ECLI:CY:EDLAR:2006:A82
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 2337/04
Μεταξύ:
Νίκος Χατζηνικόλα, εκ Λάρνακας
Ενάγοντα
και
1. Investylia Ltd, εκ Λάρνακας
2. Στέλιος Στυλιανού
Εναγομένων
Αίτηση ημερ. 24.03.06 για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης
Ημερομηνία: 23.06.2006
Εμφανίσεις:
Για τον ενάγοντα-αιτητή: κ. Γρ. Σαββίδης για Α. Ζαχαρίου & Σία
Για τους εναγόμενους-καθ΄ ων η αίτηση: κα Ν. Μαθηκολώνη
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Η ίδια αίτηση ως η παρούσα υπό εξέταση έχει καταχωρηθεί από τον ενάγοντα αιτητή στην αγωγή 2167/04 στην οποία επίσης έχει καταχωρηθεί ένσταση αναφορικά μόνο με την επιδιωκόμενη τροποποίηση υπό παράγραφο Α ι της αίτησης από τους εναγόμενους καθ΄ ων η αίτηση. Οι συνήγοροι που είναι ίδιοι και στις δύο αγωγές είχαν αγορεύσει και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε νομολογία στα πλαίσια εκείνης της υπόθεσης. Η παρούσα που όπως έχει ήδη αναφερθεί είναι πανομοιότυπη με την αίτηση στην αγωγή 2167/04 δεν μπορεί να έχει διαφορετική κατάληξη. Η απόφαση του Δικαστηρίου στη παρούσα αγωγή είναι ίδια με αυτή που αφορά την αίτηση ημερ. 14.04.06 στα πλαίσια της αγωγής 2167/04 την οποία και παραθέτω πιο κάτω. Η μόνη διαφοροποίηση είναι αναφορικά με το θέμα των εξόδων όπου οι συνήγοροι έχουν συμφωνήσει όπως κάθε πλευρά επιβαρυνθεί τα δικά της έξοδα.
Με την αίτηση του ημερομηνίας 24.03.2006 ο ενάγοντας-αιτητής ζητά από το Δικαστήριο άδεια τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης του ως φαίνεται στην αίτηση του. Η συνήγορος των εναγομένων συγκατατέθηκε στην έκδοση τέτοιων διαταγμάτων τροποποίησης εκτός από την επιδιωκόμενη τροποποίηση στην παράγραφο Αι της αίτησης για την οποία καταχώρησε ένσταση και το αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι κατά πόσο θα επιτραπεί η τροποποίηση σύμφωνα με το αίτημα της παραγράφου Αι της αίτησης.
Με τη παράγραφο Αι της αίτησης ο ενάγοντας-αιτητής ζητά να προσθέσει μία νέα παράγραφο μετά τη παράγραφο 9 της έκθεσης απαίτησης ως παράγραφο 10 η οποία να αναφέρει τα ακόλουθα:
«10. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι μέσα στο ανωτέρω πλαίσιο προσπάθειας των εναγομένων για πώληση των μετοχών τους στο Κυπριακό κοινό, με παραστάσεις και /ή με την προοπτική εισαγωγής των τίτλων τους στο Χ.Α.Κ., απέσπασαν λεφτά από πολλά πρόσωπα τα οποία διεκδίκησαν και πέτυχαν την επιστροφή των χρημάτων τους και /ή τα διεκδικούν ενώπιον των Κυπριακών δικαστηρίων στις αγωγές 2338/04, 2336/04, 2513/04, 2512/04, 2167/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, στην Πολιτική Έφεση Αρ. 11802 ημερ. 26.05.05 και άλλες διά τις οποίες ο ενάγοντας επιφυλάσσει το δικαίωμα του να αναφερθεί κατά την δικάσιμο.
Η αίτηση στηρίζεται επί των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Διαταγή 25 θεσμός 1, Διαταγή 48 θεσμοί 1 και 2 και επί της νομολογίας και των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Γεωργίας Ζαχαρίου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Α. Ζαχαρίου και Σία, δικηγόρων του ενάγοντα, η οποία ορκίζεται ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από μελέτη του φακέλου της δικογραφίας όσο και από πληροφορίες που έλαβε από τους δικηγόρους του ενάγοντα και είναι πλήρως και δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον ενάγοντα να προβεί στην παρούσα ένορκο δήλωση. Αναφέρει ότι μετά από συζήτηση της υπόθεσης με τον πελάτη τους-ενάγοντα εντοπίστηκαν κάποια κενά, λάθη και ανακρίβειες τα οποία οφείλονται σε κακή συνεννόηση κατά τη σύνταξη των δικογράφων καθώς και σε στοιχεία που προέκυψαν και που εν πάση περιπτώσει έλαβαν γνώση μετά την έγερση της αγωγής. Πιστεύει ότι η ζητούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για να υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ορθά γεγονότα για να μπορέσει να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη. Αναφέρει ότι η αίτηση γίνεται εντελώς καλόπιστα σε μια προσπάθεια του ενάγοντα να προβάλει πιο ξεκάθαρα και ορθά τις θέσεις και απαιτήσεις του. Αναφέρει επίσης ότι εάν το Δικαστήριο εγκρίνει τις αιτούμενες τροποποιήσεις τα συμφέροντα των εναγομένων ουδόλως θα βλαβούν ή δεν μπορούν να αποζημιωθούν με έξοδα ενώ αντίθετα αν οι τροποποιήσεις δεν επιτραπούν θα στερηθεί ο ενάγοντας του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη.
Οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση αντέδρασαν καταχωρώντας στις 28.04.2006 ένσταση στην αίτηση η οποία βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Διαταγή 25 Θεσμό 1, Διαταγή 48 Θεσμούς 1 - 9 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Σε αυτήν αναφέρονται 8 λόγοι για τους οποίους η αίτηση δεν θα πρέπει να πετύχει, υπενθυμίζω ότι τελικά το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει μόνο σε σχέση με το αίτημα υπό παράγραφο Α ι της αίτησης, οι οποίοι είναι ότι η ένορκος δήλωση έγινε από δικηγόρο και όχι από πρόσωπο που γνωρίζει τα γεγονότα, η αιτούμενη με την παράγραφο ι της αίτησης τροποποίηση δεν είναι δικαιολογημένη ούτε αναγκαία, η ανάγκη για την απαιτούμενη τροποποίηση δεν συγκεκριμενοποιείται ούτε υποστηρίζεται από λόγους που να τη δικαιολογούν, δημιουργούν σύγχυση, είναι ασαφής και τείνουν να περιπλέξουν και να προκαλέσουν καθυστέρηση στη διαδικασία, αν εγκριθεί η τροποποίηση θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην υπεράσπιση των εναγομένων που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα, η τροποποιήσεις είναι επιπόλαιες, ενοχλητικές, αόριστες και αβάσιμες και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του διατάγματος.
Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση εκτίθενται σε επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Στέλιου Στυλιανού, εναγόμενου 2, και Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης 1 ο οποίος αναφέρει ότι γνωρίζει πολύ καλά όλα τα γεγονότα της υπόθεσης και ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τους εναγόμενους 1 να προβεί στην ένορκο δήλωση. Πολύ συνοπτικά υιοθετεί όλους τους λόγους ένστασης που αναφέρονται στην αίτηση, είναι η θέση του ότι η ενόρκως δηλούσα δεν αναφέρει πως περιήλθαν στην γνώση της οι αγωγές που αναφέρονται στην παράγραφο Αι της αίτησης, ούτε η σχετικότητα τους με την επίδικη αγωγή, αναφέρει ότι όλες σχεδόν οι αγωγές που αναφέρονται στη παράγραφο Αι της αίτησης έχουν καταχωρηθεί από το 2004 από το ίδιο δικηγορικό γραφείο ως και του ενάγοντα και έτσι υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προβολή των ισχυριζόμενων θέσεων που ήταν γνωστές στους δικηγόρους του ενάγοντα πριν από το 2004. Επίσης αναφέρει ότι το γεγονός ότι οι συνήγοροι του ενάγοντα είναι οι ίδιοι με τους συνηγόρους των εναγόντων που αναφέρονται στις αγωγές που αναφέρονται στη παράγραφο ι της αίτησης καταδεικνύει ότι η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα και δεν είναι καλόπιστη. Έχει επίσης τη θέση ότι δεν εξηγείται ικανοποιητικά πως η προβολή τέτοιων ισχυρισμών θα βοηθήσει την υπόθεση καθώς ούτε και ποια η σχετικότητα τους με τους ισχυρισμούς της παρούσα υπόθεσης.
Κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε ενώ και οι δύο συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν αιτιολογώντας τις θέσεις τους εκατέρωθεν με πλήρη αναφορά στη νομολογία.
Υπάρχει ευρεία νομολογία σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων. Η έγκριση ή όχι τέτοιων αιτημάτων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων.
Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρήστου ν. Ανδρέα Αζά (1992) 1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελ. 707:
«Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.
Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάτε και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια.»
Περαιτέρω στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Χριστοδούλου και άλλη (1991) 1 Α.Α.Δ. 934, στην σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής:
«Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.»
Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. V. A& G Leventis & Company (Nigeria) Ltd (1993) 1 Α.Α.Δ. 726 λέχθηκε στις σελίδες 730-731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι:
«Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.»
Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (1994) A.A.D. 426:
«Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.»
Περαιτέρω στην Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα Πολιτική Έφεση αρ. 10341 ημερομηνίας 19/01/99, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήταν ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δεκατριών περίπου χρόνων.
Τέλος έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το Δικαστήριο( Βλ. Δημοτικού Συμβουλίου Αγλαντζιάς ν. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Δημοτικού Συμβουλίου Αγλαντζίας ν. 1. Ζήνωνα Ποφαϊδη κ.α. Πολ. Εφέσεις 10719 και 10786 ημερ. 24/10/01, Καυκαρής ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 10515 ημερ. 22/3/00, Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Houman Rights, παραγ. 35 (1989)).
Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η νομολογία δείχνει ότι η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1991) 1 Α.Α.Δ. 934). Το θέμα παραμένει όμως στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και ασκείται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Εξηγείται ακόμα από την νομολογία (Saba and Co (T.M.P.) v. T.M.P Agents (ανωτέρω) ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν απορρίπτεται ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο επειδή η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα ανωτέρω, εξηγηθεί ότι τροποποίηση που επιφέρει συγκεκριμενοποίηση και θέτει τα δικόγραφα σε τάξη, καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης είναι επιτρεπτή.
Στην Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation (1989) 1 (E9 A.A.D. 33) συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε σχέση με την τροποποίηση των δικογράφων ως εξής:
«(1) Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2) Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3) Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4) Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.»
Με βάση λοιπόν τις αρχές που έχουν καθιερωθεί από την νομολογία όπως αναφέρονται πιο πάνω θα πρέπει τώρα να εξεταστούν η αίτηση και η ένσταση που έχουν καταχωρηθεί.
Ο πρώτος λόγος ένστασης είναι ότι η αίτηση γίνεται από δικηγόρο και μάλιστα από πρόσωπο που δεν γνωρίζει θετικά όλα τα γεγονότα της υπόθεσης.
Είναι γεγονός ότι τα Δικαστήρια όπως η νομολογία καταδεικνύει δεν ενθαρρύνουν δικηγόρους να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις σχετικά με τις υποθέσεις που χειρίζονται. Αναφέρω ενδεικτικά την απόφαση Thanos Hotels Ltd ν. Ιωάννου (1991) 1 Α.Α.Δ. όπου το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε το ακόλουθο σχόλιο σχετικά με την υπογραφή ενόρκου δηλώσεως που συνόδευε την αίτηση από το συνήγορο του αιτητή "το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα σχολιάσει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής και θα αναμέναμε ότι το φαινόμενο αυτό θα είχε ήδη εκλείψει." Στην παρούσα περίπτωση βεβαίως η κα Ζαχαρίου δεν είναι η συνήγορος του ενάγοντα αιτητή στην παρούσα περίπτωση. Η κα Ζαχαρίου είναι μια εκ των δικηγόρων του δικηγορικού γραφείο Α. Ζαχαρίου και Σία όμως συνήγορος του αιτητή για τη παρούσα υπόθεση είναι ο κ. Γρηγόρης Σαββίδης και όχι η κα Ζαχαρίου. Περαιτέρω παρά τα σχόλια που γίνονται σε πολλές υποθέσεις αναφορικά με τη διπλή ιδιότητα δικηγόρου-μάρτυρα πιστεύω ότι δεν μπορεί να λεχθεί ότι είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι ένορκος δήλωση που γίνεται από δικηγόρο δεν είναι νομολογιακά ορθή και ότι θα πρέπει να αγνοηθεί.
Είναι επίσης θέση των εναγομένων ότι δεν προκύπτει από την ένορκη δήλωση της κας Ζαχαρίου ότι αυτή γνωρίζει θετικά τα γεγονότα.
Η κα Ζαχαρίου αναφέρει ότι έχει λάβει τα αναγκαία γεγονότα από στοιχεία που συνέλλεξε από το φάκελο της δικογραφίας, τον αιτητή και τους δικηγόρους του αιτητή. Σύμφωνα με την Δ.39 Θ.6 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών όταν μια ένορκη δήλωση γίνεται για λογαριασμό κάποιου διαδίκου το πρόσωπο που κάνει την ένορκη δήλωση και δεν είναι διάδικος θα πρέπει να κατονομάζει σε αυτή από ποιο εξουσιοδοτήθηκε να κάνει την ένορκη δήλωση. Πιστεύω ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση που ο ενάγοντας-αιτητής είναι ένα πρόσωπο από την ένορκο δήλωση της κας Ζαχαρίου προκύπτει ότι είναι από τον ενάγοντα-αιτητή που έχει εξουσιοδοτηθεί. Επίσης η αναφορά της κας Ζαχαρίου ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα δεν τέθηκε σε αμφισβήτηση από τους εναγόμενους οι οποίοι δεν την αντεξέτασαν. Περαιτέρω είναι σαφές από όλο το κείμενο της ένορκης δήλωσης της κας Ζαχαρίου αλλά και του κ. Στυλιανού ότι υπήρχε προσωπικά εμπλοκή της κας Ζαχαρίου με την παρούσα υπόθεση επομένως και αυτό τους το επιχείρημα είναι καταδικασμένο σε αποτυχία.
Ο επόμενος λόγος ένστασης τον οποίο θα εξετάσω σωρευτικά είναι ότι η επιδιωκόμενη με την παράγραφο Αι της αίτησης τροποποίηση δεν είναι ούτε αναγκαία, ούτε σχετική, ούτε και θα διασαφηνίσει τα επίδικα θέματα αντίθετα θα προκαλέσει σύγχυση, περιπλοκή και καθυστέρηση στη διαδικασία.
Είναι καλά νομολογιακά καθιερωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν μπορεί να εξετάσει το θέμα της σχετικότητας όπως το θέτουν οι εναγόμενοι με την ένσταση τους. Είναι φανερό ότι η προσπάθεια του ενάγοντα αιτητή είναι να συμπεριλάβει στο δικόγραφο του ισχυρισμούς όμοιων γεγονότων και συγκεκριμένα ότι οι εναγόμενοι απέσπασαν χρήματα από πολλά πρόσωπα με παραστάσεις ότι θα εισάγονταν οι τίτλοι τους στο Χ.Α.Κ. και πολλά πρόσωπα διεκδικούν και /ή διεκδίκησαν και πέτυχαν την επιστροφή των χρημάτων τους. Σύμφωνα με την υπόθεση του Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Π. Καλλή στις συνεκδικαζόμενες αγωγές Ναυτοδικείου αρ. 193/96 και 194/96 Κύπρος Αντωνίου και Υιός Λτδ (Ενάγων στην αγωγή 193/96) και Γεώργιος Τσαππής Ισορροπημένες Ζωοτροφές (Ενάγων στην αγωγή 194/96) ν. Του Πλοίου "SPRINGWOOD" (αρ. 3) ημερ. 27.02.98 ότι το κατά πόσο θα επιτραπεί σε διάδικο να φέρει μαρτυρία παρόμοιων γεγονότων σε πολιτική υπόθεση εξαρτάται και από το κατά πόσο έχει δοθεί εύλογη προειδοποίηση στην άλλη πλευρά. Επίσης στην υπόθεση Mood Music Publishing v. De Wolfe Ltd (1976) 2 WLR 451 αναφέρεται ότι για να μπορέσει να εισάξει κάποιος διάδικος μαρτυρία όμοιων γεγονότων θα πρέπει να έχει δοθεί εύλογη προειδοποίηση στον αντίδικο του ώστε να προετοιμαστεί σε σχέση με αυτά. Επομένως η θέση ότι με την έγκριση της τροποποίησης ως ανωτέρω δίδεται αυτή η εύλογη προειδοποίηση στην άλλη πλευρά είναι ορθή. Το θέμα της σχετικότητας όπως έχω ήδη αναφέρει δεν είναι θέμα που θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο.
Η θέση ότι η αίτηση γίνεται με καθυστέρηση και ότι τυχόν έγκριση της θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην πλευρά των εναγομένων που δεν αποζημιώνεται με χρήμα, δεν με βρίσκει σύμφωνη έχοντας κατά νου τις αρχές που η νομολογία έχει καθιερώσει στα θέματα τροποποιήσεων. Η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμη ξεκινήσει οπόταν ο ισχυρισμός για καθυστέρηση υπό αυτό το πρίσμα δεν ευσταθεί. Όσον δε αφορά τον ισχυρισμό ότι η αίτηση υποβάλλεται με καθυστέρηση δεδομένου του ότι το ίδιο γραφείο έχει καταχωρήσει και άλλες αγωγές εναντίον των εναγομένων για τα ίδια θέματα και ότι οι ισχυρισμοί και ή μαρτυρία που επιδιώκουν με την τροποποίηση να εισάξουν ήταν καλά γνωστά σε αυτούς και πάλι δεν μπορεί να επιτύχει αφού η νομολογία έχει καταδείξει ότι αμέλεια δικηγόρου, νοουμένου ότι δεν τίθεται θέμα κακοπιστίας, δεν αποτελεί εμπόδιο στη τροποποίηση δικογράφων. Παραπέμπω σχετικά στις υποθέσεις Mahattou v. Viceroy Shipping Co. Ltd & another (1979) 1 CLR 542 και United Sea Transport Co. Ltd & Another v. Stavros Zakou (1980) 1 CLR 510. Το θέμα της αμέλειας δικηγόρου σε σχέση με τα θέματα τροποποίησης δικογράφων ήταν αντικείμενο και στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης (ανωτέρω).
Όσον αφορά τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι τυχόν έγκριση της τροποποίησης θα έχει ως αποτέλεσμα ανεπανόρθωτη βλάβη των δικαιωμάτων των εναγομένων-καθ΄ ων η αίτηση η οποία δεν αποζημιώνεται με την επιδίκαση εξόδων, δεν βλέπω ότι στοιχειοθετείται τέτοιος λόγος ένστασης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Ο αιτητής επιθυμεί να συμπεριλάβει στο δικόγραφο του κάποιους ισχυρισμούς και αν εγκριθούν τότε θα δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να απαντήσει με τροποποιημένο δικόγραφο στους ισχυρισμούς που ο αιτητής θέλει να εισάξει και βεβαίως θα έχει κάθε δικαίωμα κατά την ακροαματική διαδικασία να εγείρει ενστάσεις, να αντεξετάσει μάρτυρες και να προσάξει μαρτυρία προς υποστήριξη των δικών τους θέσεων. Επομένως καμία ανεπανόρθωτη ζημιά στα δικαιώματα των εναγομένων η οποία δεν αποζημιώνεται με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα δεν βλέπω να προκαλείται.
Τίθεται από πλευράς εναγομένων θέμα κακοπιστίας. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η κακοπιστία από πλευράς αιτητή, όταν αυτή βεβαίως αποδειχτεί στο Δικαστήριο, είναι ίσως ο μοναδικός παράγοντας που θα οδηγήσει το Δικαστήριο να μην επιτρέψει την τροποποίηση. Σύμφωνα με τους εναγόμενους η κακοπιστία προκύπτει από το γεγονός ότι οι αγωγές στις οποίες γίνεται αναφορά στην αιτούμενη τροποποίηση έχουν καταχωρηθεί από το γραφείο του συνήγορου του αιτητή στην παρούσα υπόθεση από το 2004 χωρίς αυτό το γεγονός να αναφέρεται στην ένορκο δήλωση της Γ. Ζαχαρίου. Με όλο το σεβασμό προς την πλευρά των εναγομένων-καθ΄ ων η αίτηση αυτό δεν καταδεικνύει καμιά κακοπιστία όπως η νομολογία έχει ερμηνεύσει τον όρο αυτό. Ούτε και βρίσκω ότι αν εγκριθεί η τροποποίηση τότε η διαφορά μεταξύ των μερών δεν θα τεθεί στη σωστή της βάση και συνεπώς υπάρχει άλλο κίνητρο από πλευράς ενάγοντα αιτητή.
Ενόψει των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α α, β, γ, δ, ε, στ., ζ, η, θ, ι, και κ. Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την σύνταξη του διατάγματος. Τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και τροποποιημένη απάντηση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης υπεράσπισης.
Όσον αφορά τα έξοδα, όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι συνήγοροι έχουν δηλώσει ότι συμφωνούν κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα και αυτή είναι η διαταγή του Δικαστηρίου για το θέμα των εξόδων.
Η αγωγή και οι αιτήσεις ημερ. 23.03.06 και 08.05.06 ορίζονται για οδηγίες στις 23.06.06.
(Υπ.) ........................................................
Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΧΧ