ECLI:CY:EDLAR:2021:A177
ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Ενώπιον: Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ.
Αριθμός Γεν. Αίτησης: 53/2020
Αναφορικά τον αποβιώσαντα XXXXX XXXXX Efthymiou ή XXXXX Ευθυμίου.
Αναφορικά με τη διαθήκη του αποβιώσαντα XXXXX XXXXX Efthymiou ή XXXXX Ευθυμίου
Αναφορικά με το άρθρο 53 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου (Κεφ.189)
Αναφορικά με τη Δ.55 Κ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
Ημερομηνία: 16 Νοεμβρίου, 2021
Εμφανίσεις:
Για τους Αιτητές: ο κ. Μ. Χρ. Πογιατζής
Για τον Καθ’ ου η αίτηση: ο κ. Γ. Νικολάου
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Η ΑΙΤΗΣΗ:
Οι Αιτητές επιδιώκουν με την αίτηση τους την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων:
(Α) Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία το Δικαστήριο θα αναγνωρίζει και/ή θα επιβεβαιώνει ότι οι Αιτητές είναι νόμιμοι κληρονόμοι του αποβιώσαντος XXXXX XXXXX Efthymiou ή XXXXX Ευθυμίου.
(B) Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία το Δικαστήριο θα αναγνωρίζει και/ή θα επιβεβαιώνει ότι η κληρονομική διαδοχή στην ακίνητη περιουσία του αποβιώσαντος XXXXX XXXXX Efthymiou ή XXXXX Ευθυμίου, η οποία βρίσκεται στην Κύπρο, ρυθμίζεται από την διάταξη του άρθρου 5(β) του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου (Κεφ. 195), ανεξάρτητα από το δίκαιο της χώρας όπου αυτός είχε την συνήθη διαμονή του (domicile) κατά το χρόνο που απεβίωσε και/ή κατάρτισε τη διαθήκη του ημερ. 09.07.1992.
(Γ) Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία το Δικαστήριο θα αναγνωρίζει και/ή θα επιβεβαιώνει ότι για τη ρύθμιση της διαδοχής σε σχέση με την ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία και που αποτελεί μέρος της κληρονομίας του αποβιώσαντος XXXXX XXXXX Efthymiou ή XXXXX Ευθυμίου, τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 5(β) του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου (Κεφ. 195).
(Δ) Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία το Δικαστήριο θα αναγνωρίζει και/ή θα επιβεβαιώνει ότι το δίκαιο της χώρας που κείται το ακίνητο (lex rei sitae), ήτοι το Δίκαιο της Κυπριακής Δημοκρατίας, υπερισχύει σύμφωνα με το αρ.5 του Κεφ.195 έναντι του δικαίου της χώρας διαμονής (lex domicilii) του αποβιώσαντος XXXXX XXXXX Efthymiou ή XXXXX Ευθυμίου. Συνακόλουθα και δυνάμει του άρθρου 5(β) του Κεφ.195, οι πρόνοιες του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου (Κεφ. 195) υπερισχύουν - και εφαρμόζονται - έναντι οποιασδήποτε διαφορετικής ρύθμισης προβλέπει το δίκαιο της χώρας της συνήθους διαμονής του αποβιώσαντος αναφορικά με τη κληρονομική διαδοχή σε ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στην Κύπρο.
(Ε) Διάταγμα και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία το Δικαστήριο θα αναγνωρίζει και/ή θα επιβεβαιώνει ότι σε σχέση με τη διαδοχή στην ακίνητη περιουσία του αποβιώσαντος XXXXX XXXXX Efthymiou ή XXXXX Ευθυμίου, η οποία βρίσκεται στην Κύπρο και ανεξάρτητα από την ύπαρξη της Διαθήκης ημερ. 09.07.1992, η οποία επανασφραγίστηκε δυνάμει του Κεφ.192, οι Αιτητές, ως γνήσια τέκνα αυτού, έχουν δικαίωμα και/ή διαδέχονται τον αποβιώσαντα στο μη διαθέσιμο μέρος της κληρονομιάς ως προβλέπεται και/ή ρυθμίζεται από τον περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμο (Κεφ. 195).
(ΣΤ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνει ορθό και δίκαιο το Δικαστήριο κάτω από τις περιστάσεις.
Στην ένορκη δήλωση του κ. XXXXX XXXXX Ευθυμίου, ενός εκ των Αιτητών και πλήρως εξουσιοδοτημένου όπως δηλώνει από την αδελφή του κα Ευανθία Ευθυμίου που είναι η άλλη αιτήτρια για να προβεί σε αυτή, δηλώνονται τα ακόλουθα προς υποστήριξη της αίτησης:-
I. Ο XXXXX Ευθυμίου είχε κυπριακή ταυτότητα η οποία ανανεώθηκε στις 20.07.2012 και έληγε στις 20.07.2022 (Τεκμ. 1).
II. Ο αποβιώσας νυμφεύτηκε την XXXXX XXXXX Λάμπρου στις 09.10.1966 στη Ροδεσία (σημερινή Ζιμπάμπουε) και κατά τη διάρκεια του γάμου τους απέκτησαν τους Αιτητές XXXXX XXXXX Ευθυμίου με ημερομηνία γεννήσεως XXXXX.1970 και την XXXXX Ευθυμίου, ημερομηνία γεννήσεως XXXXX.1967 γεννηθέντες στη Ζιμπάμπουε (Τεκμ. 1 και 2).
III. Ο γάμος του αποβιώσαντα με την μητέρα των Αιτητών λύθηκε στις 15.02.1989.
IV. Στις 09.07.1992 ο αποβιώσας συνέταξε Διαθήκη (Τεκμ. 5), σύμφωνα με την οποία όριζε την XXXXX XXXXX BAMBERGER ως τη μοναδική του κληρονόμο αναφορικά με όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του. Η προαναφερθείσα ορίστηκε και ως η Εκτελέστρια της διαθήκης.
V. Στις 24.05.2003, ο αποβιώσας νυμφεύτηκε την XXXXX XXXXX BAMBERGER, με την οποία είχε αποκτήσει από προηγουμένως ήτοι την XXXXX.1984 ακόμη ένα τέκνο τον XXXXX XXXXX Ευθυμίου.
VI. Ο Αποβιώσας απεβίωσε στην Νότιο Αφρική στις 18.10.2016.
VII. Στα πλαίσια της Αίτησης αρ. 295/19 που καταχωρίστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, (Τεκμ. 6), εκδόθηκε διάταγμα Επανασφράγισης, ως οι διατάξεις του Κεφ.192, των εγγράφων Διαχείρισης που παραχωρήθηκαν στην XXXXX XXXXX BAMBERGER από το Ανώτατο Δικαστήριο του Γιοχάνεσμπουργκ της Νότιας Αφρικής.
VIII. Κατά το χρόνο θανάτου του, ο αποβιώσας ήταν εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ακινήτων που βρίσκονται στη Κύπρο, ως αναλυτικά φαίνεται στα Πιστοποιητικά Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Τεκμ. 7).
Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντος, σύμφωνα και με νομική συμβουλή που λαμβάνει από τον δικηγόρο του, ότι η κληρονομική διαδοχή σε σχέση με ακίνητα που βρίσκονται στην Κύπρο διέπεται από το Κυπριακό Δίκαιο, ανεξάρτητα από τις όποιες πρόνοιες του δικαίου της χώρας όπου ο αποβιώσας είχε τη συνήθη διαμονή του κατά το χρόνο του θανάτου του. Ενόψει δε αυτού και ανεξάρτητα με τα όσα αναφέρονται στη Διαθήκη του αποβιώσαντα, τόσο αυτός όσο και η αδελφή του έχουν δικαίωμα στην νόμιμη μοίρα, δηλαδή στο μέρος της ακίνητης περιουσίας του πατέρα τους που βρίσκεται στην Κύπρο και σύμφωνα με τις διατάξεις του κυπριακού κληρονομικού δικαίου δεν μπορεί να διατεθεί με διαθήκη. Υποστηρίζει επίσης ότι δεν προβλέπεται άλλο δικονομικό μέτρο προς τον σκοπό της διασφάλισης των νόμιμων δικαιωμάτων τους σε σχέση με τη διαδοχή στην ακίνητη περιουσία του αποβιώσαντα πατέρα τους.
Η ΕΝΣΤΑΣΗ:
Ο Καθ’ ου η αίτηση υπέβαλε ένσταση όπου προβάλλει ότι τα κυπριακά δικαστήρια είναι κατά τόπο και καθ’ ύλη αναρμόδια και στερούνται δικαιοδοσίας για να επιληφθούν της παρούσας αίτησης, ότι η αίτηση στερείται νομικής και ουσιαστικής βάσης και είναι ανυπόστατη, καθότι το δικαστήριο αυτό δεν έχει εξουσία να αποφασίσει για τον τρόπο διανομής της περιουσίας του αποβιώσαντα. Θεωρεί την αίτηση καταχρηστική και γενόμενη κατά παράβαση του άρθρου 3 του περί Επικύρωσης Διαθηκών (Επανασφράγιση) Νόμου, (Κεφ.192) και ισχυρίζεται ότι η παρούσα διαδικασία είναι παράτυπη, άκυρη και έκνομη. Επίσης ισχυρίζεται ότι είναι αδύνατο οι Αιτητές να αξιώνουν τα αιτούμενα διατάγματα στη βάση των εν λόγω νόμων και κανονισμών που διέπουν τη διαδικασία επανασφράγισης των εγγράφων διαχείρισης μετά συνημμένης διαθήκης και ότι η παρούσα αίτηση δεν είναι το ενδεδειγμένο μέσο αξίωσης θεραπείας και /ή διαταγμάτων και ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5(α) και (β) του Κεφ. 195.
Η ένσταση υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της εκτελέστριας της διαθήκης του αποβιώσαντα κ. XXXXX X’’Κωστής. Σε αυτή, πέραν της ιδιότητας του ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της εκτελέστριας της διαθήκης του αποβιώσαντα, δηλώνει γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης. Αναφέρεται στην αίτηση που υποβλήθηκε στο Ε.Δ. Λάρνακας - Δικαιοδοσία Επικυρώσεως Διαθηκών, η οποία αφορά την Επανασφράγιση των εγγράφων διαχείρισης μετά συνημμένης διαθήκης του αποβιώσαντα. Ο ενόρκως δηλών δεν παραδέχεται τους ισχυρισμούς των Αιτητών ότι είναι γνήσια τέκνα του αποβιώσαντα ούτε τον προηγούμενο του γάμο με την Άννα Λάμπρου με την οποία ο ενάγων απέκτησε τα τέκνα του δηλαδή τους Αιτητές και συνεπεία των πιο πάνω δεν παραδέχεται και τον ισχυρισμό περί του διαζυγίου του αποβιώσαντα με την Άννα Λάμπρου. Ο ενόρκως δηλών παραδέχεται τη σύνταξη της διαθήκης από το αποβιώσαντα στις 09.07.1992 με την οποία όριζε ως μοναδική του κληρονόμο την XXXXX XXXXX Bamberger την οποία όριζε επίσης ως την εκτελέστρια της διαθήκης του. Κάνει αναφορά στα διαβήματα που προέβη για την έκδοση διατάγματος Επανασφράγισης των εγγράφων διαχείρισης που παραχωρήθηκαν στην ως άνω από το Ανώτατο Δικαστήριο του Γιοχάνεσμπουργκ της Νότιας Αφρικής, παραδέχεται επίσης ότι ο αποβιώσας, κατά τον χρόνο του θανάτου του, ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των ακινήτων που φαίνονται στα Πιστοποιητικά Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Τεκμ. 7). Ο ενόρκως δηλών αρνείται τη θέση των Αιτητών περί του κληρονομικού τους δικαιώματος στην περιουσία του αποβιώσαντα που βρίσκεται στην Κύπρο, η οποία θα πρέπει να διανεμηθεί σύμφωνα με την τελευταία του βούληση η οποία περιέχεται στην Διαθήκη του της 09.07.1992. Τέλος, αναφέρεται στα διαδικαστικά διαβήματα στα οποία προέβη για την Επανασφράγιση των εγγράφων διαχείρισης μετά συνημμένης διαθήκης του αποβιώσαντα στην Κύπρο και την τύχη της αίτησης ανακοπής (caveat) που καταχωρήθηκε από τους Αιτητές. Υποστηρίζει ότι ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της XXXXX XXXXX Bamberger οφείλει να προχωρήσει και εκτελέσει τις οδηγίες της αναφορικά με τη διανομή της περιουσίας του αποβιώσαντα σύμφωνα με τη διαθήκη του. Επαναλαμβάνει δε τους λόγους ένστασης περί αναρμοδιότητας του παρόντος δικαστηρίου να επιληφθεί την παρούσα αίτηση. Για τούτο και η αίτηση υποστηρίζει θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος των Αιτητών.
ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ:
Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσώπησαν τις δύο πλευρές στις σύντομες αλλά περιεκτικές αγορεύσεις τους με παρέπεμψαν εκτός από τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως αυτά αντικατοπτρίζονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, όπως και στη νομική πτυχή που διέπει τα επίδικα ζητήματα. Τις έχω μελετήσει με προσοχή και λαμβάνω υπόψη μου τις εισηγήσεις τους, όπου δε χρειαστεί στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε αυτές. Απαντήσεις στις διάφορες εισηγήσεις και επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό που θα ακολουθήσει χωρίς να απαιτείται να ενδιατρίψω σε κάθε επί μέρους εισήγηση ή επιχείρημα όταν κρίνεται ότι δεν εξυπηρετεί οποιονδήποτε σκοπό προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων ή το οποίο κρίνεται ότι δεν είναι ουσιώδες ή νομικά αποδεκτό (βλ. Οδυσσέα v. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490, Ανδρονίκου κ.α. v. Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 486 και πρόσφατα την Έφεση Αρ.22/2018 του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου Μ.Φ.Χ. v. M.X. με ημερ.28.09.2021).
Η ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ – ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΣΕ ΑΥΤΗ:
Το πρωταρχικό ζήτημα που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει είναι το κατά πόσο οι Αιτητές χρησιμοποίησαν το ορθό δικονομικό μέτρο για να αποταθούν στο Δικαστήριο και να διεκδικήσουν τα ισχυριζόμενα από αυτούς δικαιώματα στην κληρονομική διαδοχή του αποβιώσαντα, ζήτημα για το οποίο υπάρχουν διιστάμενες απόψεις.
Οι Αιτητές βασίζουν την αίτηση τους στη Δ.55 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στο Άρθρο 53 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμο (Κεφ. 189). Παρατίθενται στη συνέχεια:
Η Διαταγή 55 προνοεί τα ακόλουθα:
«1. Οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο ισχυρίζεται ότι έχει συμφέρον σύμφωνα με έγγραφο μεταβίβασης, διαθήκη, ή άλλο έγγραφο, μπορεί να υποβάλει αίτηση προς το Δικαστήριο με πρωτογενή κλήση (Τύποι 50 και 51) για να αποφασιστεί οποιοδήποτε ζήτημα ερμηνείας το οποίο εγείρεται με βάση το έγγραφο, και για δήλωση των δικαιωμάτων των ενδιαφερομένων προσώπων.
2. Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να διατάξει όπως η κλήση επιδοθεί σ’ εκείνα τα πρόσωπα που θα έκρινε σκόπιμο.
3. Η αίτηση πρέπει να υποστηρίζεται από τέτοια μαρτυρία, όπως θα απαιτούσε το Δικαστήριο ή ο Δικαστής.
4. Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δεν θα δεσμεύεται να αποφασίσει οποιοδήποτε τέτοιο ζήτημα ερμηνείας εάν κατά τη γνώμη του δεν θα έπρεπε να αποφασιστεί κατόπιν πρωτογενούς κλήσης».
Το άρθρο 53 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου (Κεφ. 189) υπό τον τίτλο “Επίλυση ορισμένων θεμάτων με εναρκτήρια κλήση (originating summons) προνοεί τα ακόλουθα:
«53.-(1) Πρoσωπικoί αvτιπρόσωπoι ή oπoιoσδήπoτε από αυτoύς, πιστωτές, κληρoδόχoι ή oι πλησιέστερoι συγγεvείς, ή πρόσωπα πoυ αξιώvoυv μέσω τωv εv λόγω πιστωτώv ή δικαιoύχωv με εκχώρηση ή με άλλo τρόπo, δύvαvται vα ζητήσoυv από τo Δικαστήριo με εvαρκτήρια κλήση (originating summons) τηv επίλυση, χωρίς διαχείριση της κληρovoμιάς σε Δικαστήριo, oπoιoυδήπoτε από τα πιo κάτω ζητήματα ή θέματα:
(α) oπoιoδήπoτε ζήτημα πoυ επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα συμφέρovτα τoυ πρoσώπoυ πoυ αξιώvει ότι είvαι πιστωτής, κληρoδόχoς, o πλησιέστερoς συγγεvής ή εκ τoυ vόμoυ κληρovόμoς
(β) τη διακρίβωση oπoιασδήπoτε τάξης πιστωτώv, κληρoδόχωv, πλησιέστερωv συγγεvώv ή άλλωv
(γ) τηv παρoχή oπoιωvδήπoτε συγκεκριμέvωv λoγαριασμώv από τoυς εκτελεστές ή τoυς διαχειριστές και όταv είvαι αvαγκαίo, τα απoδεικτικά στoιχεία τωv εv λόγω λoγαριασμώv
(δ) τηv καταβoλή στo Δικαστήριo oπoιωvδήπoτε χρημάτωv πoυ βρίσκovται στα χέρια τωv εκτελεστώv ή τωv διαχειριστώv
(ε) τηv έκδoση διαταγώv πρoς τoυς εκτελεστές ή τoυς διαχειριστές για vα διαπράξoυv ή vα απέχoυv από τη διάπραξη oπoιασδήπoτε συγκεκριμέvης πράξης υπό τηv ιδιότητα τoυς ως εκτελεστώv ή διαχειριστώv
(στ) τηv έγκριση oπoιασδήπoτε πώλησης, αγoράς, συμβιβασμoύ ή άλλης συvαλλαγής
(ζ) τηv επίλυση oπoιoυδήπoτε ζητήματoς πoυ πρoκύπτει κατά τη διαχείριση της κληρovoμιάς.
(2) Οι Διαδικαστικoί Καvovισμoί πoυ ισχύoυv εκάστoτε, oι oπoίoι αφoρoύv εvαρκτήριες κλήσεις (originating summons) εφαρμόζovται σε κάθε διαδικασία δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ.
(3) Αιτήσεις δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ δύvαvται vα ακoύovται και vα απoφασίζovται όχι εvώπιov ακρoατηρίoυ (in chambers)».
Το εύρος και σημασία της ως άνω διαταγής 55 έχει ερμηνευτεί στην υπόθεση Wortham κ.ά. v. Τσίμον κ.ά. (2001) 1 Α.Α.Δ. 1442 η οποία αφορούσε πρωτογενή αίτηση με την οποία οι εφεσείοντες, ως κληρονόμοι και κληροδόχοι της Αγνής Τσίμον, επεδίωξαν δύο στόχους. Τη διευκρίνιση της κατάστασης σε σχέση με τη δυνατότητα εκτέλεσης κληροδοτημάτων στα οποία αναφερόταν η διαθήκη του Γεωργίου Τσίμον. Ο δεύτερος στόχος αφορούσε στον “καθορισμό του ύψους των κληροδοτημάτων και/ή κληρονομικών μεριδίων ενός εκάστου των κληροδόχων και των κληρονόμων του αποβιώσαντος”. Tο Εφετείο ανέπεμψε την αίτηση η οποία είχε απορριφθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο για περαιτέρω εκδίκαση αναφέροντας και τα ακόλουθα:
«Η ουσιαστική φύση των θεραπειών του άρθρου 53 καθορίζεται από αυτό και η παραπομπή στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς αποβλέπει στην κάλυψη του θέματος από την καθαρά δικονομική σκοπιά. Θα αυτοαναιρείτο το άρθρο αν είχε την έννοια που του αποδίδουν οι εφεσίβλητοι. Εκείνο που σαφώς προκύπτει είναι πως οι θεραπείες που αναφέρει μπορούν να δοθούν στο πλαίσιο ενακτήριας κλήσης, για την οποία θα ισχύουν οι ιδιαίτερες δικονομικές διατάξεις».
Και στη συνέχεια:
«Καταλήγουμε με τη διαπίστωση ότι η πρωτογενής αίτηση δεν θα έπρεπε να είχε απορριφθεί χωρίς την επίλυση και του ζητήματος που εγειρόταν κατ’ επίκληση του άρθρου 53 του Κεφ. 189».
Ο Καθ’ ου η αίτηση με παρέπεμψε στην υπόθεση Αναφορικά με τον Παναγιώτη Ευστρατίου ή Χ”Σάββα v. Αναφορικά με τον Διαχειριστή, τους Κληρονόμους και ή τη Διαχείριση της Περιουσίας του ως άνω αποβιώσαντος και Louis Petre Stratos κ.ά. v. Αθανάσιου Αρτεμίου κ.ά. (1997) 1 Α.Α.Δ. 751. Η υπόθεση αυτή αφορούσε πρωτογενή αίτηση βασισμένη κυρίως στα άρθρα 52 και 53 του Κεφ. 189. Οι Αιτητές ζητούσαν εκεί απόφαση ή δήλωση του δικαστηρίου ότι (1) ήταν συγγενείς και κληρονόμοι του προμνησθέντος, (2) ο καθ’ ου η αίτηση 1 διορίστηκε διαχειριστής συνεπεία δόλου ή ψευδών δηλώσεων του, (3) ο διορισμός διαχειριστή έπρεπε να ανακληθεί ή ακυρωθεί όπως και (4) η διανομή της περιουσίας στην οποία προέβη υπό την παραπάνω ιδιότητα.
Θα πρέπει εξ αρχής να επισημανθεί ότι τα γεγονότα της διαφοροποιούνται ως προς αυτά της παρούσας καθότι όπως αναφέρεται στην αρχή της απόφασης ως προς τα προηγηθέντα αυτής:
«Ο Παναγιώτης Ευστρατίου Χ”Σάββας πέθανε στη Νέα Υερσέη των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Άφησε όμως ακίνητα στην Κύπρο. Στις 16.02.1988 ο εφεσίβλητος/καθ’ου η αίτηση 1 διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας αυτής. Είχε προηγηθεί αίτησή του συνοδευόμενη από πιστοποιητικό ότι οι 6 εφεσίβλητοι (περιλαμβανομένου και του ίδιου) είναι οι μόνοι κληρονόμοι του. Στις 15.12.1988 η περιουσία μεταβιβάστηκε και γράφτηκε στο όνομα των κληρονόμων κατ’ εφαρμογή συμφωνίας διανομής που έκαμαν μεταξύ τους. Η διαχείριση περατώθηκε στις 26.04.1989 με την κατάθεση λογαριασμών από το διαχειριστή. Τον Ιούνιο του 1993 οι 7 εφεσείοντες/αιτητές, κάτοικοι της Νέας Υερσέης, καταχώρησαν στο Ε.Δ. Λάρνακας πρωτογενή αίτηση, βασισμένη κυρίως στα άρθρα 52 και 53 του Κεφ. 189 και ζητούσαν απόφαση ή δήλωση του δικαστηρίου ως άνω καταγράφεται».
Ενόψει του εύρους των ζητημάτων που θα έπρεπε να κριθούν και των γεγονότων της υπόθεσης εκείνης όπως και το εύρος των διαταγμάτων που ζητούνταν κρίθηκε ότι:
«Τα εγερθέντα θέματα μπορεί να διερευνηθούν και επιλυθούν μόνο με το ένδικο μέσο της αγωγής… στην παρούσα υπόθεση δεν πρόκειται περί παρατυπίας στον τύπο της αγωγής αλλά λανθασμένης έναρξης της διαδικασίας η οποία επιφέρει ακυρότητα».
Είναι φανερόν ότι τα γεγονότα της ως άνω απόφασης διαφέρουν και ό,τι αποφασίστηκε εκεί υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση καθότι εκεί είχαν να αποφασιστούν πολλά και ποικίλα ζητήματα, όπως πιο πάνω περιγράφονται και τα οποία για να επιλυθούν θα έπρεπε να προσκομιζόταν μαρτυρία. Επρόκειτο δε για μια διαδικασία διαχείρισης η οποία ουσιαστικά είχε ολοκληρωθεί. Η διαδικασία εδώ της Διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα μετά την Επανασφράγιση των εγγράφων διαχείρισης είναι εν εξελίξει. Δεν έχουν συντελεστεί τετελεσμένα γεγονότα από όσα παραδέχεται και ο Καθ’ ου η αίτηση. Ουσιαστικά παραμένει η διανομή της κληρονομικής περιουσίας στην κληροδόχο και στους κληρονόμους του αποβιώσαντα, μεταξύ των οποίων και οι Αιτητές, αν αναγνωριστούν ότι δικαιούνται σ’ αυτή στη βάση του κυπριακού αλλά και ευρωπαϊκού δικαίου που εφαρμόζεται στην Κύπρο. Καθώς, εκείνο το οποίο επιδιώκεται με την παρούσα αίτηση, της οποίας όλα τα γεγονότα όπως κατέγραψα και πιο πάνω είναι παραδεκτά είναι η δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Αιτητές είναι γνήσια τέκνα του αποβιώσαντα, κάτι που έχει αποδειχθεί κατάλληλα κατά την κρίση μου χωρίς να υπάρχει προς τούτο ουσιαστική αντίκρουση, και να αναγνωριστούν οι Αιτητές ως νόμιμοι κληρονόμοι του αποβιώσαντα όπως και η κληρονομική τους διαδοχή στην περιουσία του στην Κύπρο, όπως ρυθμίζεται στον περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμο (Κεφ. 195) και αυτό ανεξάρτητα από το δίκαιο της χώρας όπου αυτός είχε τη διαμονή του (domicile) κατά το χρόνο που απεβίωσε και/ή κατάρτησε τη διαθήκη του στις 09.07.1992.
Θα εξετάσω στη συνέχεια τη θέση των Αιτητών ότι, από τη στιγμή που ο Καθ’ ου η αίτηση επέλεξε να αποταθεί στα Κυπριακά Δικαστήρια και συγκεκριμένα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, με την Αίτηση Αρ. 295/19, για σκοπούς Επανασφράγισης, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του Κεφ. 192 και πετυχαίνοντας την έκδοση σχετικού διατάγματος, η εγκυρότητα και νομιμότητα του οποίου δεν αμφισβητείται, πλέον δεσμεύεται να εφαρμόσει και τις πρόνοιες των Κεφ.189 & 195 και τους σχετικούς Κανονισμούς (1/1955) που προβλέπονται από το Κεφ.189. Άλλωστε η δέσμευση του να διαχειριστεί πιστά την περιουσία, σύμφωνα με το νόμο, δηλώθηκε και στο σχετικό εγγυητήριο που συνοδεύει την Αίτηση Επανασφράγισης 295/19.
Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.55 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και στο Άρθρο 53 του Κεφ.189. Ειδικότερα, το Άρθρο 53 του Κεφ.189, αναφέρεται σε ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες μπορεί να ζητηθεί θεραπεία στα πλαίσια διαχείρισης περιουσίας αποθανόντος προσώπου. Επίσης παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να επιλύει, μετά από αίτηση, οποιοδήποτε ζήτημα προκύπτει κατά την διαχείριση κληρονομιάς, η οποία αίτηση μπορεί να γίνει μεταξύ άλλων από κληροδόχους ή τους πλησιέστερους συγγενείς.
Στην υπόθεση Τερζής ν. Μαρίας Κέκκου Πετουφά (2011) 1 Α.Α.Δ. 336, λέχθηκε ότι δεν τίθεται θέμα δυνάμει του Άρθρου 53 όπως εκδοθεί ευθεία διαταγή με την οποία να διατάσσονται οι διαχειριστές ή εκτελεστές να προβούν σε συγκεκριμένη ενέργεια.
Μπορεί όμως δυνάμει του ίδιου άρθρου να δοθεί από το Δικαστήριο οδηγία και καθοδήγηση ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι διαχειριστές θα έπρεπε να προσεγγίσουν τα θέματα που τους απασχολούσαν και είναι αυτονόητο ότι οφείλουν να ενεργήσουν ανάλογα, σε συμμόρφωση με την απόφαση του Δικαστηρίου.
Το δικονομικό πλαίσιο με τον οποίο ζητούνται οι πιο πάνω θεραπείες, καθορίζεται στην παράγραφο 1 του Άρθρου 53 του Κεφ. 189, το οποίο προβλέπει ότι αιτήσεις δυνάμει του ιδίου άρθρου, πρέπει να υποβάλλονται με εναρκτήρια κλήση (originated summons), όπως και στην παρούσα περίπτωση. Περαιτέρω η χρήση της εναρκτήριας κλήσης, ενδείκνυται κατά τους Αιτητές σύμφωνα με την Junport International Ltd κ.ά Πολ. Αίτηση 115/2017 η οποία επικυρώθηκε ως προς το αποτέλεσμα της στην ECLI:CY:AD:2018, ECLI:CY:AD:2018:A145, Πολ. Έφ. Αρ.321/2017 ημερ. 2.04.2018 (βλ. MIKIS + MARKOS SIDERIS HOLDINGS LIMITED ν. ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ, ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΠΟΒΙΩΣΑΣΗΣ ΣΙΔΕΡΗ κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A14, Πολιτική Έφεση Αρ. 21/2013, 23/1/2019), λόγω της απλότητας και ταχύτητας της, αλλά και εκ του γεγονότος ότι δεν υπάρχουν δικόγραφα και, κατά κανόνα, ούτε μάρτυρες, ενώ χρησιμοποιείται όπου δεν υπάρχει αμφισβήτηση γεγονότων. Η μόνη αμφισβήτηση που προβλήθηκε στην παρούσα, όπως λέχθηκε και πιο πάνω, είναι ότι οι Αιτητές είναι γνήσια τέκνα του αποβιώσαντα, αμφισβήτηση η οποία προβάλλεται γενικά και αόριστα χωρίς οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία επί τούτου. Θέση η οποία εξάλλου δεν έχει έρεισμα στη βάση των αποδεικτικών στοιχείων τα οποία προσκόμισαν οι Αιτητές (πιστοποιητικά γεννήσεως) και το περιεχόμενο τους το οποίο δεν αμφισβητήθηκε. Επομένως η προσφυγή με την παρούσα αίτηση, ως το πιο πρόσφορο δικονομικό μέτρο, κρίνω, συμφωνώντας με τους Αιτητές, ότι αποσκοπεί στο να αναγνωριστούν τα κληρονομικά δικαιώματα των Αιτητών επί της περιουσίας την οποία κατέλειπε ο αποβιώσας στην Κύπρο.
Είναι ακόμα η εισήγηση των Αιτητών, με την οποία επίσης συμφωνώ, ότι η παρούσα διαδικασία, ουδόλως παραβιάζει το άρθρο 3 του περί Επικυρώσεως Διαθηκών (Επανασφράγισης) Νόμου, Κεφ.192, δεδομένου ότι με την παρούσα αίτηση δεν επιδιώκεται η ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος Επανασφράγισης, αλλά η μη εφαρμογή διατάξεων που αντίκεινται μεταξύ άλλων και στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια.
Ο Καθ΄ ου η αίτηση αναφέρεται σε σειρά λόγων στην ένσταση του όπως στη μη προσβολή και/η απαίτηση για ακύρωση (set aside) του Διατάγματος ημερ. 15.12.2016 που δόθηκε από το South Gauteng High Court Johannesburg of the High Court of South Africa στην XXXXX XXXXX Bamberger, στη μη αμφισβήτηση του Διατάγματος ημερ. 06.12.2019 που εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης υπ' αριθμό 295/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας και στις προϋποθέσεις του Άρθρου 5(α) και (β) του Κεφ.195. Αυτά όμως υπενθυμίζεται ότι δεν επιδιώκονται με την παρούσα αίτηση καθώς οι Αιτητές, όπως εξάλλου το δηλώνουν και οι ίδιοι, δεν έχουν πρόθεση με την αίτηση αυτή να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα έκδοσης του διατάγματος Επανασφράγισης, αλλά να διασφαλίσουν τα κληρονομικά δικαιώματα τους.
Σε σχέση με τις ενστάσεις που άπτονται του νομότυπου της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει, επισημαίνεται ότι ο ενόρκως δηλών κ. XXXXX XXXXX Ευθυμίου αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την αδερφή του Ευανθία. Δεν χρειάζεται οποιοδήποτε άλλο σχόλιο επ' αυτού. Εάν ο Καθ’ ου η αίτηση επιθυμούσε να αμφισβητήσει το γεγονός της παροχής εξουσιοδότησης θα μπορούσε να ζητήσει να αντεξετάσει τον ενόρκως δηλούντα εξασφαλίζοντας προς τούτο σχετική άδεια από το Δικαστήριο. Χωρίς αυτά κάθε τέτοια αμφισβήτηση παραμένει γενική και αόριστη και άνευ ερείσματος και απορρίπτεται.
Επανέρχομαι στο ζήτημα της μη παραδοχής του Καθ’ ου η αίτηση, κατά γενικό και αόριστο τρόπο, ότι οι Αιτητές είναι γνήσια τέκνα του αποβιώσαντα και της πρώην συζύγου του XXXXX Λάμπρου. Προς τούτο σχετική παραπομπή μπορεί να γίνει στην ένορκη δήλωση των Αιτητών όπου έχουν επισυναφθεί ως Τεκμ. 3 και 4, τα πιστοποιητικά γεννήσεως των Αιτητών το περιεχόμενο των οποίων αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Ούτε και αμφισβητήθηκε η γνησιότητα τους. Όσον αφορά τα Τεκμ. 1 και 2 (Ταυτότητα Αποβιώσαντα και πιστοποιητικό θανάτου) σημειώνεται ότι αποτελούν μέρος των εγγράφων που ο ίδιος ο Καθ’ ου η αίτηση έχει παρουσιάσει στην παρούσα διαδικασία και στην Αίτηση υπ' αριθμό 295/2019. Επομένως κρίνω κατά τα διαλαμβανόμενα στη Δ.55 Καν. 4 ότι κατάλληλα έχει αποδειχθεί ότι οι Αιτητές είναι γνήσια τέκνα του αποβιώσαντα και επομένως νόμιμοι κληρονόμοι του, το κληρονομικό δικαίωμα των οποίων είναι αντικείμενο εξέτασης της παρούσας αίτησης η οποία επιπρόσθετα σύμφωνα με τα πιο πάνω δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανυπόστατη (βλ. Γεωργίου v. Σχολαί Φρειδερίκου Λτδ, (2004) 1 Α.Α.Δ. 866 για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά τον πιο πάνω διαδικαστικό κανονισμό).
Η διασύνδεση δε της απόφασης του Δικαστηρίου για την απόρριψη των αιτημάτων των Αιτητών που υποβλήθηκαν στις 29.10.2019 και 06.12.2019 στο πλαίσιο της αίτησης για Επανασφράγιση των εγγράφων της Διαχείρισης της περιουσίας του αποβιώσαντα στην Κύπρο είναι κατά την αντίληψη μου παντελώς εσφαλμένη και παραπλανητική, δεδομένου ότι η απόφαση εκείνη του Δικαστηρίου (υπό διαφορετική σύνθεση) βασίστηκε στο γεγονός ότι ο περί Επικυρώσεως Διαθηκών (Επανασφράγιση) Διαδικαστικός Κανονισμός Αρ. 248/1936, όπως κρίθηκε, δεν παρείχε την δυνατότητα καταχώρισης ένστασης. Επρόκειτο για μια διαφορετική διαδικασία η οποία καθόλου δεν σχετίζεται με την παρούσα αίτηση και ούτε δημιούργησε οποιασδήποτε μορφής δεδικασμένο. Τουναντίον ρητά αναγνωρίζεται εδώ από τους Αιτητές το εκεί εκδοθέν διάταγμα Επανασφράγισης.
Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως αυτά αντικατοπτρίζονται στο μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, ο αποβιώσας κατά το Τεκμ. 1 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση, γεννήθηκε στην Κύπρο. Από νεαρή ηλικία μετέβηκε στη Ροδεσία (σημερινή Ζιμπάμπουε), για εργασία. Παρόλο που νυμφεύθηκε (δύο φορές) και απέκτησε παιδιά από δύο συζύγους και περιουσία εκεί, ουδέποτε απώλεσε τη μόνιμη κατοικία καταγωγής του, δηλαδή την Κύπρο. Τούτο αποδεικνύεται από το Τεκμ. 7, πιστοποιητικά Έρευνας Ακίνητης Ιδιοκτησίας που καταμαρτυρούν τη σταθερή και συνεχή αγορά ακινήτων στην Κυπριακή Δημοκρατία, ιδιαίτερα προς το τέλος της ζωής του, στοιχεία που κατά τους Αιτητές καταδεικνύουν την ανεκπλήρωτη πρόθεση του να επιστρέψει στην Κύπρο. Περαιτέρω την πρόθεσή του αυτή να μην απωλέσει την κυπριακή του κατοικία και υπηκοότητα επιβεβαιώνει και η ανανέωση της Ευρωπαϊκής Κυπριακής του ταυτότητας μόλις στις 20.07.2012, με ισχύ δέκα (10) έτη.
Στην υπόθεση Ισλαμική Δημοκρατία του Πακιστάν ν. KHAN κ.α., ECLI:CY:AD:2020:A116, Πολιτική Έφεση Αρ. 259/2013, 260/2013, 8.04.2020 στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών, επιβεβαιώθηκε εκ νέου το θέμα της κατοικίας -domicile-. Ειδικότερα λέχθηκε ότι:
«Αναφορικά με το ζήτημα της μόνιμης κατοικίας του αποβιώσαντος, κατά τον χρόνο του θανάτου του (domicile), υπάρχει πληθώρα αποφάσεων σε σχέση με τη μόνιμη κατοικία καταγωγής (domicile of origin), σε σχέση με την απόκτηση μόνιμης κατοικίας επιλογής (domicile of choice) και σε σχέση με τις περιπτώσεις όπου χάνεται η μόνιμη κατοικία επιλογής και αν δεν αποκτηθεί άλλη μόνιμη κατοικία επιλογής, αναβιώνει η μόνιμη κατοικία καταγωγής. Χρήσιμη αναφορά σ' αυτά τα θέματα μπορεί να γίνει στο Σύγγραμμα Dicey, Morris & Collins - The Conflict of Laws, Τόμος 1ος, Κεφ. 6, σελ. 131 και επόμενες.
Είναι θεμελιωμένο ότι στο Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, το οποίο εφαρμόζεται στις χώρες του Κοινού Δικαίου, όπως είναι η Κύπρος, η απόκτηση μόνιμης κατοικίας επιλογής, γίνεται μόνο με τον συνδυασμό της διαμονής σε κάποια χώρα και της πρόθεσης για μόνιμη ή χωρίς περιορισμό διαμονή στη χώρα εκείνη (residence and intention of permanent or indefinite residence). Είναι επίσης θεμελιωμένο ότι η μόνιμη κατοικία της καταγωγής δύσκολα χάνεται και το βάρος της απόδειξης της απώλειας της μόνιμης κατοικίας καταγωγής το φέρει εκείνος που το ισχυρίζεται. Τεκμαίρεται ότι η μόνιμη κατοικία καταγωγής συνεχίζει να υφίσταται μέχρι να αποδειχθεί ότι μια νέα μόνιμη κατοικία επιλογής έχει αποκτηθεί (Δέστε: Dicey (ανωτέρω), σελ. 137 και 138).
Η απόκτηση μόνιμης κατοικίας επιλογής είναι σοβαρό ζήτημα, το οποίο δεν ικανοποιείται ελαφρά. Σαφής και συμπαγής, μαρτυρία απαιτείται για να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, υπήρξε αλλαγή μόνιμης κατοικίας. Προς τούτο, απαιτείται ανεξάρτητη μαρτυρία για πρόθεση αλλαγής μόνιμης κατοικίας - Domicilii (Δέστε: Henderson v. Henderson (1967) P. 77, Steadman v. Steadman (1976) A.C. 536, Irvin v. Irvin (2001) F.L.R. 178 και Bowie or Ramsey v. Liverpool Royal Infirmary and others (1930) A.C. 588)».
Με την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 650/2012 οι αρχές που διέπουν τη μόνιμη κατοικία καταργούνται.
Η νομική βάση της Ευρωπαϊκής ενοποίησης στο χώρο του Ιδιωτικού Διεθνούς Δικαίου είναι το άρθρο 81 § 2 στοιχείο γ. της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), το οποίο παρέχει τη δυνατότητα λήψης μέτρων που αποσκοπούν στην ενοποίηση των κανόνων συγκρούσεως στα κράτη μέλη. Το άρθρο αυτό συνιστά τη νομική βάση θέσπισης του Κανονισμού για τις κληρονομικές σχέσεις (650/2012)[1]. Ο Κανονισμός δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ στις 04.07. 2012 και τέθηκε σε ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 84 § 1 στις 17.08.2012 με εξαίρεση ορισμένες διατάξεις και εφαρμόζεται στις κληρονομικές διαδοχές προσώπων των οποίων ο θάνατος επέρχεται κατά ή μετά την 17.08.2015 (δηλαδή ισχύει και στην παρούσα περίπτωση).
Πλέον ο Κανονισμός αναγνωρίζει συνήθη διαμονή. Παρόλα αυτά το άρθρο 10 του Κανονισμού ορίζει ότι : 1. Οσάκις η συνήθης διαμονή του θανόντος κατά τον χρόνο του θανάτου δεν βρισκόταν σε κράτος μέλος, τα δικαστήρια ενός κράτους μέλους στο οποίο βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία της κληρονομίας έχουν παρ’ όλα αυτά διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπόθεση κληρονομικής διαδοχής στο σύνολό της εφόσον: α) ο θανών είχε την ιθαγένεια του συγκεκριμένου κράτους μέλους κατά το χρόνο του θανάτου, ή αλλιώς·».
Το δε άρθρο 20 του Κανονισμού αναφέρει ότι ο Κανονισμός έχει οικουμενική εφαρμογή (ισχύει και για διαδοχή που γίνεται βάσει του δικαίου μη κράτους μέλους). Συνεπώς επί του προκειμένου ο ίδιος ο Κανονισμός ξεκάθαρα δίδει διεθνή δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια να εκδικάσουν την κληρονομική διαδοχή σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο της διαδοχής.
Υπό το φως των ανωτέρω προνοιών του Κανονισμού[2], προκύπτει ξεκάθαρα ότι εφαρμοστέο δίκαιο για το σύνολο της κληρονομικής διαδοχής είναι το δίκαιο της Κυπριακής Δημοκρατίας, δυνάμει του άρθρου 10 γενικά, για το σύνολο της κινητής και ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο και στην αλλοδαπή.
Με τη θέση σε ισχύ του Κανονισμού, οι διατάξεις του περί Επικύρωσης Διαθηκών (Επανασφράγιση) Νόμου (Κεφ.192), οι οποίες έρχονται σε αντίθεση με τον Κανονισμό καθίστανται ανεφάρμοστες, σύμφωνα με την αρχή της υπεροχής με την απόφαση στην υπ. 6/64, Costa κατά Enel, της 15ης Ιουλίου 1964. Συναφώς σε σχέση με τα ακίνητα που βρίσκονται στην Κύπρο έχει ισχύ το Άρθρο 5(β) του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου (Κεφ.195), αλλά και σε σχέση με το σύνολο της περιουσίας του αποβιώσαντα το άρθρο 41 του εν λόγω Νόμου, βάσει του οποίου μπορεί να διαθέσει με διαθήκη μόνο το ¼ της περιουσίας του (κινητής και ακίνητης σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού), δεδομένου ότι κατά το χρόνο του θανάτου του κατέλειπε σύζυγο και τρία τέκνα. Οι Αιτητές δικαιούνται συναφώς επί των ακινήτων που βρίσκονται στην Δημοκρατία νόμιμο μερίδιο, ως γνήσια τέκνα του, σύμφωνα με την αίτηση, ως επίσης και νόμιμο μερίδιο για το σύνολο της λοιπής κινητής περιουσίας που βρίσκεται στη Δημοκρατία.
Υπάρχει σωρεία αποκρυσταλλωμένης νομολογίας στο κυπριακό δίκαιο, όπου κωδικοποιείται η καλά θεμελιωμένη αρχή του κοινοδικαίου ότι «the formal validity of a will of immovables is governed by the lex rei sitae and that the formal validity of a will of movables is governed by the lex domicilii tempore mortis»[3].
Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Kochino and others v. Dervishe Irfan, (1976) 1 C.L.R. 240 όπου σημειώθηκαν τα εξής:
«it is the lex situs, and the lex situs exclusively, which decides whether the testator has capacity, whether the appropriate formalities for the making or for the revocation of a will by a later will have been observed, whether the testator has an unlimited or only a restricted power of disposition, and whether the interest devised is essentially valid"; and that "the law of the testator's domicile has no effect upon these matters, whether the subject-matter of the will is a freehold or a leasehold interest».
Στην υπόθεση Eleni P. Aspri v. Ioannis Elia Pipides and 16 Others, Action No. 1993/75, 21.5.77 τονίστηκε ότι:
«According to the principles of the English Private International Law, which are part and parcel of the English Common Law and they are applicable here by virtue of section 29 of the Courts of Justice Law 14/60, the testamentary succession to immovable property is regulated by "lex loci rei situs" and same in respect of movable property by the "lex domicilii" of the testator at the time of his death».
Ενόψει των ανωτέρω σε σχέση με την ευρισκόμενη στην Κύπρο περιουσία του αποθανόντος κρίνω ότι η διαδοχή θα πρέπει να γίνει με βάση το κυπριακό δίκαιο, ανεξάρτητα από τον τόπο που είχε τη διαμονή του κατά το χρόνο θανάτου του ο αποβιώσας, δεδομένου ότι ο αποβιώσας κατείχε κατά το χρόνο του θανάτου του την κυπριακή υπηκοότητα, και ισχύει επί του προκειμένου το άρθρο 10 του Κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο τα δικαστήρια της Δημοκρατίας, όπου βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία της κληρονομίας, έχουν διεθνή δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπόθεση κληρονομικής διαδοχής στο σύνολό της. Παρόλο που στην αίτηση τους οι Αιτητές περιορίζονται στην έκδοση διαταγμάτων μόνο για τα ακίνητα του αποβιώσαντα στην Κύπρο, ενόψει του ότι ζητείται και θεραπεία την οποία το Δικαστήριο κρίνει εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις (αιτητικό ΣΤ) βάσει του οποίου, όπως και η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου τους, θα μπορούσα να αποφανθώ και εκδώσω διατάγματα τα οποία να αφορούν το σύνολο της περιουσίας του αποβιώσαντα στην Κύπρο, τόσο την κινητή (αν υπάρχει) όσο και την ακίνητη.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ:
Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω να εκδώσω τα αιτούμενα διατάγματα. Εκδίδονται διατάγματα και/ή Δηλώσεις ως τα αιτητικά Α – Ε (καταγράφονται πιο πάνω) με την προσθήκη και της κινητής περιουσίας την οποία κατέλειπε ο αποβιώσας στην Κύπρο. Ανάλογη καθοδήγηση δίδεται από το Δικαστήριο προς την Εκτελέστρια της Διαθήκης του αποβιώσαντα να ενεργήσει σύμφωνα με αυτά. Η διάθεση/διανομή της περιουσίας που κατέλειπε ο αποβιώσας στην Κύπρο θα πρέπει να γίνει στο ποσοστό των ¾ αυτής της περιουσίας (αφού για το ¼ θα ισχύσει η διαθήκη) στους Αιτητές, στη σύζυγο και τον νεότερο υιό του αποβιώσαντα.
ΤΑ ΕΞΟΔΑ:
Επιδικάζονται έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Καθ’ ου η αίτηση ως αντιπροσώπου της Εκτελέστριας της Διαθήκης του αποβιώσαντα υπό την προσωπική της ιδιότητα.
(Υπ.) ……………………………
Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Αλλά και άλλων Κανονισμών, τόσο στο πεδίο της διεθνούς δικονομικού δικαίου (Βρυξέλλες Ι και ΙΙ bis)
όσο και στο πεδίο των συγκρούσεων νόμων (Ρώμη I,II,III).
[2] Ο οποίος έχει αυξημένη τυπική ισχύ έναντι του εθνικού Νόμου (Βλ. και Άρθρο 1 Α του Συντάγματος της Δημοκρατίας).
[3] Donald G. Casswell, The Conflict of Laws Rules Governing the Formal Validity of Wills: Past Developments and Suggested Reform, p. 166.