ECLI:CY:EDLAR:2014:A194

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ.

 

Αρ. Αγωγής: 4206/2013

Μεταξύ:

 

ΑΓΗΣΙΛΑΟΥ & ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΟΙΚΟΤΕΧΝΙΚΗ ΛΙΜΙΤΕΔ

Εναγόντων/Αιτητών

 

και

 

MARICASA ESTATE LIMITED

Εναγομένων/Καθ’ ων η Αίτηση

 

 

Αίτηση ημερομηνίας 20.5.2014

για άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης

 

 

Ημερομηνία: 16 Ιουνίου, 2014

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Πουτζιουρής για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενους/Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Χριστοδουλίδης για Νέστορα Νικηφόρου

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Στις 4.3.2014 οι Ενάγοντες/Αιτητές καταχώρησαν αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων/Καθ’ ων η Αίτηση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Η αίτηση για συνοπτική απόφαση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του κ. Παναγιώτη Αγησιλάου, εκ των διευθυντών των Εναγόντων.

 

Οι Εναγόμενοι/Καθ’ ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης στις 4.4.2014. που με τη σειρά της υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ίδιας ημερομηνίας της κας Μαρίνας Γεωργίου, διευθύντριας της Εναγόμενης εταιρείας στην αγωγή.

 

Ακολούθως, στις 20.5.2014, οι Ενάγοντες/Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν από το Δικαστήριο:

 

            «Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από τον Παναγιώτη Αγησιλάου που να αντικρούει και να απαντά τους ισχυρισμούς των παραγράφων 3, 40Κ, 8, 9, 10, 14, 11, 12, 15, 16, 17, 18, 33, 36 και 40Λ της ένορκης δήλωσης της Μαρίνας Γεωργίου που συνοδεύει την ένσταση του ενάγοντα ημερομηνίας 12.5.2014.»

 

Στην ένορκη δήλωση του κ. Παναγιώτη Αγησιλάου ημερομηνίας 20.5.2014 που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, ο ενόρκως δηλών λέει, μεταξύ άλλων, ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές ζητούν άδεια για  καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να απαντήσουν κάποιους από τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των Εναγομένων/Καθ’ ων η Αίτηση στην αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Κάνει αναφορά σε κάποιους από τους ισχυρισμούς αυτούς σε σχέση με τους οποίους αντιπαραβάλλει τη θέση των Εναγόντων/Αιτητών, Καταλήγει δε αναφέροντας ότι τυχόν μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα του αποστερήσει το συνταγματικό του δικαίωμα να προβάλει τους ισχυρισμούς του ενώπιον του Δικαστηρίου καθώς και την ευκαιρία να αντικρούσει του ισχυρισμούς της ενόρκως δηλούσας από τη στιγμή μάλιστα που, όπως ισχυρίζεται, είναι αναληθείς και παραπλανητικοί. Επισυνάπτει, τέλος στην ένορκη του δήλωση, αντίγραφο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της οποίας επιδιώκεται η καταχώρηση.

 

Οι Εναγόμενοι/Καθ’ ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην παρούσα αίτηση στις 11.6.2014 η οποία με τη σειρά της υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της ίδιας ημερομηνίας της κας Μαρίνας Γεωργίου.

 

Οι λόγοι έντασης που προβάλλουν οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση συνοψίζονται ως εξής:

 

(α)       Δεν επιτρέπεται η καταχώρηση συμπληρωματικής, πρόσθετης ή απαντητικής ένορκης δήλωσης.

 

(β)       Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν έρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και επισυνάπτουν παραπλανητικά έγγραφα και ψευδείς και παραπλανητικούς ισχυρισμούς με σκοπό να πείσουν το Δικαστήριο στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.

 

(γ)       Δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη καλού λόγου για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και δεν έχει δικαιολογηθεί η παραχώρηση άδειας για την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.

 

(δ)       Η υπό κρίση αίτηση μετατρέπει τη διαδικασία της Δ.18 σε δίκη επί της ουσίας.

 

(ε)       Εάν επιτραπεί η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα ακολουθήσει αντίστοιχο αίτημα από την πλευρά των Εναγομένων με αποτέλεσμα να προκληθεί μια ατέρμονη διαδικασία καταχωρήσεων ενόρκων δηλώσεων.

 

Κατά την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης, οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις, με εμπεριστατωμένο τρόπο και αναφορά στη σχετική νομολογία και τα γεγονότα την οποία το Δικαστήριο έχει λάβει δεόντως υπόψη.

 

Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων κατά την εκδίκαση αιτήσεων εδράζεται στη Δ.48 θ.4(2) η οποία προνοεί ότι:

 

         «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων…»

 

Οι γενικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας έχουν αναλυθεί από τη νομολογία από την οποία αντλώ σχετική καθοδήγηση[1].

 

Όπως προκύπτει από τη νομολογία, δεν αμφισβητείται η δυνατότητα του Δικαστηρίου να παραχωρήσει άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Όμως η άδεια αυτή πρέπει να παρέχεται στις κατάλληλες περιπτώσεις. Το ποιες είναι οι κατάλληλες περιπτώσεις αποφασίζεται σε συνάρτηση με το αν έχει καταδειχθεί «καλός λόγος» για την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στα πλαίσια της Δ.48 Θ.4(2).

 

Δεν συμφωνώ με την εισήγηση των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση, όπως προβάλλεται στην ένσταση τους, ότι στα πλαίσια αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης απαγορεύεται ή δεν επιτρέπεται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσής. Αυτή η θέση προσκρούει ξεκάθαρα στις πρόνοιες της Δ.48 θ.4(2) που παρέχει τη δυνατότητα αυτή αν καταδειχθεί καλός λόγος χωρίς να εξαιρεί συγκεκριμένη κατηγορία αιτήσεων. Όμως. το τι συνιστά καλό λόγο δεν μπορεί να προσδιοριστεί κατά γενικό τρόπο αλλά εξαρτάται από το είδος της κυρίως αίτησης στα πλαίσια της οποία υποβάλλεται το σχετικό αίτημα. Η φύση της κυρίως αίτησης και οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έγκριση της είναι καθοριστικοί παράγοντες στην απόφαση του Δικαστηρίου για το αν έχει καταδειχθεί «καλός λόγος» για την παροχή άδειας καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης.

 

Στην παρούσα περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση υπεβλήθη στα πλαίσια εκδίκασης αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Η διαδικασία της Δ.18 για την έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι ένα εξαιρετικό μέτρο κατά παρέκκλιση του συνταγματικού δικαιώματος και του κανόνα φυσικής δικαιοσύνης που επιτάσσει όπως τα δύο μέρη μιας διαφοράς έχουν το δικαίωμα να ακουστούν πριν την απόφαση του Δικαστηρίου επί της ουσίας της διαφοράς αυτής. Αυτό προκύπτει τόσο από τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 αλλά και τις αρχές που καθόρισε η νομολογία οι οποίες διέπουν αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Επιγραμματικά αναφέρω ότι απόφαση επιτρέπεται να εκδοθεί συνοπτικά μόνο σε περιπτώσεις που η υπόθεση του ενάγοντα είναι απόλυτα ξεκάθαρη και είναι προφανές ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή[2].

 

Οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 και οι αρχές που καθορίζει η νομολογία για την έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι αυστηρές και περιοριστικές. Σίγουρα δεν περιλαμβάνουν την αξιολόγηση εκατέρωθεν ισχυρισμών και την άντληση συμπερασμάτων για το ποιοι από τους ισχυρισμούς που προβάλλει η κάθε πλευρά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή όχι και ποια εκδοχή είναι πιο πιστευτή με γνώμονα το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Εάν προκύπτουν ζητήματα που να απαιτούν τέτοιες ενέργειες από το Δικαστήριο αυτό πρέπει να γίνει στα πλαίσια της εξέτασης της ουσίας της αγωγής όπου η κάθε πλευρά θα έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει μαρτυρία που να υπάγεται και να αξιολογηθεί με βάση τους κανόνες απόδειξης. Σίγουρα κάτι τέτοιο δεν πρέπει να γίνεται στα πλαίσια εξέτασης μιας αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης.

 

Με αυτό το υπόβαθρο, το καίριο επομένως ερώτημα στην παρούσα περίπτωση είναι αν εξυπηρετούνται οι άμεσες ανάγκες της συγκεκριμένης αίτησης για συνοπτική απόφαση με το να επιτραπεί η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Είναι υπό αυτό το πρίσμα που το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει αν έχει καταδειχθεί «καλός λόγος» για την καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σίγουρα, το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιτρέψει η διαδικασία να εξέλθει από το αυστηρό, θεσμοθετημένο πλαίσιο της Δ.18.

 

Σχετική με τα υπό κρίση θέματα είναι η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Ευάγγελος Λαζάρου κ.α. ν Γιάννη Π. Μακεδόνα (1999)1 ΑΑΔ 817 η οποία αφορούσε αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης στα πλαίσια της οποίας είχαν καταχωρηθεί πολλαπλές ένορκες δηλώσεις από τους αντιδίκους. Σχολιάζοντας το γεγονός αυτό το Εφετείο καταλήγει ότι:

 

«Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με το να επιτρέψει την ανταλλαγή πολυάριθμων ενόρκων δηλώσεων που στο τέλος περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και να την εξετάσει και να αποφανθεί επ' αυτής, εξήλθε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 και κατά την κρίση μας μετέτρεψε τη διαδικασία σε δίκη επί της ουσίας.»

 

Η απόφαση αυτή εκδόθηκε πριν την τροποποίηση της Δ.48 θ.4 του 1999. Όμως, κατά την άποψη μου, η τροποποίηση αυτή δεν επηρεάζει την σχετικότητα των πιο πάνω αρχών με τα υπό κρίση ζητήματα. Αυτό διότι η κυρίως αίτηση είναι αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Ακόμα επομένως και αν η ακρόαση της παρούσας αίτησης γινόταν με προφορική μαρτυρία το Δικαστήριο και πάλιν, κατά την άποψη μου, δεν θα μπορούσε να επεκταθεί σε εξέταση λεπτομερούς και αντικρουόμενης μαρτυρίας ούτε και να μετατρέψει τη διαδικασία της έκδοσης συνοπτικής απόφασης σε δίκη επί της ουσίας.

 

Παραπέμπω επίσης στην σχετικά πιο πρόσφατη υπόθεση F.P.P. Fish Processing Ltd κ.α. v Τράπεζα Κύπρου Λτδ, (2007)1 Α.Α.Δ. 1230, όπου το Εφετείο αναφέρει τα ακόλουθα:

 

«Κατ΄ αρχήν το πρωτόδικο δικαστήριο δεν θα έπρεπε να είχε επιτρέψει την ανταλλαγή συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που περιείχαν λεπτομερή και αντικρουόμενη μαρτυρία και μάλιστα να εξετάσει τη μαρτυρία αυτή και να εξαγάγει και συμπεράσματα. Με αυτή την αντιμετώπιση του θέματος, το πρωτόδικο δικαστήριο, ουσιαστικά βγήκε από το θεσμοθετημένο πλαίσιο της διαδικασίας της Δ.18 μετατρέποντας τη διαδικασία, κατά κάποιο τρόπο, σε δίκη επί της ουσίας (Δέστε: Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα (1999) 1 Α.Α.Δ. 817)… Δεν ενδείκνυται, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, να γίνεται στάθμιση αντικρουόμενων ισχυρισμών των δύο πλευρών και να καταλήγει το δικαστήριο σε συμπεράσματα ότι η μια πλευρά προέβαλε πιο πειστικούς και πιο αξιόπιστους ισχυρισμούς από την άλλη.»

 

Έχω μελετήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης και την αντίστοιχη ένσταση. Έχω επίσης μελετήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την παρούσα αίτηση και αντίστοιχη ένσταση καθώς και το περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της οποίας επιδιώκεται η καταχώρηση.

 

Από τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στις διάφορες αυτές ένορκες δηλώσεις προκύπτει ότι, εάν επιτραπεί η καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ουσιαστικά το Δικαστήριο θα επιτρέψει την προσαγωγή στα πλαίσια της Δ.18, απαντητικής μαρτυρίας αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα. Αυτό θα συνεπαγόταν ότι, κατά την εκδίκαση της αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης, το Δικαστήριο θα καλείτο, έμμεσα έστω, να ασχοληθεί με τις διιστάμενες θέσεις των διαδίκων και την αξιολόγηση της μαρτυρίας αυτής, την αποδεικτική της αξία, την πειστικότητα και βαρύτητα που θα πρέπει να της προσδοθεί. Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη παρέκκλιση από τα αυστηρά και περιοριστικά πλαίσια της Δ.18.

 

Επομένως, θεωρώ ότι η χορήγηση άδειας για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στην παρούσα περίπτωση δεν θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της συγκεκριμένης διαδικασίας. Αντίθετα θα οδηγούσε αχρείαστα σε εκτροπή από τους σκοπούς και τα θεσμοθετημένα όρια της Δ.18.

 

Να αναφερθώ παρενθετικά σε ακόμα ένα θέμα. Στην αγόρευση του ο συνήγορος των Εναγόντων/Αιτητών εισηγείται ότι η ένσταση των Εναγόμενων/Καθ’ ων η Αίτηση δεν αφορά την παρούσα αίτηση αλλά μια αίτηση ημερομηνίας «29.5.2014» ή «8.5.2014». Φαίνεται ότι, όντως, στην ένσταση των Εναγομένων/Καθ’ ων η Αίτηση και στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει αναγράφονται σε διαφορετικά σημεία οι ημερομηνίες αυτές αντί της ημερομηνίας της παρούσας αίτησης. Η ίδια λανθασμένη αναφορά γίνεται και στην γραπτή αγόρευση των Εναγομένων/Καθ’ων η Αίτηση. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να γνωρίζει αν αυτό πρόκειται για τυπογραφικό. Ακόμα και αν πρόκειται για τυπογραφικό λάθος, εν πάσει περιπτώσει οι Εναγόμενοι/Αιτητές δεν προέβησαν σε οποιοδήποτε αίτημα δυνάμει της Δ.64 για διόρθωση του. Όμως η λανθασμένη αυτή αναφορά στην ημερομηνίας της παρούσας αίτησης δεν επηρεάζει το τελικό αποτέλεσμα. Το βάρος παραμένει στους ώμους των Εναγόντων/Αιτητών να καταδείξουν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.48 θ.4(2) και της νομολογίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ τους. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω δεν έχω ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις αυτές.

 

Συνοψίζοντας και με δεδομένα τα πιο πάνω, η υπό κρίση αίτηση δεν παρέχει οποιοδήποτε έρεισμα που να συνιστά λόγο καλό ή ικανό ώστε να δικαιολογείται η παροχή άδειας για καταχώρηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Επομένως η αντίστοιχη προϋπόθεση της Δ.48 θ. 4(2) δεν πληρείται.

 

Καταλήγω ότι η παρούσα δεν είναι κατάλληλη περίπτωση για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς ικανοποίηση του αιτήματος και, ως αποτέλεσμα, η αίτηση απορρίπτεται.

 

Τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων/Καθ’ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής.

 

 

(Υπ.)  ………………………..
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Ενδεικτικά, A. Messios & Sons Ltd (2010) 1 Α.Α.Δ. 195, Αναφορικά με την αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Λτδ (1997)1 Α.Α.Δ. 979, Φιλόκυπρου Ματθαίου κ.α. (2008) 1 Α.Α.Δ. 510

[2] Ενδεικτικά Λαζάρου κ.α. ν Μακεδόνας (1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817, Trands Middle East Trading (T.M.E.T) v Abdul Aziz Tlais (1991)1 Α.Α.Δ.239.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο