ECLI:CY:EDLEF:2007:A44
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.
Αγωγή Αρ.4530/06
Μεταξύ:
ΛΑΤΟΜΕΙΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, από Λευκωσία
Ενάγουσας
- και -
1. WESTSIDE ENGINEERING PUBLIC LTD, από Πάφο
2. Έφορο Εταιρειών, από Λευκωσία
Εναγομένων
Αίτηση 5.9.06 Εναγομένης 1 για ακύρωση
της επίδοσης και της διαδικασίας
----------------------------------------------------------------
Ημερομηνία: 24 Μαίου, 2007
Εμφανίσεις:
Για εναγόμενη 1/αιτήτρια: κ. Καλλής
Για ενάγουσα/καθ΄ ης: κ. Αγγελίδης
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Με νομικό έρεισμα πρόνοιες των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (Δ.1, Δ.2 θθ.1-3, 6-7 και 11-12, Δ.5 θθ. 1-3 και 7, Δ.6 θθ.5-9, Δ.33 θ.10, Δ.48 θθ.1-4, 8 και 9 και Δ.64), του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ζητείται από την εναγόμενη 1 (στο εξής η αιτήτρια) ο παραμερισμός ή ακύρωση του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, η αναστολή της διαδικασίας και η απόρριψη της αγωγής, για λόγους που θα εκτεθούν στη συνέχεια.
Η αίτηση, η οποία προσέκρουσε σε ένσταση της ενάγουσας (στο εξής η καθ΄ ης η αίτηση), υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση διευθυντή της αιτήτριας, αλλά προτού γίνει αναφορά στο περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων θα ΄ταν χρήσιμο να σκιαγραφηθεί το ιστορικό της διαδικασίας, η οποία έχει στο επίκεντρό της το 20% του μετοχικού κεφαλαίου της καθ΄ ης ή 100 μετοχές.
Οι πιο πάνω μετοχές πωλήθηκαν τον Ιανουάριο του 2000 από μέτοχο της καθ΄ ης στην αιτήτρια, πώληση που όπως φαίνεται δεν εγκρίθηκε από την καθ΄ ης. Προς τούτο, όπως διατείνεται, απέστειλε και σχετική επιστολή στην αιτήτρια, με την οποία της γνωστοποιούσε την άρνησή της να προχωρήσει στη σχετική μεταβίβαση. Ο διευθυντής της αιτήτριας όμως, όπως ισχυρίζεται η καθ΄ ης, απέκρυψε από τη γραμματέα της - η οποία ενεργούσε και ως δικηγόρος της αιτήτριας – την ύπαρξη της εν λόγω επιστολής, με αποτέλεσμα να κοινοποιηθεί η αλλαγή στον Έφορο Εταιρειών και να καταχωρηθεί στο σχετικό Μητρώο το όνομα της ως (νέου) μετόχου.
Είναι θέση της καθ΄ ης ότι η πιο πάνω μεταβίβαση είναι παράνομη και άκυρη, γιατί δεν τηρήθηκαν οι διαδικασίες που προβλέπονται από τον Περί Εταιρειών Νόμο και/ή διενεργήθηκε από τη γραμματέα της χωρίς εξουσία και/ή ως αποτέλεσμα δόλου του διευθυντή της αιτήτριας. Για αποκατάσταση δε της τάξης, απέστειλε το Δεκέμβριο του 2005 έντυπο στον Έφορο Εταιρειών, με το οποίο του γνωστοποιούσε τον πραγματικό δικαιούχο των εν λόγω μετοχών, έντυπο που έγινε αποδεκτό με την έκδοση Πιστοποιητικού Μετόχων, τον Ιανουάριο του 2006. Ένα μήνα όμως μετά ο Έφορος παράνομα και αυθαίρετα έκδωσε νέο πιστοποιητικό, με το οποίο παρουσιάζει την αιτήτρια ως μέτοχο της καθ΄ ης.
Στη βάση των πιο πάνω ζητούνται από την καθ΄ ης διάφορες θεραπείες, οι οποίες στοχεύουν στην ακύρωση της μεταβίβασης των μετοχών στο όνομα της αιτήτριας, με παράλληλη ακύρωση του πιστοποιητικού μετόχων που έκδωσε ο Έφορος Εταιρειών το Φεβρουάριο του 2006. Διεκδικούνται, επίσης, γενικές, ειδικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις ύψους εκατοντάδων χιλιάδων λιρών.
Τέλος, κρίνεται χρήσιμο να σημειωθεί ότι η καθ΄ ης, επικαλούμενη τα ίδια γεγονότα και επιδιώκοντας τις ίδιες (βασικά) θεραπείες, κίνησε εναντίον της αιτήτριας ακόμη δύο (2) αγωγές, τις υπ΄ αρ. 351/06 και 2280/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η πρώτη διακόπηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 3.4.06 με έξοδα εναντίον της καθ΄ ης, κατ΄ ακολουθία καταχώρησης ειδοποίησης διακοπής δυνάμει της Δ.15 θ.1. Η δεύτερη απορρίφθηκε στις 7.7.06 με έξοδα επίσης εναντίον της καθ΄ ης ως αποσυρθείσα. Αγωγή που σχετίζεται με μετοχές της καθ΄ ης κίνησε και η αιτήτρια εναντίον 9 εναγομένων. Πρόκειται για την αγωγή 2936/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, με την οποία η αιτήτρια, υπό την ιδιότητα της ως μετόχου του 50% του μετοχικού κεφαλαίου της καθ΄ ης, αξίωνε αποζημιώσεις για ζημιές, που όπως διατείνεται, υπέστη λόγω επιλήψιμων ενεργειών κάποιων από τους εναγόμενους.
Mε τη σκιαγράφηση του ιστορικού διευκολύνεται η κατανόηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών ή θέσεων, οι οποίες περιστρέφονται γύρω από δύο θέματα. Το πρώτο αφορά την τοπική αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου για εκδίκαση της υπόθεσης και, το δεύτερο, αν η καταχώρηση της παρούσας αγωγής συνιστά ή όχι κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας.
Για το ζήτημα της τοπικής αρμοδιότητας ο ενόρκως δηλών της αιτήτριας επικαλείται, βασικά, τα ακόλουθα:
Η αγορά των επίδικων μετοχών έγινε στην Πάφο, όπου η αιτήτρια είχε και εξακολουθεί να έχει το εγγεγραμμένο της γραφείο. Ο πωλητής δε των μετοχών ήταν και εξακολουθεί να είναι μόνιμος κάτοικος Πάφου και στην Πάφο, χωριό Ανδρολίκου, διεξήγε και διεξάγει εργασίες λατόμευσης και η καθ΄ ης η αίτηση. Περαιτέρω, η καθ΄ ης είχε κατά το χρόνο πώλησης των μετοχών, αλλά και μεταγενέστερα, το εγγεγραμμένο της γραφείο στο χωριό Αργάκα της Πάφου, όπως επιβεβαιώνεται και από σχετικά πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών ημερ. 26.9.00 και 23.6.05 που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση.
Όλα τα πιο πάνω στοιχεία, υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας, καταδεικνύουν ότι τοπική αρμοδιότητα για εκδίκαση της υπόθεσης έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και όχι της Λευκωσίας. Παρέπεμψε, σχετικά, στο άρθρο 21 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στις υποθέσεις Κυριάκου και Α/φοι Λτδ ν. Ιωάννου (1990) 1 ΑΑΔ 479 και Θεοχάρους ν. Παστέλλη (1993) 1 ΑΑΔ 240, επισημαίνοντας ότι η προσθήκη ως εναγόμενου του Εφόρου Εταιρειών δεν διαφοροποιεί τα πράγματα. Αυτό γιατί εναντίον του Εφόρου δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα και ούτε διαπιστώνεται κάτι τέτοιο από τη μελέτη της έκθεσης απαίτησης της καθ΄ ης. Η προσθήκη αυτή έγινε, υποστήριξε, με απώτερο σκοπό να δοθεί τοπική αρμοδιότητα στο παρόν Δικαστήριο και το γεγονός ότι μεταγενέστερα η καθ΄ ης μετέφερε το εγγεγραμμένο της γραφείο στη Λευκωσία είναι χωρίς σημασία.
Το παρόν Δικαστήριο, αντέτεινε ο ενόρκως δηλών της καθ΄ ης, έχει τοπική αρμοδιότητα για εκδίκαση της υπόθεσης, γιατί η αγωγή στρέφεται και εναντίον του Εφόρου Εταιρειών ο οποίος έχει την έδρα του στη Λευκωσία.
Η απαίτηση της καθ΄ ης εναντίον του Εφόρου, υποστηρίχθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της, στηρίζεται σε ενέργειες του Εφόρου που έγιναν στη Λευκωσία και, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 21(β) του Περί Δικαστηρίων Νόμου το παρόν Δικαστήριο έχει τοπική αρμοδιότητα.
Για το δεύτερο ζήτημα, που αφορά την κατάχρηση ή μη της δικαστικής διαδικασίας, οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί των ενόρκων δηλούντων και όσα σχετικά υποστηρίχθηκαν από τους ευπαιδεύτους συνηγόρους έχουν στο επίκεντρο τους τις αγωγές 351/06, 2280/06 και 2936/05, που αναφέρονται πιο πάνω.
Η καθ΄ ης, διατείνεται ο ενόρκως δηλών της αιτήτριας, είναι για τρίτη φορά που απευθύνεται στο παρόν Δικαστήριο για το ίδιο θέμα. Προηγήθηκαν οι αγωγές 351/06 και 2860/06, οι οποίες προσέκρουσαν σε αιτήσεις της αιτήτριας για έλλειψη τοπικής αρμοδιότητας με αποτέλεσμα η καθ΄ ης να προβεί σε διακοπή της διαδικασίας σ΄ ότι αφορά την πρώτη αγωγή και ν΄ αποσύρει τη δεύτερη. Με το να επανέρχεται τρίτη φορά για το ίδιο θέμα είναι ενέργεια που ισοδυναμεί με κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και αποβλέπει «με έμμεσο και έντεχνο τρόπο να ακυρώσει και/ή παραμερίσει» το προσωρινό διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην αγωγή 2936/05, το οποίο έγινε απόλυτο στις 20.12.05 με ενδιάμεση απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου (τεκμ. 9 της ένορκης δήλωσης).
Τόσο οι θεραπείες που ζητούνται με την παρούσα αγωγή όσο και τα επικαλούμενα γεγονότα επί των οποίων στηρίζονται, υποστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας, είναι πανομοιότυπα με τις δύο προηγηθείσες αγωγές, τις 351/06 και 2280/06. Το ότι προστέθηκε ως εναγόμενος και ο Έφορος Εταιρειών δεν διαφοροποιεί τα πράγματα και ούτε έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου νέα γεγονότα τα οποία δεν ήταν γνωστά από προηγουμένως στην καθ΄ ης. Η προσθήκη αυτή, συνέχισε, έγινε για να δοθεί τοπική αρμοδιότητα στο παρόν Δικαστήριο και έμμεσα να καταστήσει ανενεργό το προσωρινό διάταγμα που έκδωσε το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου στην αγωγή 2936/05. Όσον δε αφορά τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα της κατάχρησης παρέπεμψε στις υποθέσεις Διευθυντής Φυλακών ν. Τζεννάρο (1995) 1 ΑΑΔ 217, στη σελ. 222, Beogradska DD (1996) 1 AAΔ 911 και Θρασυβούλου ν. Λ. Λουκά & Υιοί Λτδ (2001) 1 (Β) ΑΑΔ 687, για να εισηγηθεί ότι τα περιστατικά της υπόθεσης αποκαλύπτουν ότι η αγωγή είναι καταπιεστική, κάτι που δικαιολογεί τερματισμό κι όχι αναστολή της διαδικασίας. Παρέπεμψε σχετικά στις υποθέσεις Δημοκρατία ν. Ιψαρίδη κ.α. (αρ.2) (1993) 3 ΑΑΔ 347, Slongh Estates v. Slongh B.C. (1967) 2 All E.R. 271 και Mills v. Cooper (1967) 2 All E.R. 100, επισημαίνοντας ότι η καθ΄ ης θα μπορούσε να εγείρει τις οποιεσδήποτε απαιτήσεις στο πλαίσιο της αγωγής 2936/05 με ανταπαίτηση.
Οι αγωγές 351/06 και 2280/06, αντέτεινε ο ενόρκως δηλών της καθ΄ ης, διακόπηκαν και η καταχώριση νέας αγωγής, έστω με ίδιο λεκτικό με τις διακοπείσες, δεν προσκρούει σε οποιοδήποτε δικονομικό εμπόδιο. Στην παρούσα αγωγή, επεσήμανε, προστέθηκε νέος εναγόμενος εναντίον του οποίου εγείρονται σοβαρά νομικά ζητήματα και εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει κώλυμα λόγω δεδικασμένου. Επομένως δεν τίθεται θέμα κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ΄ ης, αναπτύσσοντας την πιο πάνω θέση, έκαμε αναφορά στην υπόθεση Πατσαλίδης ν. Δίσπυρου, Πολ. Εφ. 11552/ημερ.19.1.06, η οποία πραγματεύεται το δικαίωμα διακοπής που προνοείται από τη Δ.15 θ.1 και την έγερση νέας αγωγής. Αυτό, υποστήριξε, έγινε στην αγωγή 351/06 και σ΄ ότι αφορά την 2280/06 αυτή αποσύρθηκε σε αρχικό στάδιο, όταν διαπιστώθηκε ότι θα έπρεπε να προστεθεί ως αναγκαίος διάδικος και ο Έφορος Εταιρειών, «εναντίον του οποίου καταλογίζονται αρκετές πράξεις νόμιμες ή παράνομες». Επομένως, εισηγήθηκε, δεν υπάρχει ούτε δεδικασμένο ούτε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Τέλος, δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στις αυθεντίες που επικαλέσθηκε ο (αντίδικος) συνάδελφος του, για να εισηγηθεί ότι αυτές αφορούν παράλληλες διαδικασίες που αποβλέπουν στον ίδιο στόχο. Στην παρούσα όμως περίπτωση, επεσήμανε, δεν εκκρεμεί εκ μέρους της καθ΄ ης οποιαδήποτε άλλη διαδικασία εναντίον της αιτήτριας και, επομένως, οι αναφερθείσες αυθεντίες συνιστούν απόπειρα παραπλάνησης του Δικαστηρίου.
Έχω εξετάσει με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις. Αρχίζοντας από το δεύτερο ζήτημα, αν δηλαδή εντοπίζεται κατάχρηση ή όχι της δικαστικής διαδικασίας, έχω την άποψη ότι οι θέσεις της αιτήτριας δεν ευσταθούν, κι αυτό για δύο λόγους. Ο πρώτος σχετίζεται με τις πρόνοιες της Δ.15 θ.1 και ο δεύτερος με την ανυπαρξία παράλληλων διαδικασιών. Πιο συγκεκριμένα:-
Σύμφωνα με τη Δ.15 θ.1 ο ενάγοντας – όπως αποφασίσθηκε στην υπόθεση Πατσαλίδη ν. Δίσπυρου (ανωτέρω), με αναφορά στην Παμπορίδης ν. Κτηματική Τράπεζα Λτδ (1995) 1 ΑΑΔ 670 - «δικαιούται να διακόψει (discontinue) με γραπτή ειδοποίηση την αγωγή, δηλαδή να την τερματίσει με δικαίωμα καταχώρισης νέας, οποτεδήποτε πριν την παραλαβή της υπεράσπισης, ή μετά την παραλαβή της πριν προβεί σε οποιοδήποτε άλλο δικονομικό διάβημα, (με επιφύλαξη ως προς οποιανδήποτε ενδιάμεση αίτηση). Από εκεί και πέρα ο ενάγων παύει να είναι dominus litis. Η διακοπή της αγωγής τελεί πλέον υπό την αίρεση της εξασφάλισης άδειας από το Δικαστήριο. Η απόσυρση της αγωγής και η επακόλουθη απόρριψη της χωρίς τέτοια άδεια, που εξ ορισμού εμπεριέχει την αναγνώριση στον ενάγοντα δικαιώματος καταχώρισης νέας αγωγής, δημιουργεί δεδικασμένο».
Υπό τα περιστατικά της κρινόμενης περίπτωσης οι προγενέστερες δύο αγωγές (351/06 και 2280/06) διακόπηκαν πριν την παραλαβή της υπεράσπισης και, επομένως, η καθ΄ ης δικαιούταν να επανέλθει με νέα, δικαίωμα που άσκησε με την καταχώρηση της παρούσας.
Όσον αφορά το δεύτερο λόγο, υιοθετώ τις σχετικές εισηγήσεις του συνηγόρου της καθ΄ ης. Ότι, δηλαδή, οι αυθεντίες που επικαλέσθηκε ο συνήγορος της αιτήτριας αφορούν παράλληλες διαδικασίες που αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό ή στόχο. Στην παρούσα, όμως, περίπτωση δεν εκκρεμεί άλλη διαδικασία με ενάγουσα την αιτήτρια και εναγόμενη την καθ΄ ης και το επιχείρημα ότι η καθ΄ ης θα μπορούσε να εγείρει τις οποιεσδήποτε αξιώσεις της με ανταπαίτηση στην αγωγή 2935/06 δεν μπορεί, κατά την άποψή μου, να εξισωθεί με κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας. Αυτό, γιατί η καθ΄ ης ναι μεν είχε αυτή τη δυνατότητα αλλά τίποτα δεν την εμπόδιζε να καταχωρήσει ξεχωριστή αγωγή παρά να εγείρει ανταπαίτηση.
Για τους πιο πάνω λόγους είναι κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η παρούσα δεν συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και η σχετική θέση απορρίπτεται. Ό,τι θα μπορούσε να λεχθεί είναι ότι το να επανέρχεται η καθ΄ ης τρίτη φορά για το ίδιο, ουσιαστικά, θέμα αποτελεί (ενδεχομένως) ενόχληση για την αιτήτρια, κάτι που θεραπεύθηκε με την καταβολή εξόδων.
Το ζήτημα της τοπικής αρμοδιότητας διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Η καθ΄ ης δεν υποστήριξε ότι η βάση της αγωγής δεν έχει προκύψει μέσα στα όρια του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου (άρθρο. 21(1)(α)), ούτε ότι η αιτήτρια διεξάγει επάγγελμα ή έχει το εγγεγραμμένο της γραφείο εντός των ορίων του εν λόγω Δικαστηρίου. Αντίθετα, με όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η βάση της αγωγής προέκυψε αναντίλεκτα στα όρια του πιο πάνω Δικαστηρίου, όπου και το εγγεγραμμένο γραφείο και ο τόπος διεξαγωγής των εργασιών της αιτήτριας. Το μόνο, επομένως, ερώτημα που εγείρεται είναι αν το παρόν Δικαστήριο έχει τοπική αρμοδιότητα ενόψει του ότι υπάρχει εναγόμενος, ο Έφορος εταιρειών, ο οποίος αναντίλεκτα διεξάγει τις εργασίες του στη Λευκωσία. Θετική απάντηση θα επιφέρει την απόρριψη κι αυτής της θέσης της αιτήτριας, ενώ αρνητική θα ΄χει σαν συνέπεια την αναστολή της διαδικασίας (βλ. Παν. Μωσαϊκά Λτδ ν. Σιακαλλής (2001) 1(Β) ΑΑΔ 1324).
Επιφανειακά εξεταζόμενο το ζήτημα φαίνεται να μη παρουσιάζει κανένα πρόβλημα, ενόψει της ξεκάθαρης πρόνοιας του άρθρου 21 1(β). Προσεκτικότερη, όμως, μελέτη αποκαλύπτει ότι η θέση της αιτήτριας δεν είναι αβάσιμη για τους πιο κάτω λόγους:-
Με την αγωγή της η καθ΄ ης διατυπώνει τη θέση ότι η μεταβίβαση επ΄ ονόματι της αιτήτριας των επίδικων μετοχών είναι παράνομη και άκυρη για δύο λόγους. Ο πρώτος γιατί ήταν αποτέλεσμα δόλου του διευθυντή της αιτήτριας και, ο δεύτερος, γιατί διενεργήθηκε από τη γραμματέα της καθ΄ ης χωρίς εξουσία, κι αυτό γιατί ο εν λόγω διευθυντής τής απέκρυψε ότι η καθ΄ ης δεν ενέκρινε τη μεταβίβαση. Στη βάση αυτή, πώς εμπλέκεται στη διαφορά των διαδίκων ο Έφορος Εταιρειών/εναγόμενος 2; Θέση της καθ΄ ης είναι ότι εμπλέκεται, γιατί τον Ιανουάριο του 2005 αποδέχτηκε έντυπο της και έκδωσε Πιστοποιητικό με «τους νόμιμους» δικαιούχους των μετοχών, κάτι που στη συνέχεια αναίρεσε αυθαίρετα με νέο πιστοποιητικό, στο οποίο παρουσιάζει την αιτήτρια ως μέτοχο της καθ΄ ης. Η έκδοση του εν λόγω πιστοποιητικού, διατείνεται, εγείρει «σοβαρά νομικά θέματα» και, επομένως, ο Έφορος είναι αναγκαίος διάδικος. Δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνο αυτή η τοποθέτηση. Αιτία της αγωγής είναι ισχυριζόμενος δόλος του διευθυντή της αιτήτριας και η συνεπακόλουθη πράξη της γραμματέως να γνωστοποιήσει, χωρίς εξουσία όπως προβάλλεται, τη σχετική αλλαγή στον Έφορο και όχι αυτή καθ΄ εαυτή η έκδοση οποιουδήποτε πιστοποιητικού από τον Έφορο. Αν, επομένως, η καθ΄ ης πετύχει στην αγωγή της τότε, άνευ ετέρου, η πράξη μεταβίβασης των επίδικων μετοχών ακυρώνεται εξ υπαρχής και ο Έφορος Εταιρειών το μόνο που θα έχει να κάνει είναι να εκδώσει νέο πιστοποιητικό, νοουμένου ότι του γνωστοποιηθεί το σχετικό ακυρωτικό διάταγμα και του ζητηθεί κάτι τέτοιο. Κατ΄ ακολουθία τούτου, δεν βλέπω πώς ο Έφορος Εταιρειών είναι αναγκαίος διάδικος ή πώς εγείρονται εναντίον του «σοβαρά νομικά θέματα» ή, τέλος, πώς τα γεγονότα που επικαλείται η καθ΄ ης στοιχειοθετούν εναντίον του αγώγιμο δικαίωμα. Να υπενθυμίσω, στο σημείο αυτό, ότι το αγώγιμο δικαίωμα συναρτάται με τα γεγονότα τα οποία το στοιχειοθετούν και όχι με τον χαρακτηρισμό ο οποίος του αποδίδεται (βλ. Alex Evangelou Camera House Ltd κ.α. v. Minerva Ltd (2004) 1 (Γ) AAΔ 1734, στη σελ. 1740). Το αγώγιμο δικαίωμα της καθ΄ ης, με βάση όσα αυτή επικαλείται στην έκθεση απαίτησης της, βασίζεται σε δόλο του διευθυντή της αιτήτριας ή σε ενέργειες της (δικής της) γραμματέως και τα θέματα αυτά δεν αφορούν τον εναγόμενο 2, όποιος κι αν είναι ο χαρακτηρισμός που αποδίδεται σε ενέργειές του.
Για όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι τοπική αρμοδιότητα για εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου και η προσθήκη του Εφόρου Εταιρειών ως εναγόμενου 2 είναι εφεύρημα της καθ΄ ης, για να δοθεί στο παρόν Δικαστήριο τοπική αρμοδιότητα, κατάληξη που καθιστά αναπόφευκτη την έκδοση διατάγματος για αναστολή της διαδικασίας. Εκδίδεται, επομένως, διάταγμα αναστολής της διαδικασίας με έξοδα, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, προς όφελος της αιτήτριας/εναγόμενης 1 και εναντίον της καθ΄ ης/ενάγουσας.
(Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο,
Πρωτοκολλητής
/κβπ