ECLI:CY:EDLEF:2016:A57
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ
Αρ.Αγωγής: 1158/2015
Μεταξύ:
1. Σωτηρησ παρουτησ
2. Ελένη Γεωργιου παρουτη
3. Draft S.A. Ltd
Εναγόντων
-και-
1.NESIMO LTD
2.ΞΕΝΙΑ ΦΩΤΙΚΟΥ
3.ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ
Εναγομένων
Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου 2015
Εμφανίσεις:
Για ενάγοντες/αιτητές: κ. Μ. Βορκάς.
Για εναγόμενους 1 και 2/ καθ’ ων η αίτηση 1 και 2: κ. Γ. Λιβέρας
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(Αίτηση ημερ. 13/3/2015 για προσωρινό διάταγμα)
Με μονομερή αίτηση ημερομηνίας 13/3/2015, η οποία δόθηκαν στη συνέχεια οδηγίες όπως επιδοθεί, οι ενάγοντες/αιτητές (στο εξής καλούμενοι «οι αιτητές») αποτάθηκαν στο Δικαστήριο αιτούμενοι ως ακολούθως:
«Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου να απαγορεύεται αμέσως στους Εναγόμενους 1 και 2 στους αντιπροσώπους και υπηρέτες αυτών να διορισθούν ως διευθυντές της Ενάγουσας 3, η δε Εναγόμενη 2 και ως γραμματέας αυτής και/ή να ενεργούν ως τέτοιοι και/ή τα ονόματα αυτών να καταγραφούν στα μητρώα της Ενάγουσας 3 που τηρούνται στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών υπό την ιδιότητα αυτή, μέχρι την ακρόαση και έκδοση τελικής απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής.
Β. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης.»
Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, στο άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 136 και 178 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, στο άρθρο 96 του Πίνακα Α του Μέρους 1 του Πρώτου Παραρτήματος του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48, Θ1-9, καθώς επίσης και στη γενική πρακτική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου.
Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1 Σωτήρη Παρούτη ο οποίος αναφέρει ότι γνωρίζει πολύ καλά και προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος και από τους ενάγοντες 2 και 3 να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση. Ως αναφέρει ο ομνύσας για τους αιτητές, η ενάγουσα 3 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης η οποία συστάθηκε στις 8/7/1998 με αρ. εγγραφής ΗΕ95902 και έχει το εγγεγραμμένο της γραφείο στην οδό Γεωργίου Ακροπολίτη 22Α στο Στρόβολο της Επαρχίας Λευκωσίας. Διευθυντές της ενάγουσας 3 είναι, ως αναφέρει ο ομνύσας, από την ημερομηνία εγγραφής της ο ίδιος και η ενάγουσα 2 (σύζυγος του), η οποία είναι και η γραμματέας της εν λόγω εταιρείας από της ιδρύσεως της. Το μετοχικό κεφάλαιο της ενάγουσας 3 αποτελείται από 10.000 συνήθεις μετοχές αξίας €1,71 έκαστη. Ως αναφέρει, αρχικοί μέτοχοι της ενάγουσας 3 ήταν ο ίδιος και η σύζυγος του (βλ. Τεκμήριο 1), οι οποίοι κατείχαν τις μετοχές ως εμπιστευματοδόχοι του Γεώργιου Πολίτη, κατοίκου Ελλάδος και για το σκοπό αυτό είχαν υπογράψει και εφοδιάσει το Γεώργιο Πολίτη με σχετικές δηλώσεις εμπιστεύματος, αφού είχαν εξασφαλίσει κατόπιν σχετικής αίτησης και τη συγκατάθεση της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου (βλ. Τεκμήρια 2 και 3).
Όπως περαιτέρω αναφέρει στις 23/2/2007 κατόπιν οδηγιών του Γεώργιου Πολίτη, τόσο ο ίδιος όσο και η ενάγουσα 2 προχώρησαν στη μεταβίβαση όλων των μετοχών που κατείχαν στην ενάγουσα 3 στο όνομα του πατέρα του Γεώργιου Πολίτη, Χαράλαμπου Πολίτη, γεγονός το οποίο κοινοποίησαν, ως αναφέρει και στον Έφορο Εταιρειών. Όπως ο ομνύων αναφέρει ο Γεώργιος Πολίτης για δικούς του λόγους είχε αποφασίσει τη μεταβίβαση των μετοχών της ενάγουσας 3 στο όνομα του πατέρα του, με σκοπό ο τελευταίος να συνεxίσει να τις κατέχει για λογαριασμό του και ως καταπιστευματοδόχος του. Όπως περαιτέρω υποστηρίζει παρά το ότι μέτοχος της ενάγουσας 3 είχε καταστεί φαινομενικά ο Χαράλαμπος Πολίτης, στην ουσία ιδιοκτήτης αυτής συνέχιζε να είναι ο Γεώργιος Πολίτης, από το γραφείο του οποίου συνέχιζαν όπως και πιο πριν να λαμβάνουν διάφορες εντολές και έγγραφα αναφορικά με τη διοίκηση και διαχείριση της εν λόγω εταιρείας.
Όπως περαιτέρω αναφέρει ο ομνύσας, ο Γεώργιος Πολίτης απεβίωσε στις 8/5/2014 και άφησε ως κληρονόμους τη σύζυγο του από το δεύτερο του γάμο Θεοδώρα Σαμιώτου, ως επίσης και τρία παιδιά, και συγκεκριμένα δύο θυγατέρες από τον πρώτο του γάμο και τον Χαράλαμπο-Χάρη Πολίτη, παιδί του από τον πρώτο του γάμο. Όπως επίσης αναφέρει σύμφωνα με απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου με την οποία τους προμήθευσε η Θεοδώρα Σαμιώτου, κληρονόμοι αυτού ορίστηκαν οι δύο θυγατέρες του αποβιώσαντα. (βλ. Τεκμήριο 8).
Όπως περαιτέρω αναφέρει στα πλαίσια διαδικασίας που αφορά εταιρεία στην οποία η ενάγουσα 3 είναι μέτοχος (ήτοι την Κτηματική Ξενοδοχιακή Τουριστική & Τεχνική Ελλάδος Ανώνυμος Βιομηχανική Εμπορική Τεχνική Εταιρεία), ο εκεί πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας 3, Λεωνίδας Λεωνίδου πληροφορήθηκε και τους διαβίβασε πως κατόπιν απόφασης του μόνου μετόχου της ενάγουσας 3 σε έκτακτη γενική συνέλευση αυτής που έλαβε χώρα στις 29/1/2015, δια εξουσιοδότησης του προς την κα Ξένια Φωτίου τερματίστηκαν τόσο οι δικές του υπηρεσίες όσο και της ενάγουσας 2 ως διοικητικών συμβούλων και της τελευταίας ως γραμματέως της ενάγουσας 3 και πως νέα διευθύντρια και γραμματέας αυτής διορίστηκε η εναγόμενη 2, με επιπρόσθετη διοικητική σύμβουλο την εναγόμενη 1 εταιρεία από τα British Virgin Islands και περαιτέρω ότι αποφασίστηκε η αλλαγή του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας, με το νέο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας να βρίσκεται στην οδό Μετοχίου 59, Γραφείο 202 Λευκωσία. Ως επίσης αναφέρει ο ενόρκως δηλών, ο κ. Λεωνίδου τον εφοδίασε και με αντίγραφο της έγγραφης εξουσιοδότησης του Χαράλαμπου Πολίτη προς την εναγόμενη 2 (βλ. Τεκμήριο 11), αντίγραφο του σχετικού πρακτικού της γενικής συνέλευσης κατά την οποία έλαβαν χώρα οι επίμαχες αλλαγές (Τεκμήριο 12), επιστολή της εναγόμενης 2 προς τον Εφορο Εταιρειών με θέμα την αλλαγή του διοικητικού συμβουλίου και του εγγεγραμμένου γραφείου της ενάγουσας 3 (βλ. Τεκμήριο 13) και έντυπα του Εφόρου Εταιρειών σχετικά με τις κοινοποιήσεις των αλλαγών που διενεργήθηκαν ήτοι εγγεγραμμένου γραφείου, διευθυντών και γραμματέα (βλ. Τεκμήρια 14,15 και 16).
Είναι η θέση του ότι οι πιο πάνω αλλαγές διενεργήθηκαν παράνομα. Και τούτο διότι με βάση το ιδρυτικό και καταστατικό της εταιρείας (βλ. Τεκμήριο 17) γίνεται παραπομπή στο Μέρος 1 του Πίνακα Α του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, με βάση το άρθρο 96 του οποίου η ενάγουσα 3 μπορεί με συνηθισμένο ψήφισμα της να παύει οποιοδήποτε σύμβουλο πριν από την εκπνοή της θητείας του, υπό την προϋπόθεση ότι δόθηκε προηγούμενη ειδική ειδοποίηση στους υφιστάμενους Διοικητικούς Συμβούλους σύμφωνα με τα άρθρα 136 και 178 του Περί Εταιρείών Νόμου 113. Όπως υποστηρίζει στα άρθρα 136 και 178 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 προνοείται πως η απόφαση (ψήφισμα) παύσης των Διοικητικών Συμβούλων δεν αποκτά αποτέλεσμα εκτός εάν η ειδοποίηση για την πρόθεση ότι θα προταθεί τέτοιο ψήφισμα δοθεί στην εταιρεία, δηλαδή στους υφιστάμενους Διοικητικούς Συμβούλους, 28 μέρες πριν από τη συνέλευση στην οποία προτείνεται. Κατά συνέπειαν, όπως υποστηρίζει ακόμα και αν η δήθεν σύγκληση Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της ενάγουσας 3 που φέρει ημερομηνία 29/1/2015 δεν έχει τα ελαττώματα που αναφέρει στη συνέχεια, αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη αφού αντιβαίνει τόσο προς το Καταστατικό της ενάγουσας 3, όσο και στον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 και είναι συνεπώς άκυρη, όπως άκυρες είναι και οι όποιες κοινοποιήσεις έγιναν στον Εφορο Εταιρειών.
Περαιτέρω ως αναφέρει έχει διαπιστώσει ότι η υπογραφή στην φερόμενη ως εξουσιοδότηση του εναγόμενου 3 προς την εναγόμενη 2 (βλ. Τεκμήριο 11) δεν ομοιάζει καθόλου με αυτή που έχει στη φύλαξη του και είναι τοποθετημένη στο δελτίο ταυτότητας του Χαράλαμπου Πολίτη, με το οποίο τον εφοδίασε το 2007 ο αποβιώσας Γεώργιος Πολίτης (βλ. Τεκμήριο 4). Υποστηρίζει δε ότι αυτός που υπέγραψε την εξουσιοδότηση του Τεκμηρίου 11 δεν είναι ο εναγόμενος 3, αλλά τρίτο πρόσωπο, και πως η φερόμενη ως υπογραφή του είναι προϊόν πιθανής πλαστογραφίας. Είναι δε η θέση του ότι ο Χαράλαμπος Πολίτης, μοναδικός πλέον μέτοχος της ενάγουσας 3, είναι ηλικιωμένο πρόσωπο, ήτοι είναι 92 ετών και αντιμετωπίζει σύμφωνα με πληροφόρηση που έλαβε από τους εγγονούς του, σοβαρά προβλήματα υγείας τα οποία μετά και από το θάνατο του υιού του Γεώργιου Πολίτη το 2014 έχουν επιδεινωθεί. Πέραν των ανωτέρω αναφέρει ότι ο εναγόμενος 3 είναι υπερήλικας και ευάλωτος σε αθέμιτες πιέσεις και εξαναγκασμούς, γεγονός που ενισχύει τη θέση τους πως όλα τα ανωτέρω έγιναν χωρίς την πραγματική θέληση του ίδιου, τον οποίο ο ομνύσας δεν γνωρίζει.
Επίσης αναφέρει ότι τα πιο πάνω προσπάθησαν να φέρουν εις γνώση του Εφόρου Εταιρειών, η θέση του οποίου ήταν ότι θα προχωρούσε στην αποδοχή της κοινοποιήσεως από μέρους της ενάγουσας 3 αλλαγών των διευθυντών γραμματέως και εγγεγραμμένου γραφείου, εκτός αν διατασσόταν αντίθετα με δικαστικό διάταγμα.
Όπως υποστηρίζει η προσπάθεια απομάκρυνσης του ίδιου και της ενάγουσας 2 από τη Διοίκηση της Ενάγουσας 3 εν αγνοία τους και κατά παράβαση των προνοιών του καταστατικού και του νόμου σε συνδυασμό με τη διαφορά στην υπογραφή του εναγόμενου 3 επί της ως άνω αναφερόμενης εξουσιοδότησης του ημερομηνίας 25/1/2015 καθώς και οι διαφορές που εχουν προκύψει μεταξύ της Θεοδώρας Σαμιώτου χήρας του αποβιώσαντα Γεώργιου Πολίτη και του υιού του Χαράλαμπου Χάρη Πολίτη με τον οποίο ενώ αυτή είχε καταρτίσει συμφωνία διανομής της περιουσίας του τελικά αυτή παραβιάστηκε προκαλώντας προστριβές μεταξύ εναγομένων 1 και 2, τον οδηγούν στην κατάληξη ότι όλες οι ανωτέρω ενέργειες του εναγομένων 1 και 2 εντάσσονται σε ένα γενικότερο σχεδιασμό παράνομου ελέγχου της ενάγουσας 3 από τους εναγόμενους 1 και 2 αλλά και από τη Θεοδώρα Σαμιώτου ή και τρίτων προσώπων, κατά τρόπο που να περιέλθει σε αυτούς η διαχείριση όλων των ζητημάτων που αφορούν την Κτηματική εταιρεία στην Ελλάδα, χωρίς την παρουσία και εμπλοκή των εναγόντων.
Ως αναφέρει διακατεχόμενοι από έντονη ανησυχία έγνοια και φόβο και ευθύνη ως διοικητικοί σύμβουλοι της ενάγουσας 3 κατόπιν που έλαβαν γνώση όλων των ανωτέρω γεγονότων και εξελίξεων και με σκοπό την προστασία της ενάγουσας 3 από παράνομες ενέργειες και μεθοδεύσεις ούτως ώστε η περιουσία της να διαφυλαχτεί προς το συμφέρον των νομίμων κληρονόμων του αποβιώσαντα οι οποίοι πολύ πιθανόν να τους επιρρίψουν ευθύνες από τυχόν αδράνεια τους και ζημιές που θα προκληθούν σε αυτήν, προέβησαν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και αίτησης. Τονίζει δε την ανησυχία τους, η ενάγουσα 3 να περιέλθει στα χέρια τρίτων προσώπων ξένων προς τον εναγόμενο 3 ή τους κληρονόμους του Γεώργιου Πολίτη. Το γεγονός αυτό ενισχύεται από το ότι ως ισχυρίζεται η ενάγουσα 2, τον πληροφόρησε ότι ο λογιστής της ενάγουσας 3 κ. Γιάννης Ιωάννου της ανέφερε τηλεφωνικά πως ο εγγονός του εναγόμενου 3 Αθανάσιος Ανδριανόπουλος επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του και του ανέφερε πως το Διοικητικό Συμβούλιο της ενάγουσας 3 άλλαξε και ζήτησε λογιστικές πληροφορίες αυτής. Ενόψει όλων των πιο πάνω αλλά και του ότι ο Έφορος Εταιρειών δήλωσε ξεκάθαρα πως μόνο με διάταγμα του Δικαστηρίου δεν θα προχωρήσει στις αλλαγές που του έχουν ζητήσει, αιτείται ως η αίτηση.
Οι εναγόμενοι 1 και 2/καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 στους οποίους επεδόθη η αίτηση καταχώρησαν ένσταση με την οποία προβάλλουν σωρεία λόγων ένστασης, τους οποίους θα προσπαθήσω να παραθέσω συνοπτικά κατά κατηγορίες για σκοπούς ευχερέστερης κατανόησης:
1. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη (λόγος ένστασης 1)
2. Δεν πληρούνται οι εκ του Νόμου προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το Διάταγμα. Συναφώς ισχυρίζονται ότι σε περίπτωση που απορριφθεί η αίτηση ουδεμία ζημιά θα προκληθεί στους αιτητές, ενώ αντίθετα η έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει μεγάλη και ανεπανόρθωτη ζημιά στους εναγόμενους (λόγοι ένστασης 2 , 4 και 6, 12, 13, 14, 16,17).
3. Οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια -Παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και εγγράφων. (λόγοι ένστασης 7 και 8)
4. Η αίτηση των εναγόντων γίνεται καταχρηστικά και κακόπιστα και με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση αλλαγής του Διοικητικού Συμβουλίου της ενάγουσας 3 για λόγους ξένους και/ή προσωπικούς των εναγόντων 1 και 2 ή και για το συμφέρον τρίτων ατόμων και/ή χωρίς κανένα έννομο συμφέρον (λόγος ένστασης 3).
5. Τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση είναι αναληθή και έχουν σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο, ενώ οι ενάγοντες δεν αποκαλύπτουν τους πραγματικούς λόγους και για ποιον ενεργούν και εν πάση περιπτώσει δεν έχουν εξουσιοδότηση για να εκπροσωπούν την ενάγουσα 3 και/ή απέτυχαν να αποδείξουν ότι ο εναγόμενος 3 δεν είναι ο δικαιούχος των μετοχών που κατείχε στην ενάγουσα 3, αφού απέτυχαν να προσκομίσουν έγγραφα που να δείχνουν άλλο δικαιούχο από τον εναγόμενο 3 και απέκρυψαν τους πραγματικούς και μοναδικούς κληρονόμους του εναγόμενου 3 και του υιού του (λόγοι ένστασης 5, 9 ,10,15 )
6. Οι ενάγοντες απέδειξαν ότι ενεργούσαν παραβιάζοντας τους νόμους ή και τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 ή και ενεργούσαν με αμέλεια και ή παρέλειπαν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους ως μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, κατά τρόπο που έθεσαν την ενάγουσα 3 σε διαγραφή από τον Εφορο Εταιρειών ή και σε επιπτώσεις σε σχέση με τις αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. (λόγος ένστασης 11).
Η ένσταση υποστηρίζεται από την ενορκη δήλωση της καθ’ ης η αίτηση 2, Ξένιας Φωτίου, η οποία αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη και από την καθ’ ης η αίτηση 1 να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Η ομνύσασα παραδέχεται τους ισχυρισμούς που αφορούν την εγγραφή της ενάγουσας 3 και το μετοχικό της κεφάλαιο, αλλά αρνείται τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα για τους αιτητές με βάση τους οποίους αυτός ισχυρίζεται ότι εξακολουθεί μαζί με την ενάγουσα 2 να αποτελούν το Διοικητικό Συμβούλιο της ενάγουσας 3, αφού όπως υποστηρίζει το Διοικητικό Συμβούλιο άλλαξε τον Ιανουάριο του 2015 και συνεπώς είναι η θέση της πως ο ενάγων 1 δεν είναι εξουσιοδοτημένος για να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους της ενάγουσας 3.
Είναι περαιτέρω η θέση της ομνύσασας ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ενάγουσας 3 δεν είχε προβεί σε κατάθεση ετήσιων εκθέσεων από το 2002, με αποτέλεσμα να υπάρχει σοβαρός κίνδυνος διάλυσης ή διαγραφής της ενάγουσας 3 από τον Έφορο Εταιρειών. Σύμφωνα πάντα με την ομνύσασα η πιο πάνω συμπεριφορά των εναγόντων 1 και 2 καταδεικνύει και την παράβαση του νόμου και την έλλειψη επαγγελματισμού τους έναντι του μετόχου της ενάγουσας 3, έτσι που η εν λόγω συμπεριφορά τους να συγκρούεται με τον ισχυρισμό τους περί προστασίας των δικαιωμάτων του μετόχου και/ή πραγματικού δικαιούχου, αφού οι ίδιοι οδηγούν την εταιρεία σε διαγραφή.
Η ομνύσασα αρνείται επίσης τους ισχυρισμούς περί της κατάστασης της υγείας του Χαράλαμπου Πολίτη καθώς και το ότι ακόμα και μετά που μεταβιβάστηκαν στο όνομα του οι μετοχές, ουσιαστικός δικαιούχος συνέχισε να είναι ο Γεώργιος Πολίτης και υποστηρίζει πως τα ηλεκτρονικά μηνύματα που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν αποδεικνύουν ότι ο Χαράλαμπος Πολίτης (εναγόμενος 3) δεν είναι ιδιοκτήτης. Εν πάση περιπτώσει ισχυρίζεται ότι η δικηγόρος στην Ελλάδα που εμφαίνεται στα ηλεκτρονικά μηνύματα έχει συγγενική σχέση με τους ενάγοντες 1 και 2 και επισημαίνει ακόμα πως το Τεκμήριο 7 είναι ανυπόγραφο και σε κάθε περίπτωση μια υπεύθυνη δήλωση ως το Τεκμήριο 7, δεν υποδηλώνει την πραγματική ιδιοκτησία των μετοχών της ενάγουσας 3. Επίσης αναφέρει ότι μόνοι κληρονόμοι της περιουσίας του Γεώργιου Πολίτη είναι οι δύο θυγατέρες του, εφόσον ο υιός του Χαράλαμπος–Χάρης Πολίτη είχε αποποιηθεί της κληρονομιάς του πατέρα του στις 5/9/2014.
Εν ολίγοις υποστηρίζει ότι ο ενόρκως δηλών για τους ενάγοντες προσπαθεί να μπερδέψει το Δικαστήριο για απλά γεγονότα, ήτοι ότι ο Χαράλαμπος Πολίτης ως μόνος μέτοχος και ιδιοκτήτης απεφάσισε να αλλάξει το Διοικητικό Συμβούλιο της ενάγουσας 3 και το εγγεγραμμένο γραφείο της. Αρνείται τους ισχυρισμούς του ομνύοντα για τους ενάγοντες με βάση τους οποίους ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι ενεργεί προς διαφύλαξη των συμφερόντων της ενάγουσας 3 και τονίζει ότι ο ενάγων 1 αρνείται να αναφέρει ποιον θέλει να προστατέψει και ποιος είναι ο τελικός δικαιούχος. Είναι επίσης η θέση της πως ο ενάγων 1 για καθαρά προσωπικούς του λόγους καταχώρησε την παρούσα αίτηση με σκοπό να προκαλέσει καθυστέρηση σε μία εταιρεία στην οποία απλά είναι μέλος του διοικητικού συμβούλιο και όχι ιδιοκτήτης, αλλά διατηρεί συμπεριφορά ιδιοκτήτη και δέχεται εντολές από τρίτο άτομο ώστε να προκαλέσει ζημιά στην ενάγουσα 3. Επίσης αρνείται ότι δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρρθου 96 του Πίνακα Α ή των άρθρων 136 και 178 και αναφέρει ότι εφόσον ο Χαράλαμπος Πολίτης ήταν ο μοναδικός μέτοχος είχε δικαίωμα όποτε ήθελε να τερματίσει το Διοικητικό Συμβούλιο και οι ενάγοντες 1 και 2 δεν είναι παρά ξένοι προς την ενάγουσα 3. Επίσης αρνείται τους ισχυρισμούς του ομνύοντα για τους αιτητές ότι οι αλλαγές που επιχειρήθηκαν είναι άκυρες και τονίζει ότι όλα έγιναν νόμιμα και οι ενάγοντες 1 και 2 δεν έχουν παρά να ακολουθήσουν την απόφαση του και η άρνηση τους να το πράξουν δηλώνει αλλότριους σκοπούς.
Ως προς το ζήτημα της υπογραφής του Χαράλαμπου Πολίτη υποδεικνύει ότι ο ισχυρισμός προβάλλεται με βάση τα όσα αναφέρονται στην ταυτότητα του 2007 και ενώ έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι το 2015 και περαιτέρω τονίζει ότι η υπογραφή πιστοποιήθηκε από το ΚΕΠ Ιλίου και παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο χωρίς να εγερθεί τέτοιο θέμα. Όπως όμως υποστηρίζει ακόμα να είχε κάποιες ανησυχίες ο ομνύων για τους αιτητές, δεν έχει λάβει κανένα διάβημα από τον Μάρτιο του 2015 ούτε έχει επικοινωνήσει με τον πελάτη του Χαράλαμπο Πολίτη προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του, πράγμα που κατά την ομνύσασα αποδεικνύει και τους αλλότριους του σκοπούς. Περαιτέρω αρνείται τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα για τους αιτητές περί του ότι ο εναγόμενος 3 είναι υπερήλικας και ευάλωτος σε αθέμιτες πιέσεις και εξαναγκασμούς. Αρνείται επίσης τους ισχυρισμούς του ομνύοντα με τους οποίους ο τελευταίος αναφέρει τις ενέργειες που έγιναν σε σχέση με τον Έφορο Εταιρειών και επαναλαμβάνει ότι οι ενάγοντες 1 και 2 δεν νομιμοποιούνται σε καμία ενέργεια σχετικά με την ενάγουσα 3, γιατί δεν έχουν ιδιοκτησιακό καθεστώς ούτε και είχαν οποιοδήποτε νόμιμο έγγραφο που να δεικνύει ότι οι μετοχές δεν ανήκαν στον Χαράλαμπο Πολίτη. Ως εκ τούτου υποστηρίζει η ομνύσασα όλες οι εν λόγω ενέργειες τους είναι άνευ αντικειμένου και δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη και εν πάση περιπτώσει είναι καταχρηστικές και είχαν αλλότριους σκοπούς που είχαν σαν αποτέλεσμα την περεμπόδιση ή τη στέρηση της περιουσίας του πραγματικού μετόχου. Ως προς τους ισχυρισμούς των εναγόντων για ανησυχία και πως ενεργούν με γνώμονα την προστασία της ενάγουσας 3, η ομνύσασα τους αρνείται και αναφέρει ότι ο ενάγων δεν αποκαλύπτει ποιους κληρονόμους εκπροσωπεί και τον καλεί σε απόδειξη των εντολών που έλαβε από τους κληρονόμους του Χαράλαμπου Πολίτη.
Εν τέλει είναι η θέση της πως υπό το φως των πιο πάνω οι αιτητές απέτυχαν να εκπληρώσουν τις προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και συναφώς αιτείται την απόρριψη της αίτησης με έξοδα.
Η Διαδικασία
Κατά την ακρόαση της αίτησης οι συνήγοροι περιορίστηκαν σε αγορεύσεις, με παραπομπή στη νομοθεσία που διέπει το ζήτημα ως και στη σχετική νομολογία, χωρίς να προβούν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Οι θέσεις τους έχουν μελετηθεί με προσοχή, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν. Αναφορά δε σε αυτές θα γίνεται όπου κρίνεται σκόπιμο στα πλαίσια ανάπτυξης της νομικής πτυχής της αίτησης.
Νομική Πτυχή
Η αίτηση βασίζεται ουσιαστικά στο άρθρο 32 του Ν. 14/60. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 στο οποίο βασίζεται η αίτηση, έχουν καθορισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε πλειάδα αποφάσεων και είναι πολύ καλά γνωστές (βλ. ενδεικτικά Οδυσσέως v. Πιερής Estates (1982) 1 A.A.Δ. 557, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd (2002) 1 (B) A.A.Δ. 1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού (2002) 1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου (2003) 1 Α.Α.Δ. 741 και την πρόσφατη απόφαση Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Limited, Πολιτική Έφεση 145/2011, ημερομηνίας 13/06/2013). Οι τρείς απαραίτητες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να καταστεί δυνατή η επιτυχής επίκληση του άρθρου 32, είναι:
(α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση
(β) να υπάρχουν πιθανότητες οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και
(γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα.
Ανάλυοντας τις πιο πάνω προϋποθέσεις συνοπτικά και στη βάση πάντα της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης (βλ. Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd, (1998) 1 ΑΑΔ 1513 στη σελίδα 1516[1]). Όπως όμως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti (ανωτέρω), το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιόν του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας. (βλ. Τ. A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (2002) 1 ΑΑΔ 802, Bacardi and Co Ltd. v. Vimco Ltd (1996) 1 ΑΑΔ 788, Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd (1998) 1 C.L.R. 1653, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd κ.ά., Πολιτική Έφεση 11156/19.10.2002)
Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, που απαιτεί το να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα, σημειώνω ότι όπως υποδεικνύεται από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης εξετάζεται κυρίως υπό το φως της επάρκειας των αποζημιώσεων ως θεραπεία, στη βάση των γεγονότων της κάθε υπόθεσης. Όπως όμως τονίστηκε στην Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 304/2008, ημερομηνίας 21.10.2011, σύμφωνα με τη νομολογία «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ και Παπαστράτης ν. Πετρίδης (1979) 1 ΑΑΔ 240). Στην δε M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co (1997) 1 A.A.Δ 1799 αποφασίστηκε ότι η έννοια της απονομής της δικαιοσύνης δεν μπορεί να συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.
Το θέμα όμως δεν τελειώνει με την εκπλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων. Όπως υποδεικνύεται στην Οδυσσέως (ανωτέρω), στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, ζήτημα το οποίο κρίνεται πάντα με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ" Βασίλη (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η δυσχέρεια που θα προκληθεί στους διαδίκους, από την ύπαρξη ή όχι των διαταγμάτων αντιστοίχως. Το ισοζύγιο της ευχέρειας («balance of convenience») όπως εξηγείται στην Bacardi Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1 Α.Α.Δ. 788 αναφέρεται στο καθήκον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η ενδιάμεση απόφαση του είναι εσφαλμένη και να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι έχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Όπως πολύ χαρακτηριστικά αναφέρθηκε για το “balance of convenience” από το May LJ στην Cayne v. Global Natural Resources plc (1984) 1 ALL ER 225 at 237h «the balance that one is seeking to make is more fundamental, more weighty, than mere ‘convenience’. I think it is quite clear … that although the phrase may be substantially less elegant, ‘the balance of the risk of doing an injustice’ better describes the process involved»( η έμφαση δική μου).
Οι παράγοντες που μπορούν να ληφθούν υπόψη στα πλαίσια αυτά είναι πολλοί και εξαρτώνται κάθε φορά από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπως αναφέρεται στην American Cyanamid v. Ethicon (1975) AC 396 στη σελίδα 408 από το L. Diplock “It would be unwise to attempt even to list all various matters which may need to be taken into consideration in deciding where the balance lies, let alone to suggest the relative weight to be attached to them”. Σε μια άλλη υπόθεση Francome v. Mirror Group Newspapers Ltd (1984) 1 W.L.R. 892 προτιμήθηκε ο όρος «balance of justice», όρος ανάλογος με αυτόν που χρησιμοποιήθηκε από το Δ. Ναθαναήλ στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α. (2012) 1 ΑΑΔ 1403 όπου έγινε αναφορά στο «ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης». Όπως επίσης επισημαίνεται από τον πρώην Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κωνσταντινίδη στο άρθρο του «Η εξουσία των Δικαστηρίων για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο» (σελ. 35), γενικά η έκδοση ή η άρνηση της έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος εξαρτάται από τον κεφαλαιώδη γνώμονα των αναγκών της δικαιοσύνης, όπως αυτές αποκαλύπτονται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.
Προτού προχωρήσω στην εξέταση των προϋποθέσεων κρίνω ορθό να εξετάσω ένα ζήτημα τάξης που με απασχόλησε κατά τη μελέτη της υπόθεσης και το οποίο έκρινα ορθό να θέσω στους συνηγόρους των δύο πλευρών, έτσι ώστε να έχουν την ευκαιρία να τοποθετηθούν σχετικά. Τούτο αφορά το ότι στην προκειμένη περίπτωση δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της μονομερούς αίτησης από το Δικαστήριο (με προηγούμενη σύνθεση) χωρίς να προσδιοριστούν τα πρόσωπα στα οποία θα έπρεπε να γίνει η επίδοση, και οι αιτητές επέδοσαν την αίτηση μόνο στους εναγόμενους 1 και 2 και όχι στον εναγόμενο 3, καθώς και το συναφές με αυτό ζήτημα του κατά πόσον ο εναγόμενος 3 είναι διάδικος ή εν γένει πρόσωπο το οποίο επηρεάζεται από την έκδοση του εν λόγω διατάγματος και θα έπρεπε συναφώς να είχε λάβει γνώση της παρούσας αίτησης ούτως ώστε να έχει την ευκαιρία να ακουστεί.
Επί του ζητήματος αυτού ο κ. Βορκάς ανέφερε ότι ο εναγόμενος 3 ο οποίος έχει αποβιώσει, είναι μεν φαινομενικά ο μοναδικός μέτοχος της ενάγουσας 3, αλλά η θέση των εναγόντων είναι ότι ο διορισμός των εναγομένων 1 και 2 ως αξιωματούχων έγινε χωρίς τη δική του συγκατάθεση ισχυρισμός που δεν αντικρούστηκε με την ένσταση, ή δια της Δ.48.4, και οι πελάτες του προσπαθούν να διαφυλάξουν τα συμφέροντα της ενάγουσας 3, η οποία είναι αυθύπαρκτο νομικό πρόσωπο, ξεχωριστό από το μέτοχο της, και τα οποία συμφέροντα πλήττονται από τον παράνομο διορισμό των εναγομένων 1 και 2. Υποστήριξε επίσης ότι δεν τίθεται ζήτημα επηρεασμού των συμφερόντων ή δικαιωμάτων του εναγόμενου 3 κατά τρόπο που θα έπρεπε να του επιδοθεί η αγωγή και η αίτηση, ενόψει του ότι η ιδιότητα ενός συμβούλου είναι ξεχωριστή από την ιδιότητα ενός μετόχου άρα δεν μπορεί να συναρτάται οποιοδήποτε απαγορευτικό διάταγμα κατά των διοικητικών συμβούλων από τη γνώμη ενός μετόχου, ούτε και θα έλυνε το ζήτημα εάν ερχόταν ο μέτοχος στο Δικαστήριο και έλεγε πως ήθελε να διορίσει τους εναγόμενους 1 και 2 ως διευθυντές, εφόσον θα παρέμενε το γεγονός ότι η παύση έγινε παράνομα και επομένως ήταν η εισήγηση του ότι η παράλειψη να ακολουθηθούν οι πρόνοιες του Κεφ. 113 από μόνη της αφαιρεί το δικαίωμα οποιουδήποτε μετόχου ακόμη και εάν εμφανιζόταν στο Δικαστήριο να υποστηρίξει ότι δεν πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εφόσον η παρανομία που έγινε δεν μπορεί να διορθωθεί. Περαιτέρω ανέφερε ότι σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι ο εναγόμενος 3 θα έχει το δικαίωμα εάν διαφωνεί με το διάταγμα να υποβάλει την ανάλογη αίτηση στο Δικαστήριο βάσει της Διαταγής 48(8)(4)[2] ως επηρεαζόμενο πρόσωπο για παραμερισμό του, όπως μπορεί να πράξει οποιοσδήποτε τρίτος που επηρεάζεται, πόσο μάλλον ένας διάδικος. Ήταν τέλος η θέση του ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η επείγουσα φύση της αίτησης και η αναγκαιότητα προστασίας των συμφερόντων της ενάγουσας 3, γιατί σε διαφορετική περίπτωση ο σκοπός της αίτησης θα χάσει τη σημασία του.
Ο κ. Λιβέρας αντέτεινε ότι πρόκειται για μονομετοχική εταιρεία και ότι σαφώς επηρεάζονται άμεσα τα δικαιώματα του εναγόμενου 3 ως μοναδικού μετόχου από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, στον οποίο και θα έπρεπε η παρούσα να είχε επιδοθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση ως έχω ήδη αναφέρει η αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς αλλά στη συνέχεια και αφότου το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν πληρούντο οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος μονομερώς, ζητήθηκαν από τους αιτητές και δόθηκαν από το Δικαστήριο οδηγίες για την επίδοση της αίτησης. Υπό αυτές τις περιστάσεις η υπό εξέταση αίτηση κατέστη δια κλήσεως (βλ. Πολ. Εφ. 354/2013, Αναφορικά με την αίτηση Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ για την έκδοση διατάγματος της φύσης Certiorari, ημερομηνίας 4/12/2015, Αίτηση Κώστα Σμυρνιού (2000) 1 Α.Α.Δ. 43, Μαρκιτανή ν. Μουτζούρη (2000) 1 Α.Α.Δ. 923). Υπό το φως των πιο πάνω αφετηρία για την εξέταση του ζητήματος αυτού θεωρώ ότι θα πρέπει να αποτελέσει η Δ.48 Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει τα εξής:
« 3. Where an application is made by summons an office copy thereof shall be served on all persons affected thereby; and where such application is supported by affidavit, an office copy of the affidavit shall be served together with the summons. The service shall be effected at least four days before the day fixed for the hearing of the application.» (η έμφαση δική μου)
Επίσης στο σύγγραμμα Kerr on the Law and Practice of Injunctions 6η έκδοση (1981), στη σελίδα 633 αναφέρονται τα εξής:
«A plaintiff’s notice of motion should be served upon the defendant. If there are several defendants, but the motion only concerns only one of them, he alone should be served. If all the defendants are interested in the motion all should be served.» (η έμφαση δική μου)
Στην προκειμένη περίπτωση μετά τις οδηγίες του Δικαστηρίου για επίδοση της αίτησης, οι αιτητές επέλεξαν να την επιδόσουν στους εναγόμενους 1 και 2, αλλά όχι στον εναγόμενο 3. Παρά το γεγονός ότι το αιτούμενο διάταγμα δεν στρέφεται απευθείας εναντίον του εναγόμενου 3, και παρά το γεγονός ότι δεν δόθηκαν οδηγίες από το Δικαστήριο ως προς το ποια άτομα θα έπρεπε να λάβουν γνώση της παρούσας, θεωρώ πως με βάση τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν με αναφορά στη Δ.48 Θ. 3 αλλά και στο σύγγραμμα Kerr (ανωτέρω) και έχοντας πάντα κατά νου και τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον πράγματι ο εναγόμενος 3 είναι διάδικος που έχει ενδιαφέρον ή επηρεάζεται («is interested» ή «affected») από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος κατά τρόπο ώστε η παρούσα αίτηση να έπρεπε να του επιδοθεί.
Εξετάζοντας το ζήτημα αυτό σημειώνω τα εξής. Με την αίτηση αυτό που στην ουσία ζητείται είναι η άμεση απαγόρευση στους εναγόμενους 1 και 2 από του ενεργούν ως αξιωματούχοι της ενάγουσας 3 ή από του καταγραφούν στο μητρώο του Εφόρου Εταιρείων υπό αυτή την ιδιότητα. Οι εναγόμενοι 1 και 2 σύμφωνα τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου φέρονται να έχουν διοριστεί από τον εναγόμενο 3, ο οποίος δεν αμφισβητείται ότι είναι ο μοναδικός εγγεγραμμένος μέτοχος της ενάγουσας 3 και ως τέτοιος είναι το πρόσωπο που δικαιούται να αποφασίζει για το ποια πρόσωπα θα διορίζονται ως αξιωματούχοι της ενάγουσας 3[3]. Αυτό που αμφισβητείται και μάλιστα έντονα από τους καθ’ ων η αίτηση 1 και 2 (και σε τούτο η περί του αντιθέτου τοποθέτηση του κ. Βορκά δεν με βρίσκει σύμφωνη) είναι η αυθεντικότητα της υπογραφής στο έγγραφο το οποίο αποτέλεσε την αφετηρία για τη διενέργεια των επίμαχων αλλαγών. Ανεξαρτήτως όμως του εάν ο εναγόμενος 3 έδωσε πράγματι ή όχι τις επίμαχες οδηγίες για την αλλαγή των αξιωματούχων (ζήτημα το οποίο εν πάση περιπτώσει σημειώνω ότι σίγουρα αφορά και επηρεάζει τον εναγόμενο 3) και ανεξαρτήτως του εάν οι αλλαγές έγιναν παράνομα, ο εναγόμενος 3 ή ο νόμιμος αντιπρόσωπος του είναι πρόσωπο το οποίο επηρεάζεται αδιαμφισβήτητα από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, εφόσον με την έκδοση του δεν θα μπορεί να διορίσει τους εναγόμενους 1 και 2 ως διευθυντές της ενάγουσας 3, ακόμη και αν αυτή είναι η επιθυμία του και ακόμη και αν επιλέξει να ακολουθήσει τη νόμιμη διαδικασία για διορισμό τους (αν ήθελε θεωρήσει σε μεταγενέστερο στάδιο ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε την πρώτη φορά δεν ήταν η ορθή ή νόμιμη, ζήτημα το οποίο βέβαια δεν αποφασίζω στα πλαίσια αυτά). Με απλά λόγια αυτός ο οποίος δεν θα μπορεί να διορίσει τους εναγόμενους 1 και 2 με βάση το διάταγμα είναι ο εναγόμενος 3, ο οποίος όμως ως μόνος εγγεγραμμένος μέτοχος έχει άμεσο συμφέρον στο ποιος θα διοικεί την ενάγουσα 3 από την οποία μόνο ο ίδιος, ως μοναδικός εγγεγραμμένος μέτοχος, έλκει συμφέροντα.
Ούτε και μπορεί το Δικαστήριο να προκαταλάβει με τη δική του κρίση, την εξέλιξη της υπό εξέταση αίτησης όπως στην ουσία εισηγείται ο κ. Βορκάς, με το να καταλήξει πως, ό,τι και να ανέφερε ο εναγόμενος 3, δεν θα μπορούσε να αναιρέσει την παρανομία που σύμφωνα με τον ισχυρισμό του διενεργήθηκε, εφόσον δεν είναι αυτό το νόημα του δικαιώματος της φυσικής δικαιοσύνης, ή της Δ.48 Θ.3. Παραπέμπω κατ’ αναλογία στην Πολ. Αίτηση 170/2014 Αναφορικά με την Αίτηση της Αικατερίνης (Κατερίνας) Θεοδώρου και της Ειρήνης Θεοδώρου για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari ημερ. 7/11/2014, όπου αναφέρθηκαν τα εξής:
«Δεν νοείτο επομένως η εισαγωγή της αίτησης ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου να μην είχε ως αποδέκτη και τις αιτήτριες και αυτό δικαιωματικά ως άτομα που επηρεάζονταν από την διά κλήσεως αίτησης, δυνάμει της Δ.48 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία και δεν περιλαμβανόταν στη νομική βάση της αίτησης για εγγραφή, ούτε και το Επαρχιακό Δικαστήριο αναφέρθηκε, εξ ιδίων του, σ΄ αυτήν. Ο Νόμος δεν προνοεί για επίδοση της αίτησης σε συγκεκριμένα άτομα. Αλλά είναι βεβαίως αυτονόητο ότι θα πρέπει η αίτηση να μην γίνεται μονομερώς εφόσον με την αποδοχή της επηρεάζονται τα τυχόν δικαιώματα του αντισυμβαλλόμενου πωλητή. Εξ ου και εδώ επιδόθηκε στο Κτηματολόγιο ως ο δημόσιος φορέας που θα κληθεί να αποδεχθεί την κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου και ενδεχομένως να είχε να εισηγηθεί στο Δικαστήριο ότι τέτοια κατάθεση δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή για διάφορους λόγους. Κατά μείζονα λόγο, όμως, ο πωλητής επίσης θα πρέπει να έχει το λόγο και τη δυνατότητα να αντιτάξει επιχειρήματα, εάν επιθυμεί, που να αιτιολογούν την άρνηση κατάθεσης μετά την πάροδο του χρόνου, της σύμβασης αγοραπωλησίας, ή, την έγερση αγωγής για ειδική εκτέλεση.
…
Δεν είναι βεβαίως της παρούσας διαδικασίας να ελεγχθούν αυτοί οι ισχυρισμοί, ούτε κατά πόσο η σύμβαση εξακολουθεί να ισχύει ή όχι. Εκείνο που εδώ αποκτά σημασία είναι ότι η Pervazi Development Ltd γνώριζε πολύ καλά πριν την υποβολή της αίτησης στο Επαρχιακό Δικαστήριο στις 17.1.2014 και την έκδοση υπέρ της των Διαταγμάτων, ότι οι αιτήτριες ήταν πλέον οι εγγεγραμμένες ιδιοκτήτριες του ακινήτου, αφού ζήτησε από αυτές με επιστολή ημερ. 29.11.2012 την εντός διμήνου μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα της εταιρείας. Όφειλε επομένως να επιδώσει την αίτηση στις αιτήτριες για να μπορούν να εκφέρουν το δικό τους αντίλογο στην αίτηση για εγγραφή.» (η έμφαση δική μου)
Σε κάθε περίπτωση τονίζω πως το εάν καταδεικνύεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, αναφορικά με την ισχυριζόμενη παρανομία στην παύση των εναγόντων 1 και 2, δεν είναι εν πάση περιπτώσει το μόνο ουσιώδες ζήτημα στα πλαίσια της παρούσας, εφόσον το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει όλες τις προϋποθέσεις που εφαρμόζονται για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, αναφορά στις οποίες έγινε ανωτέρω, και εν τέλει να αποφασίσει αν είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα λαμβάνοντας υπόψη και το ισοζύγιο της ευχέρειας, στα πλαίσια εξέτασης του οποίου, ως έχει λεπτομερώς αναφερθεί ανωτέρω, μπορούν να ληφθούν υπόψη τέτοιοι παράγοντες ως το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο με βάση τα όσα θα τεθούν ενώπιον του. Με άλλα λόγια η θέση του κ. Βορκά ότι ακόμη και να εμφανιζόταν ο εναγόμενος 3 και να δήλωνε ότι επιθυμεί το διορισμό των εναγομένων 1 και 2 ως αξιωματούχων της ενάγουσας 3, κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να αναιρέσει την παρανομία και επομένως δεν υπάρχει λόγος στην ουσία να του επιδοθεί η αίτηση για να ακουστεί, δεν είναι ορθή. Και τούτο διότι ακόμα και αν το Δικαστήριο κρίνει ότι καταδεικνύεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, σε σχέση με την παράνομη διαδικασία παύσης των εναγόντων 1 και 2, η όποια τοποθέτηση του εναγόμενου 3, μπορεί να επηρεάσει την κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκπλήρωση ή όχι λοιπών προϋποθέσεων για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, και ιδιαίτερα το αν οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά ή και το αν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το διάταγμα, ή και ως προς το που τελικά κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας.
Εν πάση περιπτώσει το να ακουστεί υπό τις περιστάσεις ο εναγόμενος 3 ή ο νόμιμος αντιπρόσωπος του αποτελεί επιταγή των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Νέλλη Κρονίδου v. Δημοκρατίας (Αρ. 1) (1994) 3 Α.Α.Δ. 33, όπου θεωρήθηκε ότι η παρεχόμενη εύλογη ευκαιρία, σε κάθε επηρεαζόμενο από δικαστική διαδικασία, να εμφανιστεί και να εκφράσει την άποψη του, συνιστά επιταγή που πηγάζει από τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης οι οποίοι ενσωματώνονται στο Άρθρο 30.3 του Συντάγματος και καθιερώνονται ως θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου. (βλ. επίσης και Πολ. Εφ. 402/08 Αναφορικά με το αίτημα του Επαρχιακού Δικαστηρίου των Η.Π.Α. για λήψη μαρτυρίας από τον Ευάγγελο Εμπεδοκλή (2009) 1Α Α.Α.Δ. 697, όπου υιοθετήθηκαν τα νομολογηθέντα στην Κρονίδου (πιο πάνω)).
Τα πιο πάνω απαντούν και στην εισήγηση του κ. Βορκά ότι σε κάθε περίπτωση ο εναγόμενος 3 εάν διαφωνεί με το αιτούμενο διάταγμα μπορεί να προβεί στα δέοντα διαβήματα για τον παραμερισμό του διατάγματος στη βάση της Δ.48(8)(4). Και τούτο διότι ακόμα και αν πράγματι παρέχεται αυτή η δυνατότητα στον εναγόμενο 3 ή το νόμιμο αντιπρόσωπο του, δεν θεωρώ ότι τούτο αποτελεί λόγο για παράκαμψη των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης ή της Δ.48 Θ. 3, έτσι ώστε ο εναγόμενος 3 ή ο νόμιμος αντιπρόσωπος του να μην λάβει γνώση αίτησης, η οποία διαπιστώνεται από το Δικαστήριο ότι προφανώς και πρόκειται να επηρεάσει τα συμφέροντα του ή της περιουσίας του, τη στιγμή μάλιστα κατά την οποία ο εναγόμενος 3 είναι και διάδικος στην αγωγή. Ούτε και θεωρώ ότι είναι με αυτό το πνεύμα που θα πρέπει να εξετάζεται η Δ.48 Θ. 3, η οποία τονίζω ότι επιβάλλει εκ προοιμίου την επίδοση μιας δια κλήσεως αίτησης σε όλα τα πρόσωπα που επηρεάζονται από αυτήν.
Ως προς τη θέση του συνηγόρου των αιτητών ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη η επείγουσα φύση της αίτησης και η αναγκαιότητα προστασίας των συμφερόντων της ενάγουσας 3, γιατί σε διαφορετική περίπτωση ο σκοπός της αίτησης θα χάσει τη σημασία του, σημειώνω ότι το Δικαστήριο όταν επελήφθη της αιτήσεως ως μονομερούς αποφάσισε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος μονομερώς και με τις οδηγίες που έδωσε για επίδοση της αίτησης κατέστησε την αίτηση δια κλήσεως, έτσι που τυγχάνει πλέον εφαρμογής η Δ.48 Θ.3, που ως έχω ήδη αναφέρει επιβάλλει την επίδοση της αίτησης σε όλα τα πρόσωπα που επηρεάζονται από την έκβαση της.
Ως προς τις συνέπειες της παράλειψης επίδοσης αίτησης σε πρόσωπο το οποίο το Δικαστήριο καταλήγει ότι θα έπρεπε να λάβει γνώση, σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στους θεσμούς πολιτικής δικονομίας και συγκεκριμένα στη Δ.48 Θ.5 η οποία προβλέπει τα εξής:
«5. If on the hearing of an application by summons the Court or Judge is of opinion that any person to whom notice has not been given ought to have or have had notice, the Court or Judge may either dismiss the application, or adjourn the hearing thereof, in order that such person may be served as provided in Rule 3 of this Order, upon such terms (if any) as the Court or Judge may see fit to impose.»
Υπό το φως των πιο πάνω με έχει προβληματίσει το ποια θα πρέπει να είναι η διαταγή του Δικαστηρίου, ενόψει της κατάληξης μου ότι δεν δόθηκε ειδοποίηση στον εναγόμενο 3, ο οποίος θα έπρεπε σύμφωνα και με τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν, να είχε λάβει γνώση. Με δεδομένο όμως το γεγονός το οποίο και ο ίδιος ο συνήγορος των αιτητών δέχθηκε, ότι δηλαδή ο εναγόμενος 3 έχει αποβιώσει, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί, εφόσον θα πρέπει να προηγηθούν όλα τα αναγκαία διαβήματα σύμφωνα με τη Δ.12 (βλ. κατ’ αναλογία Ζηντίλη v. A. Νεοκλέους κ.α. (2005) 1Α Α.Α.Δ 762).
Επομένως η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται εναντίον των αιτητών/εναγόντων και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση/εναγομένων 1 και 2 ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπογρ)...............................................
Ν. Μαθηκολώνη, Ε. Δ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
[1] Αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516:
«Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (1982) 1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφαση του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας μικρή έστω στο βαθμό που είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης.»
[2] Η Δ. 48(8)(4) προβλέπει τα εξής: Any person (other than the applicant) affected by an order made ex parte may apply by summons to have it set aside or varied and the Court or Judge may set aside or vary such order on such terms as may seem just.
[3] Βλ. άρθρο 96 του Πινακα Α του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 το οποίο υιοθετείται με βάση το άρθρο 2 του Καταστατικού της ενάγουσας 3 (βλ. Τεκμήριο 17). Επειδή έγινε αναφορά και στα δικαιώματα ουσιαστικών δικαιούχων των μετοχών της ενάγουσας 3 σημειώνω ότι στο άρθρο 112 του Κεφ. 113 αναφέρεται ότι «καμία ειδοποίηση εμπιστεύματος, ρητού, σιωπηρού ή εξυπακουόμενου δεν καταχωρείται στο μητρώο ή λαμβάνεται από τον έφορο, σε περίπτωση εταιρειών εγγεγραμμένων στη Δημοκρατία.» Στο δε σύγγραμμα Palmer’ s Company Law 24th ed. (1987) Vol. 1 σελ. 803 παράγρ. 51-06 αναλύεται η αντίστοιχη, με το άρθρο 112 του Κεφ. 113, αγγλική πρόνοια όπου και αναφέρονται τα εξής:
«In the case of Companies registered in England and Wales, no notice of any trust is to be entered on the register or is receivable by the company (s.360). This is one of the key sections of the Act. Its effect is twofold: first the registered holder is liable to the company for the calls: and secondly, a beneficiary who is not registered as a holder of shares has no connection with or rights in, a company in which shares are held for him. He cannot for instance, except by taking legal proceedings to seek the protection of the court for his interests, interfere with the normal transfer procedure. In Re Perkins, ex p. Mexican Santa Barbara Mining Co. Lord Coleridge C.J. said¨
“It seems to me extremely important not to throw any doubt on the principle that companies have nothing whatever to do with the relation between trustees and their cestuis que trust in respect of the shares of the company. If a trustee is on the Company’s register as the holder of shares, the relations which he may have with some other person in respect of the shares are matters which the company have nothing whatever to do; they can look only to the man whose name is on the register”». ( η έμφαση δική μου)