ECLI:CY:EDLEM:2015:A353
ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής 3894/09
Μεταξύ:
Tράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (πρώην Cyprus
Popular Bank Public Company Ltd), από τη Λεμεσό
Εναγόντων
και
1. ΗERMAN GAVIN WAYNE, από United Kingdom
2. N & K CORALIA DEVELOPERS LTD, από Γερμασόγεια, Λεμεσό
Εναγομένων
-----------------------------
Αίτηση ημερομηνίας 7.10.2014 για παραμερισμό και/ή ακύρωση και/ή αναστολή του Κλητηρίου Εντάλματος ημερομηνίας 22.12.2012 και/ή ακύρωση και/ή παραμερισμό της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος
Ημερομηνία: 19 Νοεμβρίου, 2015
Για Εναγόμενο 1-Αιτητή: κ. Π. Χ”Παναγής για Σ. Παρπαρίνος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (Για να ακούσει απόφαση ο κ. Κουρίδης)
Για Ενάγοντες-Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Χ. Χ”Γιώρκη για Α. Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ. (Για να ακούσει απόφαση η ίδια)
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 9.9.2009, οι Ενάγοντες (εταιρεία που διεξάγει τραπεζικές εργασίες), αξιώνουν από τον Εναγόμενο 1 που διαμένει στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Εναγόμενη 2 (κυπριακή εταιρεία) το ποσό των €224.666.72, πλέον τόκους και έξοδα, στη βάση συμφωνίας παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων (δανείου), ημερομηνίας 31.7.2006. Ο Εναγόμενος 1 ενάγεται ως πρωτοφειλέτης και η Εναγόμενη 2 ως εγγυήτρια των υποχρεώσεων του. Οι Ενάγοντες αξιώνουν επίσης, μεταξύ άλλων αναγνωριστικών αποφάσεων, και αναγνωριστική απόφαση ότι είναι οι δικαιούχοι να εγγραφούν ως οι ιδιοκτήτες του διαμερίσματος αρ. Β106 επί της πολυκατοικίας «Superior Court 22». Οι αναγνωριστικές αποφάσεις ζητούνται στη βάση εκχωρητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 31.7.2006, με το οποίο ο Εναγόμενος 1 εκχώρησε προς τους Ενάγοντες όλα τα δικαιώματα του που πηγάζουν από το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 8.5.2006 καθώς επίσης και από το συμπληρωματικό αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 31.7.2006 (αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 8.5.2006). Mε το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 31.7.2006 ο Εναγόμενος 1 αγόρασε από τους Εναγόμενους 2, το προαναφερόμενο διαμέρισμα. Με την αγωγή επιζητούνται και άλλες θεραπείες (διατάγματα) σε σχέση με το προαναφερόμενο περιουσιακό στοιχείο.
Ο Εναγόμενος 1 είχε συμβληθεί με την Marfin Popular Bank Public Co Ltd, η οποία στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Cyprus Popular Bank Public Company Ltd. Την 29.3.2013 τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της εν λόγω τράπεζας, μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δυνάμει του περί Πωλήσεως Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Διατάγματος του 2013, ΚΔΠ 104/2013. Επομένως όπου στη συνέχεια αναφέρεται η λέξη «τράπεζα», θα εννοείται η Marfin Popular Bank Public Co Ltd.
Όπως προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης, την συμφωνία ημερομηνίας 31.7.2006 μεταξύ της τράπεζας και του Εναγομένου 1, υπέγραψαν εκ μέρους και για λογαριασμό του τελευταίου, οι Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι του, στη βάση πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 20.2.2006.
Ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε εμφάνιση στις 21.1.2010 διορίζοντας ως δικηγόρους του, τους Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ και στις 11.5.2010 καταχωρήθηκε εκ μέρους του, Έκθεση Υπεράσπισης. Οι Εναγόμενοι 2 δεν καταχώρησαν εμφάνιση στην αγωγή και οι Ενάγοντες προχώρησαν με έκδοση απόφασης εναντίον τους. Η Έκθεση Απαίτησης τροποποιήθηκε δύο φορές σύμφωνα με Διατάγματα του Δικαστηρίου ημερ. 27.4.2010 και 4.12.2012, αντίστοιχα. Η τελευταία τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε την 12.12.2012. Σε κάποιο στάδιο της διαδικασίας, οι προαναφερόμενοι δικηγόροι του Εναγόμενου, κατόπιν άδειας που τους εδόθη από το Δικαστήριο, έπαυσαν να τον εκπροσωπούν λόγω διαφωνίας στον χειρισμό της υπόθεσης.
Στις 17.6.2014 οι νυν δικηγόροι του Εναγόμενου 1, καταχώρησαν σχετική Ειδοποίηση Αλλαγής δικηγόρου. Όπως αναφέρεται στην Ειδοποίηση, αυτή καταχωρήθηκε «υπό διαμαρτυρία».
Με την υπό κρίση Αίτηση ο Εναγόμενος 1-Αιτητής αιτείται:
«Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει το Κλητήριο Ένταλμα ημερομηνίας 09/09/2009 και/ή του Τροποποιημένου Κλητήριου Εντάλματος ημερομηνίας 12/12/2012 εναντίον του Εναγόμενου 1 στην παρούσα Αγωγή.
Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απορρίπτει και/ή αναστέλλει (stay) την παρούσα Αγωγή και/ή κάθε διαδικασία και/ή την περαιτέρω διαδικασία στην παρούσα Αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 και 2.
Δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει την επίδοση του Κλητήριου Εντάλματος στον Εναγόμενο 1.
ΣΤ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή διάταγμα το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις.»
Η Αίτηση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 θ.2, Δ.4 Θ.1, Δ.5Α, Δ.6 Θ.6 και Δ.6 Θ.7(1)(γ) Δ.16 Θ.9, Δ.19 Θ.26, Δ.27 Θ.3, Δ.48 Θ.Θ 1-9, 12 και 13, Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 και ιδιαίτερα, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 2,21, του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001 με ιδιαίτερη μνεία στα άρθρα 2, 5, 6(1), 15, 16, 17 και 26-31, του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/07 και ειδικά στα άρθρα 7 και 8, 10 και 4(5), στο Annual Practice του 1952 σελ.130, στην επικείμενη Νομολογία και επί των Γενικών και Συμφυών Εξουσιών του Δικαστηρίου.
Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Σωκράτη Παρπαρίνου, δικηγόρου και διευθύνοντος συμβούλου στο δικηγορικό γραφείο Σ. Παρπαρίνος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., οι οποίοι είναι οι νέοι δικηγόροι του Εναγόμενου 1. Όπως ο ομνύων αναφέρει, γνωρίζει τα γεγονότα από εκτενείς πληροφορίες που έλαβε από τους δικηγόρους και αντιπροσώπους του Εναγόμενου 1, στην Αγγλία.
Είναι η θέση του πως τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή και πως το θέμα της δικαιοδοσίας θα πρέπει να εξεταστεί προδικαστικά, προτού το Δικαστήριο εισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Διατείνεται περαιτέρω πως η επίδοση των σχετικών εγγράφων που έγινε κατά ή περί τις 12.10.2009 προς τους δικηγόρους Μιχαλάκης Κυπριανού & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. έγινε «εντελώς παράτυπα και/ή παράνομα και/ή καθ’ υπέρβαση των σχετικών θεσμών, αφού η τράπεζα δεν έλαβε ούτε εξασφάλισε προηγουμένως σχετική άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου για υποκατάστατο επίδοση ….. παραβιάζοντας με αυτό τον τρόπο το δικαίωμα του Αιτητή να τύχει προσωπικής επίδοσης των δικαστικών εγγράφων, σε γλώσσα κατανοητή προς τον ίδιο και στη χώρα Κράτος-Μέλος που διαμένει ήτοι το Ηνωμένο Βασίλειο δυνάμει των ελάχιστων προνοιών του Ε.Κ.1393/07 και/ή βάσει των προνοιών του άρθρου 13 του Ε.Κ. 805/2004 που αφορά θέματα και τρόπο επίδοσης δικαστικών εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας».
Υποστηρίζει επίσης πως η παρούσα υπόθεση αποτελεί μέρος «μιας σοβαρότατων διαστάσεων διαφοράς» που υπάρχει, μεταξύ μεγάλου αριθμού Άγγλων πολιτών που ζουν στην Αγγλία («οι Άγγλοι αγοραστές») από τη μια πλευρά και των Εναγομένων 2 και άλλων Κυπριακών εταιρειών που ασχολούνται με κατασκευές και με αναπτύξεις γης («οι Κυπριακές εταιρείες») και της τράπεζας και/ή άλλων τραπεζών από την άλλη. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, οι Άγγλοι αγοραστές θεωρούν ότι εξαπατήθηκαν από τις Κυπριακές εταιρείες και από την τράπεζα, οι οποίες ενήργησαν «σε σχέση με το θέμα αυτό από κοινού». Δηλαδή, οι Άγγλοι αγοραστές πείσθηκαν να αγοράσουν από τα σχέδια (off plan) κατοικίες στην Κύπρο τις οποίες θα ανήγειραν οι Κυπριακές εταιρείες. Την χρηματοδότηση για την αγορά των επίδικων κατοικιών από τους Άγγλους αγοραστές την παραχωρούσε σε κάθε περίπτωση, η τράπεζα. Η συντριπτική πλειοψηφία των κατοικιών παραμένουν μέχρι σήμερα (αρκετά χρόνια μετά την συμφωνηθείσα ημερομηνία παράδοσης τους) ημιτελείς. Όσον αφορά συγκεκριμένα τον Εναγόμενο 1 – Αιτητή δεν έχουν παραδοθεί σ’ αυτόν μέχρι και σήμερα, οι τρεις εξοχικές κατοικίες που αγόρασε, παρόλο που έχει ολοκληρωθεί η ανέγερση τους από τους Εναγόμενους 2 ούτε και έχει εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος εγγραφής.
Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα, ότι η τράπεζα με πολλούς τρόπους παραβίασε τα συμβατικά και άλλα καθήκοντα που είχε προς τους Άγγλους αγοραστές, περιλαμβανομένου του Εναγόμενου 1-Αιτητή, προξενώντας τους μεγάλη ζημιά. Ότι ενήργησε από κοινού με τις κυπριακές εταιρείες και προώθησε με ψευδείς παραστάσεις και/ή δηλώσεις και άλλες παράνομες πράξεις τόσο την πώληση των επίδικων κατοικιών όσο και την παραχώρηση από την ίδια δανείων προς τους Άγγλους αγοραστές για την αγορά τους. Για τις ενέργειες της τράπεζας στην Αγγλία (σε συνεργασία με τις Κυπριακές κατασκευάστριες εταιρείες εξώθησε τους Άγγλους αγοραστές να λάβουν στεγαστικά δάνεια σε ξένο συνάλλαγμα ήτοι ελβετικά φράγκα και/ή ευρώ, με απώτερο σκοπό την δική τους κερδοφορία σε βάρος των καταναλωτών χωρίς να ακολουθήσει την δέουσα πρακτική και πολιτική, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κώδικα Συμπεριφοράς που δεσμεύει την τράπεζα), εκκρεμούν αγωγές τόσο στην Αγγλία όσο και στην Κύπρο.
Σύμφωνα με τον ομνύοντα, είναι η θέση του Εναγόμενου 1 – Αιτητή, ότι αγόρασε τις επίδικες εξοχικές κατοικίες και σύναψε το επίδικο δάνειο κατόπιν ψευδών παραστάσεων που έγιναν προς το πρόσωπο του στην Αγγλία. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής είχε «εξωθηθεί» ευθύς εξ’ αρχής για να προβεί στην αγοραπωλησία των κατοικιών μέσω ατζέντη (Superior Real Estates Ltd) από την Πάφο, ο οποίος ενεργούσε στην Αγγλία τόσο για τους Εναγόμενους 2 όσο και για την τράπεζα. Πείστηκε από αντιπρόσωπο δικηγόρο (Μιχαλάκης Κυπριανού & Συνεργάτες ΔΕΠΕ) τον οποίο του σύστησαν οι Εναγόμενοι 2, να συμβληθεί με την τράπεζα. Ο εν λόγω αντιπρόσωπος μερίμνησε ώστε το δάνειο να δοθεί από την τράπεζα χωρίς να θέσει στην προσοχή του Αιτητή οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική λύση για δανειοδότηση του από άλλη τράπεζα. Ούτε και αναφέρθηκαν σε αυτόν οι συναλλαγματικοί κίνδυνοι σύναψης δανείου σε ξένο νόμισμα, ούτε και τηρήθηκαν οι διαδικασίες και οι προϋποθέσεις που τίθενται από τον νόμο όταν παραχωρείται δάνειο σε ξένο νόμισμα (σε Κυπριακή Λίρα αρχικά και ακολούθως σε Ευρώ, αντί σε Αγγλική Λίρα που είναι το νόμισμα που γνώριζε και/ή χρησιμοποιούσε ο Αιτητής). Είναι επίσης θέση του Αιτητή ότι το Πληρεξούσιο Έγγραφο είναι άκυρο καθότι παραχωρήθηκε προς τον αντιπρόσωπο (Μιχαλάκης Κυπριανού & Συνεργάτες ΔΕΠΕ) τον οποίο ο ίδιος δεν γνώριζε προσωπικά και πως ο αντιπρόσωπος ενήργησε κατά παράβαση του θέσμιου καθήκοντος του και προς όφελος των συμφερόντων των Εναγομένων 2 και/ή της τράπεζας, με αποτέλεσμα να υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων (conflict of interest). Είναι γ’ αυτούς τους λόγους που τόσο ο Αιτητής όσο και γενικά οι Άγγλοι αγοραστές επιζητούν με την καταχώρηση μαζικών αγωγών στην Αγγλία, όπου έλαβαν χώρα όλες οι ψευδείς παραστάσεις (misrepresentations) την ακύρωση των εμπορικών/ συμβατικών συναλλαγών τόσο με την «εκάστοτε τράπεζα», όσο και με τις κατασκευάστριες εταιρείες. Με τις αγωγές αυτές επιζητείται εναντίον των εταιρειών ανάπτυξης ακινήτων και των προσώπων που ενήργησαν ως αντιπρόσωποι ή υποαντιπρόσωποι, διάταγμα για ακύρωση των συμφωνιών πώλησης των επίδικων κατοικιών και αποζημιώσεις λόγω παράβασης σύμβασης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή λόγω αμέλειας. Κατά της τράπεζας και/ή άλλων Κυπριακών τραπεζών, επιζητείται ακύρωση των συμφωνιών δανείων και των πληρεξουσίων εγγράφων (βάσει των οποίων συνήφθησαν οι συμφωνίες δανείου) καθώς επίσης και αποζημιώσεις.
Είναι θέση, τέλος, του ομνύοντα ότι:
(α) Ο Εναγόμενος 1 - Αιτητής είναι καταναλωτής εν τη εννοία των άρθρων 15 με 17 του Κανονισμού (Ε.Κ.) 44/2001, καθότι ουδεμίαν επαγγελματική σχέση είχε με την αγορά ακινήτων ή με την σύναψη δανείων και ότι αγόρασε τις επίδικες κατοικίες για να τις χρησιμοποιήσει ως εξοχικές κατοικίες και/ή να τις ενοικιάζει. Η τράπεζα διατηρεί παράρτημα και καταστήματα μέσω θυγατρικής εταιρείας στην Αγγλία και βάσει των άρθρων 6(1), 5(5), 15(1)(c), 15(2), 16(1) και 16(2) του προαναφερόμενου κανονισμού (Ε.Κ.), δύναται να εναχθεί και/ή να ενάγει τον καταναλωτή στην Αγγλία.
(β) Τα Αγγλικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία βάσει του άρθρου 27 του Κανονισμού (Ε.Κ.) 44/2001, καθώς και βάσει του άρθρου 5(1) του Κανονισμού (Ε.Κ.) 44/2001, αφού οι ισχυριζόμενες ψευδείς παραστάσεις και/ή δηλώσεις (misrepresentations and/or misstatements), έγιναν στην Αγγλία.
(γ) το «ζημιογόνο γεγονός» (που εξετάζεται για σκοπούς του άρθρου 5(3) του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001, επεσυνέβη στην Αγγλία, αφού οι ψευδείς παραστάσεις έγιναν στην Αγγλία, όπου ο Εναγόμενος 1-Αιτητής υπέγραψε τις συμφωνίες πώλησης και τα πληρεξούσια έγγραφα.
Ο Εναγόμενος 1-Αιτητής επαναλαμβάνει ότι η τράπεζα δεν εξασφάλισε, ως όφειλε, άδεια για σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος, παρά το ότι ο ίδιος κατοικεί εκτός Κύπρου και συγκεκριμένα στην Αγγλία, καθώς επίσης και άδεια για επίδοση Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και όλων των δικαστικών εγγράφων στο εξωτερικό. Ότι η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή των σχετικών δικαστικών εγγράφων έγινε με τρόπο αντικανονικό και/ή με τρόπο μη ικανοποιητικό σε σχέση με τις ελάχιστες προϋποθέσεις που προνοούνται σε θέματα επίδοσης από τον Ε.Κ. 1393/07 και ότι η μόνη πληροφόρηση και ειδοποίηση που έλαβε για την ύπαρξη δικαστικών εγγράφων, ήταν μέσω του αντιπροσώπου του.
Η Ενάγουσα τράπεζα καταχώρησε Ένσταση προβάλλοντας δεκαπέντε (15) συνολικά λόγους.
Προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία για τα θέματα της παρούσης αγωγής και το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού είναι κατάλληλο δικαστήριο (proper forum) για να εκδικάσει τα επίδικα θέματα, καθότι δεν εφαρμόζεται εν προκειμένω η γενική αρχή της δωσιδικίας της κατοικίας των Εναγομένων και/ή των καταναλωτών και εν πάση περιπτώσει ο Εναγόμενος 1-Αιτητής δεν έχει αποδείξει την ιδιότητα του ως καταναλωτής σύμφωνα με την έννοια του Κανονισμού (ΕΕ) 44/2001. Η επίδοση στον Σάββα Σαββίδη (για λογαριασμό του Εναγόμενου 1-Αιτητή) ήταν καλή επίδοση και σύμφωνη με την Δ.6 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καθότι ο εν λόγω τρόπος επίδοσης του Κλητηρίου της Αγωγής ήταν «συμφωνημένος» και στη βάση εγγράφου ημερομηνίας 31.7.2006. Η τυχόν έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα τον σοβαρό και/ή δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων και/ή συμφερόντων της Ενάγουσας τράπεζας η οποία έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του Εναγόμενου 1-Αιτητή. Η υπό εκδίκαση αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικώς, με μοναδικό σκοπό την παρέλκυση της διαδικασίας και/ή την αποφυγή της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής και τούτο επειδή ο Εναγόμενος 1-Αιτητής καταχώρησε στις 7.10.2014 την ρηθείσα αίτηση, ενώ είχε καταχωρήσει ανεπιφύλακτα στις 21.1.2010 Σημείωμα Εμφάνισης μέσω του δικηγορικού γραφείου Μιχαλάκης Κυπριανού & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Ως εκ τούτου «κωλύεται από το να αιτείται των ρηθέντων Διαταγμάτων».
Η Ένσταση βασίζεται «επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θ.1-4, Δ.2 θ.6, 11, Δ.5 θ.1, 2, 9 και 10, Δ.6 θ.2, στα άρθρα 3(1), 5(1), 6(1)(4), 15, 22(1), 23, 24, 25-30 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000, στην παράγραφο 8 του προοιμίου του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007, στα άρθρα 5(1), 6(1), 7(1), 8(1)(4), 24, 25(1), 26(1), 27-33, 80-81 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθμ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012, που κατήργησε τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 44/2001, ως τροποποιήθηκε, επί της Νομολογίας και επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου».
Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Γιάννη Φώτη, υπαλλήλου της Ενάγουσας τράπεζας, ο οποίος γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αναφέρει, και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος.
Ο ενόρκως δηλών αρνείται τους ισχυρισμούς του Εναγομένου 1-Αιτητή. Είναι η θέση του ότι το Κλητήριο της Αγωγής επεδόθη νομότυπα στο δικηγορικό γραφείο Μιχαλάκης Κυπριανού & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, δυνάμει γραπτής συγκατάθεσης ημερομηνίας 31.7.2006 (επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην Ένορκη του Δήλωση), έγγραφο το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της επίδικης συμφωνίας δανείου της ίδιας ημερομηνίας. Ο τρόπος επίδοσης του Κλητηρίου ήταν συμφωνημένος από τον Εναγόμενο 1, συνάδει με τη Δ.6 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνεπώς η επίδοση ήταν καλή. Στις 21.1.2010 ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε Σημείωμα Εμφάνισης μέσω του δικηγορικού γραφείου Μιχαλάκης Κυπριανού & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και στις 11.5.2010 την Υπεράσπιση του. Κατόπιν τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης καταχωρήθηκε εκ μέρους του στις 13.6.2012 τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης.
Ο ομνύων προβάλλει πως από το 2010 μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της Ένστασης (22.1.2015) «έγιναν σωρεία εμφανίσεων» εκ μέρους του Εναγόμενου 1 και επομένως με τα διαβήματα που έλαβε κωλύεται από του να επιζητεί την αιτούμενη θεραπεία. Ο Εναγόμενος 1 όχι μόνο έλαβε γνώση της ύπαρξης της εναντίον του αγωγής, αλλά προέβη μέσω των δικηγόρων του και στην υποβολή διαφόρων προτάσεων προς τους Ενάγοντες με σκοπό την διευθέτηση της υπόθεσης (ως Τεκμήριο Β επισυνάπτονται φωτοαντίγραφα των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που αντηλλάγησαν μεταξύ των τότε δικηγόρων του Εναγόμενου 1 και των δικηγόρων της Ενάγουσας τράπεζας).
Είναι επίσης θέση του ομνύοντα πως η επίδικη συμφωνία δανείου είναι καθ’ όλα έγκυρη και δεσμευτική για τον Εναγόμενο 1-Αιτητή. Η ρηθείσα συμφωνία υπεγράφη από τον αντιπρόσωπο του Εναγομένου 1 στη βάση πληρεξουσίου εγγράφου ημερομηνίας 20.2.2006, το οποίο είναι καθ’ όλα έγκυρο. Στη βάση αυτής της συμφωνίας παραχωρήθηκε το επίδικο δάνειο και για τον σκοπό αυτό ανοίχθηκε στην Κύπρο λογαριασμός δανείου στο όνομα του Εναγόμενου 1-Αιτητή, ο οποίος παραβαίνοντας την συμφωνία, παρέλειψε να καταβάλει τις οφειλόμενες δόσεις.
Προβάλλει επίσης πως όλα τα δικαιώματα του Εναγόμενου 1-Αιτητή που απορρέουν από τα πωλητήρια έγγραφα, βάσει των οποίων αγόρασε τις τρεις κατοικίες στην Κύπρο, εκχωρήθηκαν από τον ίδιο στην τράπεζα, με βάση τις σχετικές συμφωνίες εκχώρησης ημερομηνίας 31.7.2006. Παρέχεται έτσι το δικαίωμα στην Ενάγουσα τράπεζα να διεκδικήσει, μεταξύ άλλων, την κυριότητα των κατοικιών (μέσω ειδικής εκτέλεσης των πωλητηρίων εγγράφων) και την πώληση τους προς ίδιον όφελος. Στο παρακλητικό του Κλητηρίου Εντάλματος, περιλαμβάνονται τέτοιες αξιώσεις.
Αρνείται ότι ο Εναγόμενος 1-Αιτητής είναι καταναλωτής εν τη εννοία του άρθρου 15 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) αριθμός 44/2001, καθότι η επίδικη σύμβαση δεν αφορά την πώληση κινητών (σύμφωνα με το άρθρο 15(1)(α) του Ευρωπαϊκού Κανονισμού) ούτε και την χρηματοδότηση για την αγορά κινητών (σύμφωνα με το άρθρο 15(1)(β) του Κανονισμού). Κατά τον ίδιο δεν υπάρχουν στοιχεία που να καταδεικνύουν την παρουσία της Ενάγουσας τράπεζας στη χώρα κατοικίας του Εναγομένου 1 (όπως προϋποθέτει το άρθρο 15(1)(γ) του Κανονισμού). Υποστηρίζει πως δεν εκκρεμεί στην Αγγλία οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία εναντίον της Ενάγουσας τράπεζας.
Είναι περαιτέρω θέση του πως δεν απαιτείτο σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας να ζητηθεί άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος, αφού οι Εναγόμενοι 2 είναι Κυπριακή εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο.
Τέλος, υποστηρίζει πως υπήρξε εκ μέρους του Εναγομένου 1 υπαίτια καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, αφού αυτή καταχωρήθηκε σχεδόν πέντε χρόνια από την καταχώρηση του Σημειώματος Εμφάνισης.
Με την υπό κρίση Αίτηση εγείρονται δύο ζητήματα. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι το πρώτο ζήτημα και το δεύτερο είναι κατά πόσο η επίδοση έγινε με τον δέοντα τρόπο. Αν η επίδοση πάσχει αυτή θα ακυρωθεί, με την αγωγή να διατηρείται εναντίον του Εναγομένου 1, προς τον οποίο θα επιδοθεί δεόντως στη συνέχεια, ενώ εάν το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία, αυτό θα σημαίνει το τέλος της αγωγής εναντίον του.
Το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσον το ίδιο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, έχοντας ως υπόβαθρο τα ενώπιον του στοιχεία και όχι κατά πόσο τα αγγλικά Δικαστήρια έχουν ή όχι δικαιοδοσία να εκδικάσουν την αγωγή.
Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο πως η κατά τόπο ή η καθ’ ύλη αρμοδιότητα (δικαιοδοσία) ενός Δικαστηρίου είναι ύψιστο θέμα δημόσιας τάξης. Πρέπει απαρέγκλιτα, να εξετάζεται, είτε κατόπιν έγερσης από τα διάδικα μέρη είτε αυτεπάγγελτα (ex protio motu) από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν έχει απλώς εξουσία αλλά και καθήκον να το εξετάζει. (Βλ. Philippou v Philippou (1986)1 C.L.R.689 και “Sevegep” Ltd v. United Sea Transport κ.α. (1989)1 Α.Α.Δ.729).
Τα δικόγραφα της υπόθεσης και συγκεκριμένα η Έκθεση Απαίτησης αποτελούν, κατά κανόνα, το μοναδικό πλαίσιο γεγονότων για να αποφασιστεί θέμα δικαιοδοσίας είτε καθ’ ύλη είτε κατά τόπο (βλ. Safarino Shoes Industry and Trading Co. Ltd v. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ (1991)1 Α.Α.Δ.1059 και Ιωαννίδης ν. Κρητικού (1992)1 (Β) Α.Α.Δ.828).
Από την Έκθεση Απαίτησης προκύπτει πως ο Εναγόμενος 1-Αιτητής είναι Άγγλος υπήκοος, ο οποίος έχει την μόνιμη διαμονή του στο Ηνωμένο Βασίλειο, κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης. Η Ενάγουσα τράπεζα καθώς και η Εναγόμενη 2 εταιρεία, είναι Κυπριακές εταιρείες και έχουν την μόνιμη έδρα τους στην Κύπρο.
Ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθμός 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου του 2000 για την διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός) (τις πρόνοιες του οποίου επικαλείται ο Εναγόμενος 1-Αιτητής) αν και δεν κωδικοποιείται σε κάποιο νομοθέτημα, τυγχάνει απευθείας εφαρμογής και υπερισχύει κάθε πηγής ημεδαπού δικαίου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το επιχείρημα του Εναγομένου 1-Αιτητή είναι ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση, καθότι ο ίδιος είναι καταναλωτής (consumer) εν τη εννοία του άρθρου 15(1) του Ευρωπαϊκού Κανονισμού και σε τέτοια περίπτωση, αγωγή εναντίον του δύναται να καταχωρηθεί μόνο ενώπιον των Δικαστηρίων όπου έχει την κατοικία του (domicile), όπως ορίζεται στο άρθρο 16(2) του Κανονισμού.
Το άρθρο 15(1) του Κανονισμού έχει ως εξής:
«1. Σε συμβάσεις που ο σκοπός τους μπορεί να θεωρηθεί ξένος προς την επαγγελματική δραστηριότητα του προσώπου που τις καταρτίζει, του καταναλωτή, η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από τις διατάξεις του παρόντος τμήματος, με την επιφύλαξη των άρθρων 4 και 5, σημείο 5:
α) όταν πρόκειται για πώληση ενσωμάτων κινητών (sale of goods) με τμηματική καταβολή του τιμήματος ή
β) όταν πρόκειται για δάνειο με σταδιακή εξόφληση ή για άλλη πιστωτική συναλλαγή συνδεόμενη με τη χρηματοδότηση αγοράς ενσωμάτων κινητών ή
γ) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, όταν η σύμβαση καταρτίστηκε με πρόσωπο, το οποίο ασκεί εμπορικές ή επαγγελματικές δραστηριότητες στο έδαφος του κράτους μέλους κατοικίας του καταναλωτή ή το οποίο κατευθύνει με οποιοδήποτε μέσον τέτοιου είδους δραστηριότητες σ’ αυτό το κράτος μέλος ή σε διάφορα κράτη, συμπεριλαμβανομένου του εν λόγω κράτους μέλους και η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο των εν λόγω δραστηριοτήτων.»
Η θέση πως εάν ο Εναγόμενος 1-Αιτητής ήταν καταναλωτής (consumer) η εναντίον του αγωγή θα έπρεπε να καταχωρηθεί στη χώρα όπου έχει την κατοικία του (domicile), είναι ορθή. Η φιλοσοφία της πρόνοιας αυτής είναι ότι ο καταναλωτής (ως το αδύνατο μέρος) θα πρέπει να τυγχάνει κάποιου είδους προστασίας και αυτή η προστασία παρέχεται με το να αναγκάζεται το ισχυρό μέρος να τον ενάγει στη χώρα του.
Έχοντας ως υπόβαθρο τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Εναγόμενος 1-Αιτητής δεν φαίνεται να είναι καταναλωτής εν τη εννοία του άρθρου 15. Η σύμβαση δεν αφορά την πώληση κινητών (άρθρο 15(1)(α)). Ούτε και την χρηματοδότηση για την αγορά κινητών (άρθρο 15 1(β)). Το κατά πόσον δε η τράπεζα άσκησε επαγγελματικές δραστηριότητες στο Ηνωμένο Βασίλειο (χώρα κατοικίας του Εναγόμενου 1-Αιτητή) ή κατηύθυνε με οποιοδήποτε τρόπο τις δραστηριότητες της εκεί (ώστε να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 15 1(γ) του Ευρωπαϊκού Κανονισμού), θέση η οποία εν πάση περιπτώσει αμφισβητείται από την Ενάγουσα, θα διαφανεί στο στάδιο της δίκης, κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας που θα προσφερθεί.
Στο ερώτημα κατά πόσο τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν, δυνάμει του Ευρωπαϊκού Κανονισμού, δικαιοδοσία εκδίκασης της παρούσας αγωγής, η απάντηση είναι θετική. Το άρθρο 2(1) του Κανονισμού προνοεί πως πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους-μέλους, ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους-μέλους, ανεξαρτήτως της ιθαγένειας τους. Στην προκειμένη περίπτωση η χώρα (κράτος-μέλος) είναι το Ηνωμένο Βασίλειο. Ο εν λόγω κανόνας, όμως, υπόκειται σε εξαιρέσεις. Βάσει του άρθρου 3 του Κανονισμού, τέτοια πρόσωπα μπορεί να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων άλλων χωρών (κρατών-μελών), σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2-7 (που καλύπτει τα άρθρα 5-24). Είναι σε αυτό το πλαίσιο που τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή.
Σχετικό με θέματα δικαιοδοσίας είναι το άρθρο 5 του Κανονισμού, το οποίο προβλέπει ότι πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε ένα κράτος-μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος-μέλος, (1) για θέματα που αφορούν σύμβαση, στα δικαστήρια του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή (βλ. LOUGHRANS STORES LTD v. D.P. AGROPRODUCTS LTD, Πολιτική Έφεση 300/2009, ημερ. 23.12.2013).
Στην προκειμένη περίπτωση βάση της αγωγής είναι η συμφωνία παροχής δανείου. Για το σκοπό αυτό ανοίχθηκε στην Κύπρο λογαριασμός δανείου εξ΄ ονόματος του Εναγόμενου 1 (παράγραφος 2 της Έκθεσης Απαίτησης). Κατά παράβαση της συμφωνίας, ο εναγόμενος 1 παρέλειψε να καταβάλει τις οφειλόμενες δόσεις. Οι δόσεις (η εκπλήρωση δηλαδή της παροχής) έπρεπε να καταβάλλονται στην Κύπρο, όχι μόνο βάσει των όρων της συμφωνίας δανείου, αλλά και βάσει της γενικότερης αρχής ότι τα χρέη είναι κομίσιμα και όχι άρσιμα, δηλαδή ο χρεώστης (στην προκειμένη περίπτωση ο Εναγόμενος 1), οφείλει να αναζητήσει τον πιστωτή (δηλαδή την τράπεζα) για σκοπούς πληρωμής του χρέους. (Βλ. Theofanous v. Georghiou (1969) 1 CLR 203, Stefanidou v. Pirgoti (1975) 1 CLR 100, Θεοχάρους v. Παστελλή (1993) 1 ΑΑΔ 240, Κωστάκη Πουγιούκα ν. Σοφία Πουγιούκα (1998) 1(Δ) ΑΑΔ 2014 και Χριστοφόρου κ.ά. ν. Paneuropean Insurance Co Ltd, Πολιτική Έφεση 11072, ημερ. 21.10.2002). Η διάταξη 5 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού παρέχει, αναμφίβολα, δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια για εκδίκαση της υπόθεσης.
Δικαιοδοσία παρέχεται στα Κυπριακά Δικαστήρια και σύμφωνα με το άρθρο 22(1) του Ευρωπαϊκού Κανονισμού το οποίο προβλέπει ότι αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κατοικία, έχουν σε υποθέσεις εμπράγματων δικαιωμάτων (rights in rem) επί ακινήτων και μισθώσεων ακινήτων, τα Δικαστήρια του κράτους-μέλους της τοποθεσίας του ακινήτου.
Εν προκειμένω η αγωγή έχει ως δεσπόζουσα βάση την συμφωνία δανείου. Ο σκοπός για τον οποίο ο Εναγόμενος 1 δανείστηκε χρήματα από την τράπεζα (η δανειοδότηση έγινε με σκοπό την αγορά ακίνητης ιδιοκτησίας στην Κύπρο) είναι αδιάφορος. Έχει όμως σημασία ότι για την εξασφάλιση του επίδικου δανείου, ο Εναγόμενος εκχώρησε προς όφελος της τράπεζας τα δικαιώματα του ως αγοραστού, που απορρέουν από τα δύο αγοραπωλητήρια συμβόλαια ημερομηνίας 8.5.2006 και 31.7.2006 αντίστοιχα με τα οποία αγόρασε τα ακίνητα στην επαρχία Πάφου. Οι συμφωνίες εκχώρησης παρέχουν το δικαίωμα στην Ενάγουσα τράπεζα να διεκδικήσει, μεταξύ άλλων, αποκλειστική κατοχή, κυριότητα μέσω ειδικής εκτέλεσης των πωλητηρίων εγγράφων και πώληση για ίδιον όφελος των ακινήτων. Στο παρακλητικό του Κλητηρίου Εντάλματος περιλαμβάνονται τέτοιες αξιώσεις και παραμένουν προς διεκδίκηση στο πλαίσιο εκδίκασης της υπόθεσης. Εφόσον τίθεται ζήτημα αξιώσεων για ειδική εκτέλεση των εκχωρηθέντων αγοραπωλητηρίων εγγράφων δυνάμει των προνοιών των περί Πωλήσεως Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμων του 2011 και 2012, θα πρέπει να τύχει εφαρμογής το ημεδαπό δίκαιο στον τόπο (lex situs) όπου βρίσκονται τα ακίνητα. Εφόσον ειδική εκτέλεση μόνο τα Κυπριακά Δικαστήρια μπορούν να διατάξουν, η αγωγή επιβαλλόταν να καταχωριστεί στην Κύπρο.
Δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια παρέχει και το άρθρο 23 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Σύμφωνα με αυτό, τα μέρη δύνανται να συμφωνήσουν ότι τα Δικαστήρια ενός κράτους-μέλους θα έχουν δικαιοδοσία να δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση. Μάλιστα, η επιλογή της δικαιοδοσίας εκλαμβάνεται ως αποκλειστική, εκτός εάν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά. Στην προκείμενη περίπτωση υπάρχει όρος στα αγοραπωλητήρια έγγραφα (αντίγραφα τους επισυνάπτονται στην Ένσταση της Ενάγουσας τράπεζας) ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια θα έχουν αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσουν οποιαδήποτε διαφορά δυνατόν να προκύψει από της εν λόγω συμφωνίες. Όπως έχει προαναφερθεί, τα δικαιώματα του αγοραστού (Εναγόμενου 1) που πηγάζουν από τα αγοραπωλητήρια έγραφα, έχουν εκχωρηθεί στην τράπεζα στην βάση των συμφωνιών εκχώρησης. Τα δικαιώματα που πηγάζουν από τα εκχωρητήρια έγγραφα, συναποτελούν ή συμπληρώνουν την βάση της αγωγής. Συνεπώς η συμπεφωνημένη ανάθεση από τα μέρη, της επίλυσης των διαφορών που πηγάζουν από αυτή την εκχώρηση στα Κυπριακά Δικαστήρια, σαφώς παρέχει δικαιοδοσία και με βάση το άρθρο 23.
Δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων παρέχεται και από το άρθρο 6(1) του Ευρωπαϊκού Κανονισμού, το οποίο προβλέπει ότι:
«Το ίδιο αυτό πρόσωπο μπορεί επίσης να εναχθεί (a person domiciled in a Member State may also be sued):
1. αν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ’ αυτών, εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από την χωριστή εκδίκαστη τους.»
Σκοπός του άρθρου είναι να αποφεύγονται τυχόν ασυμβίβαστες αποφάσεις σε χωριστές διαδικασίες. Ασυμβατότητα – ειδικά σε σχέση με τα γεγονότα – σαφώς και μπορεί να προκαλέσει ζημιά. Το γεγονός ότι η βάση της αγωγής εναντίον των διαφόρων Εναγομένων, μπορεί να διαφέρει, δεν αποκλείει την εφαρμογή του άρθρου 6(1).
Στην προκείμενη περίπτωση, η Εναγόμενη 2 είναι Κυπριακή εταιρεία με έδρα την Λεμεσό (όπως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης). Η σχέση Εναγόμενου 1 και Εναγόμενης 2 είναι σχέση πρωτοφειλέτη-εγγυητή. Επομένως η εναντίον τους απαίτηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη, τόσο σε σχέση με την διεκδίκηση των οφειλομένων ποσών του δανείου (όπου η ευθύνη τους είναι αλληλέγγυα και ξεχωριστή) όσο και σε σχέση με την διεκδίκηση των διαφόρων διαταγμάτων που αφορούν τα ακίνητα. Η εγγύτητα της εναντίον τους απαίτησης είναι τόσο άμεση που τυχόν διαχωρισμός της, ειδικά εάν διασκορπιστεί σε διαφορετικές χώρες θα οδηγήσει σε εκβάσεις πραγματικά (factually) και νομικά (legally) ανεπιθύμητες. Επομένως η συμπερίληψη του Εναγόμενου 1-αιτητή στην ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου αγωγή, ήταν ορθή και γι’ αυτό τον λόγο.
Όσον αφορά το ζήτημα της επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος δεν έχω να πω πολλά. Η θέση πως δεν απαιτείτο να ζητηθεί, σε σχέση με τον Εναγόμενο 1, άδεια προ της καταχώρησης της αγωγής για σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος, είναι ορθή. Είναι καλά γνωστό πως εφόσον υπάρχει διάδικος εντός δικαιοδοσίας στο ίδιο Κλητήριο Ένταλμα στο οποίο υπάρχει διάδικος εκτός δικαιοδοσίας, οι πρόνοιες της Δ.2 θ.2 αδρανοποιούνται. Η εν λόγω διαταγή των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί πως κανένα Κλητήριο Ένταλμα για επίδοση εκτός Κύπρου ή του οποίου ειδοποίηση θα δοθεί εκτός Κύπρου, μπορεί να σφραγιστεί χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση η Εναγόμενη 2 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο με έδρα την Λεμεσό. Όσον αφορά την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στον αντιπρόσωπο του Εναγόμενου 1, κρίνω πως αυτή ήταν καλή επίδοση (η συμφωνία δανείου προνοούσε την επίδοση της αγωγής στον αντιπρόσωπο του Εναγόμενου 1, όπως εμφαίνεται στο Τεκμήριο Α που επισυνάφθηκε στην Ένορκη Δήλωση του Γιάννη Φώτη) και σύμφωνη με την Δ.6 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Δεδομένου του γεγονότος ότι η επίδοση έγινε στην Κύπρο και μάλιστα σε Κύπριο, δεν υπήρχε καμιά υποχρέωση να επιδοθούν τα αντίστοιχα έγγραφα μεταφρασμένα στα αγγλικά.
Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου 1. Τα έξοδα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής.
(Υπ.) ………………………………….
Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής.
/ΜΡ, ΜΚ
Subject: Civil/Other Action/Interim
Αναφορά: Αίτηση παραμερισμού κλητηρίου εντάλματος