ECLI:CY:EDLEF:2007:A83
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ.
Αρ.Αγωγής: 5548/01
Μεταξύ:
ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΛΛΗ
Ενάγοντος
και
1. SEVERIS & ATHIENITIS SECURITIES LTD
2. KEO LTD
Εναγομένων
____________________________
13 Σεπτεμβρίου, 2007
Εμφανίσεις:
Για τον Ενάγοντα: κα Β. Χριστοδουλίδου για LicaLaw Partners Orphanides.
Για την Εναγόμενη 1: κ. Χρ. Θεοδώρου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία.
Για την Εναγόμενη 2: κ. Μ. Κουρσάρος για Χρύση Δημητριάδη & Σία (στην εκφώνηση της απόφασης η κα Γιουσελή).
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ο ενάγων ως επενδυτής, υπήρξε κατά τον ουσιώδη χρόνο πελάτης της εναγομένης 1 η οποία διεξήγαγε και διεξαγάγει χρηματιστηριακές εργασίες όντας και εγγεγραμμένο μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ).
Στα πλαίσια της πιο πάνω σχέσης ο ενάγων κατά ή περί τις 25.8.1999 έδωσε εντολή στην εναγόμενη 1 για την αγορά 3000 μετοχών της εναγόμενης 2, οι τίτλοι της οποίας ήταν εισηγμένοι στο ΧΑΚ. Η εναγόμενη 1 ανταποκρινόμενη στην εντολή του ενάγοντος αγόρασε για λογαριασμό του τις προαναφερθείσες μετοχές στην τιμή των £2.70 έκαστη. Ως αντάλλαγμα ο ενάγων της κατέβαλε το συνολικό ποσό των £8.144,56 που κάλυπτε τόσο το αντίτιμο των μετοχών όσο και τις προμήθειες και δικαιώματα συναλλαγής της εναγομένης 1.
Παρά ταύτα η εναγόμενη 1 κατά παράβαση των όρων της μεταξύ τους συμφωνίας και/ή συναλλαγής και/ή ενεργώντας αμελώς και/ή κατά παράβαση υποχρεώσεων της που προκύπτουν από τον νόμο και τους κανονισμούς, μεταξύ άλλων, απέτυχε να ενεργήσει προς τελείωση της συναλλαγής και να παραδώσει τους τίτλους στον ενάγοντα συμφώνως της ισχύουσας νομοθεσίας και κανονισμών και/ή εντός ευλόγου χρόνου. Αμελώς και κατά παράβαση υποχρεώσεων της που προκύπτουν από τον νόμο και τους κανονισμούς ενήργησε και η εναγόμενη 2, αποτυγχάνοντας, μεταξύ άλλων, να κινηθεί προς τελείωση της συναλλαγής, να μεριμνήσει προς εγγραφή του ενάγοντος στο μητρώο των μετόχων και να αποστείλει τους τίτλους στον ενάγοντα κατά τον χρόνο που όφειλε. Τελικώς οι τίτλοι παραδόθηκαν στον ενάγοντα μόλις τον Σεπτέμβριο του 2000.
Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω παραβιάσεων των εναγομένων ο ενάγων υπέστη συνολική ζημιά £15.600 αφού απώλεσε το δικαίωμα να πωλήσει, ως είχε πρόθεση, τις εν λόγω μετοχές, η αξία των οποίων κατά τον Νοέμβριο του 1999 ανήλθε στις £7.30 έκαστη, σύνολο δηλαδή £21.900 ενώ τον Σεπτέμβριο του 2000 που του παραδόθηκαν τελικώς οι τίτλοι η αξία των μετοχών κατρακύλησε στις £2.10 έκαστη, σύνολο δηλαδή £6.300.
Την προαναφερθείσα κατ’ ισχυρισμό ζημιά τη διεκδικεί από αμφότερες τις εναγόμενες εταιρείες.
Από πλευράς τους οι εναγόμενες με ξεχωριστή Υπεράσπιση και δια διαφορετικής εκπροσώπησης αρνούνται τις παραβιάσεις που τους καταλογίζονται όπως αρνούνται τις προθέσεις και την κατ’ ισχυρισμό ζημιά του ενάγοντος. Αμφότερες χαρακτηρίζουν την κατ’ ισχυρισμό ζημιά του ενάγοντος ως υποθετική και απομακρυσμένη ενώ η εναγόμενη 1 προβάλλει ιδιαιτέρως τον ισχυρισμό ότι ο ενάγων αν επιθυμούσε να πωλήσει τις μετοχές θα μπορούσε να το πράξει παρά τη μη λήψη τίτλων υπογράφοντας “έγγραφο απώλειας τίτλων (indemnity)”.
Με βάση τους πιο πάνω ισχυρισμούς η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για τον ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος (Μ.Ε.1) και ο Παναγιώτης Χριστοφόρου (Μ.Ε.2), για την εναγόμενη 1 ο Γιάννος Αθηαινίτης (Μ.Υ.1.1) και η Γιόλα Χρίστου (Μ.Υ.1.2) και για την εναγόμενη 2 ο Αντώνης Λοϊζου (Μ.Υ.2.1).
Δεν θα επιχειρήσω να καταγράψω σε έκταση τη μαρτυρία των προαναφερθέντων προσώπων καθ’ ότι κάτι τέτοιο θα ήταν ανώφελο και εν πολλοίς αντιπαραγωγικό. Νοείται βέβαια πως η δοθείσα προφορική μαρτυρία σε όλη της την έκταση, όπως και τα κατατεθέντα τεκμήρια εξετάσθηκαν ενδελεχώς και αξιολογήθηκαν πλήρως από το δικαστήριο παρά την απουσία ρητής αναφοράς (βλ. Al Watani κ.α v. Παπαδόπουλου (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937). Τούτων λεχθέντων για σκοπούς και μόνο αλληλουχίας και καλύτερης κατανόησης των όσων θα ακολουθήσουν, θα αναφερθώ επιγραμματικά σε κάποια κύρια σημεία των λεγομένων των μαρτύρων.
Ο ενάγων λοιπόν, πρώην δήμαρχος Έγκωμης αναφέρθηκε στη σχέση και τη συνεργασία του με την εναγόμενη 1 αλλά και στην ιδιαίτερη του γνωριμία και φιλία με τον κ. Γιάννο Αθηαινίτη (Μ.Υ.1.1). Επιβεβαίωσε την αγορά των 3000 μετοχών ως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης και τη μη έγκαιρη αποστολή των τίτλων. Απ’ εκεί και πέρα ανέφερε πως περί τον Νοέμβριο του 1999 η αξία των μετοχών που αγόρασε υπερδιπλασιάστηκε και έτσι αποφάσισε να τις πωλήσει. Πράγματι στις 15.11.1999 πήρε τηλέφωνο τον Μ.Υ.1.1 της εναγόμενης 1 και του έδωσε ρητή εντολή να πωλήσει τις μετοχές “στη μέγιστη τιμής της ημέρας” (sic). Την ημέρα εκείνη η αξία της μετοχής ανήλθε μέχρι και τις £7.30. Πάρα ταύτα η εναγόμενη 1 επικαλούμενη τη μη κατοχή τίτλων παρέλειψε να πραγματοποιήσει την εντολή του. Τότε προέβη σε διάφορες παραστάσεις τόσο προς την εναγόμενη 2 μέσω του Προέδρου της Ηλία Παντελίδη (Μ.Υ.2.1) όσο και προς την εναγόμενη 1 μέσω του Γιάννου Αθηαινίτη (Μ.Υ.1.1) και της Γιόλας Χρίστου (Μ.Υ.1.2) η οποία μάλιστα τον πήρε σχετικά και τηλέφωνο 2-3 ημέρες μετά τη μη πραγματοποίηση της εντολής του. Πέραν τούτων απέστειλε και σχετική επιστολή μέσω δικηγόρου προς τον Γενικό Διευθυντή του ΧΑΚ (τεκμήριο 5).
Παρά τις πιο πάνω ενέργειες του, οι τίτλοι τελικώς του απεστάλησαν μόλις τον Σεπτέμβριο του 2000 που η αξία της μετοχής είχε πλέον κατρακυλήσει στις £2.10. Τις μετοχές εξακολουθεί (μέχρι τη δίκη τουλάχιστον) να τις κατέχει αφού η πώληση τους ήταν ασύμφορη. Όσον αφορά το δικαίωμα του να προέβαινε στην πώληση των μετοχών υπογράφοντας indemnity ισχυρίστηκε πως η εναγόμενη 1 ουδέποτε τον πληροφόρησε περί τούτου και το έμαθε μόλις πρόσφατα από λειτουργούς του ΧΑΚ και τον δικηγόρο του.
Ο Μ.Ε.2 λειτουργός στο τμήμα εκκαθάρισης συναλλαγών του ΧΑΚ αναφέρθηκε εν εκτάσει στις ακολουθητέες διαδικασίες διαπραγμάτευσης εισηγμένων τίτλων κατά τον ουσιώδη χρόνο σε συνάρτηση με τις τότε ισχύουσες νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις. Μεταξύ άλλων παραδέχθηκε πως το ΧΑΚ αντιμετώπιζε κατά τον ουσιώδη χρόνο προβλήματα με τη μεταφορά τίτλων από και προς τις εταιρείες, αλλά διευκρίνισε πως οι εταιρείες είχαν το δικαίωμα να κρατούν τους τίτλους μόνο όταν υπήρχαν ενδείξεις ότι ο μέτοχος θα προέβαινε σε νέα πώληση. Παρά ταύτα αναγνώρισε πως κάποιες εταιρείες είχαν ως τακτική να κατακρατούν τους τίτλους.
Στις 15.11.99, συνέχισε, οι συναλλαγές αγοράς των 3000 μετοχών του ενάγοντος είχαν διεκπεραιωθεί και οι τίτλοι είχαν εκδοθεί. Συνεπώς αν οι χρηματιστές επικοινωνούσαν με την εταιρεία θα μπορούσαν να ενημερωθούν περί αυτού και να συμβούλευαν τον πελάτη τους ότι θα μπορούσε να πραγματοποιήσει πώληση μέσω indemnity. Απ’ εκεί και πέρα κατάθεσε αντίγραφο του βιβλίου εντολών του ηλεκτρονικού συστήματος του ΧΑΚ για τις 15.11.99 σε σχέση με τις μετοχές της εναγόμενης 2 (τεκμήριο 10) όπως και κατάλογο των καταρτισθεισών συναλλαγών ίδιας ημερομηνίας (τεκμήριο 11). Με αναφορά στα τεκμήρια αυτά, εκτίμησε πως εάν καταχωρείτο εντολή πώλησης των μετοχών στην τιμή των £7.30 (αναλόγως και της ώρας της εντολής) θα υπήρχε καλή πιθανότητα να καταρτισθεί συναλλαγή.
Ο Μ.Υ.1.1 επιβεβαίωσε τη σχέση τόσο της εναγόμενης 1 όσο και του ιδίου με τον ενάγοντα αλλά αρνήθηκε επίμονα πως ο τελευταίος του έδωσε εντολή να πωλήσει τις επίδικες μετοχές στις 15.11.99. Αν του έδιδε μια τέτοια εντολή ισχυρίστηκε, θα τον ενημέρωνε πως μπορούσε, παρά τη μη αποστολή των τίτλων, να προβεί σε πώληση υπογράφοντας indemnity. Αυτό θα ήταν προς όφελος και της εναγόμενης 1 αφού έτσι θα εισέπραττε και τη σχετική προμήθεια από την πώληση. Για τη μη παραλαβή των τίτλων από τον ενάγοντα πληροφορήθηκε το 2000 όταν ο τελευταίος του παραπονέθηκε πως ήθελε να πωλήσει αλλά δεν μπορούσε και ήθελε έτσι να αποζημιωθεί αφού ξεκίνησε πλέον η πτώση των τιμών.
Η Μ.Υ.1.2 διευθύντρια του τμήματος διεκπεραίωσης χρηματιστηριακών συναλλαγών (back office) της εναγόμενης 1 ανέφερε πως δεν θυμάται να μίλησε με τον ενάγοντα σε σχέση με τους τίτλους των μετοχών του. Πάντως δεν εμπίπτει στα καθήκοντα της να μιλά προσωπικά η ίδια με πελάτες για τέτοιου είδους θέματα.
Ο Μ.Υ.2.1, διευθυντής λογιστηρίου της εναγόμενης 2 ανέφερε πως ο τότε Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου Ηλίας Παντελίδης ουδέποτε τον ενημέρωσε πως συνομίλησε με τον ενάγοντα σε σχέση με τους τίτλους του, ούτε και είχε ο Πρόεδρος οποιανδήποτε σχέση με τέτοια ζητήματα. Αρμόδιο ήταν το ειδικό τμήμα που λειτουργούσε εντός της εταιρείας και με το οποίο ο ενάγων, εξ όσων ο ίδιος γνωρίζει, ουδέποτε επικοινώνησε. Όσον αφορά τους επίδικους τίτλους είχαν εκδοθεί πριν τις 15.11.99 αλλά κρατήθηκαν από την εταιρεία διότι ήταν προβληματικοί. Όλοι οι προβληματικοί τίτλοι ξεκαθάρισαν στις αρχές Ιανουαρίου του 2000 και εστάλησαν στο ΧΑΚ. Η κράτηση των τίτλων, πρόσθεσε, δεν επηρέαζε το δικαίωμα πώλησης αφού τούτου θα μπορούσε να γίνει με την υπογραφή indemnity.
Μετά το πέρας της μαρτυρίας του Μ.Υ.2.1, τη σκυτάλη πήραν οι δικηγόροι για να αγορεύσουν. Ετοίμασαν και υιοθέτησαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες αναλύουν και αναπτύσσουν με ενδελέχεια και επάρκεια τα εκατέρωθεν επιχειρήματα τους. Τις αγορεύσεις αυτές τις μελέτησα με κάθε προσοχή και περίσκεψη και στη συνέχεια θα αναφερθώ σε επιμέρους εισηγήσεις, υποδείξεις και επιχειρήματα που προκύπτουν απ’ αυτές..
Η υπό εξέταση υπόθεση φρονώ πως έχει διάφορες πτυχές οι οποίες θα πρέπει να σχολιασθούν ξεχωριστά για να γίνει έτσι ευχερέστερα κατανοητή η ετυμηγορία του δικαστηρίου.
Θέματα δικογραφίας
Η πρώτη πτυχή που διακρίνω είναι αυτή που άπτεται των δικογράφων. Είναι γνωστή αρχή ότι τα δικόγραφα θα πρέπει να αποτελούν τον καθρέφτη της υπόθεσης που θα παρουσιαστεί κατά την ακρόαση. Δεν επιτρέπονται εκτροπές και διαφοροποιήσεις. Σε περίπτωση που εμφιλοχωρήσει μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα αυτή θα πρέπει να αγνοείται από το δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασης του.
Στην προκειμένη περίπτωση από προσεκτική ανάγνωση της Έκθεσης Απαίτησης διαπιστώνει κανείς ότι απουσιάζει παντελώς η οποιαδήποτε αναφορά στην κατ’ ισχυρισμό εντολή του ενάγοντος για πώληση των μετοχών στις 15.11.1999. Κατά την ακρόαση όμως αυτό το ζήτημα και ειδικά η κατ’ ισχυρισμό παράλειψη της εναγόμενης 1 να εκτελέσει την εν λόγω εντολή προβλήθηκε με ιδιαίτερη επίταση ως η πεμπτουσία της παράβασης της μεταξύ τους συμφωνίας και/ή συνεργασίας και/ή το επιστέγασμα της αμελούς συμπεριφοράς της εναγόμενης 1.
Στην Έκθεση Απαίτησης οι όροι της συμφωνίας μεταξύ ενάγοντος και εναγομένης 1 (παράγραφος 8), οι παραβιάσεις αυτής της συμφωνίας (παράγραφοι 9 και 10) και οι λεπτομέρειες αμέλειας (παράγραφος 12) που παρατίθενται αφορούν πράξεις και παραλείψεις της εναγόμενης 1 σε σχέση με την αρχική αγορά των μετοχών από τον ενάγοντα, όπως για παράδειγμα τη μη τελείωση της συναλλαγής και τη μη παράδοση των τίτλων. Στο δικόγραφο αυτές οι αναφορές δεν συνδέονται με την κατ’ ισχυρισμό μη εκπλήρωση συγκεκριμένης και ρητής εντολής πώλησης (όπως έγινε στη δίκη) αλλά με τη γενικότερη αποστέρηση του δικαιώματος του ενάγοντος να διαπραγματευτεί τις μετοχές του και να αποκομίσει κέρδος. Η παράγραφος 15 της Έκθεσης Απαίτησης είναι αρκούντως αποκαλυπτική. Αναφέρει τα εξής:
“15. Λόγω των πιο πάνω παραβιάσεων των Εναγομένων ο Εναγόμενος απώλεσε το δικαίωμα του να συναλλάσσεται για τους εν λόγω τίτλους, υπέστη ζημιά, απώλεια διότι κατά/ή περί τον Νοέμβριο του 1999 η αξία των μετοχών ανήλθε στις ΛΚ7.30 έκαστη και ο Εναγόμενος αποφάσισε να πωλήσει αυτές πιθανότητα και/ή γεγονός το οποίο γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνώριζαν οι Ενάγοντες αφού για όλη την περίοδο μεταξύ των παραβιάσεων ως αναφέρονται ανωτέρω και της ημέρας παράδοσης των μετοχών ο Ενάγοντας προσπαθούσε επίμονα να λάβει τους τίτλους μετοχών του από τους εναγόμενους 1 και/ή 2 με σκοπό την αποκόμιση κέρδους. Περαιτέρω η αποκόμισης κέρδους ήταν γνωστό στους Εναγόμενους ότι ήταν η πρόθεση του Ενάγοντα εκ της φύσεως της συναλλαγής.”
Δηλαδή από τα πιο πάνω προκύπτει πως η εν γένει πρόθεση του ενάγοντος να πωλήσει τις μετοχές και να αποκομίσει κέρδος έπρεπε να ήταν γνωστή στους εναγομένους διότι προέβαινε σε επίμονες προσπάθειες για εξασφάλιση των τίτλων και διότι η αποκόμιση κέρδους ήταν συνυφασμένη με την όλη συναλλαγή. Στη δίκη όμως, σε αντίθεση με το δικόγραφο, προβλήθηκε η θέση ότι αυτή η πρόθεση εκδηλώθηκε με συγκεκριμένη και ρητή εντολή πώλησης στις 15.11.1999. Ενισχυτικό του γεγονότος ότι στην Έκθεση Απαιτήσεως περιγράφεται απλώς η γενικότερη αποστέρηση του δικαιώματος πώλησης και όχι η μη εκπλήρωση συγκεκριμένης ρητής εντολής είναι και η παράγραφος 16 στην οποία αναφέρονται τα εξής:
“16. Ο Ενάγοντας λόγω των πιο πάνω έχασε το δικαίωμα του να πωλήσει τις εν λόγω μετοχές με κέρδος και/ή στην υψηλότερη τιμή κατά/ή περί την 15/11/2001 και/ή σε οποιαδήποτε τιμή υψηλότερη από την τιμή που τις αγόρασε και/ή με κέρδος επί της τιμής αγοράς ως ήταν η πρόθεση του.”
Αξίζει να σημειωθεί πως και στην επιστολή που απέστειλε ο ενάγων μέσω του δικηγόρου του στον διευθυντή του ΧΑΚ ημερ. 4.1.2000 (τεκμήριο 5), παρά το γεγονός ότι έγινε επανειλημμένη επίκληση της ως απόδειξη της γνησιότητας του παραπόνου του ενάγοντος, πουθενά σ’ αυτή δεν γίνεται αναφορά στην κατ’ ισχυρισμό εντολή πώλησης των μετοχών στις 15.11.1999. Τουναντίον όπως και στην Έκθεση Απαίτησης το παράπονο του ενάγοντος συναρτάται και περιορίζεται στη μη έκδοση των τίτλων.
Εν όψει των πιο πάνω διαπιστώσεων κρίνω πως η μαρτυρία του ενάγοντος ότι έδωσε συγκεκριμένη ρητή εντολή για πώληση των μετοχών στις 15.11.1999 και γενικότερα η εκδοχή ότι η εναγόμενη 1 φέρει οποιανδήποτε ευθύνη προς τον ενάγοντα είτε για αμέλεια είτε για παράβαση συμφωνίας για τη μη εκπλήρωση τέτοιας εντολής δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα και θα πρέπει έτσι να αγνοηθούν.
Ακόμα και αν τα προαναφερθέντα καλύπτονταν από το δικόγραφο, η αναδιπλούμενη ακροαματική στάση και εκδοχή της πλευράς του ενάγοντος και πάλι βρίσκεται εκτός. Επεξηγηματικά αναφέρω τα εξής: O M.Y.1.1 σε συνέχεια των όσων αναφέρονται στην Υπεράσπιση της εναγόμενης 1 υποστήριξε πως ο ενάγων θα μπορούσε να πωλήσει τις μετοχές του υπογράφοντας έγγραφο απώλειας μετοχών (indemnity). Ως εκ τούτου αν ο ενάγων έδιδε στις 15.11.99 εντολή πώλησης, που κατά τον μάρτυρα δεν έδωσε, η εναγόμενη 1 θα επικοινωνούσε με την εναγομένη 2 και διαπιστώνοντας πως είχε ολοκληρωθεί η συναλλαγή και είχαν εκδοθεί οι τίτλοι, θα τον ενημέρωνε πως μπορούσε να πωλήσει τις μετοχές υπογράφοντας indemnity. Με τη μαρτυρία αυτή, ο μάρτυρας και γενικότερα η εναγόμενη 1 απορρίπτει εν πολλοίς τη δικογραφημένη εκδοχή του ενάγοντος ότι η κατ’ ισχυρισμό μη τελείωση της συναλλαγής και η μη αποστολή των τίτλων του αποστερούσε το δικαίωμα να πωλήσει τις μετοχές του. Η απόρριψη αυτή όχι απλώς δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά του ενάγοντος αλλά αντιθέτως υιοθετήθηκε. Συγκεκριμένα ο ενάγων στην προφορική του μαρτυρία ανέφερε πως δεν τον ενημέρωσε η εναγόμενη 1 για τη δυνατότητα του να πωλήσει υπογράφοντας indemnity, το έμαθε πρόσφατα από λειτουργούς του ΧΑΚ και από το δικηγόρο του.
Ταυτιζόμενη με την πιο πάνω υιοθέτηση, η συνήγορος του ενάγοντος κατά την αγόρευση της κάλεσε το δικαστήριο ενόψει ακριβώς της προαναφερθείσας τοποθέτησης του Μ.Υ.1.1 να θεωρήσει αυταπόδεικτη την αμέλεια της εναγόμενης 1 και τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της έναντι του ενάγοντος. Δηλαδή σε πλήρη αναδίπλωση των όσων αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης, προβλήθηκε η θέση ότι η αμέλεια και οι παραβιάσεις της εναγομένης 1 τελικώς εδράζονται στο ότι δεν επικοινώνησε διερευνητικά με την εναγομένη 2 και δεν ενημέρωσε τον ενάγοντα για τη δυνατότητα του να πωλήσει τις μετοχές του υπογράφοντας indemnity. Τέτοιοι ισχυρισμοί όμως δεν υπάρχουν στο δικόγραφο.
Τα ίδια ισχύουν εν πολλοίς σε σχέση με την εναγόμενη 2. Στην εναγόμενη 2 αποδίδεται δικογραφικά το αστικό αδίκημα της αμέλειας και/ή της παράβασης υποχρεώσεων που προκύπτουν από τον νόμο και τους κανονισμούς με την παράθεση λεπτομερειών που κατά κύριο λόγο σχετίζονται με τη μη τελείωση της συναλλαγής αγοράς των μετοχών και τη μη εγγραφή του ενάγοντος στο μητρώο των μετόχων (παράγραφος 14). Όπως και με την εναγόμενη 1, η αμέλεια της εναγόμενης 2 δεν συναρτάται με την προβληθείσα κατά τη δίκη εντολή ημερ. 15.11.1999 αλλά με τη γενικότερη απώλεια του δικαιώματος του ενάγοντος να πωλήσει τις μετοχές του. Επομένως οι λεπτομέρειες αυτές παρέμειναν ατελέσφορες αφού το κατ’ ισχυρισμό ζημιογόνο γεγονός με το οποίο συνδέονται δεν καλύπτεται από το δικόγραφο. Εν πάση περιπτώσει μετά την υιοθέτηση της θέσης ότι θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί πώληση με indemnity οι δικογραφηθείσες λεπτομέρειες αμέλειας της εναγομένης 2, ακόμα και αν αποδεικνύονταν δεν θα μπορούσαν να προξενήσουν ή να συμβάλουν στην όποια ζημιά του ενάγοντος. Θα πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης και της προκληθείσας ζημιάς. Αν δεν είναι η παράβαση που προξένησε τη ζημιά δεν μπορεί να αποτελέσει το υπόβαθρο για την απόδοση αποζημίωσης.
Θέματα αξιοπιστίας
Το δεύτερο ζήτημα που είναι σημαντικό όπως σχολιαστεί αφορά στην αξιοπιστία των μαρτύρων.
Ξεκινώ με τον ενάγοντα. Γενικά ο μάρτυρας αυτός δεν με εντυπωσίασε και πολύ, περισσότερο δεν με έπεισε για την αυθεντικότητα της εκδοχής του. Το κορυφαίο ζήτημα που αφορά τη μαρτυρία του ενάγοντος και κατ’ αντιστοιχία του Μ.Υ.1.1 είναι η διαφωνία τους στο κατά πόσο ο πρώτος έδωσε εντολή στον δεύτερο για πώληση των μετοχών στις 15.11.1999. Ήδη ανέφερα πως η επ’ αυτού αναφορά του ενάγοντος είναι εκτός δικογράφων και άρα δεν μπορεί με κανένα τρόπο να ληφθεί υπόψη και να βοηθήσει την υπόθεση του. Για σκοπούς πληρότητας όμως επισημαίνω πως η κατάληξη μου δεν θα άλλαζε ακόμα και αν θεωρούσα πως η συγκεκριμένη αναφορά καλυπτόταν από τα δικόγραφα. Ο λόγος είναι διότι επί του σημείου τούτου είναι την εκδοχή του Μ.Υ.1.1 που πιστεύω και όχι την εκδοχή του ενάγοντος.
Δεν έχω πεισθεί πως την ημέρα που η συγκεκριμένη μετοχή έφτασε στην υψηλότερη τιμή όλων των εποχών (£7.30), όλως τυχαίως επέλεξε ο ενάγων να δώσει εντολή πώλησης. Πρόκειται κατά την κρίση μου για εκ των υστέρων επινόηση που είχε ως στόχο τη συγκρότηση και μεγιστοποίηση της προσπάθειας ανάκτησης αποζημίωσης. Κρίνοντας δε και από την απουσία ενός τέτοιου ισχυρισμού τόσο στην επιστολή (τεκμήριο 5) όσο και στην Έκθεση Απαίτησης, δεν αποκλείεται αυτή η επινόηση να έγινε μετά την καταχώρηση της αγωγής. Ένα στοιχείο που ξενίζει ιδιαιτέρως, αν και δεν σχολιάστηκε από πλευράς εναγομένων, είναι το όλο περιεχόμενο της υποτιθέμενης εντολής. Κατά τα λεγόμενα του ενάγοντος η εντολή που έδωσε στον Μ.Υ.1.1 ήταν να πωλήσει τις μετοχές “στη μέγιστη τιμή της ημέρας”. Μια τέτοια εντολή όμως θα ήταν ατελέσφορη. Πως μπορεί να γνωρίζει κάποιος εκ των προτέρων “τη μέγιστη τιμή της ημέρας”; Εκ των υστέρων διαφάνηκε πως η μέγιστη τιμή της ημέρας ήταν οι £7.30 και με αυτή την τιμή συνάρτησε την απαίτηση του ο ενάγων. Όμως η υποτιθέμενη εντολή δόθηκε εκ των προτέρων. Σε εκείνο το χρονικό σημείο ήταν αδύνατο για τον οποιονδήποτε, περιλαμβανομένου βεβαίως και του Μ.Υ.1.1 να γνωρίζει τη διακύμανση και διαπραγματευτική πορεία που θα ακολουθούσε τη συγκεκριμένη ημέρα η εν λόγω μετοχή και να δεχθεί έτσι χωρίς περαιτέρω διευκρινήσεις να πραγματοποιήσει ή έστω να διερευνήσει το ενδεχόμενο πραγματοποίησης μιας τέτοιας εντολής. Η διαπίστωση αυτή αποτελεί πιστεύω περαιτέρω ένδειξη πως στην πραγματικότητα τέτοια εντολή ουδέποτε δόθηκε.
Δεν αποκλείω βεβαίως ο ενάγων προς εξασφάλιση των τίτλων να προέβη σε παραστάσεις προς διάφορες κατευθύνσεις ή ακόμα ενόψει και της διαφαινόμενης πτώσης των τιμών να εξωτερίκευσε την απαίτηση του για αποζημιώσεις προβάλλοντας τη γενικότερη αποστέρηση του δικαιώματος του να προέβαινε σε πώληση των μετοχών πρωτύτερα. Αυτό όμως απέχει κατά πολύ από το να έδωσε συγκεκριμένη ρητή εντολή πώλησης σε συγκεκριμένη ημερομηνία και αυτή να μην εκτελέστηκε. Είναι τούτη την εκδοχή που επέλεξε να προβάλει κατά τη δίκη ο ενάγων, η οποία όμως για τους λόγους που ήδη εξήγησα, αποτυγχάνει τόσο για λόγους που άπτονται των κανόνων δικογράφισης όσο και για λόγους ουσίας.
Το ζήτημα αυτό βρίσκεται στον πυρήνα της μαρτυρίας του ενάγοντος. Είναι τόσο ουσιώδες θα έλεγα που η επ’ αυτού απόρριψη των λεγομένων του ενάγοντος θα πρέπει απαρέγκλιτα να οδηγήσει σε πλήρη απόρριψη της μαρτυρίας του. Συνεπώς χωρίς να εισηγούμαι πως όλα όσα ανέφερε ο ενάγων στη δίκη είναι αναληθή (που προφανώς δεν είναι), απορρίπτω τη μαρτυρία του ως αναξιόπιστη. Εξαιρούνται βέβαια τα ζητήματα που είναι είτε αδιαμφισβήτητα είτε κοινής αποδοχής.
Ο Μ.Ε.2 μου προξένησε πολύ καλή εντύπωση. Έδειξε να είναι βαθύς γνώστης των συναλλακτικών διαδικασιών του ΧΑΚ και χωρίς αμφιταλαντεύσεις απάντησε πρόθυμα και με σαφήνεια σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν πείθοντας έτσι ότι επρόκειτο για μάρτυρα της αλήθειας. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του χωρίς πλέον τούτο να έχει οποιαδήποτε ουσιαστική επίδραση στην κατάληξη της υπόθεσης.
Καλή εντύπωση μου προξένησε και ο Μ.Υ.1.1. Ήδη επί του κορυφαίου ζητήματος που περιέγραψε πριν αποδέχτηκα τη δική του εκδοχή. Και ευρύτερα όμως κατάθεσε με σταθερότητα και σιγουριά, πείθοντας έτσι για την αυθεντικότητα των λεγομένων του. Ως εκ τούτου αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία του.
Όσον αφορά τη Μ.Υ.1.2, συμφωνώ με τη συνήγορο του ενάγοντος πως η μαρτυρία της στερείται οποιασδήποτε ουσιαστικής αξίας αφού απλώς ανέφερε πως δεν θυμόταν να συνομίλησε με τον ενάγοντα. Έτσι και αλλιώς η απόρριψη της εκδοχής ότι δόθηκε ρητή εντολή για πώληση στις 15.11.99 αποκλείει συνάμα το ενδεχόμενο να συνομίλησε με τον ενάγοντα τουλάχιστον σε ότι αφορά αυτό ειδικά το θέμα.
Γενικά καλή εντύπωση μου προξένησε και ο Μ.Υ.2.1, αν και διέκρινα μια υπερβολική προσπάθεια από μέρους του να αποκλεισθεί το όποιο ενδεχόμενο απόδοσης ευθυνών στην εναγόμενη 2. Στο πλαίσιο αυτό κατατάσσω και τη σιγουριά του ότι ο ενάγων δεν συνομίλησε με το Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης 2, σιγουριά η οποία στηριζόταν σε διάφορους συνειρμούς παρά σε προσωπική γνώση και χειροπιαστά δεδομένα. Επομένως αν το θέμα είχε οποιαδήποτε σημασία για την υπόθεση δεν θα αποδεχόμουν την επ΄ αυτού συλλογιστική του. Πέραν τούτου όμως κρίνω ότι είπε την αλήθεια στο δικαστήριο και αποδέχομαι έτσι το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του. Εξαιρούνται βέβαια τα σημεία όπου επιχειρούσε να δώσει εξηγήσεις και να ερμηνεύσει καταστάσεις αντί να περιορίζεται στην παράθεση γεγονότων και στα οποία η μαρτυρία του αντίκειται στα όσα ανέφερε ο ειδήμων Μ.Ε.2.
Εντελώς παρενθετικά να σημειώσω πως ο ισχυρισμός του Μ.Υ.2.1 ότι οι τίτλοι αποστάληκαν στο ΧΑΚ τον Ιανουάριο του 2000 δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς ενάγοντος, ούτε και υπάρχει ενώπιον του δικαστηρίου αντίθετη μαρτυρία. Απλώς προβλήθηκε η θέση ότι ο ενάγων, τον Σεπτέμβριο του 2000 παρέλαβε τους τίτλους. Δεν προκύπτει όμως οποιαδήποτε παράλειψη ή ολιγωρία της εναγομένης 2 για την μεσολαβούσα περίοδο των 9 μηνών. Επομένως ακόμα και αν κατά κάποιο τρόπο γίνονταν δεκτές οι άλλες θέσεις του ενάγοντος, δεν θα δικαιολογείτο η απόδοση ευθύνης στην εναγόμενη 2 τουλάχιστον για την περίοδο από τον Ιανουάριο του 2000 και εντεύθεν.
Από την πιο πάνω αξιολόγηση προκύπτει πως ο ενάγων και για λόγους ουσίας απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση του.
Η διεκδικούμενη ζημιά
Έρχομαι στο τρίτο και τελευταίο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί, το οποίο ίσως είναι και το πλέον ουσιαστικό. Αφορά στις υπό διεκδίκηση αποζημιώσεις. Οι ζημιές ως έχω προαναφέρει, προσδιορίζονται στη διαφορά μεταξύ της συνολικής αξίας των μετοχών στις 15.11.1999 ημερομηνία κατά την οποία υποτίθεται δόθηκε εντολή πώλησης (£7.30 Χ 3000 = £21.900) και της αξίας των μετοχών τον Σεπτέμβριο του 2000 που τελικώς παρέλαβε ο ενάγων τους τίτλους (£2.10 Χ 3000 = £6.300) = £15.600.
Κατά τη δίκη διαφάνηκε πως ο ενάγων ουδέποτε πώλησε τις μετοχές του. Είναι ακόμα εγγεγραμμένες επ’ ονόματι του και εξακολουθεί να τις κατέχει. Η συνήγορος του ενάγοντα υπέβαλε ότι το προαναφερθέν γεγονός δεν επηρεάζει καθόλου την αξίωση του. Εναλλακτικά κάλεσε το δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα μεταβίβασης των μετοχών σε όποιον εναγόμενο κληθεί να καταβάλει αποζημιώσεις, διαβεβαιώνοντας συνάμα και την ετοιμότητα του ενάγοντος να συμμορφωθεί με ένα τέτοιο διάταγμα. Στον αντίποδα οι συνήγοροι των εναγομένων με αναφορά σε πρόσφατη νομολογία εισηγήθηκαν ότι το θέμα είναι καθοριστικής σημασίας αφού η ζημιά δεν είναι προσμετρήσιμη, γεγονός που δεν μπορεί να θεραπευθεί με κανένα τρόπο. Τούτο θα πρέπει να οδηγήσει αναπόφευκτα σε απόρριψη της αγωγής.
Συμφωνώ με τους δικηγόρους των εναγομένων. Ο ενάγων δεν είχε κανένα απολύτως κώλυμα να προβεί σε πώληση των μετοχών έτσι ώστε να αποκρυσταλλωθεί και να καταστεί προσμετρήσιμη η ζημιά του. Ως προκύπτει από την πρόσφατη υπόθεση Metaxas Loizides Syrimis & Co κ.α v. L.K. Globalsoft Com. Ltd, Πολ.Εφεση 250/05 ημερ. 19.1.2007 δεν είναι νοητό να επιδικάζονται στον ενάγοντα αποζημιώσεις και την ίδια ώρα να κατακρατεί το αγαθό, δηλαδή τις μετοχές τις οποίες θα μπορεί οποτεδήποτε στο μέλλον ανάλογα με τις διακυμάνσεις της τιμής στο ΧΑΚ να πωλήσει πραγματοποιώντας ακόμα περισσότερο κέρδος επιπρόσθετα των αποζημιώσεων. Η τιμή διαπραγμάτευσης της μετοχής της εναγομένης 2 στο ΧΑΚ μπορεί σήμερα να είναι £3.20, κάτι το οποίο σημαίνει πως ο ενάγων θα δύναται ευθύς μόλις εκδοθεί η απόφαση να προβεί σε πώληση των μετοχών του και να εισπράξει επιπλέον ποσό £9.600. Κάτι τέτοιο θα ήταν αντινομικό και έξω από κάθε αρχή δικαίου.
Επομένως η αγωγή είναι καταδικασμένη σε απόρριψη και για αυτό τον επιπρόσθετο λόγο. Η εισήγηση της συνηγόρου του ενάγοντος για την έκδοση διατάγματος μεταβίβασης των μετοχών σε όποιον κληθεί να καταβάλει αποζημιώσεις δεν είναι δυνατό να υλοποιηθεί. Είναι γεγονός ότι με βάση το άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το δικαστήριο έχει την εξουσία να παράσχει σε διάδικο θεραπεία, την οποία εκ του νόμου δικαιούται, έστω και αν δεν την αξιώνει ρητά (βλ. Γιαννάκης Πελεκάνος κ.α v. Ανδρέας Πελεκάνου Πολ. Έφεση 10953, ημερ. 19.5.2006), τούτο όμως δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης.
Εδώ ή έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα συνιστούσε θεραπεία που προκύπτει από τα δικόγραφα και που δικαιωματικά θα πρέπει να αποδοθεί στον ενάγοντα ασχέτως της μη αξίωσης του, αλλά ανεπίτρεπτη παρεμβατική αλχημεία από μέρους του δικαστηρίου. Δεν μπορεί το ίδιο το δικαστήριο στο τέλος μιας υπόθεσης, να αποκρυσταλλώνει ζημιά η οποία θα έπρεπε να αποκρυσταλλωθεί από τον ίδιο τον διάδικο προ της καταχώρησης της αγωγής. Ο ενάγων ακόμα και αν ήταν βάσιμη η υπόθεση του δεν ζημιώθηκε κατά προσμετρήσιμο τρόπο. Αυτό δεν μπορεί με κανένα τρόπο να το αλλάξει το δικαστήριο.
Στη βάση λοιπόν όλων των πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του ενάγοντος.
(Υπ) ..............................
Στ. Σταύρου, Ε.Δ
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής