ECLI:CY:EDLEF:2010:A112
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Μ.Παπαϊωάννου, Ε.Δ.
Αριθ.Αγωγής: 2327/06
Μεταξύ:
EΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΧΠΘ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΛΤΔ
Ενάγουσας
και
1. Σωκράτη Σωτήρη Τσιαμέζη
2. Σωτήρη Κώστα Τσιαμέζη
3. Ζωής Τσιαμέζη
Εναγομένων
Αίτηση ημερομηνίας 11.9.09 για τροποποίηση
Ημερομηνία: 19.3.10
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για την ενάγουσα-αιτήτρια: κα Ιακωβίδου για Σταύρο Αμπίζα & Σία
Για τους εναγόμενους-καθ΄ων η αίτηση: κα Κυπριανίδου
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Η δίκη στην παρούσα αγωγή δεν έχει ακόμα αρχίσει. Με την παρούσα η ενάγουσα αξιώνει εναντίον των εναγομένων 1,2 και 3 αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα διάταγμα και/ή απόφαση που να τους διατάσσει μεταξύ άλλων να αποφύγουν να πράττουν οτιδήποτε το οποίο εμποδίζει την ενάγουσα να απολαμβάνει την ανενόχλητη χρήση του επίδικου υποστατικού σύμφωνα με το Νόμο και τους όρους της ενοικίασης, να πράξουν κάθε τι αναγκαίο ώστε η ενάγουσα να συνεχίσει την ανενόχλητη ενοικίαση του υποστατικού, να παύσουν να επεμβαίνουν παράνομα και με οποιοδήποτε τρόπο στο υποστατικό που ενοικιάζει η ενάγουσα καθώς και γενικές αποζημιώσεις.
Η ΄Εκθεση Υπεράσπισης καταχωρήθηκε στις 31.5.07. Απάντηση στην Υπεράσπιση δεν καταχωρήθηκε παρά το ότι δόθηκε σχετικό διάταγμα στις 26.11.07.
Με την παρούσα αίτηση ημερ. 11.9.09 ζητούνται βασικά τα ακόλουθα:
Α . Διάταγμα του Δικαστηρίου για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και των συναφών δικογράφων με την προσθήκη της Κατερίνας Τσιαμέζη, ως Εναγόμενης 4.
Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου για τροποποίηση της ΄Εκθεσης Απαιτήσεως:
i) Με την προσθήκη της ακόλουθης πρότασης στο τέλος της παραγράφου αρ.4 της ΄Εκθεσης Απαιτήσεως «Κατά ή περί τον μήνα Αύγουστο του 2006, ο Εναγόμενος 1 μεταβίβασε και ενέγραψε το ακίνητο, δυνάμει δωρεάς, στο όνομα της αδελφής του Κατερίνας Τσιαμέζη.»
ii) Με την προσθήκη και της Εναγόμενης 4 επί της παραγράφου 21 και 21.Α, 21.Β, 21.Γ, 21.Δ της ΄Εκθεσης Απαιτήσεως ούτως ώστε να στρέφεται και εναντίον της, κάθε αξίωση της Ενάγουσας.
Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9, Θ.Θ.4,10 και 11, Δ.25, Θ.Θ.1,2,3,4 και 5, Δ.48 Θ.Θ.1,2,3,4,8 και 9, Δ.63 Θ.2 στις συμφυείς εξουσίες και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στις γενικές αρχές του Νόμου.
Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση φαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης καθώς και στη συνημμένη ένορκη δήλωση του κ.Χαράλαμπου Αλεξάνδρου, ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος, όπως αναφέρει, να προβεί σ΄αυτήν. Γνωρίζει δε καλά τα γεγονότα της παρούσης.
Όπως του ανέφεραν οι δικηγόροι της Ενάγουσας, κατά την μελέτη της ως άνω υπόθεσης, μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης των Εναγομένων, αντελήφθησαν κάποιο ουσιώδες για την υπόθεση τους γεγονός το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 5 της Υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, μετά την καταχώρηση της αγωγής της Ενάγουσας μεταβλήθηκε το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου, αφού ο Εναγόμενος 1, κατά ή περί τον Αύγουστο 2006, μεταβίβασε και ενέγραψε το ακίνητο, δυνάμει δωρεάς, στο όνομα της αδελφής του Κατερίνας Τσιαμέζη. Μετά από έρευνα στην οποία προέβηκε η Ενάγουσα στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας, προέκυψε ότι όντως από τις 29.8.2006 η Κατερίνα Τσιαμέζη, είναι η νέα ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου. Ως εκ τούτου θα πρέπει να γίνει σχετική τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και της ΄Εκθεσης Απαιτήσεως και να προστεθεί ως Εναγόμενη στην παρούσα αγωγή και η νέα ιδιοκτήτρια για την αποτελεσματική και ολοκληρωτική διεκπεραίωση όλων των ζητημάτων.
Η προσθήκη και παρουσία της Κατερίνας Τσιαμέζη ως διαδίκου, θεωρείται αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή και για ορθό προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ως αυτή προκύπτει από τις γραπτές προτάσεις. Με την προσθήκη θα είναι δυνατή η σωστή και δίκαιη παρουσίαση της αξίωσης της ενάγουσας ενώ το Δικαστήριο θα έχει πλήρη γνώση όλων των ουσιωδών γεγονότων της παρούσας αγωγής.
Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν πρόκειται να επιφέρει οποιανδήποτε καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης, ούτε να προκαλέσει οιανδήποτε βλάβη, ζημία ή αδικία στους Εναγόμενους.
Οι εναγόμενοι-καθ΄ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση ημερ. 3.12.09 η οποία βασίζεται στους ακόλουθους λόγους:
Την ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση υπογράφει η Κατερίνα Τσιαμέζη, δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους εναγόμενους 1 και 3 όπως προβεί σ΄αυτήν. Αναφέρει η ενόρκως δηλούσα, μεταξύ άλλων ότι ο εναγόμενος 2, πατέρας της απεβίωσε. Αναφέρει επίσης ότι στην ΄Εκθεση Υπεράσπισης των εναγομένων που καταχωρήθηκε στις 31.5.07 αναφέρεται ότι ο εναγόμενος 1 της μεταβίβασε το ακίνητο. Επίσης, στην αίτηση Ε131/07 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων αναφέρεται ότι είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου.
Η αίτηση Ε131/07 επιδόθηκε στους ενάγοντες-αιτητές καθ΄ων η αίτηση στην αίτηση με αριθμό 131/01, στις 26.7.07 οι οποίοι στην γραπτή τους απάντηση που καταχωρήθηκε στις 23.1.2008, παραδέχονται σιωπηρά τον πιο πάνω ισχυρισμό.
Εν΄όψει των πιο πάνω, οι ενάγοντες δεν μπορούν, μετά την πάροδο 2,5 ετών αφ΄ότου έλαβαν γνώση για πρώτη φορά ότι είναι ιδιοκτήτρια του ακινήτου, να καταχωρούν αίτηση για πρόσθεση της ως εναγόμενης 4 στην παρούσα.
Η ενόρκως δηλούσα αρνείται τους ισχυρισμούς της παραγράφου 4 της ένορκης δήλωσης και ισχυρίζεται ότι οι αιτητές εγκατέλειψαν το δικαίωμα τους για πρόσθεση της ως εναγόμενης 4. Ισχυρίζεται επίσης ότι εν πάση περιπτώσει, η αγωγή μπορεί να προχωρήσει και χωρίς την πρόσθεση της ως εναγόμενης 4, αφού στα όσα αναφέρονται στην ΄Εκθεση Απαίτησης η ίδια καμία εμπλοκή δεν είχε, ούτε γίνεται οποιαδήποτε αναφορά του ονόματος της και επομένως δεν μπορούν οι αιτητές να ζητούν τις αξιώσεις των παραγράφων Α,Γ,Δ,Ε και ΣΤ της ΄Εκθεσης Απαίτησης. Όσον αφορά την αξίωση της παραγράφου Β, οι ενάγοντες-αιτητές δεν δικαιούνται και ούτε υποχρεούνται όπως προβούν στην αναπαλαίωση του ακίνητου και/ή στην επιδιόρθωση του, αφού κηρύχθηκε διατηρητέο.
Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι έχει αναθέσει την μελέτη για ανακαίνιση του ακινήτου σε αρχιτεκτονικό γραφείο και έχουν ετοιμαστεί τα σχέδια και οι μελέτες για ριζικές ανακαινίσεις. Προς τον σκοπό αυτό, καταχώρησε την αίτηση με αριθμό 131/07 ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λευκωσίας. Μόνο η ίδια έχει δικαίωμα, ως ιδιοκτήτρια, να προβεί σε όλες τις ανακαινίσεις του ακινήτου, μετά την κήρυξη του ως διατηρητέου και όχι οι ενάγοντες-αιτητές και δεν χρειάζεται οτιδήποτε για να υπογράψει, τόσο η ίδια όσο και οι εναγόμενοι 1,2 και 3 για να κατέχουν το ακίνητο, το οποίο ενοικιάζουν.
Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις θέσεις τους. Έχω θέσεις ενώπιον μου όσα ανέφεραν και θα σταθώ σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Η εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέπει τροποποίηση δικογράφων απορρέει από τη Δ.25 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών.
Οι πρόνοιες της πιο πάνω διαταγής έγιναν αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως στις υποθέσεις SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents, (1994) 1 A.A.Δ. 426, Tαξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου (1995) 1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. v. Α.G. Leventis κ.α. (1993) 1 A.A.Δ. 726, Φοινιώτης v. Greenmar Navigation (1989) 1 A.A.Δ. (Ε) 33.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η υπόθεση Δόμνα Νικόλα Χριστοδούλου v. Αθηναϊδος Ιωάννου Χριστοδούλου κ.α. (1991) 1 Α.Α.Δ. 394 αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.
Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε πως όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα της τροποποίησης των δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και γνώμονας άσκησης της είναι το σύνολο των περιστατικών και δεν εξικνείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο.
Σύνοψη των καθιερωθέντων από τη νομολογία νομικών αρχών που διέπουν το θέμα δίδεται στην υπόθεση Φοινιώτης (ανωτέρω). Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από τη σελίδα 36:
«Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψισθούν ως εξής:
Ως προς την καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση δικογράφου, παραπέμπω, μεταξύ άλλων, στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση SABA & Co. (T.M.P.) v. Τ.Μ.P. Agents (ανωτέρω). Όπως λέχθηκε εκεί, σε σχέση με καθυστέρηση η οποία οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της καθυστέρησης και η σημασία της ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή, και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση βέβαια, δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως π.χ. την έλλειψη καλής πίστης Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παύλου (ανωτέρω).
Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν.Σιακόλα (1999) 1 Α.Α.Δ. 44, η αγωγή καταχωρήθηκε στις 23.1.86 και η αίτηση τροποποίησης 12 χρόνια μετά. Το Εφετείο έκρινε πως υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Έκρινε, περαιτέρω, πως υπήρξε σφάλμα αφού ο συνήγορος θα έπρεπε εξ’αρχής να γνωρίζει τη δικονομική ανάγκη για την παροχή λεπτομερειών του αλλοδαπού δικαίου. Η αίτηση για τροποποίηση εγκρίθηκε. Η εξήγηση που δόθηκε ότι ο συνήγορος τελούσε με την αντίληψη ότι δεν χρειαζόταν η έκθεση λεπτομερειών ήταν ικανοποιητική στην απουσία ένδειξης ότι η καθυστέρηση δεν ήταν καλόπιστη.
Εκτός από τις πιο πάνω αρχές στην παρούσα αίτηση πρέπει να ληφθεί υπόψη η αρχή που διατυπώθηκε στην υπόθεση Χ” Δαυίδ v. Χ” Δαυίδ κ.α. (1992) 1 Α.Α.Δ. 1176 καθώς και στην Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1372, η οποία αφορά την ευθύνη του Δικαστηρίου να διαπιστώσει κατά πόσο με βάση τα επίδικα θέματα όπως προσδιορίζονται στα δικόγραφα όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι βρίσκονται ενώπιον του δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη Δ.9 Θ.10 το Δικαστήριο μπορεί είτε από μόνο του είτε μετά από αίτηση να διατάξει την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου εφόσον κρίνει ότι η παρουσία του είναι αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου είναι συναρτημένη με τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις γραπτές προτάσεις.
Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσω τα θέματα που έχουν εγερθεί στην παρούσα αίτηση.
Καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης – αιτιολόγηση της
Σε σχέση με αυτό το θέμα διαφωτιστικά ήταν όσα αναφέρθηκαν στη F.B.L. v. Σιακόλα (ανωτέρω). Η καθυστέρηση προσμετρά σε συνάρτηση με το στάδιο κατά το οποίο επιχειρείται η τροποποίηση, αρχίζοντας όμως από το χρονικό σημείο κατά το οποίο διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση. Με αυτή την έννοια δεν μπορώ να διαγνώσω υπέρμετρη και/ή αναιτιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους της ενάγουσας.
Δίδεται κάποια εξήγηση για το χρονικό σημείο που υπεβλήθη η αίτηση. Ο ενόρκως δηλών προβάλλει ότι αντιλήφθηκαν την μεταβολή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του επίδικου ακινήτου κατά τη μελέτη της υπόθεσης, μετά την καταχώρηση της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης. Η αλήθεια του πιο πάνω γεγονότος δεν διαψεύσθηκε ή αμφισβητήθηκε καθ΄οιονδήποτε τρόπο από τους καθ΄ων η αίτηση (βλ. Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (πιο πάνω).
Εδώ δε αξίζει να αναφερθεί ότι από το φάκελο του Δικαστηρίου προκύπτει ότι καμιά από τις δύο πλευρές μετά το κλείσιμο των δικογράφων δεν προχώρησε σε αίτηση ορισμού της αγωγής. Συνεπώς θεωρώ ότι παρά το χρόνο που έχει παρέλθει από την καταχώριση της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης δεν συνιστά τέτοια καθυστέρηση που να καταστήσει την αίτηση ανεδαφική έχοντας υπόψη το ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί με έξοδα. Τέτοια αδικία δεν εντοπίζεται στα υπό κρίση γεγονότα ούτε και εγείρεται εξάλλου στην ένσταση των καθ΄ων η αίτηση.
Το κατά πόσο είναι απαραίτητη η προσθήκη της Κατερίνας Τσιαμέζη για συνέχιση της αγωγής και το κατά πόσο οι αξιώσεις της ενάγουσας αφορούν μόνο τους εναγομένους 1,2 και 3.
Στην υπόθεση Markoullides v. Tsakkistos (1970) 1 C.L.R.1 κρίθηκε ότι ήταν αναγκαία η προσθήκη διαδίκου κάποιου τρίτου προσώπου για το οποίο υπήρχε ισχυρισμός ότι ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης μέρους της επιδίκου ακινήτου ιδιοκτησίας. Άλλη περίπτωση που κρίθηκε αναγκαία η προσθήκη διαδίκου ήταν η υπόθεση Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου (1998) 1 Α.Α.Δ. 579 όπου εξετάζετο θέμα εχθρικής κατοχής και κρίθηκε ότι η πρώην εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια έπρεπε να ήταν διάδικος. Σχετική με το ίδιο θέμα είναι η υπόθεση Χ”Δαυϊδ v. Χ” Δαυϊδ (πιο πάνω).
Στην υπόθεση Ανδρέα Οδυσσέως v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (πιο πάνω), το αίτημα για τροποποίηση απορρίφθηκε, καθότι κρίθηκε ότι η εταιρεία της οποίας ζητείτο η προσθήκη ως έβδομος εναγόμενος, δεν ήταν αναγκαίος διάδικος για την επίλυση των επιδίκων θεμάτων. Άλλωστε δεν περιείχετο οτιδήποτε στην καταχωρηθείσα ΄Εκθεση Απαίτησης που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά αιτία αγωγής κατά της εν λόγω εταιρείας και η αίτηση περιορίζετο στην τροποποίηση του τίτλου μόνο.
Στην υπόθεση Δ.Σ. Αγλαντζιάς v. Χαρικλείδη (2001) 1 (Γ) ΑΑΔ 1608, το Εφετείο έκρινε ότι η προσθήκη του Δήμου Αγλαντζιάς πέραν του ήδη υφιστάμενου καθ΄ου η αίτηση ήταν κατά κάποιο τρόπο αναγκαία αφού ευθύνη αποδίδετο διαζευκτικά και στους δύο εναγόμενους.
Στην παρούσα υπόθεση είναι εμφανές ότι η αγωγή εγείρει θέματα κατ΄εξακολούθηση άρνησης των ιδιοκτητών να υπογράφουν έγγραφα παρεμποδίζοντας τη συμμόρφωση της ενάγουσας με τις υποδείξεις του Δήμου καθώς και παράβασης του καθήκοντος επιμέλειας των εκάστοτε ιδιοκτητών έναντι των ενοικιαστών. Θεωρώ συνεπώς ότι πρέπει η νέα ιδιοκτήτρια να καταστεί διάδικος στην υπόθεση. Διαφορετικά αν τελικά κριθεί ότι δεν αποδεικνύεται παράβαση καθήκοντος από τους υφιστάμενους εναγόμενους τότε θα χρειαστεί επανάληψη της ίδιας διαδικασίας με νέα αγωγή. Αν βέβαια τελικά ευθύνη θα φέρει και η νέα ιδιοκτήτρια είναι θέμα που θα αποφασιστεί στην κυρίως δίκη.
Κρίνω ότι η προσθήκη της νέας εναγόμενης και οι αιτούμενες συνέπεια αυτής τροποποιήσεις της ΄Εκθεσης Απαίτησης είναι τέτοιες που δεν επηρεάζουν με κανένα τρόπο την Υπεράσπιση των υφιστάμενων εναγομένων – καθ΄ων η αίτηση. Η αιτία αγωγής παραμένει η ίδια και δεν προκαλεί καμιά περιπλοκότητα στην όλη υπόθεση.
Συνοψίζοντας καταλήγω ότι η έγκριση της αίτησης δεν θα προκαλέσει αδικία ή βλάβη η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με έξοδα. Κατά συνέπεια εκδίδεται διάταγμα ως το Α και Β της αίτησης.
Τα έξοδα της παρούσας αίτησης και επιπλέον όσα έξοδα χαθούν (thrown away) λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. Θα προχωρήσω να δώσω οδηγίες για καταχώρηση τροποποιημένων δικογράφων.
(Υπ) ………………………………….
Μ.Παπαϊωάννου, Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΣΗ