ECLI:CY:EDLEF:2007:A148

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: N. Γ. Σάντη, Α.Ε.Δ.

 

Αρ. Αγωγής: 2564/06.

Μεταξύ:

Χρυσόστομος Ηλία & Υιός Λτδ.

Ενάγοντες.

και

 

Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας

 

Εναγόμενος.

---------------------

Ημερομηνία:  28 Δεκεμβρίου, 2007.

Εμφανίσεις:

Για τους Ενάγοντες: Ο κ. Ξ. Ξενοφώντος.

Για τον Εναγόμενο: Ο κ. Στ. Θεοδούλου, Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, μαζί με την κ. Δ. Λοϊζου.

------------------------

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Οι ενάγοντες απαιτούν από τον εναγόμενο γενικές και ειδικές αποζημιώσεις ύψους Λ.Κ.27.500, για δυσφήμιση και κακόβουλη ψευδολογία προκύπτουσα από δημοσιεύσεις που διέρρευσαν ή και έδωσαν στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης («ΜΜΕ»), Λειτουργοί του Τμήματος Κτηνιατρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, καθώς και ισόποσες γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για αμέλεια και παράβαση των νομίμων καθηκόντων και υποχρεώσεων των αρμοδίων αυτών υπηρεσιών, καθώς και αποζημιώσεις για παράβαση των συνταγματικών δικαιωμάτων των εναγόντων στην άσκηση της επιχείρησης βιομηχανίας γάλακτος και παραγωγής γαλακτοκομικών προϊόντων, λόγω παράνομης κατάσχεσης προϊόντων τους και παράνομης δημοσιοποίησης ψευδών ειδήσεων περί ακαταλληλότητας τους.

 

Τα επίδικα δημοσιεύματα έχουν ως ακολούθως («τα δημοσιεύματα»):

 

Στην εφημερίδα «Πολίτης», ημερομηνίας 15.4.05, στη σελίδα 39 (βλ. Τεκμήριο 4):

 

«Χαλασμένα Χαλούμια.

 Οι Υγειονομικές Υπηρεσίες ανακοίνωσαν χθες πως μετά από πληροφορίες που λήφθηκαν σχετικά με την ποιότητα χαλουμιών «SOMIS», ημερομηνία λήξεως 9/05, αριθμός παρτίδας ΒΝ1209 διενεργήθηκε έλεγχος στην αγορά και διαπιστώθηκε ότι αυτά παρουσίαζαν δυσάρεστη οσμή η οποία δυνατόν να οφείλεται στην αλλοίωση του προϊόντος. Μετά από την ενημέρωση της εταιρείας παρασκευής και διανομής των συγκεκριμένων προϊόντων αυτή προβαίνει στην απόσυρσή τους. Επειδή είναι δυνατόν ορισμένα χαλούμια να βρίσκονται στην κατοχή των καταναλωτών συμβουλεύονται να μην τα καταναλώσουν. Ο Προϊστάμενος των Υγειονομικών Υπηρεσιών Γιώργος Γιωργαλλάς, ανέφερε πως τα χαλούμια αυτά φαίνεται να είχαν πρόβλημα στη συσκευασία και αυτό προκάλεσε την αλλοίωση της ποιότητας τους. Είπε, τέλος, πως η εταιρεία φαίνεται να παρασκεύασε μόνο 250 κιλά χαλούμια και πως τα περισσότερα εντοπίστηκαν στα υποστατικά της.»

 

Στην εφημερίδα «Η Μάχη», ίδιας ημερομηνίας, στη σελίδα 6, ως ακολούθως (βλ. Τεκμήριο 5):

 

«Αποσύρθηκαν και χαλούμια από την αγορά.

Χαλούμια «SOMIS» με δυσάρεστη οσμή αποσύρονται από την αγορά ανακοίνωσαν οι Ιατρικές Υπηρεσίες και οι Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας (Υγειονομικές Υπηρεσίες) του Υπουργείου Υγείας. Στην ανακοίνωση αναφέρεται πως μετά από πληροφορίες που λήφθηκαν σχετικά με την ποιότητα χαλουμιών «SOMIS»  με ημερομηνία λήξεως 9/05 και αριθμό παρτίδας ΒΝ1209 διενεργήθηκε έλεγχος στην αγορά και διαπιστώθηκε ότι αυτά παρουσίαζαν δυσάρεστη οσμή η οποία δυνατόν να οφείλεται στην αλλοίωση του προϊόντος.

Μετά από ενημέρωση της εταιρείας παρασκευής και διανομής των συγκεκριμένων προϊόντων αυτή. Προβαίνει στην απόσυρσή τους, προστίθεται στην ανακοίνωση. Επίσης, σημειώνεται πως επειδή είναι δυνατόν ορισμένα χαλούμια να βρίσκονται την κατοχή των καταναλωτών, συμβουλεύονται να μην τα καταναλώσουν.»

 

Είναι παραδεκτό μεταξύ των διαδίκων ότι:

 

1.      Οι ενάγοντες ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και είναι, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία, και ασχολείται με την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων, περιλαμβανομένων των χαλουμιών.

2.      Οι ενάγοντες εδρεύουν στη βιομηχανική περιοχή Φρενάρους, αλλά διατηρούν και υποστατικό στο Παραλίμνι όπου επίσης ασκούν τις δραστηριότητες τους.

3.      Οι ενάγοντες έχουν όλα τα απαραίτητα πιστοποιητικά από τον Ελληνικό Οργανισμό Τυποποίησης για συμμόρφωση του συστήματος διαχείρισης της ασφάλειας των τροφίμων τους και περαιτέρω είχαν εξασφαλίσει κατά πάντα ουσιώδη χρόνο από την Κυπριακή Εταιρεία Πιστοποίησης, όλα τα σχετικά πιστοποιητικά (βλ. Τεκμήρια 1 και 2).

4.      Την 13.4.05, διενεργήθηκε έλεγχος από υγειονομικό Επιθεωρητή στην Υπεραγορά Chris Cash & Carry W.P., στη Λεμεσό (βλ. Τεκμήριο Α1), με την επιφύλαξη που δηλώθηκε κατά την παράθεση των παραδεχτών γεγονότων από τους διαδίκους.

5.      Μετά την έγκριση από κρατικό λειτουργό γραπτής αίτησης υπάλληλου της εν λόγω υπεραγοράς, καταστράφηκαν τεμάχια του συγκεκριμένου χαλουμιού που βρίσκονταν στα ψυγεία της υπεραγοράς (βλ. Τεκμήριο Α2).

6.      Ο διευθυντής των εναγόντων απέστειλε μέσω τηλεομοιότυπου στον αρμόδιο κρατικό λειτουργό, κατάλογο διανομής των συγκεκριμένων χαλουμιών.

7.      Η αρμόδια κρατική υπηρεσία εξέδωσε και απέστειλε προς τα ΜΜΕ, την ακόλουθη ανακοίνωση (βλ. Τεκμήριο Α3):

 

«ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Οι Ιατρικές Υπηρεσίες και οι Υπηρεσίες Δημόσιας Υγείας (Υγειονομικές Υπηρεσίες) του Υπουργείου Υγείας ανακοινώνουν ότι μετά από πληροφορίες που λήφθηκαν σχετικά με την ποιότητα χαλουμιών «SOMIS», ημερομηνία λήξεως 9/05, αριθμός παρτίδας ΒΝ1209 διενεργήθηκε έλεγχος στην αγορά και διαπιστώθηκε ότι αυτά παρουσίαζαν δυσάρεστη οσμή η οποία δυνατό να οφείλεται στην αλλοίωση του προϊόντος.

Μετά από ενημέρωση της εταιρείας παρασκευής και διανομής των συγκεκριμένων προϊόντων αυτή προβαίνεις την απόσυρση τους.

Επειδή είναι δυνατό ορισμένα χαλούμια να βρίσκονται στην κατοχή των καταναλωτών, συμβουλεύονται να μην τα καταναλώσουν.

14 Απριλίου 2005

 

ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ

 ΙΑΤΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΑΙ

ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΓΕΙΑΣ»

 

Είναι εκδοχή των εναγόντων ότι τα δημοσιεύματα και η ανακοίνωση των αρμοδίων υπηρεσιών, που αποτέλεσε ουσιαστικά τη βάση τους, είναι δυσφημιστικά και κακόβουλα και ότι, ως εκ τούτων, υπέστησαν βλάβη και ζημιά, αφού πλήγηκε το καλό τους όνομα και φήμη ενώ υποχρεώθηκαν να αποσύρουν ποσότητα χαλουμιών από διάφορες υπεραγορές ανά το παγκύπριο, με επακόλουθο τη δημιουργία ζημιάς. Λόγω της δυσφήμισης και για κάποιο διάστημα, η αγορά των προϊόντων τους μειώθηκε κατά 50%, με αποτέλεσμα τα κέρδη τους να μειωθούν κατά Λ.Κ.7.500. Από τις έρευνες και αναλύσεις που έγιναν στα προϊόντα τους αποδείχθηκε τελικώς ότι αυτά δεν είχαν κανένα απολύτως πρόβλημα, με αποτέλεσμα το Τμήμα Κτηνιατρικών Υπηρεσιών να παραδεχθεί το λάθος του. Η κρατική αυτή υπηρεσία ενήργησε κακοβούλως αλλά και αμελώς στην κάθε περίπτωση, αφού με πλήρη αδιαφορία, προέβη στην ανακοίνωση προς τα ΜΜΕ, πριν εξετάσει τα προϊόντα και εξασφαλίσει τα πορίσματα των αναλύσεων, με στόχο να πλήξει τους ενάγοντες, παραβαίνοντας ταυτοχρόνως τα νόμιμα καθήκοντα και υποχρεώσεις της έναντι των εναγόντων, παραβιάζοντας σχετικές διατάξεις που αφορούν στη δημοσιοποίηση ζητημάτων ακαταλληλότητας τροφίμων, εφόσον ανακοίνωσαν το γεγονός τάχιστα και χωρίς αισθαντικότητα των δυνητικών επιπτώσεων στους ενάγοντες, ενεργώντας ταυτοχρόνως (και για τους ίδιους λόγους), αμελώς και με υπερβάλλοντα ζήλο, προβαίνοντας σε αχρείαστες δηλώσεις προς τα ΜΜΕ, αλλά και υποχρεώνοντας τους να αποσύρουν από την αγορά κατάλληλα προϊόντα χωρίς να έχουν προηγουμένως πεισθεί και διαπιστώσει την ακαταλληλότητα των προϊόντων. Καθυστέρησαν να προβούν στους απαραίτητους εργαστηριακούς ελέγχους και στην αποδέσμευση των προϊόντων και δεν έλαβαν τα δέοντα μέτρα για αποκατάσταση του καλού ονόματος και φήμης των εναγόντων. Όλα αυτά, έπληξαν το δικαίωμα τους να ασκούν ελεύθερα την επιχείρηση τους με αποτέλεσμα την πρόκληση σε αυτούς βλάβης και ζημιάς.

 

Ο εναγόμενος απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων και ισχυρίζεται ότι το Τμήμα Κτηνιατρικών Υπηρεσιών δεν είχε οποιαδήποτε ανάμιξη στο περιεχόμενο και διατύπωση της σχετικής είδησης, όπως αυτή είχε προβληθεί και δημοσιοποιηθεί στα ΜΜΕ. Το τι πραγματικά είχε γίνει είναι ότι στις 13.4.05, μετά από παράπονο καταναλωτή διενεργήθηκε οργανοληπτικός έλεγχος από Υγειονομικό Επιθεωρητή στην Υπεραγορά Chris Cash & Carry W.P. στη Λεμεσό, ως αποτέλεσμα του οποίου διαπιστώθηκε ότι ποσότητα χαλουμιών «SOMIS» των εναγόντων, με ημερομηνία λήξης το Σεπτέμβριο 2005, είχαν δυσάρεστη μυρωδιά. Μετά την έγκριση από αρμόδιο κρατικό λειτουργό γραπτής αίτησης εντεταλμένου υπαλλήλου της υπεραγοράς, καταστράφηκαν 28 τεμάχια χαλουμιών που βρίσκονταν στα ψυγεία της. Την ίδια μέρα ενημερώθηκε ο διευθυντής των εναγόντων ο οποίος και απέστειλε μέσω τηλεομοιοτύπου σε αρμόδιο κρατικό λειτουργό, κατάλογο διανομής των συγκεκριμένων χαλουμιών. Παράλληλα, ενημερώθηκαν και οι Υγειονομικοί Επιθεωρητές όλων των επαρχιών και οργάνωσαν ελέγχους σε σημεία πώλησης των χαλουμιών των εναγόντων, χωρίς όμως να εντοπιστεί οποιαδήποτε ποσότητα της συγκεκριμένης παρτίδας. Μετά τη συγκέντρωση των απαιτούμενων στοιχείων και με δεδομένο ότι δεν είχαν βρεθεί άλλα χαλούμια της επίδικης παρτίδας, η αρμόδια κρατική υπηρεσία εξέδωσε και απόστειλε προς τα ΜΜΕ, ανακοίνωση με την οποία πληροφορούσαν το κοινό για τα καθέκαστα.

 

Για υποστήριξη της εκδοχής των εναγόντων έδωσε προφορική μαρτυρία ο Διευθυντής των εναγόντων Αντρέας Ηλία (ΜΕ1) και ο Διευθυντής του Λογιστικού Οίκου Rotsas & Co Ltd, Νίκος Αχιλλέως (ΜΕ2).

 

Ο εναγόμενος δεν προσκόμισε προφορική μαρτυρία, όπως εξάλλου είχε κάθε δικαίωμα να πράξει.

 

Ο Αντρέας Ηλία (ΜΕ1), αναφέρθηκε στα επίδικα δημοσιεύματα, λέγοντας ότι ανάλογα δημοσιεύματα υπήρξαν και στις 15.4.05, σε άλλες όμως εφημερίδες, τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς. Αναφέρθηκε επίσης στην ανακοίνωση που εκδόθηκε από το Υπουργείο Υγείας (βλ. Τεκμήριο 3) και στη διαφωνία του με το περιεχόμενο της καθώς και στη μείωση του τζίρου των εναγόντων ένεκα αυτών των δημοσιευμάτων (βλ. Τεκμήρια 6 και 7). Αναφέρθηκε στις έρευνες των αρμοδίων Υπηρεσιών και στη διαδικασία που ακολούθησαν και τελικώς στην αποδέσμευση των προϊόντων που κατακρατήθηκαν και στη σχετική πληροφόρηση που έτυχαν από τις αρμόδιες υπηρεσίες (βλ. Τεκμήρια 8-12 και 15). Περίγραψε τις αντιδράσεις του όπως και τις ενέργειες στις οποίες προέβη για να προστατεύσει τα συμφέροντα των εναγόντων και να μειώσει τις απώλειες που προέκυψαν. Παραπονέθηκε ότι, σε αντίθεση με άλλες περιπτώσεις, οι αρμόδιες υπηρεσίες επέδειξαν στη δική τους περίπτωση υπέρμετρο ζήλο, ονοματίζοντας τους δημοσίως όπως και τα προϊόντα τους [βλ. Τεκμήρια 13(1), 13(2), 13(4)].

 

Ο Νίκος Αχιλλέως (ΜΕ2), αναφέρθηκε στις πωλήσεις των εναγόντων προς την υπεραγορά Chris Cash & Carry, για τις περιόδους Απριλίου – Οκτωβρίου 2004 και Απριλίου – Οκτωβρίου 2005, στη βάση τιμολογίων που διερεύνησε και μετάφερε σε σχετικό συγκριτικό κατάλογο – Τεκμήριο 16, καταλήγοντας ότι κατά το 2005, υπήρξε μείωση των πωλήσεων προς την υπεραγορά αυτή σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο το 2004. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πιο ποσοστό πωλήσεων και για τις δύο περιόδους αφορούσε στην πώληση χαλουμιών προς την υπεραγορά Chris Cash & Carry και πιο αφορούσε σε πώληση άλλων προϊόντων των εναγόντων προς την υπεραγορά αυτή. Αναλύοντας το Τεκμήριο 16, αναφέρθηκε και στο περιεχόμενο των λογαριασμών - Τεκμήρια 6 και 7, επεξηγώντας κάποιες μικροδιαφοροποιήσεις που παρατηρούνται μεταξύ των δύο, τονίζοντας ότι η ορθή παρουσίαση των πραγμάτων είναι αυτή που εκφράζεται στο έγγραφο που σύνταξε ο ίδιος, δηλαδή στο Τεκμήριο 16.

 

Η πλήρης έκταση της μαρτυρίας βρίσκεται καταγραμμένη στα πρακτικά και δεδομένης της παράθεσης των εκατέρωθεν εκδοχών αλλά και των ευρημάτων που ακολουθούν, δε χρειάζεται να παρατεθεί λεπτομερώς. Κάτι τέτοιο δε θα εξυπηρετούσε κανένα πρακτικό σκοπό. Είναι αυτονόητο ότι κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, ανεξαρτήτως της απουσίας ρητής παράθεσης στην απόφαση (βλ. Liberty Mediterranean Cruises Mouss Ltd v. Haris Zacharia Engineering Co. Ltd και Άλλων (2007) 1 (Β) Α.Α.Δ. 916).

 

Λεπτομέρειες των εισηγήσεων αυτών διατυπώνονται στα γραπτά περιγράμματα με τα οποία οι δικηγόροι είχαν την επιμέλεια να εφοδιάσουν το Δικαστήριο και δε χρειάζεται να επαναληφθούν. Όπου κριθεί αναγκαίο θα γίνει αναφορά στο κείμενο της απόφασης.

 

Αξιολόγησα κάθε τις το οποίο αναφέρθηκαν οι συνήγοροι.

 

Οι μάρτυρες των εναγόντων δεν μού δημιούργησαν θετική εντύπωση.

 

Ο Αντρέας Ηλία (ΜΕ1), ήταν φανερώς προδιατεθειμένος εναντίον των αρμόδιων κρατικών υπηρεσιών αποδίδοντας τους αλλότρια και κακόβουλα κίνητρα κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, χωρίς όμως να αμφισβητήσει ούτε για μια στιγμή τη βάση του παραπόνου περί δυσάρεστης οσμής των χαλουμιών. Αυτό βέβαια αφορά περισσότερον στην αξιοπιστία της εκδοχής που πρόβαλε παρά στη δική του αξιοπιστία ως μάρτυρα αυτή καθ’ αυτή, πλην όμως,  η διάθεση που περίγραψα ήταν διάχυτη καθ’ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του και δε μπορεί να αποσυναρτηθεί από τις αντιφατικές και αόριστες αναφορές του περί πρόκλησης ζημιάς στους ενάγοντες ως εκ της διαδικασίας διερεύνησης του παραπόνου.

 

Ο Νίκος Αχιλλέως (ΜΕ2), στόχευσε σε μια μονόπλευρη και πασιφανώς προκατασκευασμένη μαρτυρία σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα και αφήνεται κατά μέρος το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε επαρκώς ότι είναι εγγεγραμμένος λογιστής, για ό,τι αυτό θα μπορούσε να αξίζει, αφού δεν έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Οι αναφορές του περί μείωσης των πωλήσεων των εναγόντων προς την υπεραγορά Chris Cash & Carry, ήσαν ελλιπείς αφού παραγνώρισαν το πιο ουσιώδες, που ήταν η (φερόμενη) μείωση των πωλήσεων των χαλουμιών προς την υπεραγορά και όχι γενικώς όλων των προϊόντων των εναγόντων. Δε μπορούσε επίσης να τοποθετηθεί ως προς τα αίτια της μείωσης των πωλήσεων, αλλά ούτε και για το αν υπήρξε μείωση τους και προς άλλους αγοραστές/προμηθευτές.

 

Απορρίπτω τη μαρτυρία και των δύο αυτών μαρτύρων ως αναξιόπιστη.    

 

Το κατά πόσον ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό, κρίνεται από το Δικαστήριο και αποφασίζεται ως ζήτημα πραγματικό, με απόδοση στις λέξεις ή φράσεις, της συνήθους φυσικής τους έννοιας, με γνώμονα το μέτρο του μέσου λογικού πολίτη. Δεν έχει σημασία το κατά πόσον ένας αναγνώστης ή ακόμη και ο ίδιος ο ενάγων, δυνατόν να θεωρήσει το δημοσίευμα δυσφημιστικό, ούτε και έχει σημασία η μαρτυρία που τυχόν δίδεται για το πώς ένα δημοσίευμα έγινε αντιληπτό σε σχέση με το νόημα και τη γενική του έννοια. Ο ενάγων, δε μπορεί να αποδώσει ο ίδιος δυσφημιστική έννοια στο δημοσίευμα και να θεωρήσει τον εαυτό του θιγμένο, αν το κείμενο είναι δεκτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Κατά την εξέταση του κειμένου το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, όχι μόνον την ετυμολογία συγκεκριμένων λέξεων αλλά και το σύνολο του περιεχομένου του, με αναφορά στο χρόνο και τόπο του δημοσιεύματος καθώς και στην ισχύουσα κοινή γνώμη για το θέμα, με την επισήμανση, ότι κάποια μομφή δυνατόν να είναι δυσφημιστική, ανεξαρτήτως αν γίνεται πιστευτή από αυτούς στους οποίους δημοσιοποιείται. Οι λέξεις στις οποίες αποδίδεται δυσφημιστικό περιεχόμενο πρέπει να ερμηνεύονται στο σύνολό τους. Είναι δυνατόν η μια ή η άλλη διατύπωση σε ένα κείμενο, να θεωρείται δυσφημιστική, όπως είναι εξίσου δυνατόν, να υπάρχουν εκεί και άλλες φράσεις ή προτάσεις οι οποίες να απομακρύνουν από την πρώτη εντύπωση (βλ. Gatley On Libel and Slander, 10η εκδ., 2004, παρ. 3.12 – 3.17).

 

Το γεγονός ότι τα επίδικα δημοσιεύματα αναφέρονται μόνον εμμέσως στην ανακοίνωση των αρμοδίων υπηρεσιών και ότι στην Έκθεση Απαίτησης δε γίνεται αναφορά απευθείας στην ανακοίνωση αυτή, δεν επηρεάζει υπό τις περιστάσεις το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων έναντι του εναγόμενου αφού είναι παραδεκτό ότι η επίσημη ανακοίνωση των αρμοδίων υπηρεσιών απετέλεσε τη βάση των επίδικων δημοσιευμάτων με αυτολεξεί, σχεδόν, επανάληψη τους. Κάποιες άλλες προσθήκες στα δημοσιεύματα αυτά, πλην μιας, για την οποία θα γίνει μνεία πιο κάτω, ουδόλως επηρέασαν το νόημα και περιεχόμενο της αυτούσιας δήλωσης – Τεκμήριο Α3.

 

Καμία ικανοποιητική μαρτυρία δε δόθηκε περί δημοσίευσης των επίδικων αναφορών σε άλλα ΜΜΕ. Οι συναφείς αναφορές του Αντρέα Ηλία (ΜΕ1), ασχέτως του ότι ήσαν εξ’ ακοής, δεν αποτελούν την καλύτερη δυνατόν μαρτυρία υπό τις περιστάσεις και λαμβανομένων υπόψη των προνοιών του άρθρου 27 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9, δεν αποδίδω σε αυτή οποιαδήποτε σημασία.

 

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, όπως και τις πρόνοιες το άρθρου 17 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, κρίνω ότι, αντικειμενικώς ιδωμένων των πραγμάτων, τα επίδικα δημοσιεύματα δεν είναι δυσφημιστικά, είτε αυτά ήθελαν αξιολογηθεί συνολικώς είτε αποσπασματικώς.

 

Το περιεχόμενο τους μιλά από μόνον του.

 

Θα εξετάσω ωστόσο το σύνολο των ζητημάτων που προκύπτουν, χάριν ολοκληρωμένης επίλυσης της διαφοράς.

 

Οι ενέργειες της αρμόδιας κρατικής υπηρεσίας άρχισαν μετά τον εντοπισμό σε υπεραγορά, χαλουμιών των εναγόντων που παρουσίαζαν πρόβλημα δυσάρεστης μυρωδιάς. Τα χαλούμια που καταστράφηκαν ήσαν και τα μόνα χαλούμια των εναγόντων που είχαν καταστραφεί. Οι αρμόδιες υπηρεσίες κατά τη εξέταση της υπόθεσης ενήργησαν νομίμως και εντός των πλαισίων των εξουσιών και αρμοδιοτήτων τους, με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον και την περιφρούρηση της δημόσιας υγείας.

 

Η διερεύνηση άρχισε στις 13.4.05, με υπόβαθρο την εκ πρώτης όψεως διάπραξη ποινικού αδικήματος (βλ. Τεκμήρια 1(α) και 1(β), κατά παράβαση των διατάξεων του Άρθρου 6.1(β) του Περί Τροφίμων (Έλεγχος και Πώληση) Νόμου 54(Ι)/96. Στις 14.4.05 και ώρα 17:45, προχώρησαν στη δέσμευση ποσότητας χαλουμιών που βρίσκονταν στα υποστατικά των εναγόντων δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 14(1)(δ) του ίδιου νομοθετήματος (βλ. Τεκμήριο 8) και αποδέσμευσαν την ποσότητα αυτή στις 21.4.05, αμέσως μόλις οι εργαστηριακές εξετάσεις έδειξαν ότι ήσαν κατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση (βλ. Τεκμήριο 11).

 

Οι ενάγοντες δεν άσκησαν τα νόμιμα δικαιώματα που είχαν για να αμφισβητήσουν τη δέσμευση των χαλουμιών υποβάλλοντας, για παράδειγμα, προσφυγή στον αρμόδιο Υπουργό, όπως προνοεί το Άρθρο 14(1)(στ) του Ν.54(Ι)/96. Ακολούθως οι κρατικές υπηρεσίες εξέδωσαν και απέστειλαν προς τα ΜΜΕ,  την ανακοίνωση – Τεκμήριο Α3, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 10 του Κανονισμού (ΕΚ), αρ. 178/02, για τον Καθορισμό των Γενικών Αρχών της Περί Τροφίμων Νομοθεσίας.

 

Η ανακοίνωση των αρμοδίων υπηρεσιών δεν περιέχει οποιοδήποτε ψεύδος και περιορίζεται στην παράθεση, χωρίς σχόλια, πραγματικών γεγονότων. Καμιά αξιόπιστη αντίθετη μαρτυρία δεν  υπάρχει περί τούτου.

 

Ποτέ οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν ανάφεραν ότι τα χαλούμια ήσαν ακατάλληλα για ανθρώπινη κατανάλωση (όπως ισχυρίστηκε ο Ανδρέας Ηλία (ΜΕ1)), ή ότι ήσαν χαλασμένα, όπως αναφέρεται για παράδειγμα στο δημοσίευμα της εφημερίδας  «ΠΟΛΙΤΗΣ» - Τεκμήριο 4.

 

Σε σχέση με την υπεράσπιση της αλήθειας (justification), βάσει του άρθρου 19(α) του Κεφ. 148, βρίσκω ότι ο εναγόμενος απόδειξε ότι τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζονται τα δημοσιεύματα είναι αληθή (βλ. Gatley, παρ. 11.7).

 

Η ανακοίνωση των αρμοδίων υπηρεσιών – Τεκμήριο Α3, ήταν επιβεβλημένη και απολύτως νόμιμη, προερχόμενη μάλιστα από την κατά νόμον υπόχρεη να δημοσιεύσει το θέμα κρατική υπηρεσία. Η επίδικη δήλωση ενέπιπτε στα θεσμοθετημένα καθήκοντα των αρμοδίων υπηρεσιών του κράτους.

 

 Το γεγονός, καθιστά το δημοσίευμα απόλυτα προνομιούχο βάσει των προνοιών του άρθρου 20(θ) του Κεφ.148, χωρίς να υπεισέρχεται εδώ ζήτημα εφαρμογής της επιφύλαξης του άρθρου 20(1) (βλ. Gatley, παρ.13.25 – 13.26).

 

Τούτο σημαίνει ότι είναι αδιάφορο το κατά πόσον το δημοσίευμα ήταν αληθές ή αναληθές (αν και ήταν αληθές) και το κατά πόσον ο εναγόμενος γνώριζε ή όχι το αναληθές του δημοσιεύματος ή το αν η δημοσίευση έγινε καλή τη πίστη (που έγινε) ή όχι.

 

Πέραν των πιο πάνω, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες των Άρθρων 21(1)(δ) και 21(2) του Κεφ. 148, κρίνω ότι τα δημοσιεύματα έγιναν καλόπιστα, με τη δημοσίευσή τους να είναι υπό επιφύλαξη προνομιούχα αφού δημοσιεύθηκαν για την προστασία των δικαιωμάτων και συμφερόντων των καταναλωτών και του κοινού γενικότερα, χωρίς μάλιστα να είναι αναληθή και δίχως οι αρμόδιες υπηρεσίες να έχουν ενεργήσει με σκοπό βλάβης των εναγόντων σε βαθμό σημαντικά μεγαλύτερο ή κατά τρόπο σημαντικά διαφορετικό του ευλόγως αναγκαίου για το κοινό συμφέρον ή για την προστασία των δικαιωμάτων ή συμφερόντων για τα οποία αξιώνεται το προνόμιο (βλ. T.M.P. Agents v. Saba and Co (T.M.P.) (2007) 1(Α) Α.Α.Δ. 448).

 

Έχοντας κατά νουν, μεταξύ άλλων, τις πρόνοιες του άρθρου 21(2) του Κεφ. 148, καταλήγω ότι τίποτε από όσα αναφέρθηκαν και έγιναν αποδεκτά ως αξιόπιστη μαρτυρία δεν κατατείνει στην πιθανότητα, καν, εξαγωγής συμπεράσματος περί κακοπιστίας ή κακοβουλίας του εναγόμενου (βλ. Gatley, παρ. 12.24 – 12.25).

 

Το πιο πάνω εύρημα καταρρίπτει κάθε πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής στη βάση της επιζήμιας ψευδολογίας, όπως διαγράφεται από το άρθρο 25 του Κεφ. 148 (βλ. Gatley, παρ. 20.7 -20.8).

Παρομοίως, καμιά αμέλεια ή παράβαση καθήκοντος δεν υπήρξε στην προκειμένη περίπτωση εκ πλευράς αρμοδίων κρατικών υπηρεσιών και κατ’ επέκταση του εναγόμενου.

 

Καμιά υποχρέωση εμπιστευτικότητας δεν είχαν οι αρμόδιες υπηρεσίες έναντι των εναγόντων.

 

Όμως και να υπήρχε μια τέτοια υποχρέωση, στην προκειμένη περίπτωση, έχοντας υπόψη τη φύση του προβλήματος που έπρεπε να αντιμετωπιστεί και την ταχύτητα και αποτελεσματικότητα με την οποία αυτό θα έπρεπε να γίνει, το καθήκον για έγκαιρη, σαφή και συγκεκριμένη προειδοποίηση των καταναλωτών περί του ενδεχομένου ύπαρξης προβλήματος στη συγκεκριμένη παρτίδα χαλουμιών με την ονομασία «SOMIS», παραγωγής των εναγόντων, θα έπρεπε ασυζητητί να υπερισχύσει κάθε άλλου καθήκοντος εμπιστευτικότητας προς τους ενάγοντες.

 

Το κατά πόσον σε προηγούμενες περιπτώσεις δημοσιοποιήθηκαν ή όχι τα ονόματα εμπλεκομένων σε διερεύνηση που αφορούσε σε παρόμοια ζητήματα, παρέμεινε παντελώς ατεκμηρίωτο εκ πλευράς εναγόντων σε συνάρτηση και στόχευση των οποιονδήποτε επί τούτου πράξεων ή παραλήψεων των αρμοδίων υπηρεσιών.

 

 Τα δημοσιεύματα σε εφημερίδες που κατέθεσαν οι ενάγοντες [βλ. Τεκμήρια 13(1) – 13(4)], δεν αποδεικνύουν τη θέση ότι στην επίδικη περίπτωση οι ενάγοντες ενήργησαν κακόπιστα και αλλότρια σε αντίθεση με το τι έπραξαν με τους εμπλεκόμενους στους οποίους αφορούν τα υπό αναφορά δημοσιεύματα.

 

Οι αναφορές στα δημοσιεύματα αυτά αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία παντελώς στερημένης οποιασδήποτε βαρύτητας, ενόψει του περιεχομένου του άρθρου 27 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9 και της δυνατότητας που είχαν οι ενάγοντες να προσκόμιζαν την καλύτερη δυνατόν μαρτυρία επί των θεμάτων τούτων, αφού πρώτα προσέφεραν και τη μαρτυρία των συγγραψάντων τα κείμενα δημοσιογράφων έτσι ώστε να διαπιστωνόταν και να επιβεβαιωνόταν η ακριβής πηγή πληροφόρησης τους. Αφήνω δε κατά μέρος, χάριν συζήτησης, το γεγονός ότι τα δημοσιεύματα – Τεκμήρια 13(1) – 13(4), πολύ απέχουν από το να ικανοποιούν τις πρόνοιες του άρθρου 34 του Κεφ. 9, που αφορούν στην απόδειξη δηλώσεων που περιέχονται σε έγγραφα. 

 

Στην κάθε περίπτωση ζητημάτων που αφορούν στο δημόσιο και τους πολίτες, θα πρέπει να αξιολογούνται τα εκατέρωθεν συγκρουόμενα δικαιώματα και όπου τα συζητούμενα κρίνονται, όπως εδώ, ως ύψιστου δημοσίου συμφέροντος, να επιχειρείται προσεκτικό ζύγιασμα, από τη μια, του δικαιώματος του κοινού να πληροφορηθεί για το περιεχόμενο ερευνών που λαμβάνουν χώρα και σχετίζονται με την υγεία του και από την άλλη, της αναγκαιότητας για προστασία της υπόληψης των υποκειμένων σε διερεύνηση (βλ. κατ’ αναλογίας Stensaas v. Norway (1999) 29 E.H.R.R. 125).

 

Έτσι έγινε και εδώ από το Δικαστήριο.

 

Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγόμενου και εναντίον των εναγόντων, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

                                                           (Υπ)………………………..

                                                                   Ν. Γ. Σάντης, Α.Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

/Μ.Ρ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο