ECLI:CY:EDLAR:2022:A4
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ
Ενώπιον: Μ. Ναθαναήλ, Ε.Δ.
Αγωγή αρ.1221/16
Μεταξύ:
XXXXX Κίμωνος υπό την Ιδιότητα του ως Εκκαθαριστής της Εταιρείας Adgate Communication Services Ltd
Ενάγοντες
και
1. XXXXX Λάρκου
2. XXXXX Λάρκου
Εναγόμενοι
Ημερομηνία: 25.1.22
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντες: κα. Μ. Χριστοφή για Αντωνάκη Σωτηρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενους: κα. Ε. Γαϊτάνου για Χρ. Λάρκου & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
ΑΠ Ο Φ Α Σ Η
Δυνάμει του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, ημερομηνίας 19.7.16, ο ενάγοντας υπό την ιδιότητα του ως Εκκαθαριστής της Εταιρείας Adgate Communication Services Ltd (εφεξής η «Adgate») αξιώνει από τους εναγόμενους ποσό €3.000 ως αποζημιώσεις για παράβαση γραπτής συμφωνίας και/ή δυνάμει εγγράφου αναγνώρισης χρέους, πλέον νόμιμο τόκο, έξοδα, Φ.Π.Α και έξοδα επίδοσης. Αποτελεί δικογραφημένη θέση του ενάγοντα ότι την 18.7.11 σε έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της εταιρείας Adgate, ως αυτή έλαβε χώρα στα γραφεία του Εκκαθαριστικού Οίκου Leonidas Kimonos Services Ltd αυτή, διαλύθηκε εκούσια. Για σκοπούς διάλυσης της, ορίστηκε εκκαθαριστής ο κ. Κίμωνος. Ο εναγόμενος 2 κατά εκείνο τον χρόνο, ήτοι το 2011, ήταν όχι μόνο Διευθυντής και μέτοχος της εταιρείας Adgate, αλλά και το άτομο που προήδρευε της προαναφερόμενης συνέλευσης.
Μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του ο ενάγοντας, την 27.11.12 καταχώρησε μέσω των δικηγόρων του και εκ μέρους των συμφερόντων της εταιρείας Adgate, ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον της εταιρείας Larco -Lamanko Developers Ltd (εφεξής η «Larco- Lamanko») με αριθμό XXXXX/12 λόγω επιταγής που είχε εκδοθεί προς όφελος της πρώτης, και η οποία επιστράφηκε χωρίς επαρκή υπόλοιπα. Διευθυντές της Larco- Lamanko, οι δύο εναγόμενοι. Η ποινική υπόθεση προωθήθηκε μόνο εναντίον του εναγόμενου 2, αφού λόγω επαγγέλματος, θεωρήθηκε ορθό όπως αυτή μην προωθηθεί εναντίον του πρώτου. Κατά την 16.4.14, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη η ποινική υπόθεση για ακρόαση, και στα πλαίσια διευθέτησης της, τα μέρη κατέληξαν σε συμφωνία, ως αυτή αποτυπώθηκε μέσω χειρόγραφης σημείωσης που ετοίμασε ο εναγόμενος 1, παρουσία του ενάγοντα. Οι όροι της ήταν οι ακόλουθοι: (α) Να διακοπεί άμεσα η ιδιωτική ποινική υπόθεση, (β) Οι εναγόμενοι να παραδώσουν στον ενάγοντα όλα τα σχετικά στοιχεία της εταιρείας για να γίνει προσπάθεια εκ μέρους του όπως ληφθούν δικαστικά μέτρα εναντίον των χρεωστών της υπό εκκαθάρισης εταιρείας, (γ) Να πληρωθεί μέχρι το τέλος του 2014 από τους εναγόμενους προς τον ενάγοντα ποσό €3.000 ως η αμοιβή του σε σχέση με τον διορισμό του ως εκκαθαριστής της Adgate, η πρώτη δόση δε ύψους €1.500 να πληρωθεί μέχρι την 18.7.14 και η δεύτερη μέχρι το τέλος του έτους 2014, (δ) Να πληρωθούν τα δικηγορικά έξοδα της ιδιωτικής ποινικής, ως αυτά θα καθορίζονταν από τον εναγόμενο 1.
Κατά παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας, οι εναγόμενοι αρνήθηκαν και/ή αμέλησαν όπως ξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό στον ενάγοντα, ούτε παρέδωσαν λεπτομέρειες, αναφορικά με τους χρεώστες της υπό εκούσιας εκκαθάρισης εταιρείας, Adgate. Μετά από επανειλημμένες οχλήσεις των δικηγόρων του ενάγοντα ως προς τα πιο πάνω, οι εναγόμενοι κατέβαλαν ποσό €500 ως έξοδα αναφορικά με την ποινική υπόθεση, αρνούνται δε όπως καταβάλουν το υπόλοιπο της οφειλής τους.
Στην υπεράσπιση τους, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο ενάγοντας παρέβηκε τις ρητές οδηγίες του εναγόμενου 2, Διευθυντή της υπό εκκαθάριση εταιρείας Adgate, καταχωρώντας καθ’ υπέρβαση των εξουσιών του την ποινική υπόθεση αφού, καμία υποχρέωση, οφειλή ή χρέος δεν εκκρεμούσε από την εταιρεία Larco-Lamanko προς την Adgate. Τα πραγματικά γεγονότα έχουν, κατά τους εναγόμενους, ως ακολούθως: Η εταιρεία Larco-Lamanko μέσω του εναγόμενου 2, Διευθυντή της, ο οποίος ταυτοχρόνως διατελούσε καθήκοντα Διευθυντή και της εταιρείας Adgate, εξέδωσε σχετική επιταγή για να δημιουργήσει μια εικονική ή πλασματική ρευστοποίηση της εταιρείας Adgate μέσω της τότε Λαϊκής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ και της ούτω καλούμενης τότε διευκόλυνσης «Factors». Τα πιο πάνω, ήταν σε γνώση όλων των εμπλεκομένων, όπως επίσης και το γεγονός ότι η Adgate όφειλε €10.000 ως ενοίκια στην εταιρεία Larco- Lamarko, ως οι εξελεγμένοι λογαριασμοί των δύο εταιρειών. Ως προς την μεταξύ των μερών συμφωνία, οι εναγόμενοι παραδέχονται την ύπαρξη της, καθώς και ότι είχε αποφασιστεί όπως: (α) η ιδιωτική ποινική υπόθεση τερματιστεί άμεσα, και (β) όπως ο εναγόμενος 2 συνεργαζόταν με τον ενάγοντα ούτως ώστε ο τελευταίος προχωρήσει στην εκτέλεση των καθηκόντων του.
Βάσει των ανωτέρω, ο εναγόμενος 2 συμφώνησε ότι εάν ο ενάγοντας εκτελούσε τα καθήκοντα του συμπεριλαμβανομένων αλλά όχι περιορισμένα στην είσπραξη τιμολογίων της υπό εκκαθάριση εταιρείας Adgate και στην απαλλαγή πληρωμών Φ.Π.Α από τους διευθυντές της εταιρείας για τιμολόγια τα οποία δεν είχαν εισπραχθεί, τότε, και μόνο τότε θα του κατέβαλλαν το συμφωνηθέν ποσό των €3.000. Η χειρόγραφη σημείωση που ετοίμασε ο εναγόμενος 1 την 16.4.14 και τα εκεί καταγεγραμμένα, δεν αντανακλούν στην ολότητα τους, τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, με την καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης να παραμένει, καταχρηστική. Ο εναγόμενος 2, κύριος μάρτυρας στην ποινική υπόθεση, σε καμία περίπτωση δεν θα κατέθετε εναντίον του εαυτού του, της εταιρείας ή του αδελφού του, με το αποτέλεσμα της ποινικής να είναι μονόδρομος. Η καταβολή του ποσού των €500 έλαβε χώρα ως ένδειξη συναδελφικής και δικηγορικής αλληλεγγύης, ενώ υπαίτιος για παράβαση των συμφωνηθέντων είναι ο ενάγοντας και κανένας άλλος, αφού ο εναγόμενος 2 είχε, προ της 16.4.14 προμηθεύσει αυτόν με όλα τα στοιχεία που χρειαζόταν, ενώ δεν παρέλειψε όπως και μετά την εν λόγω ημερομηνία, εφοδιάσει αυτόν με περαιτέρω έγγραφα για σκοπούς εκτέλεσης των καθηκόντων του. Δυνάμει των πιο πάνω, κανένα ποσό δεν οφείλουν οι εναγόμενοι στον ενάγοντα, οι οποίοι καλούν το Δικαστήριο όπως απορρίψει την παρούσα με έξοδα υπέρ τους.
Ακολούθησε το Δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση, με τον ενάγοντα να αρνείται την ισχυριζόμενη εκ μέρους των εναγομένων μη ύπαρξη χρέους εκ μέρους της Larco- Lamanko προς την Adgate. Η εν λόγω αξίωση στηριζόταν σε αξιόγραφο -επιταγή, η οποία δεν τιμήθηκε, ενώ άλλες επιταγές από την ίδια εταιρεία προς όφελος της Adgate, είχαν τιμηθεί δεόντως. Η χωρίς αντίκρισμά επιταγή έφερε την υπογραφή και των δύο εναγομένων, όχι μόνο του εναγόμενου 2, ενώ λανθασμένη είναι η αναφορά περί οφειλής της Adgate προς την Larco-Lamanko για ενοίκια, αφού καμία επαλήθευση χρέους δεν έλαβε χώραν που να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό. Ουδέποτε, δηλώνει, ενήργησε καθ’ υπέρβαση των εξουσιών του, ενώ σε σχέση με την συμφωνία αναφέρει απαντητικά, ότι η ποινική υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση για τελευταία φορά την 16.4.14 με παρόντες τους εναγόμενους και τον ίδιο έτοιμο να δώσει μαρτυρία. Προς αποφυγή των πιο πάνω, τα μέρη κατέληξαν στην μεταξύ τους συμφωνία, με τον ενάγοντα να καλεί αργότερα τους εναγόμενους μέσω επιστολών του ημερομηνιών 22.12.14 και 8.8.14 όπως του παραδώσουν τα σχετικά με την εταιρεία, στοιχεία, γεγονός που δεν έγινε ποτέ.
Ακροαματική Διαδικασία /Μαρτυρία:
Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη μέσω της γραπτής μαρτυρίας που κατέθεσαν αντιστοίχως τα μέρη προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους, καθότι η αγωγή εμπίπτει εντός των προνοιών της Διαταγής 30, ως αυτή έχει τροποποιηθεί. Επισημαίνω ότι κανείς εκ των διαδίκων δεν ζήτησε μέσω της Κλήσης για Οδηγίες (ενάγοντες ημερ. 13.2.17) ή του σχετικού Παραρτήματος Τύπου 25 (εναγόμενοι ημερομηνίας 17.2.17) όπως αντεξετάσει, παρά μόνο οι εναγόμενοι μέσω αίτησης τους ημερομηνίας 14.4.21. Την εν λόγω αίτηση καθηκόντως αποφάσισε το Δικαστήριο με την έκδοση σχετικού Ruling την 11.10.21, ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση, με το αίτημα να απορρίπτεται αφού το αίτημα αφορούσε ουσιαστικά την αντεξέταση του ενάγοντα επί παντός επιστητού, γεγονός ανεπίτρεπτο σε διαδικασίες ταχείας εκδίκασης, αφού σκοπός των προνοιών της Διαταγής 30 είναι η αποτελεσματική μεν αλλά τάχιστη δε, εκδίκαση των επίδικων ζητημάτων μέσω της παράθεσης γραπτής προς τούτο μαρτυρίας, και όχι η εκδίκαση αυτών μέσω της διεξαγωγής μίας κανονικής ακροαματικής διαδικασίας.
Για τους ενάγοντες κατέθεσε τη γραπτή μαρτυρία του ο ενάγοντας. Εκεί επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, επισυνάπτοντας ως Τεκμήρια Α μέχρι Γ αντίγραφα του ‘Εκτάκτου Ψηφίσματος Διάλυσης της εταιρείας ημερομηνίας 18.7.11, αντίγραφο Γνωστοποίησης της Εκούσιας Εκκαθάρισης της εταιρείας στον Έφορο Εταιρειών και σχετική Δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας αναφορικά με το νεοφανές καθεστώς της εταιρείας. Στα πλαίσια των καθηκόντων του, ζήτησε από την εταιρεία Larco-Lamarko όπως ξοφλήσει τις οφειλές της προς την Adgate, με τους εναγόμενους να εκδίδουν τις επιταγές με αριθμούς XXXXX76 και XXXXX77- Τεκμήρια Δ και Ε. Η πρώτη στην σειρά επιταγή επιστράφηκε ως απλήρωτη, ενώ η δεύτερη τιμήθηκε. Αντίγραφο του Κατηγορητηρίου της ποινικής υπόθεσης με αριθμό XXXXX/12, επισυνάπτει ως Τεκμήριο ΣΤ. Την μεταξύ των μερών συμφωνία ημερομηνίας 16.4.14, ως αυτή αποτυπώθηκε χειρόγραφα από τον εναγόμενο 1, δικηγόρο, καταθέτει ως Τεκμήριο Ζ. Το Δικαστήριο θεωρεί σημαντικό όπως παραθέσει αυτούσιο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου Ζ.
« 16.4.14
1. Να διακοπεί η XXXXX/12.
2. Να συνεργαστούν για το ΦΠΑ και τους υπόλοιπους χρεώστες.
3. Να πληρωθεί ο Λεωνίδας €3.000 μέχρι το τέλος του 2014. Οι πρώτες €1.500 μέχρι 18.7.14 ανεξαρτήτως από την πορεία και έκβαση των χρεωστών.
4. Να πληρωθεί ο XXXXX τα έξοδα».
Οι εναγόμενοι, δηλώνει ο ομνύοντας, δεν συμμορφώθηκαν με τους όρους της συμφωνίας, κατέβαλαν δε ποσό €500 ως τα έξοδα ποινικής υπόθεσης (Έμβασμα ημερομηνίας 3.11.15 - Τεκμήριο Η). Τέλος, επισυνάπτει ως Τεκμήριο Θ την ανταλλαγείσα μεταξύ των δικηγόρων /διαδίκων αλληλογραφία, δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι την 17.5.15 ο εναγόμενος 1 με χειρόγραφη σημείωση του σε επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 7.5.15 αναγνώρισε την οφειλή των εναγομένων, καταγράφοντας σε αυτήν, μεταξύ άλλων, ότι:
«…Θα μιλήσουμε- βρεθούμε από εβδομάδας και οπωσδήποτε θα διευθετήσουμε και τα δικηγορικά σου (συγγνώμη για την καθυστέρηση)….»
Παρά ταύτα, σε εκ νέου επιστολή των δικηγόρων του ενάγοντα ημερομηνίας 31.3.16 ότι θα αναγκαστούν να λάβουν νομικά μέτρα για είσπραξη του ποσού, η απάντηση του εναγόμενου 1 ήταν ότι θα ανέμενε την καταχώρηση της αγωγής.
Στην γραπτή του μαρτυρία ο εναγόμενος 2, επαναλαμβάνει τις υπερασπιστικές γραμμές της υπεράσπισης, δηλώνοντας πλήρως εξουσιοδοτημένος και εκ μέρους του εναγόμενου 1 όπως προβεί στην παρούσα. Συμφωνεί ότι ο ίδιος, το έτος 2011 ήταν ένας εκ των διευθυντών της Adgate η οποία διαλύθηκε εκούσια, ενώ καθήκοντα εκκαθαριστή ανέλαβε ο κ. Κίμωνος. Εφοδίασε τον ενάγοντα με όλα τα αναγκαία στοιχεία, έγγραφα και τιμολόγια που χρειαζόταν, ο οποίος όμως ουδέν έπραξε από την ημέρα ανάληψης των καθηκόντων του. Αντιθέτως, αποφάσισε, παράτυπα όπως καταχωρήσει σχετική ποινική υπόθεση εναντίον της Larco-Lamanko. Το παράτυπο της έγκειτο ότι αυτή είχε ως εκδότη μεν, την Larco-Lamanko, όμως αυτή ήταν εκχωρημένη στην Laiki Factors Limited, κάτι που φαίνεται και επί του Τεκμηρίου Δ που κατέθεσε ο ενάγοντας. H έκδοση της επιταγής έγινε για να δημιουργήσει πλασματική ρευστοποίηση της Adgate, κατόπιν οδηγιών της Laiki Factors. Τους λογαριασμούς εκατέρωθεν των εταιρειών καταθέτει ως Τεκμήριο 1, προς υποστήριξη των θέσεων του ότι η Adgate οφείλει ποσό €10.000 στην Larco-Lamanko.
Στην παράγραφο 6 της γραπτής του μαρτυρίας δηλώνει ότι η μεταξύ των μερών συμφωνία ήταν κυρίως προφορική, προωθώντας την θέση ότι το Τεκμήριο Ζ (συμφωνία) αποτελεί μια πρόχειρη αποτύπωση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, μη υπέχοντας την θέση μίας ολοκληρωμένης συμφωνίας. Ακόμη και αν η σημείωση ήθελε αποδειχθεί ως μια ολοκληρωμένη συμφωνία, ο ενάγοντας σε καμία περίπτωση δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του ως εκκαθαριστής, αφού δεν διεκδίκησε τα όποια οφειλόμενα προς την εταιρεία ποσά, ούτε προέβηκε σε οποιεσδήποτε ενέργειες με τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, τον Φόρο, ή το Φ.Π.Α παρά την κατοχή όλων των αναγκαίων στοιχείων. Επισυνάπτει περαιτέρω ως Τεκμήρια Α και Β επιστολές ημερομηνιών 3.10.16 και 4.10.16 ως αυτές ανταλλάγηκαν μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων.
Αξιολόγηση Μαρτυρίας / Νομική Πτυχή/ Ευρήματα
Βαθιά ριζωμένη στο δικαιϊκό μας σύστημα είναι η νομολογιακή αρχή ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του σε αστική διαδικασία, φέρει ο ενάγων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Ανεξαρτήτως των ισχυρισμών του εναγόμενου, ο ενάγοντας οφείλει, εάν επιθυμεί να επιτύχει η αξίωση του όπως αποδείξει ότι η δική του εκδοχή είναι πιο πιθανή παρά όχι, «more probable than not» (δέστε Μαρσέλ ν Λαική Τράπεζα Λτδ 2001 1(Β) Α.Α.Δ. 1858). Το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει την μαρτυρία που έχει ενώπιον του με σκοπό να μπορέσει να διαπιστώσει και να εξαγάγει ευρήματα επί πραγματικών γεγονότων ώστε να μπορεί τελικώς να καταλήξει κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης έχει αποσείσει αυτό στον απαιτούμενο βαθμό.
Σε διαδικασίες ταχείας εκδίκασης ή σε υποθέσεις όπου οι διάδικοι συνηγορούν όπως εκδικαστούν ως τέτοιες, ακολουθούνται οι διαδικασίες που προβλέπονται κάτω από την ομπρέλα της νέας Διαταγής 30. Το Δικαστήριο, με δεδομένο ότι δεν έχει ενώπιον του ζώσα μαρτυρία, οφείλει με περισσή προσοχή να καταλήξει σε στερεά ευρήματα. Αυτό λαμβάνει χώραν μέσω της αξιολόγησης της μαρτυρίας με αντιπαραβολή των θέσεων των διαδίκων, αλλά και των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στη διαδικασία. Νοείται βέβαια ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται πάντοτε με κριτήριο τις δικογραφημένες προτάσεις των μερών και αντιπαραβολή με αυτές αφού:
«O επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιiκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος του αντιδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του» (βλ. Παπαγεωργίου ν Κλάππας Invstment Services Ltd (1991) 1 Α.Α.Δ. 24).
Τα ως άνω αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα σε υποθέσεις ταχείας εκδίκασης όπου η παρουσιασθείσα γραπτή μαρτυρία οφείλει να εξετάζεται σε αυστηρή συνάρτηση με τα γεγονότα που παρατίθενται στα δικόγραφα αφού εκλείπει από την διαδικασία η ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Το Δικαστήριο οφείλει λοιπόν ασκώντας δικαστική κρίση να αξιολογήσει την ενώπιον του μαρτυρία βάση του περιεχομένου αυτής, την ποιότητα αυτής αλλά και την πειστικότητα της (βλ.Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506).
Αποκτά ιδιαίτερη σημασία για σκοπούς της παρούσας απόφασης ότι παρά την φαινομενική διαφωνία των διαδίκων ως προς τα γεγονότα, υπάρχει σύγκληση και στην δικογραφία και στις εκατέρωθεν μαρτυρίες των διαδίκων επί των ακόλουθων ζητημάτων, τα οποία είναι παραδεκτά. Αυτά είναι:
(α) Ότι την 18.7.11 σε έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της Adgate αυτή διαλύθηκε εκούσια και για σκοπούς διάλυσης διορίστηκε ως εκκαθαριστής ο Λεωνίδας Κίμωνος.
(β)’Ότι ο εναγόμενος 2 αποτελούσε κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, Διευθυντή των εταιρειών Adgate και Larco-Lamarko.
(γ) Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο (Ιούλιο 2011) ο εναγόμενος 2 προήδρευε της συνέλευσης για διάλυση της εταιρείας Adgate.
(δ) Ότι καταχωρήθηκε η υπ’ αριθμό 22002/12 Ποινική Υπόθεση εναντίον της Larco-Lamanko και του εναγόμενου 2.
(ε) Τα μέρη εισήλθαν την 16.4.14 σε συμφωνία αναφορικά με την πορεία της ποινικής υπόθεσης, τον καθορισμό των μεταξύ τους υποχρεώσεων και της αμοιβής του ενάγοντα.
Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου.
Η μαρτυρία του ΜΕ1 κρίνεται ως καθ’ όλα συνεκτική και πειστική, αφού συνάδει πλήρως με το περιεχόμενο των ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένων Τεκμήριων και δικογραφημένων θέσεων του. Πέραν των ως άνω, αυτή περιγράφεται ως καθ’ όλα αναλυτική και επεξηγηματική, με το Δικαστήριο να αποδέχεται στην ολότητα του την μαρτυρία του ΜΕ1 χωρίς κανένα ενδοιασμό. Οι όροι της μεταξύ των μερών συμφωνίας, η ύπαρξη της οποίας είναι παραδεκτή, δίδουν με την σειρά τους, τις απαντήσεις ή τον αντίλογο στις δικογραφημένες θέσεις των εναγομένων. Η αληθοφάνεια των ισχυρισμών του ενάγοντα περί ύπαρξης συμφωνίας και των όρων αυτής, φαίνονται από το περιεχόμενο όχι μόνο της συμφωνίας Τεκμήριο Ζ αλλά και από το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 7.5.15, Τεκμήριο Θ με την οποία οι δικηγόροι του ενάγοντα καλούν τους εναγόμενους σε τήρηση των υποσχέσεων τους, με τον εναγόμενο 1 να παραδέχεται την ύπαρξη της οφειλής, μαρτυρία η οποία παρέμεινε, από πλευράς εναγομένων, αναντίλεκτη.
Η μαρτυρία του εναγόμενου 2 κρίνεται με την σειρά της ως αξιόπιστη στο μεγαλύτερο μέρος αυτής, δηλαδή μέχρι του σημείου περί τήρησης εκ μέρους του όλων ανεξαιρέτως, των δικών του υποχρεώσεων, αφού αυτά τα οποία καταγράφει υποστηρίζονται από την έγγραφη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από τον ενάγοντα ήδη, με την επίτευξη της μεταξύ των μερών συμφωνίας να είναι παραδεκτή μέσω της δικογραφίας και μαρτυρίας του. Η λοιπή του όμως μαρτυρία, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, για τους λόγους που επεξηγούνται και αναλύονται κατωτέρω.
Οφείλει να σημειωθεί εδώ ευθύς αμέσως η διαφωνία του Δικαστηρίου με την θέση των εναγομένων, ως αυτή προωθείται στις αγορεύσεις τους, και όχι στην δικογραφία τους, ότι η συμφωνία των μερών ημερομηνίας 16.4.14 είναι παράνομη. Την θέση αυτήν οι εναγόμενοι βασίζουν στο άρθρο 124 του Ποινικού Κώδικα οι πρόνοιες του οποίου διαβάζουν ως ακολούθως:
«124. Όποιος αφού εγείρει ή προσποιούµενος ότι θα εγείρει ποινική αγωγή εναντίον άλλου προσώπου µε βάση κάποιου ποινικού νόµου µε σκοπό να πάρει από αυτό ποινική αποζηµίωση για ποινικό αδίκηµα που διαπράχτηκε ή για το οποίο υπάρχει ισχυρισµός ότι διαπράχτηκε από το εν λόγω πρόσωπο, συµβιβάζει αυτή χωρίς τη διαταγή ή τη συναίνεση του ∆ικαστηρίου ενώπιον του οποίου εγέρθει ή πού πρόκειται να εγερθεί η αγωγή, είναι ένοχος πληµµελήµατος».
Μεγάλο μέρος της αγόρευσης των εναγομένων εστιάζεται στην απόσυρση της ποινικής υπόθεσης, και στην «αδιαμφισβήτητη σύγκρουση συμφερόντων» μεταξύ ενάγοντα και εναγομένων, με τον πρώτο να διορίζεται από τους τελευταίους ως εκκαθαριστής της εταιρείας τους, και ακολούθως να καταχωρεί εναντίον τους ποινική υπόθεση, γεγονός, κατά τους ίδιους, απαράδεκτο. Τα πιο πάνω όμως, όπως επίσης και η θέση ότι η καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης ήταν ένας συγκεκαλλυμένος μοχλός πίεσης για εξασφάλιση των αστικών δικαιωμάτων του ενάγοντα, δεν αποτελούν δικογραφημένες θέσεις των εναγομένων, και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψιν από το Δικαστήριο.
Τονίζεται ότι δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα το κατά πόσον ορθά ή λανθασμένα είχε καταχωρηθεί η ποινική υπόθεση, ούτε αν η επιταγή με αριθμό XXXXX76 ήταν εκχωρημένη στην «Factors» ή όχι. Καμία θέση στην μεταξύ των μερών διαφορά, δεν έχει επίσης η κατ΄ισχυρισμόν οφειλή της Adgate προς την Larco-Lamankο. Η δε θέση των εναγομένων περί παρανομίας της μεταξύ τους συμφωνίας, πέραν του ότι δεν είναι δικογραφημένη, παραμένει μετέωρη και ανυποστήρικτη αφού, το άρθρο 124 του Ποινικού Κώδικα κάνει πρόνοια σε συμβιβασμούς που λαμβάνουν χώρα «χωρίς τη διαταγή ή τη συναίνεση του ∆ικαστηρίου». Η παράθεση γενικώς των προνοιών του άρθρου, χωρίς την επισύναψη εκ μέρους των εναγομένων, ως μέρη στην ποινική διαδικασία, του πρακτικού του Δικαστηρίου κατά την 16.4.14, αφήνει το επιχείρημα αυτό έκθετο σε απόρριψη, αφού δεν έχει καταδειχθεί ότι ο όποιος συμβιβασμός ή συμφωνία ήταν χωρίς την έγκριση του Δικαστηρίου. Το βάρος απόδειξης του συγκεκριμένου ισχυρισμού είναι αποκλειστικά επί των ώμων των εναγομένων.
H εισήγηση της συνηγόρου των εναγομένων ως αυτή καταγράφεται στην αγόρευση της ότι: «Η χρήση της ποινικής διαδικασίας για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους προορίζεται ήταν εμφανής τόσο από τη σύζευξη της με την πολιτική αγωγή, όσο και από την ίδια την μαρτυρία του ενάγοντα ο οποίος ευθέως είπε στη μαρτυρία του ότι η ποινική διαδικασία απέβλεπε στην ανάκτηση του χρέους που διεκδικούσε από τους εναγόμενους» οφείλει όπως απορριφθεί. Ουδέν αναληθέστερο. Σκοπός καταχώρησης της ποινικής διαδικασίας δεν ήταν η αποκόμιση οφέλους από τον ενάγοντα για ίδιον σκοπό, αλλά η διασφάλιση των συμφερόντων της Adgate, η οποία είχε να λαμβάνει χρήματα από την Larco-Lamanko, δικαιώματα τα οποία μόνο ο ίδιος, ως εκκαθαριστής της πρώτης, μπορούσε και όφειλε να διαφυλάξει. Η αναφορά δε της ποινικής υπόθεσης στα πλαίσια της αστικής αυτής εκκρεμοδικίας κανένα άλλο σκοπό δεν έχει, από την παράθεση όλων εκείνων των γεγονότων που οδήγησαν στην κατάρτιση της συμφωνίας ημερομηνίας 16.4.14, η παράβαση της οποίας αποτελεί την βάση της παρούσας αγωγής.
Αξίζει σχολιασμού και το εξής. Η συμφωνία ημερομηνίας 16.4.14, δεν καταρτίστηκε με σκοπό ή αντάλλαγμα την απόσυρση της ποινικής υπόθεσης, αλλά τον εκ νέου προσδιορισμό των εκατέρωθεν απαιτήσεων και υποχρεώσεων των μερών. Και αυτό γιατί, ο εναγόμενος 2, πεπεισμένος (ως δηλώνει στην δικογραφία και στην γραπτή του μαρτυρία) για το αποτέλεσμα της ποινικής υπόθεσης, κανένα λόγο δεν είχε όπως εισέλθει σε συμφωνία με τον ενάγοντα. Το ότι η συμφωνία δηλαδή δεν είχε ως αντάλλαγμα την απόσυρση της ποινικής, είναι γεγονός το οποίο συνάγεται μέσω της βεβαιότητας του εναγόμενου 2 ότι, εφόσον ο ίδιος δεν θα έδιδε μαρτυρία εναντίον της εταιρείας του, του εαυτού του και του αδελφού του, η ποινική υπόθεση θα ήταν καταδικασμένη σε απόρριψη.
Των ως άνω λεχθέντων, υπενθυμίζεται ότι η υπεράσπιση των εναγομένων είναι ότι κανένα ποσό δεν οφείλουν στον ενάγοντα, αφού αυτός πρώτος, αθέτησε την συμφωνία, με την απραξία του. Η εν λόγω υπερασπιστική γραμμή όμως δεν μπορεί να επιτύχει. Και αυτό λόγω του όρου 3 στην μεταξύ τους συμφωνία, ο οποίος καταγράφει ότι το ποσό των €3.000 θα καταβάλετο στον ενάγοντα, εντός συγκεκριμένων χρονοδιαγραμμάτων, «ανεξαρτήτως από την πορεία και έκβαση των χρεωστών». Δηλαδή, είτε επιτυγχάνετο ο σκοπός περί είσπραξης από χρεώστες, απαλλαγής των Διευθυντών από το ΦΠΑ κτλ, εντός του χρονοδιαγράμματος είτε όχι, η αμοιβή του εκκαθαριστή όφειλε όπως καταβληθεί μερικώς μέχρι την 18.7.14, ενώ το υπόλοιπο ποσό μέχρι το τέλος του 2014.
Η θέση του εναγόμενου ότι η μεταξύ των μερών συμφωνία ήταν κυρίως προφορική, και ότι η απλή χειρόγραφη αποτύπωση μερικών σημείων επί χάρτου (Τεκμήριο Ζ) δεν αντανακλά το πλήρες κείμενο των όρων, δεν βρίσκει το Δικαστήριο σύμφωνο. Υπενθυμίζεται ότι, επί της ουσίας, τα μέρη συμφωνούν και στους όρους αυτής, όπως αντίστοιχα τους παραθέτουν στην δικογραφία τους, αλλά και στο γεγονός ότι οι ίδιοι επέλεξαν, ελευθέρα βουλήσει όπως αποτυπώσουν δια χειρός δικηγόρου/ εναγόμενου 1 τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, ως είχαν μεταξύ τους διαβουλευτεί και καταλήξει. Είναι καλά γνωστή η νομολογιακή αρχή ότι οι όροι και το περιεχόμενο μίας συμφωνίας οφείλουν όπως ερμηνεύονται γραμματικά, με την συνήθη σημασία των λέξεων, η δε ερμηνεία των όρων ενός εγγράφου γίνεται μέσω της συνολικής εξέτασης αυτών και όχι αποσπασματικά (βλ. Θεολόγου κ.α ν Κτηματική Εταιρεία Νέμεσις Λτδ (1998) 1 Α.Α.Α. 407, Σχίζα ν Αδάμου Π.Ε. 7/11 ημερ. 3.11.16, Κωνσταντινίδης ν Κατζιή (1993) 1 Α.Α.Δ 492) ενώ ως έχει λεχθεί στην απόφαση Μελίνα Αλκιβιάδη ν The Philips College Ltd Π.Ε.310/2011 ημερ. 21.3.17: «….οι κανόνες ερμηνείας εγγράφων στόχο έχουν τη γραμματική ερμηνεία, συμπληρωμένη από την αντίληψη που δημιουργείται σ’ ένα κοινό άνθρωπο, η δε πρόθεση των μερών εξάγεται από τη γλωσσική διατύπωση (βλ. Transnatco Ltd v. Superclima Eng. Ltd. (2010) 1 (A) ΑΑΔ 643 και Καρατσιόλης ν. Royal Sports Betting Ltd. (2008) 1 (A) ΑΑΔ 669).
Αποτελούσε λέει, ο εναγόμενος 2, προϋπόθεση η εκπλήρωση των καθηκόντων του ενάγοντα για να λάβει την αμοιβή του. Ο όρος 3 όμως της συμφωνίας, τον διαψεύδει. Όφειλε, λέει ο εναγόμενος, όπως ο ενάγοντας αποδείξει ότι έπραξε τα καθέκαστα με τα στοιχεία του που είχε δώσει για να δικαιούται το λαβείν του. Πού είναι τα στοιχεία λοιπόν που ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι είχε παραδώσει και γιατί δεν επισύναψε αυτά στην μαρτυρία του, από την στιγμή που ο ίδιος, ως Διευθυντής της εταιρείας τα είχε εύκολα αυτά στην κατοχή του; Θα ανέμενε το Δικαστήριο όπως επισυναφθούν στην μαρτυρία του εναγόμενου, ως το πρόσωπο που επικαλείται μια θέση αντίθετη από τα όσα καταγράφονται στην μεταξύ τους συμφωνία, τα σχετικά στοιχεία, έγγραφα, τιμολόγια και κατάλογο χρεωστών προς απόσειση του αποδεικτικού βάρους (evidential burden), ότι το ποσό των €3.000 θα έπρεπε να καταβληθεί υπό την αίρεση όπως ο ενάγοντας εισέπραττε τα τιμολόγια της υπό εκκαθάρισης εταιρείας και απάλλασσε τους διευθυντές της από την πληρωμή του ΦΠΑ. Ακόμη και η θέση του ότι είχε παραδώσει όλα τα σχετικά έγγραφα στον ενάγοντα προ του 2014 (παράγραφος 2 στην μαρτυρία του) αναιρείται μέσω του περιεχομένου της παραγράφου 8 της μαρτυρίας του, στην οποία αναφέρει ότι «…εφοδίασα τον ενάγοντα μετά τις 16.4.14 με περαιτέρω στοιχεία, τιμολόγια, βιβλία και άλλα σχετικά έγγραφα που χρειαζόταν».
Ορθά συνεπώς επισημαίνει η συνήγορος του ενάγοντα στην γραπτή της αγόρευση, ότι οι εναγόμενοι καθόρισαν μόνοι τους, συγκεκριμένο ποσό και τρόπο καταβολής της αμοιβής του ενάγοντα, θέτοντας οι ίδιοι τους όρους αναφορικά με τα χρονικά περιθώρια και πλαίσια καταβολής του ποσού. Το χρονικό όριο που τέθηκε από τους εναγόμενους, και συγκεκριμένα η καταβολή ποσού €1.500 μέχρι 18.7.14 «ανεξαρτήτως πορείας και έκβασης με τους χρεώστες» δεν συνάδει με την επιχειρηματολογία των εναγομένων ότι το ποσό θα πληρωνόταν μόνο και αν ο ενάγοντας έφερε αποτελέσματα.
Σημειώνεται για σκοπούς πληρότητας ότι οι εναγόμενοι διατηρούσαν πάντοτε το δικαίωμα που τους παρέχει το άρθρο 287(2) του Κεφαλαίου 113 όπως προβούν σε ενέργειες για παύση του εκκαθαριστή, για τις πράξεις ή απραξία του, με τις οποίες, διαφωνούσαν. Αντ’ αυτού, τίποτα δεν έπραξαν, ανέμεναν δε, ως είπαν μέσω του Τεκμηρίου Θ (Σημείωση επί επιστολής ημερομηνίας 23.2.16) την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, για να προβάλουν τους ισχυρισμούς τους.
Δυνάμει όλων των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγοντας έχει αποδείξει την αξίωση του στον απαιτούμενο από την Νομολογία βαθμό. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα ως οι παράγραφοι Α και Β της Απαίτησης. Ως προς τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος όπως το Δικαστήριο αποκλίνει από τον γενικό κανόνα, με τα έξοδα να επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) ...............................................
Μ. Ναθαναήλ , Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ