ECLI:CY:EDLEF:2008:A203

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ.

 

Αρ. Αγωγής: 186/06

 

Μεταξύ:

 

                                    Ανδρέα Μαλά

Ενάγοντα

                                                            και

 

Nicolaou & Konnides D.S. Joint Office Ltd

Εναγομένων

 

 

                                    Αίτηση ημερομηνίας 22.5.2008

για τροποποίηση Υπεράσπισης

 

Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου, 2008.

 

Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κ. Κουνιάς

Για τον Ενάγοντα - Καθ’ου η Αίτηση: κ. Μηχανικός

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

            Ο Ενάγοντας καταχώρησε στις 9.1.2006 την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, με την οποία αξιοί εναντίον των Εναγομένων αποζημιώσεις για ισχυριζόμενο παράνομο τερματισμό σύμβασης εργοδότησης του από τους Εναγόμενους.

 

            Οι Εναγόμενοι, μετά από την καταχώριση εκ μέρους τους Σημειώματος Εμφάνισης, καταχώρησαν Υπεράσπιση στις 16.5.2006. Κατόπιν της καταχωρήσεως των δικογράφων η αγωγή ορίστηκε αρχικά για οδηγίες, και μετά επανειλημμένα για ακρόαση, πράγμα όμως το οποίο δεν κατέστη δυνατό λόγω αιτημάτων για αναβολή της από μέρους αμφότερων των συνηγόρων.

 

            Με την υπό εξέταση αίτηση επιδιώκεται η τροποποίηση της Υπεράσπισης ως ακολούθως:

 

“(Α)      Με την προσθήκη ως στοιχεία (ε), (στ) και (ζ) στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Υπεράσπισης ως κατωτέρω:

 

(ε)        Κατά παράβαση των όρων της γραπτής συμφωνίας ημερ. 1.12.2003 ο Ενάγων κατά τις ώρες εργοδότησης του στους Εναγόμενους εκτελούσε προσωπικές του εργασίες και/ή εργασίες της εταιρείας του με την επωνυμία Μ.Τ.Α Accountants & Business Consultants Ltd της οποίας είναι μέτοχος και διευθυντής επ’ αμοιβή και εν’ αγνοία των Εναγομένων. Είναι η θέση των Εναγομένων ότι ο Ενάγοντας παρείχε υπηρεσίες σε πρόσωπα και/ή εταιρείες οι οποίες ήταν ανταγωνιστές των Εναγομένων.

 

(στ)      Ο Ενάγων εκτελώντας πλημμελώς την εργασία του ως υπεύθυνος για την ορθή τήρηση του Ταμείου Προνοίας της Εταιρείας των Εναγομένων, η Εναγόμενη Εταιρεία και οι διευθυντές αυτής κατηγορήθηκαν από τον Έφορο Ταμείου Προνοίας στην Ποινική υπόθεση αρ. 19970/06 στους οποίους και επιβλήθη χρηματική ποινή από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας.

 

(ζ)        Ο πλημμελής τρόπος εκτέλεσης των καθηκόντων του Ενάγοντα έφερε τους Εναγόμενους σε τέτοια δεινή και/ή καταστροφική οικονομική κατάσταση με αποτέλεσμα την ανάγκη δανειοδότησης τους από Εμπορική Τράπεζα για να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν των οικονομικών τους υποχρεώσεων σε αντίθεση με τις οικονομικές καταστάσεις που τους ετοίμαζε ο Ενάγοντας και στις οποίες φαινόταν η ύπαρξη κερδών και/ή πλεονασμάτων.

 

(Β)       Με την προσθήκη ως νέας παραγράφου αρ. 17 στην αγωγή ως κατωτέρω:

 

17.                               ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ

 

Οι Εναγόμενοι υιοθετούν και επαναλμαβάνουν το περιεχόμενο των παραγράφων 1 εώς και 16 της Έκθεσης Υπεράσπισης και περαιτέρω αξιούν εναντίον του Ενάγοντα:

 

(α)        Διάταγμα του Δικαστηρίου ότι ο τερματισμός της Εργοδότησης του Ενάγοντα από την Εναγόμενη ήτο νόμιμος.

 

(β)        Ποσό Λ.Κ.13.000.- (ΕΥΡΩ 22.211,82 σεντ) το οποίο οι Εναγόμενοι αναγκάστηκε να δανεισθεί από Εμπορική Τράπεζα για να καλύψει την κακή οικονομική κατάσταση της Εταιρείας συνεπεία του πλημμελούς τρόπου άσκησης των καθηκόντων του Ενάγοντα.

 

(γ)        Ποσό Λ.Κ.2.000 (ΕΥΡΩ 3.417,20 σεντ) για επαναδιοργάνωση και λειτουργία του λογισμικού προγράμματος των Εναγομένων.

 

(δ)        Ποσό Λ.Κ.33.258 (ΕΥΡΩ 56.824,67 σεντ) για ζημιές και/ή απώλεια ερηατικού χρόνου που επέφερε στην Εναγόμενη ο Ενάγοντας κατά τον πλημμελή τρόπο άσκησης των καθηκόντων του.

 

(ε)        Νόμιμο Τόκο.

 

(στ)      Έξοδα και Φ.Π.Α.

 

(Γ).       Με την αντίστοιχη αναρίθμηση των παραγράφων της Έκθεσης Απαίτησης αλλά και του Αιτητικού.

                       

Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ. Θ.2 και 3, Δ.25 Θ.Θ. 1 εώς 4 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.  Υποστηρίζεται από Ενορκη Δήλωση του κ. Κυριάκου Νικολάου, μετόχου και διευθυντή της Εναγόμενης - Αιτήτριας.

 

Ο κ. Νικολάου αναφέρει ότι μετά την αποχώρηση του Ενάγοντα από την θέση του λογιστή των Εναγομένων κρίθηκε απαραίτητο να γίνει έλεγχος στο λογισμικό σύστημα της Εναγομένης. Κατά τον έλεγχο αυτό διεφάνη ότι ο Ενάγοντας διατηρούσε δικό του χώρο στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή της Εναγόμενης Εταιρείας, στον οποίο εκτελούσε δικές του εργασίες παρέχοντας λογιστικές υπηρεσίες, προσφορές και τιμολόγια σε πελάτες δικούς του. Είναι η θέση του Ενόρκως Δηλούντα ότι θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα ώστε να φανούν στο Δικαστήριο όλα τα γεγονότα της υπόθεσης, ενώ εισηγείται ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στον Καθ’ου η αίτηση, αφού υπάρχει η δυνατότητα έκδοσης της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Περαιτέρω ο ομνύοντας αναφέρει ότι δεν εισάγεται νέα βάση αγωγής, και η αίτηση δεν γίνεται με κακή πίστη.

 

Ο Ενάγοντας, καταχώρησε Ένσταση στην αίτηση, η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.25 Θ.Θ. 1, 2, Δ.48 Θ.Θ. 1, 4, 8, 9, Δ.64 Θ.Θ. 1, 2 και στις συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες, πρακτική και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην Ένσταση εκτίθενται 7 λόγοι ένστασης τους οποίους και κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους:

 

“α)        Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή μη γενόμενη σύμφωνα με τους Νόμους και Κανονισμούς και/ή είναι γενική και αόριστη και/ή είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.

 

β)         Η Ένορκη Δήλωση δεν υποστηρίζει την αίτηση και/ή το αιτητικό της Αίτησης και/ή έγινε από πρόσωπο, που δεν έχει γνώση των γεγονότων της υπόθεσης.

 

γ)         Εισάγονται και προστίθενται αδικαιολόγητα, και παράτυπα νέα θέματα, νέες θέσεις, νέοι ισχυρισμοί και νέες απαιτήσεις.

 

δ)         Ζητείται τροποποίηση της Εκθέσεως Υπερασπίσεως για ανύπαρκτα θέματα.

 

ε)         Θα τεθώ σε δυσμενή θέση κατά τρόπο που δεν θα μπορώ να αποζημιωθώ με έξοδα.

 

στ)       Επιδιώκεται ευκαιρία αναδόμησης της υπόθεσης των Εναγομένων, για λάθη ή παραλείψεις τους.

 

ζ)         Γίνεται κατάχρηση των διαδικασιών και καταστρατήγηση των εξουσιών του Δικαστηρίου.

 

Η Ενσταση αυτή συνοδεύεται από ΄Ενορκη Δήλωση του Ενάγοντα - Καθ΄ου η Αίτηση.

 

Ο κ. Μαλάς, αφού αναφέρει ότι διαφωνεί πλήρως με το περιεχόμενο της Ενόρκου Δηλώσεως του κ. Νικολάου και επαναλαμβάνει σε κάποιο βαθμό τους πιο πάνω λόγους Ένστασης, εισηγείται ότι η αίτηση υποβάλλεται σε τέτοιο καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας με συνέπεια να θέτει την υπόθεση του σε δυσμενή θέση, αφού εισάγονται αδικαιολόγητα νέα θέματα, θέσεις, ισχυρισμοί και απαιτήσεις. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν πολύ νωρίτερα για την αναγαιότητα της τροποποίησης, με εισήγηση ότι το αδικαιολόγητο της καθυστέρησης τους στην υποβολή της αίτησης να αντιβαίνει την νομολογιακά καθιερωμένη αρχή της τελεσιδικίας και ταχείας εκδίκασης των υποθέσεων. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι γίνεται κατάχρηση των διαδικασιών, και καταστρατηγείται η θέση του Δικαστηρίου, ενώ η αιτούμενη τροποποίηση ενέχει το στοιχείο της κακοπιστίας.

 

Κατά την ακρόαση της αίτησης που περιορίστηκε σε αγορεύσεις, χωρίς δηλαδή την αντεξέταση οποιουδήποτε από τους Ενόρκως Δηλούντες, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων ουσιαστικά επανέλαβαν τις πιο πάνω θέσεις τους, όπως προβάλλονται την Αίτηση και την Ένσταση αντίστοιχα, επικαλούμενοι τώρα και σχετική Νομολογία.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

 

            Η Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει την δικονομική δυνατότητα εξέτασης του αιτήματος και αναφέρει τα ακόλουθα:

 

            ²The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties².

 

            Ως αναφέρθηκε στην Courtis v. Iasonides (1970) 1 C.L.R. 180, τα δικόγραφα αποτελούν τα θεμέλια της δίκης[1].

 

Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Αζά (1992) 1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα ως προς τη δυνατότητα τροποποιήσεως δικογράφων:

 

²Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη είναι εμφανής².

 

΄Οπως λέχθηκε και στην Associated Leisure Ltd. and other v. Associated Newspapers Ltd. (1970) 2 All E.R. 754 στη σελ. 757, η αρχή σε τέτοιου είδους αιτήσεις είναι ότι η τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν η αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα, εάν τέτοια τροποποίηση είναι αναγκαία για την απονομή της δικαιοσύνης μεταξύ των διαδίκων, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται στον αντίδικο, μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα[2].

 

Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd. και άλλων (1989) 1 Ε Α.Α.Δ. 33 τέθηκαν καθαρά οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας σε αιτήσεις τροποποίησης.  Συγκεκριμένα αναφέρονται τα πιο κάτω στην σελ. 36:

 

²Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής:

 

(1)   Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.

 

(2)   Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου.  Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.

 

(3)   Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.  Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση.  ΄Οσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.

 

(4)  Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης.  Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.  Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη².

 

(βλ. επίσης Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς v. Ζήνωνα Ποφαϊδη και άλλων, (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1608)

 

Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη (βλ. Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας, (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 223)

 

΄Οπως αναφέρθηκε και στην υπόθεση Βασιλειάδης v. Πετρολίνα (1994) 1 Α.Α.Δ. 16 δεν μπορούν ²να προδιαγραφούν άκαμπτοι κανόνες γενικής εφαρμογής, σε σχέση με θέμα που εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου.  Αναγνωρίζονται σχετικοί παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης².

 

΄Οπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης.

 

Στην Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας, Πολ. ΄Εφ. 11215, ημερ. 22/2/2002, στη σελ. 5 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

²Είναι η θέση της νομολογίας πώς, όταν υπάρχει καθυστέρηση, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης.  Στην SABA & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (1994) 1 Α.Α.Δ. 426 κρίθηκε πως η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης².

 

Στην Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου (1991) 1 Α.Α.Δ. 934 αναφέρθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις, ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση ²είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης².

 

Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A. & G. Leventis κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 726).  Το όλο ζήτημα όμως παραμένει στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου (Ταξί Κυριάκος Λτδ. v. Ανδρέα Παύλου (1995) 1 Α.Α.Δ. 560).

 

Όπως παρατηρείται, με την αιτούμενη τροποποίηση, οι ισχυρισμοί των Εναγομένων επεκτείνονται ουσιαστικά στην συμπερίληψη γεγονότων σε σχέση με διαγωγή του Ενάγοντα, τα οποία κατά την άποψη τους οδηγούν και σε δικαίωμα ανταπαίτησης εναντίον του.

 

Ο κ. Μηχανικός ισχυρίστηκε ότι με την αιτούμενη τροποποίηση εισάγονται νέες θέσεις , ισχυρισμοί και βάση αγωγής, με αποτέλεσμα να θέτει την υπόθεση του Ενάγοντα σε δυσμενή θέση. Είναι, όμως, γεγονός ότι στην παράγραφο 8 της Υπεράσπισης ημερομηνίας 16.5.2006 υπάρχει ήδη ισχυρισμός για το ότι ο Ενάγοντας δεν εκτελούσε τα καθήκοντα του κατά ικανοποιητικό τρόπο, και μεταξύ των λεπτομερειών αυτών περιέχεται και η θέση ότι παρουσίαζε λανθασμένες αναφορές σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της Εταιρείας. Επίσης στην παράγραφο 13 της Υπεράσπισης περιέχεται ο ισχυρισμός ότι ο Ενάγοντας παρείχε υπηρεσίες μέσω δικής του Εταιρείας κατά τον χρόνο που εργοδοτείτο στους Εναγόμενους. Των πιο πάνω δεδομένων, δεν θεωρώ ότι εισάγονται νέοι ισχυρισμοί οι οποίοι θέτουν τον Ενάγοντα σε οιανδήποτε τέτοια δυσμενή θέση ώστε να δικαιολογείται η απόρριψη του αιτήματος για τον λόγο αυτό.

 

Σε σχέση δε με τον ισχυρισμό αυτό παραθέτω απόσπασμα από την απόφαση  SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents, (1994) 1 Α.Α.Δ. 426, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

²Συμφωνούμε με τον πρωτόδικο Δικαστή πως η προσθήκη ως εκ του αμέσου συσχετισμού της προς τον κεντρικό ισχυρισμό που προβλήθηκε εξ αρχής, δεν δικαιολογούσε την άποψη των εφεσειόντων ότι επιφέρει ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης.  Παρέχει μόνο τη δυνατότητα προσαγωγής μαρτυρίας ως προς τον εξ αρχής προβληθέντα αν και μή συγκεκριμενοποιηθέντα ισχυρισμό αναφορικά με τις συνέπειες του αστικού αδικήματος.  Η διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση.  (Βλ. Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά, Πολ. ΄Εφ. 7994, ημερ. 21/4/1992)².

 

Σημειώνω ότι το μεγαλύτερο μέρος της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου για τον Ενάγοντα αναλώθηκε στην προώθηση της θέσης του ότι οι Αιτητές είχαν την υποχρέωση με την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση να τεκμηριώσουν το βάσιμο των ισχυρισμών που επιθυμούν να προσθέσουν με την αιτούμενη τροποποίηση.  Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση αυτή του κ. Μηχανικού. Υποχρέωση των Αιτητών σε τέτοιες αιτήσεις είναι να τεκμηριώσουν ενόρκως τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζουν το αίτημα τους για τροποποίηση, και όχι να καταδείξουν ότι ευσταθούν οι ισχυρισμοί που επιδιώκεται να περιληφθούν στο δικόγραφο με την τροποποίηση.

 

            Στρεφόμενη τώρα στον ισχυρισμό των Εναγομένων - Καθ΄ων η Αίτηση ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης. Αρχικά αναφέρω ότι στους λόγους Ένστασης δεν περιλαμβάνεται αναφορά περί της καθυστέρησης αυτής, παρόλο που γίνονται αναφορές στην Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει. Εν πάση περιπτώσει, εξετάζοντας το ιστορικό της υπόθεσης όπως φαίνεται από τον φάκελο, καταλήγω ότι, παρόλο που υπάρχει κάποια καθυστέρηση, εν’ τούτοις αυτή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αποφασιστικής σημασίας. Σημειώνω ότι η ακρόαση της αγωγής αναβλήθηκε σε διάφορες ημερομηνίες κατόπιν αιτημάτων και των δύο συνηγόρων.

 

Σε σχέση με την εισήγηση του Ενάγοντα ότι η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα, σημειώνω ότι δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, οτιδήποτε πέραν από αόριστους ισχυρισμούς, που να καταδεικνύει ότι η υπό εξέταση αίτηση υποβλήθηκε κακόπιστα, αφού η κακοπιστία δεν μπορεί να αποδειχθεί απλά και μόνο λόγω της ύπαρξης καθυστέρησης.  Παραθέτω προς τούτο απόσπασμα από την απόφαση Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.ά. v. A. & G. Leventis & Company, (1993) 1 Α.Α.Δ. 726:

 

            ²Είναι όμως ένα θέμα η αποτυχία θεμελίωσης ορισμένου ισχυρισμού εξ αιτίας της ασάφειας ή γενικά της ανεπάρκειας της μαρτυρίας που προσάγεται και άλλο το κίνητρο που εξωθεί στη διατύπωση του ισχυρισμού.  Δεν θα λέγαμε πως τα δύο είναι οπωσδήποτε ασύνδετα αλλά δεν μπορούμε και να δεχθούμε πως η ασάφεια ή ο τρόπος της διατύπωσης, χωρίς άλλο, δείχνει κακοπιστία, ιδιαίτερα κάτω από τις συνθήκες τις παρούσας υπόθεσης”.

 

      Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι εάν εγκριθεί η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα προκληθεί στον Ενάγοντα οιαδήποτε ζημιά η οποία να μην δύναται να αποζημιωθεί με χρήμα. Θεωρώ, συναφώς ότι η διακριτική μου ευχέρεια μπορεί και πρέπει να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος για τροποποίηση.

 

      Ως αποτέλεσμα εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως το Α, Β και Γ της Αίτησης.  Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός 20 ημερών από σήμερα και Απάντηση στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση εντός περαιτέρω 20 ημερών από τη λήψη της τροποποιημένης  Υπεράσπισης.

 

      Όσον αφορά στα έξοδα, σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων, υπάρχει τάση όπως αυτά επιδικάζονται υπέρ του Καθ’ου η Αίτηση. Παραπέμπω, όμως, σε απόσπασμα από την απόφαση Χαρίλαου Χατζηγέρου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, (2003) 3 Α.Α.Δ. 31, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Εξοδα: Τα έξοδα σε αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων επιδικάζονται κατά κανόνα υπέρ του καθ’ου η αίτηση ανεξάρτητα από τη στάση του τελευταίου στο αίτημα και στην επιτυχία της ένστασης σ’ αυτό. Η προσέγγιση αυτή δεν λαμβάνει αρκούντως υπόψη τον κανόνα στον οποίο στηρίζεται η αρχή αυτή εξικνούμενο στον επωμισμό της δαπάνης από το διάδικο που προκάλεσε τα αχρείαστα έξοδα. Ο αιτητής δεν μπορεί εύλογα να θεωρηθεί πρόξενος των εξόδων της ακρόασης που επέφερε η ένσταση του καθ’ου στο αίτημα του. Σε τέτοιες περιπτώσεις ορθή εφαρμογή της αρχής που διέπει την επιδίκαση εξόδων δικαιολογεί την απόδοση στον καθ’ου η αίτηση μόνο μέρους των εξόδων του. Η τομή που μπορεί να γίνει σ’ αυτές τις υποθέσεις έγκειται στην επιδίκαση εξόδων στον καθ’ου η αίτηση του ενός δευτέρου των εξόδων του που είναι και η απόφαση που εκδίδουμε σ’ αυτή την υπόθεση».

 

Επιδικάζεται συνεπώς υπέρ του Ενάγοντα - Καθ’ ου η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών το έν δεύτερο των εξόδων της εκδίκασης της υπό εξέταση αίτησης, καθώς επίσης και όλο το μέρος των εξόδων που θα απολεσθούν  συνεπεία της τροποποίησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας.

 

 

 

                                                                     (Υπ.) …………………………………….

                                                                                Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ.

 

ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ



[1]          ²The pleadings in an action are the foundations of the litigation; they must be carefully prepared as the set of rails upon which the train of the case will run.  The Civil Procedure Rules (Or. 19, r. 4) are clear on the point; and daily practice lays stress on the need to apply strictly this rule.  A case is decided on its pleaded facts to which the law must be applied.  If in the course of the trial it appears that a party´s pleading requires amendment, steps for that purpose must be taken as early as possible in order to give full opportunity to the parties affected by the amendment to meet the new situation; to run their case, so to speak, on the new rails².

 

[2]           ²I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money².

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο