ECLI:CY:EDLAR:2014:A177

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, Α.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 280/08

Μεταξύ:

 

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LIMITED

Εναγόντων

 

και

 

ΜΙΧΑΛΗ ΧΙΝΗ

Eναγόμενου

Ημερομηνία: 30 Μαΐου, 2014

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ

Για τους ενάγοντες: κ. Θεοδωρίδης με κ. Κούμα

Για τον εναγόμενο: κ. Μαθηκολώνης με κ. Χριστοδούλου

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

          Με την παρούσα αγωγή τους, οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του εναγομένου τα εξής:

 

«(α)    ΕΥΡΩ 194.537,85 σεντ με βάση έγγραφες συμφωνίες ή/και τραπεζικές πιστώσεις ή/και σαν αναγνωρισμένο λογαριασμό ή/και σαν αδικαιολόγητο πλουτισμό (unjust enrichment) ή/και άλλως πως ως κατωτέρω.

 

(β)      Τόκον προς 11.25% τον χρόνο επί ποσού ΕΥΡΩ 194.537,85 σεντ από την 1.1.08 μέχρι εξόφλησης.

 

(γ)      Κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο την 1η Ιανουαρίου και την 1η Ιουλίου κάθε χρόνου μέχρι εξόφλησης.

 

(δ)      Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η πώληση όλων ή μέρος των ενεχυριασμένων υπό του εναγομένου στους ενάγοντες μετοχών/τίτλων που είναι σε εμπίστευμα και/ή με τους ενάγοντες ως παραλήπτη, με βάση τις διαδικασίες και/ή τους κανονισμούς του ΧΑΚ και/ή οποιουσδήποτε συναφείς νόμους, και με οποιονδήποτε τρόπο, όλους ή μέρος τους και είτε σε τμηματικές δόσεις είτε με πλειστηριασμό είτε με απευθείας συνεννόηση με τους αγοραστές και σε οποιανδήποτε κατά την κρίση των εναγόντων τιμή και όπως το προϊόν της πώλησης και διάθεσης των τίτλων χρησιμοποιηθεί από τους ενάγοντες έναντι και προς ικανοποίηση οιασδήποτε απόφασης ήθελε εκδοθεί από το Δικαστήριο προς όφελος των εναγόντων στην παρούσα αγωγή.»

 

  Προς το σκοπό του να γίνουν αντιληπτές οι θέσεις των δύο πλευρών, ως προκύπτουν από τα δικόγραφα αυτών, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τους ισχυρισμούς των εναγόντων και τη θέση και ισχυρισμούς του εναγομένου επ’ αυτών. 

 

  Ισχυρίζονται, οι ενάγοντες, ότι είναι δημόσια εταιρεία, νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο και διεξάγει τραπεζικές εργασίες.  Με ειδικό ψήφισμα τους προέβηκαν σε αλλαγή του ονόματος τους από ΛΑΙΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ  σε MARFIN POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LTD.  Ο εναγόμενος παραδέχεται τον εν λόγω ισχυρισμό.

 

           Περαιτέρω, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό, στις 8.6.2004 καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες η αγωγή υπ’ αρ. 1793/2004 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εναντίον του εναγομένου 1 και του Χάρη Κωνσταντίνου ως εναγόμενου 2.  Στις 27.9.2005 στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Χάρη Κωνσταντίνου για το ποσό των £71.625,18 με τόκο 11,25% από 1.1.2004 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου 2 φορές το χρόνο από 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου κάθε χρόνου μέχρι εξοφλήσεως πλέον τα έξοδα της αγωγής και τα έξοδα συντάξεως της απόφασης. Αναφορικά με τον εναγόμενο, στην εν λόγω αγωγή δεν κατέστη δυνατό να επιδοθεί σ’ αυτόν το κλητήριο ένταλμα εντός του προβλεπόμενου από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας χρόνου και το κλητήριο έχει εκπνεύσει.  Ο εναγόμενος παραδέχεται τους εν λόγω ισχυρισμούς των εναγόντων. 

 

          Είναι ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι με βάση έγγραφη συμφωνία ημερομηνίας 27.7.2001 ο εναγόμενος συμφώνησε με τους ενάγοντες όπως συμμετάσχει στο σχέδιο επενδυτής των εναγόντων και ανοίξει τρεχούμενο λογαριασμό στα πλαίσια του πιο πάνω σχεδίου με τους ενάγοντες και τύχει χρηματοδότησης ή/και τραπεζικών διευκολύνσεων απ’ αυτούς. Ο εναγόμενος παραδέχεται και αυτούς τους ισχυρισμούς των εναγόντων.  

 

          Παραδέχεται επίσης ότι με βάση την πιο πάνω αναφερόμενη συμφωνία ημερ. 27.7.2001 οι ενάγοντες παραχώρησαν στον εναγόμενο πιστωτική διευκόλυνση σε τρεχούμενο λογαριασμό προς τον σκοπό αγοράς και πώλησης από τον εναγόμενο κινητών αξιών που ήταν εγγεγραμμένες στο ΧΑΚ μέσω της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου του εναγομένου.  Η δε πιο πάνω συμφωνία διέπετο από τους ακόλουθους μεταξύ άλλων ρητών ή εξυπακουόμενων ουσιωδών όρων: 

 

(α)      Οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο στον εν λόγω λογαριασμό θα έπρεπε να εξοφληθεί από τον εναγόμενο άμεσα όπως αυτό απαιτείτο από τους ενάγοντες.

 

(β)      Οι χορηγούμενες διευκολύνσεις θα επιβαρύνονται με τόκο προς 8% το χρόνο ή με το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που θα επιτρέπεται με βάση την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία. 

 

(γ)      Οι πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στον εναγόμενο θα υπόκειντο στην απόλυτη κρίση των εναγόντων.

 

(δ)      Ο εναγόμενος υποχρεούτο να συνεισφέρει εξασφαλίσεις ή/και να ενεχυριάσει υπό μορφή μετρητών ή άλλων ισάξιων κινητών αξιών του ΧΑΚ σε ποσοστό πέραν του 40% του εγκεκριμένου ορίου που του παραχωρήθηκε με βάση τη συμφωνία, όπως αυτό διαμορφωνόταν από καιρού εις καιρόν. 

 

(ε)      Οι ενάγοντες δικαιούνται οποτεδήποτε, χωρίς προειδοποίηση προς τον εναγόμενο να τερματίσουν τη λειτουργία του λογαριασμού και να καταστήσουν απαιτητές οποιεσδήποτε διευκολύνσεις παραχωρήθηκαν προς τον εναγόμενο.

 

(στ)    Σε περίπτωση παράβασης εκ μέρους του εναγομένου οποιουδήποτε όρου της συμφωνίας, ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του εναγομένου καθίσταται οφειλόμενο και πληρωτέο. 

 

(ζ)      Όλες οι συναλλαγές που θα γίνονταν με βάση τη συμφωνία θα γίνονταν κατόπιν εντολής του εναγόμενου ή και αντιπροσώπου του.

 

Ο εναγόμενος ισχυρίζεται περαιτέρω ότι δυνάμει ρητής πρόνοιας στην επίδικη συμφωνία των διαδίκων, η αίτηση του εναγομένου προς τους ενάγοντες ήταν για παραχώρηση ορίου στον επίδικο λογαριασμό ύψους £100.000 και με λοιπούς όρους όπως εμφαίνονται στη επίδικη συμφωνία. 

 

          Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι, με βάση τη συμφωνία ημερομηνίας 27.7.2001, οι ενάγοντες άνοιξαν τον υπ΄αρ.182-11-007876 λογαριασμό επενδυτή (investor account) προς όφελος του εναγομένου στον οποίο γίνονταν οι διάφορες χρεώσεις και πιστώσεις σχετικά με την αγορά και πώληση κινητών αξιών στο ΧΑΚ εκ μέρους του εναγομένου στα πλαίσια της συμφωνίας ημερ. 27.7.2001. Ο εναγόμενος, με επιφύλαξη της προαναφερθείσας υπεράσπισης του παραδέχεται τον εν λόγω ισχυρισμό των εναγόντων πλην όμως δεν παραδέχεται ότι ο ίδιος έδωσε εντολές για την αγορά και πώληση αξιών ούτε και παραδέχεται ότι οι αγοραπωλησίες αξιών γίνοντο μέσα στα πλαίσια των όρων της επίδικης συμφωνίας.

 

          Οι ενάγοντες περαιτέρω ισχυρίζονται ότι κατά ή περί την 27.7.2001, ο εναγόμενος με πληρεξούσιο έγγραφο διόρισε τη ΛΑΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΛΤΔ σαν πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του ώστε εξ ονόματος και για λογαριασμό του, μεταξύ άλλων, να αγοράζει, πωλεί, μεταβιβάζει, αποδέχεται προς μεταβίβαση οποιεσδήποτε κινητές αξίες που ήταν εγγεγραμμένες στο ΧΑΚ.  Επιπρόσθετα, ο εναγόμενος κατά ή περί την 27.7.2001, με βάση έγγραφη συμφωνία μεταξύ του και της ΛΑΙΚΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗΣ ΛΤΔ, συμφώνησε για την καταβολή προς τη ΛΑΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΛΤΔ διαφόρων ποσών  ή/και προμηθειών για τη διενέργεια των πράξεων ή και των συναλλαγών που θα γίνονται προς όφελος του με βάση τη συμφωνία ημερ. 27.7.2001.  Τους ισχυρισμούς αυτούς, ο εναγόμενος παραδέχεται πλην όμως λέγει ότι με βάση τους ρητούς ή/και εξυπακουόμενους όρους του πληρεξουσίου ή και σε συνδυασμό με τους όρους της επίδικης συμφωνίας για τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού, η ΛΑΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΛΤΔ δεν είχε την εξουσία ή και το δικαίωμα να λειτουργεί τον επίδικο λογαριασμό ή και να αγοράζει μετοχές ή και να χρεώνει τον επίδικο λογαριασμό πέραν των συμφωνηθέντων ορίων και των όρων της επίδικης συμφωνίας. 

 

          Ο εναγόμενος δεν παραδέχεται και καλεί τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους, επαναλαμβάνοντας την ως άνω υπεράσπιση του, ως προς το ότι με βάση τα πιο πάνω και πάντοτε κατόπιν εντολών του εναγομένου ή/και αντιπροσώπων του, η ΛΑΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΛΤΔ σε διάφορες χρονικές περιόδους προέβηκε προς όφελος και για λογαριασμό του εναγομένου σε αγορά και πώληση αξιών εγγεγραμμένων στο ΧΑΚ χρεώνοντας και πιστώνοντας ανάλογα το λογαριασμό του εναγομένου αρ.182-11-007876. 

 

          Ο εναγόμενος δεν παραδέχεται και καλεί τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους επίσης ως προς το ότι οι ενάγοντες απέστελλαν προς τον εναγόμενο μηνιαία κατάσταση του λογαριασμού του αρ. 182-11-007876, καθώς επίσης ως προς το ότι ο εναγόμενος λάμβανε τριμηνιαία κατάσταση όλων των αγοραπωλησιών που διενεργούσαν από τη ΛΑΙΚΗ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΛΤΔ προς όφελος του τις οποίες αποδέχθηκε και/ή ουδέποτε αμφισβήτησε ή/και αρνήθηκε οποιεσδήποτε πράξεις, χρεώσεις ή/και πιστώσεις που γίνονται στον προαναφερόμενο λογαριασμό του.  Επιπρόσθετα, ως προς το ότι λάμβανε σχετική ειδοποίηση για κάθε πράξη που γινόταν προς όφελος του τις οποίες ουδέποτε αμφισβήτησε και αποδέχτηκε.

          Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι κατά τη διάρκεια λειτουργίας του προαναφερόμενου λογαριασμού, οι ενάγοντες κατ’ επανάληψη πληροφόρησαν τον εναγόμενο ότι οι εξασφαλίσεις που είχε συνεισφέρει υπό μορφή μετοχών με βάση τη συμφωνία ημερ. 27.7.2001 είχαν μειωθεί κάτω από το ποσοστό κάλυψης του ορίου του λογαριασμού του κατά παράβαση ουσιώδους όρου της συμφωνίας ημερ. 27.7.2001.  Ο εναγόμενος δεν παραδέχεται τους εν λόγω ισχυρισμούς, καλώντας τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη αυτών λέγοντας ότι οι ενάγοντες είχαν παραβιάσει τους όρους της επίδικης συμφωνίας ή/και επέτρεψαν τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού ή/και τη χρέωση του καθ’ υπέρβαση των όρων της επίδικης συμφωνίας και ο εναγόμενος δεν είχε υποχρέωση να προβεί σε οποιανδήποτε ενέργεια ως οι ενάγοντες ισχυρίζονται. 

 

          Είναι ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις κατ’ επανάληψη γραπτές και προφορικές υποδείξεις των εναγόντων για την παραχώρηση εξασφαλίσεων για την κάλυψη του λογαριασμού του σε ποσοστό κάλυψης που προβλεπόταν από τη συμφωνία ή/και όπως αυτό είχε συμφωνηθεί μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου από καιρού εις καιρόν.  Ενόψει της παράβασης εκ μέρους του εναγομένου ουσιώδους όρου της συμφωνίας, οι ενάγοντες, με επιστολή τους προς τον εναγόμενο ημερ. 24.10.2003, τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού του εναγομένου και τον κάλεσαν όπως εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού του, πλέον τόκο.  Ο εναγόμενος αρνείται τους εν λόγω ισχυρισμούς των εναγόντων καλώντας τους σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους, αρνούμενος ότι οι ενάγοντες απέστειλαν ή ο εναγόμενος παρέλαβε την ισχυριζόμενη ειδοποίηση ή ότι οι ενάγοντες τερμάτισαν νόμιμα την επίδικη συμφωνία.

         

          Οι ενάγοντες περαιτέρω ισχυρίζονται ότι κατά ή περί την 13.2.2008, ο λογαριασμός του εναγομένου παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο οφειλόμενο προς τους ενάγοντες ως η αξίωση τους το οποίο ο εναγόμενος παραλείπει να εξοφλήσει και συνεχίζει να οφείλει παρά το γεγονός ότι κλήθηκε κατ’ επανάληψη από τους ενάγοντες να προβεί σε άμεση εξόφληση του.  Ο εναγόμενος και πάλι αρνείται και καλεί τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους επιφυλασσόμενος να αναφερθεί στις χρεοπιστώσεις του επίδικου λογαριασμού όταν οι ενάγοντες καταθέσουν τις σχετικές λεπτομέρειες. 

 

          Τέλος, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος με βάση έγγραφο ενεχυρίασης κινητών αξιών και για το σκοπό εξασφάλισης των εναγόντων για τις τραπεζικές διευκολύνσεις που του παραχώρησαν με τη συμφωνία ημερ. 27.7.2001, κατέθεσε στους ενάγοντες τους τίτλους  κινητών αξιών τους οποίους ενεχυρίασε προς όφελος των εναγόντων.  Ο εναγόμενος παραδέχεται τους ισχυρισμούς αυτούς των εναγόντων. 

 

          Με την απάντηση τους, οι ενάγοντες απορρίπτουν τους ισχυρισμούς του εναγομένου στην υπεράσπιση του εκτός όπου προβαίνει σε παραδοχή.  Ισχυρίζονται δε ότι όλες οι συναλλαγές γίνονταν κατόπιν εντολών του εναγομένου ή/και αντιπροσώπου του και μέσα στα πλαίσια της συμφωνίας ημερ. 27.7.2001 και ότι με την επιστολή τους ημερ. 24.10.2003 τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού του εναγομένου και τον κάλεσαν όπως εξοφλήσει το υπόλοιπο του λογαριασμού του, πλέον τόκους. 

         

          Έχω ουσιαστικά παραθέσει αυτούσιο το περιεχόμενο των δικογράφων ώστε να γίνουν αντιληπτές οι θέσεις και διαφορές μεταξύ των δύο πλευρών καθώς επίσης να είναι ξεκάθαρο ποια είναι τα γεγονότα που είναι παραδεκτά από τον εναγόμενο και κατ’ επέκταση έπαυσαν να είναι επίδικα αφού πλέον μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελούν και συμπεράσματα του Δικαστηρίου. 

 

          Προς υποστήριξη της υπόθεσης των εναγόντων κατέθεσαν τρεις μάρτυρες. 

 

          Ο Κυριάκος Αναστασιάδης, προϊστάμενος του τμήματος αποδοχής συμβολαίων της MARFIN LAIKI BANK ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ, ήταν ο πρώτος μάρτυρας για την πλευρά των εναγόντων (ΜΕ1). Μέσω της γραπτής του δήλωσης, την οποία κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, ο μάρτυρας παρέθεσε ισχυρισμούς ως και η έκθεση απαίτησης εξηγώντας τις θέσεις του με μεγαλύτερη λεπτομέρεια. Εξήγησε τον τρόπο λειτουργίας του αναφερόμενου λογαριασμού του εναγομένου, ως επίσης και τον τρόπο αρχειοθέτησης και διατήρησης των διαφόρων στοιχείων που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση. Αναφέρθηκε, επίσης, στα διάφορα έγγραφα τα οποία μετέπειτα κατέθεσε και ως Τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου (Τεκμήρια 1-14) εξηγώντας αυτά. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι οι ενάγοντες απέστελλαν προς τον εναγόμενο, από την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού στην ταχυδρομική του διεύθυνση, μηνιαία κατάσταση λογαριασμού του αρ. 182-11-007876 καθώς και η Λαϊκή Επενδυτική απέστελλε τριμηνιαία κατάσταση όλων των αγοραπωλησιών που διενεργούνταν από την Λαϊκή Επενδυτική Λτδ προς όφελος του εναγομένου και ο εναγόμενος τις αποδέχτηκε αφού ουδέποτε τις αμφισβήτησε ούτε και αρνήθηκε οποιεσδήποτε πράξεις, χρεώσεις ή πιστώσεις που γίνονταν στον προαναφερόμενο λογαριασμό του.  Μετά τις 30.6.00 η Λαϊκή Επενδυτική Λτδ απέστελλε στον εναγόμενο μηνιαίες καταστάσεις όλων των αγοραπωλησιών που διενεργούνταν από τη Λαϊκή Επενδυτική Λτδ προς όφελος του εναγομένου.  Ούτε και αυτές τις καταστάσεις αμφισβήτησε ο εναγόμενος.  Ήταν περαιτέρω η θέση του ΜΕ1 ότι είχε αρκετές τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον εναγόμενο προς το σκοπό ομαλοποίησης του επίδικου λογαριασμού του και στις τηλεφωνικές αυτές επικοινωνίες ο εναγόμενος παραδέχτηκε το χρέος του προς τους ενάγοντες, χωρίς ποτέ να αμφισβητήσει οποιαδήποτε συναλλαγή, και προσπαθούσε να εξεύρει τρόπους για αποπληρωμή του χρέους του.

 

          Ο Μιχάλης Ξιούρος (ΜΕ2) ανέφερε ότι εργάζεται στον Όμιλο Λαϊκής από το έτος 1996, ενώ από το έτος 1999 μέχρι και σήμερα εργοδοτείται στις θυγατρικές εταιρείες του Ομίλου που έχουν σχέση με χρηματιστηριακά πράγματα και/ή υπηρεσίες. Είναι Γενικός Διευθυντής της Laiki Financial Services, θυγατρικής της Λαϊκής Τράπεζας. Τον Οκτώβριο του έτους 1999 μετατέθηκε στη Λαϊκή Επενδυτική όπου παρέμεινε μέχρι τη μετονομασία/μετεξέλιξή της ως και Laiki Financial Services. Κατά το έτος 2001 εκτελούσε καθήκοντα προϊσταμένου χρηματιστών της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στο επίδικο σχέδιο «Επενδυτής» και τη συμμετοχή του εναγομένου σ’ αυτό, αναφερόμενος στα διάφορα Τεκμήρια και εξηγώντας αυτά. Ως εξήγησε, το εν λόγω σχέδιο αποτελούσε ένα τραπεζικό λογαριασμό με όριο που διατηρείτο στη Λαϊκή Τράπεζα και μια αντίστοιχη χρηματιστηριακή μερίδα η οποία τηρείτο στη Λαϊκή Επενδυτική. Όλες οι συναλλαγές που πραγματοποιούνταν στη συγκεκριμένη μερίδα της Λαϊκής Επενδυτικής εκκαθαρίζονταν χρηματικά μέσω του συγκεκριμένου  τραπεζικού λογαριασμού με όριο. Οι συγκεκριμένες χρηματιστηριακές συναλλαγές γίνονταν κατόπιν εντολών των ιδίων των πελατών ή των πληρεξουσίων αντιπροσώπων τους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο εναγόμενος, με έγγραφο ημερ. 27.7.2001, διόρισε τον κύριο Χάρη Κωνσταντίνου ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του. Το εν λόγω έγγραφο, ο ΜΕ2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 15. Στη συνέχεια της μαρτυρίας του, ο ΜΕ2 αναφέρθηκε λεπτομερώς στον τρόπο λήψεως των χρηματιστηριακών εντολών μέσω συστήματος ηχογράφησης και αφού εξήγησε τον τρόπο φύλαξης των εν λόγω ηχογραφήσεων, κατέθεσε ως Τεκμήρια 16 και 17 ενώπιον του Δικαστηρίου, το σχετικό ψηφιακό δίσκο και σχετική κατάσταση σε σχέση με ηχογραφήσεις συναλλαγών που έγινε κατορθωτό να ανευρεθούν. Ο ΜΕ2 επίσης συσχέτισε αυτά με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 7, το οποίο, ως εξήγησε, συμπεριλαμβάνει όλες τις συναλλαγές που έγιναν ως αποτέλεσμα των εντολών του πελάτη ή του αντιπροσώπου του. Ο ΜΕ2 κατέθεσε επίσης το Τεκμήριο 18 (το κείμενο των συνομιλιών που περιέχονται στο Τεκμήριο 16).

 

          Ο Τάσος Ψυλλίδης (ΜΕ3), ανέφερε ότι εργάζεται στη Λαϊκή Τράπεζα από το έτος 1982 και κατά το έτος 2001 ήταν περιφερειακός διευθυντής της Λαϊκής Επενδυτικής Λάρνακας – Αμμοχώστου. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην εμπλοκή του στην όλη υπόθεση, καθώς επίσης και στα άλλα πρόσωπα που λάμβαναν εντολές τηλεφωνικώς και αναγνώρισε, σε ακρόαση του Τεκμηρίου 16, το Χάρη Κωνσταντίνου που εξουσιοδοτήθηκε από τον εναγόμενο να δίνει εντολές.  Σ’ αυτό το στάδιο, η πλευρά της υπεράσπισης του εναγομένου δήλωσε, ως παραδεκτό γεγονός, ότι ο αναφερόμενος Χάρης Κωνσταντίνου είναι το πρόσωπο που εξουσιοδοτήθηκε από τον εναγόμενο να δίνει εντολές.

 

          Στη συνέχεια της ακροαματικής διαδικασίας κατατέθηκαν εκ συμφώνου τα Τεκμήρια 19 και 20 και η πλευρά του εναγομένου δήλωσε ότι δεν θα προσκόμιζε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία στην υπόθεση.

 

Μετά από τη σκιαγράφηση της μαρτυρίας που παρατέθηκε θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω ότι το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας έχει μελετηθεί με προσοχή από το Δικαστήριο στο πλαίσιο της μελέτης της υπόθεσης και έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου.  Το ίδιο ισχύει ασφαλώς, και με τις αγορεύσεις των συνηγόρων, το περιεχόμενο των οποίων δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε να επαναλάβω. 

 

Η παρούσα υπόθεση, η οποία είναι αστική υπόθεση κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (Αγαπίου ν. Παναγιώτου, (1988) 1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη, (1995) 1 ΑΑΔ 207). 

 

Είχα την ευκαιρία, κατά την ακροαματική διαδικασία, να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες στη ζωντανή τους παρουσία ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου.  Είχα περαιτέρω την ευκαιρία, όπως ανέφερα και πιο πάνω, να μελετήσω με μεγάλη προσοχή το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, συμπεριλαμβανομένων των Τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Πολύ καλή είναι η εντύπωση που μου προκάλεσαν και οι τρεις μάρτυρες που κατέθεσαν προς υποστήριξη της υπόθεσης των εναγόντων.  Και αυτό τόσο με βάση τη ζωντανή τους παρουσία στο Δικαστήριο ενώ κατέθεταν όσο και με βάση το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους.  Όμοιες είναι οι διαπιστώσεις μου και για τους τρεις μάρτυρες.  Παρέθεσαν στο Δικαστήριο με άνεση και σαφήνεια τα όσα είχαν να πουν, με εμφανή την ειλικρίνεια στον τρόπο που κατέθεταν, και από τα λεγόμενα τους ήταν σαφές ότι περιορίστηκαν στα όσα γνώριζαν, μη επιχειρώντας να τοποθετηθούν σε θέματα για τα οποία δεν είχαν άμεση γνώση.  Από το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους προκύπτει επίσης ότι δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε σημείο ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του καθενός ως μάρτυρα που προσήλθε για να βοηθήσει το Δικαστήριο παραθέτοντας τα όσα γνωρίζει. Αξιολογώ τον κάθε ένα από τους ΜΕ ως αξιόπιστο μάρτυρα και αποδέχομαι τη μαρτυρία του κάθε ενός. 

 

Από την πλευρά του εναγομένου, ως προκύπτει από την όλη διαδικασία και την αγόρευση του συνηγόρου του, εγείρονται συγκεκριμένα θέματα.  Είναι η εισήγηση του συνηγόρου του εναγομένου ότι οι ενάγοντες δεν δικογραφούν την οποιαδήποτε ανάμειξη της Λαϊκής Χρηματιστηριακής στις συναλλαγές του επίδικου σχεδίου, ούτε δικογραφείται η εμπλοκή του Χάρη Κωνσταντίνου και του πληρεξουσίου, Τεκμήριο 15.  Προκύπτει επίσης, εισηγείται ο συνήγορος, ότι σχεδόν όλες οι συναλλαγές εγίνοντο με οδηγίες του Χάρη Κωνσταντίνου προς τη Λαϊκή Επενδυτική και όχι τη Λαϊκή Χρηματιστηριακή  για την οποία ήταν εξουσιοδοτημένος με βάση το σχετικό πληρεξούσιο.  Παράλληλα δε, ο Χάρης Κωνσταντίνου δεν είχε οποιαδήποτε εξουσία ή δικαίωμα να δίνει οδηγίες στη Λαϊκή Επενδυτική. Ουδέν στοιχείο προκύπτει που να αναφέρεται στη Λαϊκή Χρηματιστηριακή και στις ενέργειες της στο πλαίσιο του επίδικου επενδυτικού σχεδίου, ενώ προκύπτει ότι η λειτουργία του επίδικου λογαριασμού γινόταν καθ’ υπέρβαση των όρων του επίδικου σχεδίου όπως δικογραφούνται και όπως αναφέρονται στη σχετική συμφωνία των μερών.

 

Δεν με βρίσκουν σύμφωνο οι ως άνω εισηγήσεις.  Έχω ήδη παραθέσει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς από τους οποίους προκύπτει η θέση των εναγόντων αναφορικά με το ότι κατόπιν εντολών του εναγομένου και/ή αντιπροσώπων του διενεργήθηκαν οι αναφερόμενες πράξεις.  Ασφαλώς, μαρτυρία δεν δικογραφείται και η μαρτυρία που αφορά την ανάμειξη του Χάρη Κωνσταντίνου καθώς επίσης που αφορά το πληρεξούσιο (Τεκμήριο 15) αποτελεί μαρτυρία προς υποστήριξη των δικογραφημένων ισχυρισμών. 

 

Από δε το Τεκμήριο 15 ουδόλως εντοπίζω πρόνοιες περιοριστικές ως τις εισηγείται ο συνήγορος του εναγομένου. 

 

Όσο αφορά τη Λαϊκή Επενδυτική και τη Λαϊκή Χρηματιστηριακή, σαφής ήταν η μαρτυρία των ΜΕ σε σχέση με τα γεγονότα και σαφώς ο ΜΕ2 αναφέρθηκε στη Λαϊκή Επενδυτική και τη μετονομασία/μετεξέλιξη της ως και Λαϊκή Χρηματιστηριακή.  Επομένως, σαφώς προκύπτει ότι πρόκειται περί της ίδιας εταιρείας.  Επί του προκειμένου, δεν θεωρώ ότι τα Τεκμήρια 19 και 20 προσδίδουν οποιοδήποτε έρεισμα στις εισηγήσεις της πλευράς του εναγομένου. 

 

Η δε τελευταία ως άνω εισήγηση του συνηγόρου του εναγομένου για λειτουργία του επίδικου λογαριασμού καθ΄ υπέρβαση των όρων του επίδικου σχεδίου δεν θα μπορούσε να προσδώσει βάση υπεράσπισης στον εναγόμενο στην αξίωση των εναγόντων για πληρωμή της οφειλής που προέκυψε στον εν λόγω λογαριασμό. Αντιθέτως, περισσότερο συνηγορεί υπέρ των ισχυρισμών των εναγόντων για παράβαση της συμφωνίας από τον εναγόμενο. 

 

Από το ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτό μαρτυρικό υλικό και στη βάση της ως άνω αξιολόγησης της μαρτυρίας, πέραν των ως άνω παραδεκτών από την υπεράσπιση γεγονότων, τα οποία καθίστανται συμπεράσματα του Δικαστηρίου, προκύπτουν και τα εξής:

 

Από τη μαρτυρία του ΜΕ1 και την εξήγηση που έδωσε σε σχέση με την καταχώρηση και φύλαξη ηλεκτρονικά των συναφών στοιχείων, συνάγεται αβίαστα ότι η κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 6) υπέχει θέση αντιγράφου καταχώρησης σε τραπεζικά βιβλία. Οπόταν ενεργοποιούνται οι πρόνοιες του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9.  Συνακόλουθα, θεωρείται εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτοιας καταχώρησης και δοσοληψιών που είναι καταχωρημένα σ΄αυτήν.

 

Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη υπόθεση Θεοδώρου v. Hellenic Bank Limited, Π.Ε. 99/2009, ημερ. 20.9.2012

 

«Σχετική είναι η υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α. (2009) 1 Α.Α.Δ. 479, που επικαλέστηκε η πλευρά των εφεσιβλήτων, όπου στη σελ. 493 λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Η πιο πάνω εισήγηση είναι ορθή.  Η εφεσείουσα τράπεζα απέδειξε τη νομότυπη υπογραφή της συμφωνίας (Τ.1), την σύναψη της συμφωνίας εγγύησης (Τ.8) και το υπόλοιπο του λογαριασμού με την κατάθεση των Τεκμηρίων 9 και 11.  Οι καταστάσεις του λογαριασμού (Τ.9 και 11), μαζί με την πιστοποίηση του αρμόδιου Λειτουργού της εφεσείουσας τράπεζας, ότι αυτά αποτελούσαν απόσπασμα του ηλεκτρονικού αρχείου της τράπεζας, συνιστούσαν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των σχετικών καταχωρήσεων (Άρθρο 22 του Κεφ.9 όπως έχει τροποποιηθεί).  Από τη στιγμή που τα πιο πάνω έγγραφα έγιναν εκ συμφώνου αποδεκτά το περιεχόμενο τους συνιστούσε ικανοποιητική μαρτυρία που μπορούσε να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της εφεσείουσας τράπεζας.  Έτσι το βάρος απόδειξης μετατέθηκε στους ώμους των εφεσιβλήτων για να αποδείξουν την μη ύπαρξη των καταχωρήσεων και/ή  την καταχώρηση λανθασμένων καταχωρήσεων προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους.  Οι εφεσίβλητοι απέτυχαν να αντικρούσουν την πιο πάνω μαρτυρία.  Στην ουσία υπήρξε αντιστροφή του βάρους απόδειξης από το Δικαστήριο»».

 

          Στην προκειμένη περίπτωση, κατά ανάλογο τρόπο, η πλευρά του εναγομένου δεν έχει πετύχει να αντικρούσει τους ισχυρισμούς των εναγόντων. 

 

          Πέραν των ως άνω, προκύπτει από την μαρτυρία του ΜΕ1, ότι στον εναγόμενο αποστέλλονταν μηνιαίες καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού καθώς και καταστάσεις όλων των αγοραπωλησιών, τις οποίες ουδέποτε αμφισβήτησε.  Επίσης, σε τηλεφωνικές επικοινωνίες, ο εναγόμενος παραδέχθηκε το χρέος του προς τους ενάγοντες, χωρίς να αμφισβητήσει οποιαδήποτε συναλλαγή, προσπαθώντας να εξεύρει τρόπους για αποπληρωμή του χρέους του. 

 

          Στην υπόθεση 1. ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΥΠΟ ΔΙΑΛΥΣΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ LOUKOS TRADING CO LTD, 2. ΛΟΥΚΗΣ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ v. ΡΕΙΝΝΜΠΟΟΥ ΠΛΗΤΣΙΗΓΚ ΚΑΙ ΝΤΑΙΓΚ ΚΟ.ΛΤΔ (2005) 1 ΑΑΔ 610, λέχθηκαν τα εξής:

«Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο.  Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά.  Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος.  Βέβαια το τι συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τη μαρτυρία που δέχθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο ως αξιόπιστη, η συνεργασία μεταξύ εφεσιβλήτων και εφεσειόντων 1 διήρκησε περίπου 18 χρόνια και ο επίδικος λογαριασμός (τεκμήριο 1) αφορά περίοδο περίπου 3 χρόνων και 8 μηνών αρχίζοντας με ποσό που μεταφέρθηκε από προηγούμενο λογαριασμό.  Το αγώγιμο δικαίωμα των εφεσιβλήτων ήταν ο προαναφερόμενος παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός.  Σύμφωνα με την μαρτυρία που δέχθηκε ως αξιόπιστη το πρωτόδικο Δικαστήριο, κατάσταση λογαριασμού αποστελλόταν κάθε μήνα από τους εφεσίβλητους στους εφεσείοντες 1 και οι εφεσείοντες ουδέποτε αμφισβήτησαν είτε τα ποσά είτε τα υπόλοιπα των καταστάσεων και των λογαριασμών αυτών και ουδέποτε έθεσαν οποιοδήποτε θέμα αναφορικά με τις καταστάσεις και τους λογαριασμούς.  Περιπλέον οι εφεσείοντες δεν ήσαν σε θέση να υποδείξουν και οποιοδήποτε συγκεκριμένο ποσό του προαναφερομένου παραδεδεγμένου ή εκκαθαρισμένου λογαριασμού το οποίο να είναι λανθασμένο.

 

Καταλήγουμε επομένως αβίαστα στο συμπέρασμα πως ο προαναφερόμενος λογαριασμός (Τεκμήριο 1) ήταν πράγματι ένας παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός τον οποίο οι εφεσείοντες 1 αποδέχτηκαν εφόσον ουδέποτε αμφισβήτησαν.  Ως εκ τούτου ορθά αποτέλεσε αιτία αγωγής των εφεσιβλήτων και ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε πως οι εφεσίβλητοι απέδειξαν τη δικογραφημένη αιτία αγωγής τους εναντίον των εφεσειόντων 1.»

 

          Επομένως, καθίσταται ξεκάθαρο ότι αναπόφευκτο είναι το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι η αιτία αγωγής των εναγόντων εναντίον του εναγομένου εμπίπτει στο πλαίσιο εκκαθαρισμένου λογαριασμού με την οφειλή του εναγομένου να αποδεικνύεται στη βάση του μαρτυρικού υλικού που έχει αναφερθεί.  Δεδομένου δε του τερματισμού της συμφωνίας και του λογαριασμού, το αξιούμενο ποσό αποτελεί οφειλόμενο ποσό από τον εναγόμενο στους ενάγοντες.

 

          Όσον αφορά τον αξιούμενο τόκο, αρκεί θεωρώ η διαπίστωση ότι, με το Τεκμήριο 12, ο εναγόμενος ενημερώθηκε ότι από την 24.10.2003, το επιτόκιο του επίδικου λογαριασμού θα μεταβαλλόταν σε 11,25% ετησίως με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο.  Με δεδομένο το επιτρεπτό μιας τέτοιας ενέργειας στη βάση του Νόμου 160(1/1999), κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει και αυτή την αξίωση τους. 

 

          Τέλος, όσον αφορά την αξίωση για πώληση ενεχυριασμένων μετοχών, αφενός το Τεκμήριο 5 δεν αναφέρεται σε μετοχές του εναγομένου και αφετέρου με την παράγραφο 12 της Έκθεσης Απαίτησης οι ενάγοντες απλά επιφυλάσσουν τα σχετικά με το θέμα αυτό δικαιώματα τους.  Δεν θεωρώ ότι ενώπιον του Δικαστηρίου υφίστανται στοιχεία που να επιτρέπουν την έκδοση τέτοιου διατάγματος. 

 

          Συνεπεία όλων των ως άνω, είναι η κατάληξη μου ότι οι ενάγοντες, με εξαίρεση την αμέσως πιο πάνω αξίωση τους, έχουν πετύχει να αποδείξουν την υπόθεση τους εναντίον του εναγομένου.  Συνακόλουθα, και για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου για €194.537,85 πλέον τόκο επ’ αυτού προς 11,25% ετησίως από 1.1.2008 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές τον χρόνο, την 1ην Ιανουαρίου και 1ην Ιουλίου κάθε χρόνου μέχρι εξόφλησης.  Επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

 

(Υπ)………………………………….

Μ.Αμπίζας, Α.Ε.Δ.

 

 

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

/ΣΗ

 

 

         

 

 

         

 

         

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο