ECLI:CY:EDLAR:2010:A28

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

Ενώπιον:  Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ.

 

                                                                        Αρ. Αγωγής:  3111/07

Μεταξύ:

 

Prepis Management Co Ltd

                                                Εναγόντων,

και

 

Αναστασία Στέλιου Αργυρού

 

                                             Εναγομένης.

 

 

 

 

18  Μαρτίου, 2010.

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Αιτήτρια/Εναγόμενη: Χρ. Τριανταφυλλίδης και Στ. Χριστοφόρου

Για Καθ’ ης η Αίτηση/Ενάγουσα: Τ. Μυλωνάς

 

                                ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ-ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

 

       Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα εταιρεία ζητά αποζημιώσεις για παράβαση γραπτής συμφωνίας ημερ. 24/6/02 και Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα έχει απαλλαχθεί από την περαιτέρω εκπλήρωση της εν λόγω συμφωνίας και/ή ότι νόμιμα τερμάτισε την επίδικη συμφωνία στις 15/10/07 λόγω παράβασης από την Εναγόμενη.  Περαιτέρω, ζητά Διάταγμα που να διατάσσει την εναγόμενη να παραδώσει ελεύθερη κατοχή της κατοικίας, αντικείμενο της πιο πάνω συμφωνίας. 

 

            Η εναγόμενη στην Υπεράσπιση της ισχυρίζεται ότι ως μία από τους μετόχους της Ενάγουσας αποφασίστηκε να βοηθηθεί η Ενάγουσα και για το σκοπό αυτό τόσο οι Εναγόμενοι όσο και οι υπόλοιποι μέτοχοι αγόρασαν από μία εξοχική κατοικία την οποία κανένας δεν αποπλήρωσε στην ολότητα της.  Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι συμφωνήθηκε μεταξύ της Εναγόμενης και των υπολοίπων μετόχων ότι το υπόλοιπο που παρέμεινε οφειλόμενο θα καθίστατο απαιτητό μόνο όταν όλοι οι μέτοχοι θα εκδήλωναν την άμεση ετοιμότητα τους για αποπληρωμή του οφειλόμενου υπολοίπου προς την Ενάγουσα.  Τέλος, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή έχει εγερθεί εκδικητικά και ανταπαιτεί από την Ενάγουσα το ποσό των €65567,98 δυνάμει συμφωνίας δανείου που έγινε προς την Ενάγουσα για να ολοκληρωθεί το κτίσιμο οικιών και τα οποία η Εναγόμενη ουδέποτε έλαβε.

 

            Η ακρόαση της αγωγής έχει ήδη ξεκινήσει και κατέθεσαν ήδη δύο μάρτυρες από πλευράς της Ενάγουσας, αναμένετο δε να κλείσει την υπόθεση της σε μεταγενέστερο στάδιο.  Ενώ η υπόθεση είχε οριστεί για συνέχιση της ακρόασης μεσολάβησε η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης στις 24/2/10 με την οποία επιζητείται από πλευράς Εναγόμενης η τροποποίηση της Ανταπαίτησης.

 

ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ

 

            Κύρια βάση της αίτησης είναι η Δ.25.  Οσον  αφορά τα πραγματικά γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση αυτά καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του Ανδρέα Κωνσταντινίδη, ασκούμενου δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων της Εναγόμενης.  Σε αυτήν αναφέρονται, βασικά, τα ακόλουθα:

 

ü  Στην Εκθεση Απαίτησης γίνεται αναφορά για τον τερματισμό της συμφωνίας πώλησης ακινήτου ημερ. 24/6/02, γεγονός το οποίο οι Εναγόμενοι στην υπεράσπιση της αρνείται ενώ ανταπαιτεί και την πληρωμή σε αυτή συγκεκριμένου οφειλόμενου ποσού.

ü  Από την μέχρι σήμερα δοθείσα μαρτυρία και από την αντεξέταση των μαρτύρων της Ενάγουσας φάνηκε πως η Εναγόμενη αρνείται τη νομιμότητα του τερματισμού της συμφωνίας ημερ. 24/6/02 που διενεργήθηκε από την Ενάγουσα και θα έπρεπε στην ανταπαίτηση να ζητηθεί δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να αποφασίζεται πως ο κομματισμός ήταν παράνομος και άνευ νομικής ισχύος ώστε να ευθυγραμιστεί η ανταπαίτηση με την υπόλοιπη υπεράσπιση της Εναγομένης αλλά και τη μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

ü  Σκοπός της παρούσας αίτησης είναι ο ευθυγραμμισμός της ανταπαίτησης με τον ισχυρισμό της Εναγόμενης στην υπεράσπιση αλλά και τη δοθείσα μαρτυρία αναφορικά με το παράνομο του τερματισμού της συμφωνίας ημερ. 24/6/02.

ü  Η ενάγουσα ουδεμία ζημιά θα υποστεί καθότι ήδη αυτό τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και έχει την ευκαιρία να το αντικρούσει δια μέσου της διαδικασίας.

 

ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ

 

        Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση η οποία και αυτή βασίζεται κατ΄ εξοχή στη Δ.25.  Σε αυτή εξειδικεύονται σειρά λόγων ένστασης μεταξύ των οποίων και ο ισχυρισμός ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης μετά την ολοκλήρωση της υπόθεσης της Ενάγουσας και χωρίς να δίδονται λόγοι γι΄αυτό όπως και η θέση ότι με την αιτούμενη τροποποίηση εισάγονται νέες βάσεις Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης με βάση γεγονότα που ήταν εις γνώση της Εναγόμενης ευθύς εξ αρχής.  Περαιτέρω, προβάλλεται η θέση ότι, σε περίπτωση έγκριση της αίτησης, επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα της Ενάγουσας και ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν είναι νομότυπη.

 

         Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Γ.Πρεπή, διευθυντή της Ενάγουσας στην οποία αναφέρονται, εν συνόψει, τα εξής:

 

Ø  Τα γεγονότα της αιτούμενης τροποποίησης αποτελούν γεγονότα που ήταν σε γνώση της Εναγόμενης ή που θα έπρεπε να ήταν σε γνώση της στο στάδιο καταχώρησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της.

Ø  Επιζητείται η εισαγωγή νέων βάσεων υπεράσπισης και ανταπαίτησης οι οποίες ήταν δυνατό να τεθούν εξ υπαρχής και αφορούν γεγονότα που διαδραματίστηκαν πριν την καταχώρηση της αγωγής και εν πάση περιπτώσει πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. 

Ø  Η εισαγωγή νέων βάσεων Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης σε αυτό το στάδιο θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην υπόθεση της Ενάγουσας που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με ενδεχόμενη διαταγή εξόδων.

Ø  Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ασκούμενου δικηγόρου ο οποίος δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης.

Ø  Υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης.

 

ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ

 

            Κατά την εκδίκαση της αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους.

 

            Ο συνήγορος της Αιτήτριας-Εναγόμενης υποστήριξε ότι η Αίτηση κατεχωρήθη μόλις δόθηκε μαρτυρία στην αντεξέταση του Μ.Ε.1 πως κακώς η Ενάγουσα τερμάτισε την επίδικη συμφωνία.  Πρόσθεσε ότι είναι απόλυτα επιτρεπτό να επιδιώκεται τροποποίηση των δικογράφων για να συνάδουν με την προσαχθείσα, χωρίς ένσταση, μαρτυρία.  Οσον αφορά τη θέση για δυσμενή επηρεασμό της Ενάγουσας ο συνήγορος υποστήριξε ότι η Ενάγουσα διατηρεί το δικαίωμα, εάν επιθυμεί, να καταχωρήσει Απάντηση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην τροποποιημένη Ανταπαίτηση της εναγόμενης δεδομένου μάλιστα και του γεγονότος πως καμία ουσιαστική αλλαγή επέρχεται στις θέσεις των μερών αναφορικά με την επίδικη συμφωνία και τα γεγονότα που την αποτελούν.  Τονίσθηκε ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν διαφοροποιούνται τα γεγονότα και ότι η νομική βάση της αγωγής αλλά η αιτούμενη τροποποίηση αφορά επέκταση της ίδιας βάσης αγωγής, δηλαδή τη λανθασμένη ακύρωση της επίδικης συμφωνίας.

 

            Ο συνήγορος της Καθ΄ ης η Αίτηση-Ενάγουσας υποστήριξε εν πρώτοις ότι δεν δίδονται σαφείς λόγοι για την υποβολή της παρούσας Αίτησης όπως, επίσης, και για τους λόγους της καθυστέρησης και της αναγκαιότητας της Αίτησης.  Περαιτέρω υποστήριξε ότι με την αιτούμενη τροποποίηση γίνεται προσπάθεια εισαγωγής νέων βάσεων Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης με βάση γεγονότα που ήταν στη γνώση της Εναγόμενης αιτήτριας ευθύς εξ αρχής, ενώ το στάδιο της διαδικασίας είναι τέτοιο που θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Ενάγουσα γιατί αυτή θα πρέπει να καλέσει εκ νέου άλλους μάρτυρες,  ενώ έχει ήδη προσκομίσει τη μαρτυρία της.  Ακόμη, πρόσθεσε, ότι η Ενάγουσα υποχρεωτικά θα πρέπει να αλλάξει ριζικά τη βάση της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση.  Τέλος, ο συνήγορος αναφέρθηκε στον παράγοντα της καθυστέρησης στην υποβολή της Αίτησης υποστηρίζοντας ότι αυτή υποβλήθηκε μετά από πολλή καθυστέρηση με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα της Ενάγουσας.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

        Προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή της αίτησης η οποία έχει ως κύρια βάση της την Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρει τα εξής:

 

«The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties.»

 

      Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.  Θα μπορούσαν, πιστεύω, να συνοψισθούν ως ακολούθως:

 

(1)        Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών.  Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.[1]

 

(2)      Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα.[2]

 

         Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.

 

         Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.

 

(3)     Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου.  Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.[3]

 

(4)        Ο παράγοντας χρόνος στην υποβολή αίτησης τροποποίησης είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας.[4]  ΄Ομως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας.  Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται.

 

 (5)    Σχετική είναι η υπόθεση Φοινιώτης[5]  (πιο πάνω). 

 

 

(6)        Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης   ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.[6].

 

(7)             Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης δικογράφου.  Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου.[7]

 

           Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις  της δικογραφίας κατά τη δίκη. 

 

(8)             Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου.  Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο.[8]

 

 

        Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με το τροποποιημένο δικόγραφο σχετική είναι η υπόθεση Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου (1992) 2 Α.Α.Δ. 111.    Στην υπόθεση εκείνη με την προτεινόμενη τροποποίηση ουσιαστικά εδίδοντο περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες των ισχυρισμών που προβάλλονταν στην Έκθεση Απαίτησης.  Αν και το Εφετείο αναφέρει στην εν λόγω υπόθεση ότι δεν ενθαρρύνει τις συνεχείς τροποποιήσεις των δικογράφων, δέχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση η τροποποίηση θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή.

 

       Επίσης στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (1994) 1 Α.Α.Δ. 426,  λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση.  Το Δικαστήριο όμως θα απορρίψει την αίτηση αν με την προτεινόμενη τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης.  Αναφορικά με το τι αποτελεί νέα βάση αγωγής, παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα της Ετήσιας Πρακτικής του 1959 (Annual Practice), στην σελ. 627, το οποίο παρατέθηκε στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Α. Αζά (πιο πάνω):

 

«The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Mardoch 1 Ch.D.42, Habbuck v. Helm 56 L.J. Ch. P. 539).  But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Gosley (1898) 1 Ch. 81).»

 

        Όπως τονίστηκε στην υπόθεση U Drive Co Ltd v. E. Panayi a.o. (1980) 1 C.L.R. 544, αν στη διάρκεια της ακρόασης διαφανεί ότι τα δικόγραφα ενός διάδικου χρήζουν τροποποίησης, θα πρέπει για το σκοπό αυτό να ληφθούν μέτρα όσο το δυνατό ενωρίτερα, ούτως ώστε να δοθεί πλήρης ευκαιρία στους διάδικους που επηρεάζονται από την τροποποίηση να αντιμετωπίσουν την καινούργια κατάσταση και να τροχιοδρομήσουν την υπόθεση τους πάνω στις νέες «ράγιες»[9].

 

            Στην υπόθεση Homeros Courtis & Others v. Iasonides (1970) 1 C.L.R. 180 λέχθηκαν τα εξής στη σελ.182:

 

The pleadings in an action are the foundations of the litigation;   they must be carefully prepared as the set56 of rails upon which the train” of the case will run.   The Civil Procedure Rules (Or.19 r.4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule.  A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied.  If in the course of the trial it appears that a party’s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment, to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails.”

 

(δικές μου υπογραμμίσεις)

 

      Στην υπόθεση Χρίστου ν. Αζά  (1992) 1 Α.Α.Δ.704, επετράπη τροποποίηση της Εκθεσης Απαίτησης για να ευθυγραμμιστεί η μαρτυρία που είχε μέχρι τότε προσαχθεί.  Ας σημειωθεί ότι η ανάγκη τροποποίησης ανέκυψε κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ενώ κατάθετε ο πρώτος μάρτυρας που είχε καλέσει η εφεσείουσα.   Τονίσθηκε, ωστόσο, το γεγονός ότι η αίτηση υποβλήθηκε στην αφετηρία της δίκης και ότι η προτεινόμενη τροποποίηση  δεν αφορούσε περίπτωση υποκατάστασης του βάθρου της αγωγής.

 

            Εν πάση περιπτώσει, θα ήταν λάθος να επιτραπεί τροποποίηση στο στάδιο του κλεισίματος της μαρτυρίας ή ακόμη σ΄ ένα πολύ καθυστερημένο στάδιο της δίκης αν αυτό θα οδηγούσε την αντίδικη πλευρά να έλθει αντιμέτωπη με μια εντελώς διαφορετική υπόθεση.

 

            Όπως έχει νομολογηθεί δεν είναι εκ προοιμίου νομικά επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης για να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο του διαδίκου.

 

            Η υπόθεση Εθνική Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε. ν. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ. (2002) 1 Α.Α.Δ. 237, αποφασίστηκε στα δικά της γεγονότα, όπου η τροποποίηση επιτράπηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, αλλά η ουσία ήταν ότι όλες οι τροποποιήσεις καλύπτονταν από την υφιστάμενη δικογραφία ως αποτελούσες επέκταση τους.  Καμία από τις τροποποιήσεις που είχαν γίνει αποδεκτές δεν ήταν έξω από το δικόγραφο.   Το ίδιο και στην υπόθεση Βασιλειάδης ν. Πετρολίνα Λτδ. (1994) 1 Α.Α.Δ.16, όπου κρίθηκε ότι οι εκεί εφεσίβλητοι δεν θα τίθεντο σε δυσμενέστερη θέση με την έγκριση της τροποποίησης.

 

 

 

 

 

ΕΞΕΤΑΣΗ  ΘΕΜΑΤΩΝ  ΠΟΥ  ΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ

 

               Ενόψει των πιο πάνω αλλά και των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με βάση την Αίτηση και την Ένσταση αλλά και τις θέσεις των δύο πλευρών, όπως αναπτύχθηκαν με τις αγορεύσεις τους, προβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο ουσιαστικά ζητήματα για απάντηση.

 

            Πρώτον κατά πόσο η προτεινόμενη τροποποίηση εισάγει νέες βάσεις Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης η εισαγωγή των οποίων θα επηρεάσει δυσμενώς την υπόθεση της Ενάγουσας και

 

            Δεύτερον κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος τροποποίησης λαμβάνονται υπόψη το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα και τη συμφωνηθείσα στην υπόθεση καθυστέρηση.

 

            Κατ΄ αρχήν δεν συμμερίζομαι την άποψη ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση εισάγεται οποιαδήποτε νέα βάση αγωγής αναφορικά με την Ανταπαίτηση ή προσθήκης νέας Υπεράσπισης.  Εκείνο που διαπιστώνεται είναι ότι γίνεται προσπάθεια προσθήκης νέας θεραπείας ή αξίωσης στην Ανταπαίτηση σύμφωνα με την οποία επιζητείται Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας ημερ. 24/6/02 μέσω της επιστολής ημερ. 26/9/07, είναι παράνομος και χωρίς οποιαδήποτε νομική ισχύ και ότι, επομένως, η συμφωνία εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ.  Επισημαίνεται εδώ ότι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας στην Εκθεση Απαίτησης περί παράβασης της επίδικης συμφωνίας από μέρους της Εναγομένης η οποία έδιδε το δικαίωμα στην Ενάγουσα να τερματίσει την επίδικη συμφωνία πράγμα το οποίο έκανε μέσω της επιστολής ημερ. 26/9/07[10], δεν γίνεται αποδεκτός με βάση τους ισχυρισμούς της Εναγομένης στην παρα.8 της Υπεράσπισης της και στη συνέχεια με βάση την παρα.10 της Υπεράσπισης όπου απορρίπτονται οι αξιώσεις της Ενάγουσας.  Περαιτέρω προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η παρούσα Αγωγή έχει εγερθεί εκδικητικά και μόνο εναντίον της Εναγομένης για τους λόγους που αναφέρει στην παρά.11 της Υπεράσπισης της.

 

            Kατά συνέπεια φαίνεται, με βάση τα όσα περιέχονται στην Υπεράσπιση, ότι η Εναγομένη αρνείται την νομιμότητα τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας ημερομηνίας 24/6/02.  Αυτή ήταν και η γραμμή Υπεράσπισης του συνηγόρου εκ μέρους της Εναγομένης κατά την ακροαματική διαδικασία και, συγκεκριμένα, κατά το στάδιο αντεξέτασης του Μ.Ε.1 κου Πρεπή όπου του τέθηκε ευθέως η θέση ότι ο λόγος που στάληκε η επιστολή ημερ. 7/9/07 με την οποία η Ενάγουσα κάλεσε την Εναγομένη να καταβάλει το τίμημα αγοράς σύμφωνα με τις πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας ήταν γιατί ο Μ.Ε.1 είχε εν τω μεταξύ «μαλλώσει» με την οικογένεια της αδελφής του, δηλ. της Εναγόμενης, και όχι επειδή ο Μ.Ε.1 είχε ανακαλύψει από τους λογαριασμούς της Ενάγουσας εταιρείας ότι η εταιρεία είχε να παίρνει αυτά τα λεφτά.

 

            Μάλιστα κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 αυτός ρωτήθηκε κατά πόσο είχε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας εταιρείας που να αποφασίσει όπως σταλούν οι επιστολές ημερ. 7/9/07 και 15/10/07 (η δεύτερη επιστολή που στάληκε προς την Εναγομένη) και ο Μ.Ε.1 έδωσε κάποια απάντηση και, επίσης, κατά πόσο φαινόταν στους λογαριασμούς της Ενάγουσας εταιρείας ότι οφείλονταν αυτά τα λεφτά από την Εναγομένη προς την Ενάγουσα.

 

            Με βάση τα πιο πάνω θα συμφωνήσω με τη θέση των συνηγόρων της Εναγομένης ότι η προτεινόμενη τροποποίηση αποσκοπεί στο να ευθυγραμμίσει την Ανταπαίτηση τόσο με την υπόλοιπη Υπεράσπιση, όπου δεν γίνεται παραδεκτός ο ισχυρισμός για την νομιμότητα του τερματισμού της επίδικης συμφωνίας ημερ. 24/6/02, όσο και με τη μαρτυρία που δόθηκε – χωρίς οποιαδήποτε ένσταση από μέρους της Ενάγουσας – στα πλαίσια αντεξέτασης του Μ.Ε.1 και τις υποβολές εκ μέρους της Υπεράσπισης αναφορικά με το παράνομο του τερματισμού της εν λόγω συμφωνίας.

 

            Δεν βλέπω πως η πλευρά της Ενάγουσας θα επηρεασθεί δυσμενώς αν επιτραπεί η προτεινόμενη τροποποίηση με δεδομένο ότι το θέμα αυτό τέθηκε όπως ήδη επισημάναμε στα πλαίσια αντεξέτασης του Μ.Ε.1 στο οποίο δόθηκε η ευκαιρία να σχολιάσει τις σχετικές με το θέμα νομιμότητας ή μη του τερματισμού της επίδικης συμφωνίας και να δώσει τη δική του θέση.  Κατά συνέπεια είναι η θέση μου, ότι η πιθανότητα δυσμενούς επηρεασμού στην αντίδικη πλευρά σε περίπτωση έγκρισης της προτεινόμενης τροποποίησης αποκλείεται λόγω του ότι το συγκεκριμένο ζήτημα έχει ήδη εγερθεί και πλήρως αναπτυχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια αντεξέτασης του Μ.Ε.1.

 

            Να πω και κάτι άλλο.   Το θέμα της νομιμότητας του τερματισμού της επίδικης συμφωνίας είναι εν πάση περιπτώσει επίδικο ζήτημα με βάση τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ίδια την Εκθεση Απαίτησης και την αμφισβήτηση του, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της Υπεράσπισης.

 

            Τώρα όσον αφορά το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται η παρούσα αίτηση επισημαίνω ότι αυτό έγινε μετά που αντεξετάσθηκε ο Μ.Ε.1 και του ετέθη το θέμα του παράνομου, κατά την Εναγομένη, τερματισμού της επίδικης συμφωνίας και πριν να κλείσει επίσημα την υπόθεση της η Ενάγουσα εφόσον μετά την κατάθεση του Μ.Ε.2 ο συνήγορος της Ενάγουσας επιφυλάχθηκε να τοποθετηθεί για το ζήτημα αυτό την επόμενη δικάσιμο.  Βέβαια, δεν μου διαφεύγει της προσοχής ότι, αν επιδεικνυόταν μεγαλύτερη προσοχή στο στάδιο σύνταξης της Ανταπαίτησης, να μην καθίστατο αναγκαία η υποβολή της παρούσας αίτησης εφόσον από το στάδιο της ετοιμασίας και σύνταξης της Υπεράσπισης δεν γινόταν παραδοχή του ισχυρισμού της Ενάγουσας αναφορικά με το νόμιμο του τερματισμού της επίδικης συμφωνίας.   Επισημαίνω ότι στην Υπεράσπιση της η Εναγόμενης διαδήλωνε ρητή μη παραδοχή των παραγράφων εκείνων που αφορούσαν τον τερματισμό και το νόμιμο αυτού αναφορικά με την επίδικη συμφωνία, προτάσσοντας τέτοια γεγονότα που τουλάχιστον έδιδαν μία εικόνα διαφορετική από εκείνη που έδιδε η Ενάγουσα.

 

            Είναι φανερό, δηλαδή, ότι η πλευρά της Εναγομένης παρέλειψε να συμπεριλάβει στο δικόγραφο της την θεραπεία που επιδιώκει σήμερα να συμπεριλάβει ισχυριζόμενη πλέον ξεκάθαρα ότι ο τερματισμός της εν λόγω συμφωνίας είναι παράνομος.

 

         Η σημειωθείσα στην υποβολή του αιτήματος καθυστέρηση από το αρχικό κιόλας στάδιο της σύνταξης του δικογράφου της Εναγομένης δεν συνιστά αφ΄ εαυτής κώλυμα.  Εδώ δε, δεν πρέπει να είναι κώλυμα καθότι δεν μπορεί να λεχθεί ότι η ακρόαση της αγωγής βρίσκεται σε τόσο προχωρημένο στάδιο.  Υπενθυμίζω ότι η πλευρά της Ενάγουσας δεν έχει ακόμη κλείσει την υπόθεση της και εν συνεχεία αναμένεται να κληθούν μάρτυρες από μέρους της εναγομένης οι οποίοι, ασφαλώς, θα αντεξετασθούν από το συνήγορο της Ενάγουσας και επί των θεμάτων που καλύπτει η προτεινόμενη τροποποίηση.  Έπειτα είναι, επίσης, φανερό και, αποδέχομαι προς τούτο τη θέση των συνηγόρων της Εναγομένης, ότι η ανάγκη για τροποποίηση της Ανταπαίτησης διαφάνηκε κατά την πορεία της ακρόασης της υπόθεσης και όχι προηγουμένως.  Συγκεκριμένα κατά το στάδιο αντεξέτασης του Μ.Ε.1.

 

            Κατά συνέπεια η οποιαδήποτε καθυστέρηση πρέπει να συναρτηθεί και με το χρόνο κατά τον οποίο διαπιστώθηκε η αναγκαιότητα για τροποποίηση, όπως ήδη επεξηγήθηκε ανωτέρω.   Ακόμη, πρέπει να συναρτηθεί με την ύπαρξη ή μη κακής πίστης που, επίσης, δεν φαίνεται να υπάρχει έστω και αν υπήρξε ακόμα κάποια αμέλεια στην ορθότερη και ακριβέστερη σύνταξη της Ανταπαίτησης.

 

            Τελικά, παρά την αναπόφευκτη καθυστέρηση η οποία θα δημιουργηθεί όπως και την κάποια ταλαιπωρία της Ενάγουσας, πιστεύω ότι η έγκριση του αιτήματος της δεν θα της προκαλέσει αδικία ή ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα.   Από την άλλη θα θέσει κατά τρόπο ακριβέστερο ενώπιον του Δικαστηρίου τα επίδικα θέματα.

 

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

            Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω επιτρέπεται η τροποποίηση της Ανταπαίτησης ως η Αίτηση. 

 

Τροποποιημένη Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την ημερομηνία σύνταξης του παρόντος διατάγματος.   Τροποποιημένη Υπεράσπιση  στην Ανταπαίτηση εντός 7 ημερών από την παράδοση αντιγράφου της τροποποιημένης Υπεράσπισης.

 

            Ως προς τα έξοδα, ακολουθώντας την καθιερωμένη στην Κύπρο πρακτική, διατάσσω όπως η Εναγομένη επιβαρυνθεί με τα έξοδα τόσο της παρούσας Αίτησης όσο και με τα όποια έξοδα χάνονται λόγω της τροποποίησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης.

 

 

 

 

                                                             (Υπ.) ……………………………………………..

                                                          

                                                            Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ

 



[1]  Σχετική είναι η αναφορά από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά (1992) 1 Α.Α.Δ 704, στη σελ. 707:-

«Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών.  Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.»

 

[2] Δέστε Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα (1999) 1(Α) Α.Α.Δ. 44.

[3] Δέστε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation (1989) 1 (E) A.A.Δ. 33.

[4] Δέστε Astor Manu-facturing & Exporting Co κ.α. v. A&G Leventis &Company (Nigeria) Ltd κ.α. (1993) 1 Α.Α.Δ. 726.

[5] «.... Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρηση στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση

 Δέστε επίσης την υπόθεση Fereos Ltd v. Martin Bros Tobacco Co Inc (1997) 1 Α.Α.Δ. 378.

[6] Δέστε SABA & Co. (T.M.B) v. T.M.P. Agents (1994) 1 A.A.Δ. 426.

[7] Δέστε Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης (1995) 1  Α.Α.Δ.607.

[8] Δέστε Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου (1995) 1 Α.Α.Δ. 560.

[9] «……If in the course of the trial it appears that a party’s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails.”

[10] Δέστε παρα.11 της Έκθεσης Απαίτησης σε συνδυασμό με την παρα.9 αυτής.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο