνέπεια της εφαρμογής του τεκμηρίου είναι να υποβοηθηθεί ο διάδικος προς όφελος του οποίου αυτό εγείρεται και να αναμένει να δει κατά πόσο ο αντίδικος θα αμφισβητήσει το τεκμήριο και θα παρουσιάσει ανταπόδειξη προς αντίκρουση του τεκμηρίου. Το βάρος απόδειξης, επομένως, για αντίκρουση των καταχωρίσεων στην κατάσταση του επίδικου λογαριασμού έχει ο Εναγόμενος.  Ή διαφορετικά, το αποδεικτικό βάρος απόδειξης μετατίθεται στους ώμους του Εναγόμενου να καταδείξει, αν αυτή ήταν η θέση του, ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου ή μέρους του ή ότι υπήρξαν καταθέσεις ή οποιαδήποτε άλλα ποσά που έπρεπε να πιστωθούν στο λογαριασμό (βλ. Ζερβός v. Hellenic Bank Public Company Ltd (2013) 1 Α.Α.Δ. 2357).

 

Στην προκειμένη περίπτωση είναι γεγονός πως η υπεράσπιση δεν παρουσίασε καμία μαρτυρία με την οποία να αμφισβητεί συγκεκριμένες καταχωρήσεις στον λογαριασμό ή ότι δεν έγινε ανάληψη του ποσού του δανείου, αλλά και ούτε ότι υπήρξαν πιστώσεις που έπρεπε να γίνουν και δεν έγιναν.  Ούτε έχει αποδειχτεί από μέρους των εναγόμενων ότι οι χρεώσεις επί του λογαριασμού ήταν λανθασμένες ή αντισυμβατικές ή παράνομες. 

 

Καταληκτικά επί του συγκεκριμένου θέματος αναφέρω πως η σχετική εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόμενων περί μη δημιουργίας του τεκμηρίου δυνάμει του άρθρου 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου, δεν γίνεται αποδεκτή.  

 

Για το θέμα του τόκου δε θα σημειώσω απλά εδώ ότι το θέμα έχει τεθεί πολύ γενικά από την υπεράσπιση και εν πάση περιπτώσει οι εναγόμενοι δεν έχουν αποδείξει με μαρτυρία ότι στο ποσοστό τόκου που αξιώνεται συμπεριλαμβάνεται τόκος υπερημερίας που δεν δικαιούνται να χρεώσουν οι ενάγοντες ή και ποσοστό πέραν του 2% (βλ. άρθρο 3 (1α) και (1β) του Ν.160(Ι)/1999). Αντίθετα με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και έχει γίνει αποδεκτή είναι σαφές ότι οι ενάγοντες έχουν μειώσει το επιτόκιο τους από 8%, στο οποίο περιλαμβανόταν και τόκος υπερημερίας 2%, σε 6,25%.

 

Ευρήματα

Με βάση την αξιολόγηση πιο πάνω και τα παραδεκτά γεγονότα, τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα:

 

Κατόπιν αίτησης του εναγόμενου 1 ημερ. 27/07/04 προς τους ενάγοντες για παροχή δανείου, η οποία έγινε αποδεκτή με την επιστολή των τελευταίων ημερ. 04/08/04 (τεκμ.3), υπεγράφη μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου 1 η συμφωνία δανείου ημερ. 09/09/04 (τεκμ.4) και παραχωρήθηκε στον εναγόμενο 1 δάνειο ύψους Λ.Κ.55.000. Η περίοδος αποπληρωμής θα ήταν σε 132 μήνες, με μηνιαίες δόσεις εκ Λ.Κ.645,59 εκάστη. Ανοίχθηκε δε σχετικός λογαριασμός.

 

Προς εξασφάλιση δε των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 ή και των πιστωτικών διευκολύνσεων που του παραχωρήθηκαν, οι εναγόμενοι 3 και 4 συμφώνησαν με τους ενάγοντες ότι τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 θα κάλυπταν τόσο η υφιστάμενη εγγύηση τους τεκμ.5 όσο και η υφιστάμενη υποθήκη τεκμ.7. Ας σημειωθεί ότι οι εν λόγω εγγύηση και υποθήκη δόθηκαν αρχικά για εξασφάλιση των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1 με τους ενάγοντες αναφορικά με δάνειο το οποίο με την πιο πάνω/επίδικη δανειοδότηση εξοφλείτο και ακριβώς αυτές θα συνέχιζαν να εξασφαλίζουν το νέο δάνειο. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ως προς την πρόθεση των μερών, με βάση τα τεκμήρια 5 και 7, να υπάρξει κάλυψη εκ μέρους του αποβιώσαντα και της εναγόμενης 3 για τις παρούσες και μελλοντικές τραπεζικές διευκολύνσεις που θα παραχωρούνταν στον υιό τους, εναγόμενο 1, και εν τέλει συνεχής εγγύηση και υποθήκη για υφιστάμενες και μελλοντικές διευκολύνσεις που παραχώρησαν ή θα παραχωρούσαν οι ενάγοντες προς όφελος του εναγόμενου 1 (βλ. Γεωργίου v. Τράπεζα Κύπρου (2009) 1 ΑΑΔ 862).    

 

Ένεκα μη καταβολής των συμφωνηθείσων δόσεων και μη τήρησης των όρων της συμφωνίας από μέρους του εναγόμενου 1, οι ενάγοντες με επιστολές τους ημερ. 30/07/13 (τεκμ.8) προειδοποίησαν τους εναγόμενους, ενώ ακολούθως με επιστολές τους ημερ. 02/10/13 (τεκμ.9) προέβησαν σε τερματισμό της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού και κάλεσαν τους εναγόμενους να εξοφλήσουν παν οφειλόμενο υπόλοιπο πλέον τόκους. 

 

Με βάση δε την αναδομημένη / αναθεωρημένη κατάσταση λογαριασμού τεκμ.15 που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού στις 13/10/20 ανερχόταν σε ποσό €80.881,08.-, πλέον τόκο προς 6,25% επί ποσού €79.456,40.- από 13/10/20 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου την 30ην Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους (οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα να κεφαλαιοποιούν τους τόκους 2 φορές ετησίως – βλ. όρο 2(γ) τεκμ.4 και τεκμ.3).   

 

Κατάληξη

Ως εκ των ανωτέρω βρίσκω ότι οι ενάγοντες απέσεισαν το βάρος που ήταν στους ώμους τους και πέτυχαν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό την αγωγή τους εναντίον των εναγόμενων 1, 3 και 4, η οποία επιτυγχάνει.  Αντίθετα ο εναγόμενος 4 απέτυχε να αποδείξει την ανταπαίτηση του.

 

Συναφώς εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 1, 3 και 4, αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα για ποσό €80.881,08.-, πλέον τόκο προς 6,25% επί ποσού €79.456,40.- από 13/10/20 μέχρι εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιούμενου την 30ην Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους.

 

Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος που αφορά η υποθήκη με αρ. XXXXX/2001 των εναγόμενων 3 και 4.

 

Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των Εναγόμενων 1, 3 και 4, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. 

 

Η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 2 απορρίπτεται χωρίς έξοδα.

 

Η ανταπαίτηση του εναγόμενου 4 απορρίπτεται. Τα έξοδα της ανταπαίτησης επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος του Εναγόμενου 4, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. 

 

 

                                                               (Υπ.)……………………...............

  Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ

 

 

Πιστόν αντίγραφον

 

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο