ECLI:CY:EDLEF:2016:A648
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε. Δ.
Συνενωμένες Αγωγές αρ. 9358/07 και 2423/09
Αγωγή αρ. 9358/07
ΜΕΤΑΞΥ:
CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD
(πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd)
Εναγόντων
και
Χριστάκη Λαζαρίδη
Εναγόμενου
Αγωγή αρ. 2423/09
ΜΕΤΑΞΥ:
CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD
(πρώην Marfin Popular Bank Public Co Ltd)
Εναγόντων
και
1. LG Refurbishment Ltd
2. Χρύσανθου Γρούτα
Εναγόμενου
------------------------------------------------------------------------------------------
Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου, 2016
Για τους Ενάγοντες: κα Δέσπω Ανδρέου, για Pyrgou Vakis LLC
Για τον Εναγόμενο στην αγωγή αρ. 9358/07: κ. Κωστής Ευσταθίου, για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου ΔΕΠΕ
Εναγόμενος 2 στην αγωγή αρ. 2423/09: Αυτοπροσώπως
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Εισαγωγή – Δικόγραφα
Με ειδικώς οπισθογραφημένα κλητήρια εντάλματα οι ενάγοντες αξιώνουν από τον μεν εναγόμενο στην αγωγή αρ. 9358/07 το ποσό των Λ.Κ.15.049,55 πλέον τόκους 12,25% επί ποσού Λ.Κ.14.635,61 των τόκων κεφαλαιοποιούμενων ανά εξαμηνία ήτοι εκάστη 1η Ιουλίου και 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους από 1.7.2005 μέχρι εξοφλήσεως, από τον δε εναγόμενο 2 στην αγωγή αρ. 2423/09 το ποσό των €33.791,14 πλέον τόκους 12,25% επί ποσού €32.829,38 των τόκων κεφαλαιοποιούμενων ανά εξαμηνία ήτοι εκάστη 1η Ιουλίου και 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους από 1.1.2009 μέχρι εξοφλήσεως, δυνάμει συμφωνίας και/ή παρατραβήγματος από χρήση πιστωτικής κάρτας και/ή εγγυήσεως και/ή υπόλοιπο χρεωστικού λογαριασμού και/ή δανείου. Ζητούν επίσης, σε αμφότερες τις αγωγές, δήλωση του Δικαστηρίου ότι η κυμαινόμενη επιβάρυνση που ενεγράφη στον Έφορο Εταιρειών στις 2.2.2000 ως και το ομόλογο επιβάρυνσης ημερ. 1.2.2000 παραμένει έγκυρο και ισχυρό και δυνάμει τούτου οι ενάγοντες δύνανται να διορίσουν Παραλήπτη (Receiver and Manager) της περιουσίας της LG Refurbishment Ltd.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της απαίτησης, οι ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός ο οποίος στις 4.12.2006 μετονομάστηκε από Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ σε Marfin Popular Bank Public Co Ltd, και ο οποίος διατηρεί παραρτήματα σε ολόκληρη την Κύπρο και ασκεί τραπεζικές εργασίες. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι στις 7.5.2012 καταχωρήθηκε στο δικαστικό φάκελο Ειδοποίηση με βάση, μεταξύ άλλων, το άρθρο 19(4) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, σύμφωνα με την οποία το όνομα των εναγόντων άλλαξε σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd από 5.4.2012, και στις 28.6.2013 καταχωρήθηκε στο φάκελο Ειδοποίηση με βάση τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, Ν.17(Ι)/2013, σύμφωνα με την οποία, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από 29.3.2013, ανέλαβε, ως αποκτών πρόσωπο, αριθμό δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, περιλαμβανομένου του δικαιώματος συνέχισης της παρούσας διαδικασίας.
Με συμφωνία που έγινε περί την 7.1.2000, κατόπιν αιτήσεως της εταιρείας LG Refurbishment Ltd (εναγόμενη 1 στην αγωγή αρ. 2423/09), οι ενάγοντες συμφώνησαν να παρέχουν στην εν λόγω εταιρεία πιστώσεις και/ή δάνεια και/ή άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις υπό τύπον τρεχούμενου και/ή άλλου λογαριασμού. Με βάση την προαναφερθείσα συμφωνία οι ενάγοντες άνοιξαν τον υπ' αρ. 116-11-003723 τρεχούμενο λογαριασμό προς όφελος της LG Refurbishment Ltd.
Ο Χριστάκης Λαζαρίδης (εναγόμενος στην αγωγή αρ. 9538/07) και ο Χρύσανθος Γρούτας (εναγόμενος 2 στην αγωγή αρ. 2423/09), εγγυήθηκαν γραπτώς με ξεχωριστές συμφωνίες ημερ. 7.1.2000 όλες τις υποχρεώσεις της LG Refurbishment Ltd προς τους ενάγοντες, τότε υφιστάμενες ή μέλλουσες και/ή ήταν ή θα καθίσταντο απαιτητές και/ή ήταν προσωπικές ή κοινές με άλλα πρόσωπα και/ή ήταν έμμεσες ή άμεσες και ανέλαβαν να πληρώσουν ευθύς ως τους ζητηθεί οποιονδήποτε ποσό καταστεί πληρωτέο και απαιτητό σε σχέση με τις υποχρεώσεις της LG Refurbishment Ltd προς τους ενάγοντες συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων μέχρι του ποσού των Λ.Κ.50.000 (€85.430,07) έκαστος πλέον τόκους, δαπάνες και έξοδα που θα προκύψουν ως τον τελικό διακανονισμό όλων των οφειλομένων ποσών.
Οι πιο πάνω αναφερόμενες τραπεζικές διευκολύνσεις εξασφαλίστηκαν περαιτέρω με Κυμαινόμενη Επιβάρυνση η οποία εκδόθηκε από την LG Refurbishment Ltd προς όφελος των εναγόντων, σε ολόκληρη την περιουσία της LG Refurbishment Ltd πάσης μορφής και οπουδήποτε ευρισκομένης παρούσης και μελλούσης συμπεριλαμβανομένου και του μη κληθέντος κεφαλαίου και φήμης και πελατείας της LG Refurbishment Ltd για το ποσό των Λ.Κ.10.000 (€17.086,01) πλέον τόκους επί των ποσών αυτών μέχρι τελικής εξόφλησης, προμήθειες και άλλα τραπεζικά δικαιώματα όπως επίσης και οποιαδήποτε δικηγορικά έξοδα και οποιεσδήποτε άλλες δαπάνες. Η πιο πάνω Κυμαινόμενη Επιβάρυνση συστάθηκε δυνάμει γραπτής συμφωνίας (ομόλογο επιβάρυνσης) με ημερ. 1.2.2000 και ενεγράφη στον Έφορο Εταιρειών. Δυνάμει των όρων της ανωτέρω συμφωνίας οι ενάγοντες δύνανται να διορίσουν Παραλήπτη και Διαχειριστή (Receiver and Manager) της περιουσίας της LG Refurbishment Ltd.
Στις 1.1.2001 τέθηκε σε ισχύ ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999, Ν. 160(Ι)/99και οι ενάγοντες με ξεχωριστές επιστολές τους ημερ. 2.12.2002 τόσο προς την LG Refurbishment Ltd όσο και προς τους Χριστάκη Λαζαρίδη και Χρύσανθο Γρούτα, τους ειδοποίησαν ότι ο λογαριασμός της LG Refurbishment Ltd θα χρεώνετο με επιτόκιο 12,25% και ότι ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται την 1η Ιανουαρίου και την 1η Ιουλίου εκάστου χρόνου από 2.12.2002. Με τις εν λόγω επιστολές ημερ. 2.12.2000, οι ενάγοντες ακύρωσαν επίσης τα όρια του τραπεζικού λογαριασμού της LG Refurbishment Ltd και σταμάτησαν τη λειτουργία του και ζήτησαν την αποπληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου του εν λόγω λογαριασμού, πλην όμως η LG Refurbishment Ltd και/ή ο Χριστάκης Λαζαρίδης και/ή ο Χρύσανθος Γρούτας παρέλειψαν να συμμορφωθούν. Ο εν λόγω λογαριασμός της LG Refurbishment Ltd περί την 30.6.2005 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο οφειλόμενο στους ενάγοντες, εκ Λ.Κ.15.049,65 (€25.713,85) πλέον τόκους προς 12,25% επί ποσού Λ.Κ.14.635,61 (€25.006,42) από 1.7.2005 μέχρι εξοφλήσεως, ποσό το οποίο η LG Refurbishment Ltd παρατράβηξε και/ή πιστώθηκε.
Οι ενάγοντες, τόσο οι ίδιοι προσωπικά, όσο και με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 4.5.2007 κάλεσαν την LG Refurbishment Ltd, τον Χριστάκη Λαζαρίδη και τον Χρύσανθο Γρούτα να εξοφλήσουν το τότε οφειλόμενο ποσό πλέον τόκους αλλά αυτοί αρνήθηκαν και/ή αμέλησαν να καταβάλουν τούτο ή οποιονδήποτε μέρος από αυτό και έτσι σήμερα εξακολουθούν να οφείλουν προς τους ενάγοντες τα αξιούμενα με τις αγωγές ποσά. Ένεκα τούτου, οι ενάγοντες αναγκάστηκαν να προβούν στη λήψη δικαστικών μέτρων και να εργοδοτήσουν δικηγόρο εγγεγραμμένο στο Φ.Π.Α. και επιπλέον της δικηγορικής αμοιβής να καταβάλουν Φ.Π.Α., το οποίο απαιτούν δυνάμει του νόμου και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας.
Ο εναγόμενος στην αγωγή αρ. 9358/07 καταχώρησε Υπεράσπιση με την οποία παραδέχεται την ιδιότητα των εναγόντων, αλλά και την ύπαρξη της συμφωνίας εγγύησης. Ισχυρίζεται όμως ότι πλείστοι όροι της συμφωνίας πιστωτικών διευκολύνσεων, και ειδικά οι όροι που αναφέρονται στον τόκο, είναι παράνομοι και/ή αντίκεινται στις διατάξεις της περί Καταχρηστικών Ρητρών Νομοθεσίας. Ο εναγόμενος παραδέχεται επιπλέον το άνοιγμα του τρεχούμενου λογαριασμού αρ. 116-11-003723 προς όφελος της LG Refurbishment Ltd, ισχυρίζεται όμως ότι οι χρεώσεις στις οποίες προέβαιναν οι ενάγοντες μετά τη θέση σε ισχύ του Νόμου 160(Ι)/99 είναι παράνομες και/ή άκυρες, και σε κάθε περίπτωση απορρίπτει την ύπαρξη των επιστολών ημερ. 2.12.2002, ως επίσης και τη δυνατότητα ανατοκισμού.
Ο εναγόμενος ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι ενάγοντες κωλύονται από του να ζητούν την αποπληρωμή του συνόλου του χρεωστικού υπολοίπου του εν λόγω λογαριασμού λόγω συμπεριφοράς και/ή λόγω συμφωνίας. Συγκεκριμένα είναι η θέση του ότι στις 9.9.2000 υπεγράφη μεταξύ του ιδίου και του Χρύσανθου Γρούτα συμφωνία με την έγκριση και/ή συγκατάθεση και/ή την προτροπή των εναγόντων με βάση την οποία ο ίδιος θα απαλλάσετο από την υποχρέωση ως εγγυητού έναντι των εναγόντων διά της καταβολής συγκεκριμένου ποσού στο λογαριασμό της εταιρείας LG Refurbishment Ltd προς το σκοπό της μείωσης του υπολοίπου του. Η ως άνω συμφωνία διετυπώθη εγγράφως σε έγγραφα της Laiki Sporting Club η οποία τυγχάνει οργανισμός ελεγχόμενος και/ή συνδεόμενος με τους ενάγοντες. Στην εν λόγω συμφωνία υπέγραψε ως μάρτυρας, ως αντιπρόσωπος και/ή ως ανώτατο στέλεχος των εναγόντων, ο κ. Ντίνος Μυλωνάς ο οποίος ήταν και ο συντάκτης του σχετικού εγγράφου. Ο εναγόμενος ενόψει των πιο πάνω κατέβαλε το αντίστοιχο και/ή ισόποσο 45.000.000 δρχ της εποχής και ως εκ τούτου έχει απαλλαγεί και δεν οφείλει ουδέν προς τους ενάγοντες.
Περαιτέρω, ο εναγόμενος αρνείται την εξασφάλιση των εναγόντων με την Κυμαινόμενη Επιβάρυνση και το ομόλογο επιβάρυνσης. Ισχυρίζεται επιπλέον ότι εις ουδεμία περίπτωση οι ενάγοντες είχαν ενημερώσει και/ή είχαν αποστείλει οιανδήποτε επιστολή και/ή ειδοποίηση προς αυτόν δια την ισχυριζόμενη οφειλή του και ουδεμία κατάσταση λογαριασμού και/ή χρεωστικό υπόλοιπο απεστάλη προς αυτόν κατά παράβαση της Νομοθεσίας, γεγονός το οποίο καθιστά την αγωγή πρόωρη εις βάρος του, προσθέτοντας ότι ο ισχυρισμός του αυτός γίνεται ανεξαρτήτως και/ή διαζευκτικά των όσων αναφέρει ο εναγόμενος στις προηγούμενες παραγράφους της Υπεράσπισης του. Ο εναγόμενος αγνοεί επιπλέον και αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων περί εργοδότησης δικηγόρου προς λήψη δικαστικών μέτρων, και αιτείται, τέλος, την απόρριψη της αγωγής.
Οι ενάγοντες καταχώρησαν Απάντηση στην Υπεράσπιση του εναγόμενου στην αγωγή αρ. 9358/07, με την οποία αρνούνται τους ισχυρισμούς του στο μέτρο που αυτοί αντιβαίνουν προς τους δικούς τους ισχυρισμούς στην Έκθεση Απαίτησης, τους οποίους και επαναλαμβάνουν ισχυριζόμενοι ότι αυτοί αποτελούν τα αληθή γεγονότα. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι όροι της συμφωνίας παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων είναι καθόλα νόμιμοι, έγκυροι και ισχυροί και ότι δεσμεύουν τον εναγόμενο, όπως νόμιμες, έγκυρες και ισχυρές είναι και όλες οι χρεώσεις στις οποίες προέβηκαν.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό του εναγόμενου περί κωλύματος των εναγόντων, οι ενάγοντες απορρίπτουν αυτόν ως αβάσιμο και αναληθή. Είναι δε ισχυρισμός τους ότι ουδέποτε οι ενάγοντες και/ή οποιοσδήποτε αντιπρόσωπος και/ή διευθυντής και/ή εξουσιοδοτημένος υπάλληλος τους προέτρεψε ή/και συγκατατέθηκε και/ή ενέκρινε και/ή δέσμευσε τους ενάγοντες για όσα αναφέρονται από τον εναγόμενο στην Υπεράσπιση του. Προσθέτουν περαιτέρω ότι οι οποιεσδήποτε συμφωνίες μεταξύ του εναγομένου και τρίτων προσώπων δεν αφορούν και δεν δεσμεύουν τους ενάγοντες, αφού οι ενάγοντες ουδέποτε συμφώνησαν και/ή συναίνεσαν και/ή συγκατατέθηκαν στη σύναψη οποιαδήποτε συμφωνίας, αλλά αντίθετα ο εναγόμενος δεσμεύεται έναντι των εναγόντων βάση της συμφωνίας εγγύησης την οποία υπέγραψε στις 7.1.2000. Ισχυρίζονται συνεπώς ότι ουδέποτε συμπεριφέρθηκαν με τρόπο ώστε να κωλύονται να εγείρουν την παρούσα αγωγή εναντίον του εναγομένου, αλλά, αντίθετα, ότι υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του και ότι νομιμοποιούνται και καλώς ήγειραν την παρούσα αγωγή εναντίον του. Αρνούνται περαιτέρω τα περί της καταβολής του ποσού των 45.000.000 δρχ, και ισχυρίζονται ότι ακόμη και αν αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος κατέβαλε το ισχυριζόμενο και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό, που εν πάση περιπτώσει δεν διευκρινίζει σε ποιον λογαριασμό και για ποιο σκοπό αυτό καταβλήθηκε, αυτό δεν συνεπάγεται απαλλαγή του από τις υποχρεώσεις του που πηγάζουν από τη συμφωνία εγγύησης και η οποία είναι καθ' όλα νόμιμη, έγκυρη και ισχυρή και το περιεχόμενο και όροι της τον δεσμεύουν.
Επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους περί της αποστολής των επιστολών ημερομηνίας 2.12.2002 και 4.5.2007, προσθέτοντας ότι η τελευταία τούτη επιστολή απαντήθηκε από τον εναγόμενο με επιστολή ημερ. 18.6.2007 του δικηγορικού γραφείου Αλέκος Ευαγγέλου & Σία.
Ο εναγόμενος 2 στην αγωγή αρ. 2423/09 καταχώρησε Υπεράσπιση με την οποία προβάλλει τη «Γενική Θέση», ως την χαρακτηρίζει, ότι η εταιρεία LG Refurbishment Ltd ιδρύθηκε από τους Χριστόφορο (Χριστάκη) Λαζαρίδη, υιό του τότε προέδρου της Λαϊκής Τράπεζας (Κίκη Λαζαρίδη) και τον ίδιο, και ότι η Λαϊκή Τράπεζα άνοιξε λογαριασμούς και καθόρισε διευκολύνσεις για λογαριασμό της εν λόγω εταιρείας λόγω της παρουσίας του υιού του προέδρου και όχι διότι υπήρχαν εξασφαλίσεις.
Αναφορικά με τις επιστολές ημερ. 2.12.2002 διερωτάται πού στάλησαν, αφού ούτε η εταιρεία LG Refurbishment Ltd είχε γραφείο στην Κύπρο ούτε ο ίδιος ήταν κάτοικος Κύπρου την περίοδο εκείνη, προσθέτοντας ότι αφού ουδέποτε έλαβε την επιστολή ημερ. 2.12.2002 δεν θα μπορούσε να γνωρίζει για τον τερματισμό των ορίων και την απαίτηση για εξόφληση της οφειλής. Αρνείται επιπλέον τον ισχυρισμό ότι με επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων ημερ. 4.5.2007 οι εναγόμενοι 1 και 2 στην αγωγή αρ. 2423/09 κλήθηκαν να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα ποσά.
Είναι, τέλος, η θέση του εναγόμενου 2 την οποία παραθέτει υπό τον τίτλο «Σύνοψης» ότι οι διευκολύνσεις δόθηκαν στην εταιρεία LG Refurbishment Ltd λόγω της παρουσίας του υιού του τότε προέδρου της τράπεζας. Ο Χ. Λαζαρίδης αποχώρησε από την εταιρεία και η συμφωνία αποχώρησης του προνοούσε και την αποπληρωμή όλων των χρεών προς τη Λαϊκή Τράπεζα. Ισχυρίζεται επιπλέον ότι οι ενάγοντες δεν έπραξαν οτιδήποτε μέχρι την αποχώρηση του πατέρα Λαζαρίδη από την Τράπεζα και με το πέρας δέκα ετών. Προσθέτει ότι η τράπεζα με παραπληροφόρηση και ανακρίβειες προσπαθεί να εμπλέξει μόνο τον ίδιο στην οφειλή, και ισχυρίζεται ότι αυτό είναι άδικο και αθέμιτο. Ισχυρίζεται, τέλος ότι όλες οι επικοινωνίες της τράπεζας ήταν μέσω του Χ. Λαζαρίδη και ότι τον ίδιο τώρα τον θυμήθηκαν.
Οι ενάγοντες καταχώρησαν Απάντηση στην Υπεράσπιση του εναγόμενου 2 στην αγωγή αρ. 2423/09, με την οποία αρνούνται τους ισχυρισμούς του στο μέτρο που αυτοί αντιβαίνουν προς τους δικούς τους ισχυρισμούς στην Έκθεση Απαίτησης, τους οποίους και επαναλαμβάνουν ισχυριζόμενοι ότι αυτοί αποτελούν τα αληθή γεγονότα.
Οι ενάγοντες αρνούνται κατηγορηματικά τον ισχυρισμό περί παροχής των διευκολύνσεων προς την εταιρεία LG Refurbishment Ltd λόγω της παρουσίας του υιού του τότε προέδρου των εναγόντων Κίκη Λαζαρίδη και ισχυρίζονται ότι οι διευκολύνσεις παρασχέθηκαν μετά από εξέταση και έγκριση αίτησης της εταιρείας και αφού οι ενάγοντες ικανοποιήθηκαν ότι θα παρεχόταν κατάλληλη εξασφάλιση. Επιπλέον, αγνοούν και συνεπώς αρνούνται τον ισχυρισμό περί της συμφωνίας μεταξύ του εναγόμενου 2 και του Χριστάκη Λαζαρίδη, προσθέτοντας ότι οι οποιεσδήποτε συμφωνίες μεταξύ των δύο δεν δεσμεύουν τους ενάγοντες. Οι ενάγοντες αρνούνται, τέλος, ότι καθυστέρησαν να ξεκινήσουν τις διαδικασίες για την είσπραξη των οφειλομένων ποσών.
Οι δύο αγωγές συνενώθηκαν κατόπιν διατάγματος που εκδόθηκε εκ συμφώνου στις 4.10.2010, στο οποίο καθορίστηκε ότι οδηγός θα είναι η αγωγή αρ. 9358/07.
Σημειώνεται τέλος ότι, εναντίον της εναγομένης 1 στην αγωγή αρ. 2423/09 εκδόθηκε απόφαση στις 5.2.2010, λόγω παράλειψης καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης, για το ποσό των €33.791,14 πλέον τόκο 9% επί ποσού €32.829,38 του τόκου ανά εξαμηνία κεφαλαιοποιούμενου εκάστην 1η Ιουλίου και 1ην Ιανουαρίου εκάστου έτους από 1.1.2009 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τα έξοδα της αγωγής.
Μαρτυρία
Κατά την ακροαματική διαδικασία μαρτυρία έδωσαν τρεις συνολικά μάρτυρες. Για την πλευρά των εναγόντων μαρτυρία έδωσε ο κ. Μάριος Κουντούρης (ΜΕ1), για την πλευρά του εναγόμενου στην αγωγή αρ. 9358/07 μαρτυρία έδωσε ο ίδιος (ΜΥ1) και για την πλευρά του εναγόμενου 2 στην αγωγή αρ. 2423/09 μαρτυρία έδωσε ο ίδιος (ΜΥ2). Κατατέθηκαν επίσης 15 έγγραφα τα οποία έγιναν τεκμήρια.
Η ακροαματική διαδικασία διευκολύνθηκε με την κατάθεση αριθμού παραδεκτών εγγράφων καθώς και καταλόγου παραδεκτών γεγονότων, τα οποία παραθέτω κατωτέρω.
Παραδεκτά γεγονότα
1. Οι ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία. Από 29.3.2013 με βάση το διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου έχουν μεταβιβαστεί περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις τους στην Bank of Cyprus Public Company Ltd.
2. Ο λογαριασμός σήμερα φέρει τον αριθμό 357013016394.
3. Τα γεγονότα που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2, 5, 9, 10, 11 και 14 της Έκθεσης Απαίτησης στην αγωγή αρ. 9358/07.
4. Τα γεγονότα που αναφέρονται στις παραγράφους 1, 2, 3, 7, 8, 9, 10 και 14 της Έκθεσης Απαίτησης στην αγωγή αρ. 2423/09.
Κατάθεση Τεκμηρίων εκ συμφώνου
1. Επιστολή από την εναγομένη 1 στην αγωγή αρ. 2423/09 ημερ. 16.11.1999 με την οποία αιτήθηκε την παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων (Τεκμήριο 1). Η επιστολή αυτή κατατέθηκε με παραδοχή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της.
2. Επιστολή εναγόντων ημερ. 7.1.2000 αποδοχής παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων στην εναγομένη 1 στην αγωγή αρ. 2423/09 (Τεκμήριο 2). Η επιστολή αυτή κατατέθηκε με παραδοχή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της.
3. Συμφωνία ημερ. 7.1.2000 μεταξύ των εναγόντων και της εναγομένης 1 στην αγωγή αρ. 2423/09 (Τεκμήριο 3). Το έγγραφο αυτό κατατέθηκε με παραδοχή όσον αφορά τη συνομολόγηση της συμφωνίας, με δικαίωμα αντεξέτασης ως προς το περιεχόμενο του.
4. Εγγύηση ημερ. 7.1.2000 του εναγόμενου στην αγωγή αρ. 9358/07 (Τεκμήριο 4). Το έγγραφο αυτό κατατέθηκε με παραδοχή ως προς τη συνομολόγηση της συμφωνίας, με δικαίωμα αντεξέτασης ως προς το περιεχόμενο του.
5. Εγγύηση ημερ. 7.1.2000 του εναγόμενου 2 στην αγωγή αρ. 2423/09 (Τεκμήριο 5). Το έγγραφο αυτό κατατέθηκε με παραδοχή ως προς τη συνομολόγηση της συμφωνίας, με δικαίωμα αντεξέτασης ως προς το περιεχόμενο του.
6. Τρεις επιστολές τερματισμού ημερ. 2.12.2002 προς τον εναγόμενο στην αγωγή αρ. 9358/07 και τους εναγόμενους 1 και 2 στην αγωγή αρ. 2423/09 (Τεκμήριο 6). Οι επιστολές αυτές κατατέθηκαν με παραδοχή ως προς την αποστολή και λήψη τους, με δικαίωμα αντεξέτασης ως προς το περιεχόμενο τους.
7. Επιστολή ημερ. 18.6.2007 από το δικηγόρο Αλέκο Ευαγγέλου προς τον τότε δικηγόρο των εναγόντων (Τεκμήριο 7). Το έγγραφο αυτό κατατέθηκε με παραδοχή ως προς την αποστολή και λήψη της επιστολής, με δικαίωμα αντεξέτασης ως προς το περιεχόμενο αυτής.
8. Απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 στην αγωγή αρ. 2423/09 (Τεκμήριο 8). Το έγγραφο αυτό κατατέθηκε με παραδοχή ως προς την αλήθεια του περιεχομένου του.
9. Επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων ημερ. 4.5.2007 προς τον εναγόμενο στην αγωγή αρ. 9358/07 και τους εναγόμενους 1 και 2 στην αγωγή αρ. 2423/09 (Τεκμήριο 9). Το έγγραφο αυτό κατατέθηκε με παραδοχή ως προς την αποστολή και λήψη της επιστολής από τον εναγόμενο στην αγωγή αρ. 9358/07 και με δικαίωμα αντεξέτασης επί του περιεχομένου του.
Μαρτυρία κ. Μάριου Κουντούρη (ΜΕ1)
Ο ΜΕ1 υιοθέτησε ως την κυρίως εξέταση του γραπτή δήλωση που ετοίμασε (Τεκμήριο Α). Ανέφερε ότι εργάζεται στους ενάγοντες ως Λειτουργός Είσπραξης Χρεών και ότι λόγω της θέσης που κατέχει έχει στην κατοχή του όλα τα έγγραφα, αλληλογραφία, σημειώματα και καταστάσεις λογαριασμού των εναγομένων με τους ενάγοντες. Μέχρι την 28.3.2013 βρισκόταν στην υπηρεσία της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και με βάση τις πρόνοιες του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 104/13 μεταφέρθηκε στις 29.3.2013 στην Bank of Cyprus Public Company Ltd. Στη βάση των προνοιών του ιδίου Διατάγματος οι ενάγοντες ανέλαβαν και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd που απορρέουν από τον επίδικο λογαριασμό 116-11-003723 ο οποίος σήμερα άλλαξε σε 357013016394.
Η εναγομένη 1 στην αγωγή αρ. 2423/09 (στο εξής θα αναφέρεται ως «η Εταιρεία») ενημερωνόταν για το υπόλοιπο του λογαριασμού της και τις αυξομειώσεις των επιτοκίων από δημοσιεύσεις που γίνονταν από την Κεντρική Τράπεζα και τους ενάγοντες στον ημερήσιο τύπο και με επιστολές των εναγόντων. Επίσης, στην Εταιρεία αποστέλλονταν μηνιαίως καταστάσεις λογαριασμού στις οποίες φαινόταν το υπόλοιπο και οι χρεώσεις των επιτοκίων και η Εταιρεία και/ή οι διευθυντές της και/ή οι αντιπρόσωποι της δεν αμφισβήτησαν ποτέ τις εν λόγω χρεώσεις. Η Εταιρεία είχε τον Τρεχούμενο Λογαριασμό της σε υπέρβαση και οι ενάγοντες, με ξεχωριστές επιστολές τους ημερ. 2.12.2002 προς την Εταιρεία, τον εναγόμενο στην αγωγή αρ. 9358/07 (στο εξής «ο Χ. Λαζαρίδης») και στον εναγόμενο 2 στην αγωγή αρ. 2423/09 (στο εξής «ο Χ. Γρούτας») τερμάτισαν τη Συμφωνία Τρεχούμενου και ζήτησαν πληρωμή κάθε οφειλόμενου ποσού και τόκων. Με τις ίδιες επιστολές οι εναγόμενοι πληροφορήθηκαν για την αύξηση του επιτοκίου σε 12,25% και για την κεφαλαιοποίηση των τόκων την 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους.
Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι το σημερινό υπόλοιπο σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμού είναι €65.049,06 πλέον τόκους 12,25% ανά εξαμηνία κεφαλαιοποιούμενων κάθε 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους από 1.1.2015 μέχρι εξοφλήσεως, και παρουσίασε σχετικώς τις καταστάσεις λογαριασμού από το άνοιγμα του λογαριασμού και όταν αυτός είχε αριθμό 116-11-003723 μέχρι και το Φεβρουάριο του 2015 όταν ο λογαριασμός είχε πλέον τον αριθμό 357013016394 (Τεκμήριο 10). Ο ΜΕ1 εξήγησε με λεπτομέρεια τον τρόπο με τον οποίο παρήχθησαν οι κατατεθείσες καταστάσεις λογαριασμού, και προχώρησε στο να εξηγήσει τα στοιχεία που φαίνονται σε αυτές. Αναφέρθηκε επίσης στον τύπο που χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς υπολογισμού του τόκου (Τ=Κεφάλαιο*μέρες/36000), καθώς και στο γεγονός ότι σε κάθε περίπτωση που υπάρχει κατάθεση ή πίστωση, οι ενάγοντες πιστώνουν πρώτα το ποσό της κατάθεσης ή της πίστωσης έναντι του οφειλόμενου τόκου και στη συνέχεια οποιοδήποτε υπόλοιπο έναντι του οφειλόμενου κεφαλαίου, ενώ, από την άλλη, όπου υπάρχει χρέωση στον επίδικο λογαριασμό αυξάνεται το «κεφάλαιο» και κατ’ επέκταση και το τοκοφόρο υπόλοιπο του χρέους.
Στη συνέχεια, ως ανέφερε, ο ίδιος προσωπικά πήρε όλες τις πληροφορίες από τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 10 και ετοίμασε νέες αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, στις οποίες χρεώθηκε επιτόκιο προς 8% από το άνοιγμα του λογαριασμού μέχρι τον τερματισμό και 9% επιτόκιο από τον τερματισμό μέχρι σήμερα, αφαιρώντας παράλληλα κάποιες από τις χρεώσεις που φαίνονται στο Τεκμήριο 10. Με βάση τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ανέρχεται στο ποσό των €47.443,02 πλέον τόκο προς 9% επί ποσού €45.883,00 ανά εξαμηνία κεφαλαιοποιούμενου κάθε 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους από 14.11.2015 μέχρι εξοφλήσεως, ποσό στο οποίο περιόρισε με τη μαρτυρία του την απαίτηση των εναγόντων. Οι εν λόγω αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 11.
Ο ΜΕ1 προχώρησε ακολούθως σε σχολιασμό ορισμένων σημείων που εγείρονται στις Υπερασπίσεις των εναγομένων. Είπε σχετικώς ότι στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού δεν υπάρχει οποιαδήποτε χρέωση στον επίδικο λογαριασμό που να είναι παράνομη. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Χ. Λαζαρίδη περί συμφωνίας μεταξύ του τελευταίου και του Χ. Γρούτα σύμφωνα με τους όρους της οποίας απαλλάχθηκε από εγγυητής της Εταιρείας με την καταβολή των 45.000.000 ελληνικών δραχμών, διατύπωσε τη θέση ότι η οποιαδήποτε συμφωνία έγινε μεταξύ των εναγομένων δεν αφορά τους ενάγοντες και δεν τους δεσμεύει, προσθέτοντας ότι οι ενάγοντες δεν ήταν μέρος της εν λόγω συμφωνίας, ούτε και είχαν οποιαδήποτε ανάμειξη ή σχέση με αυτή. Εάν όντως ο Ντίνος Μυλωνάς τον οποίο ο Χ. Λαζαρίδης αναφέρει στην Υπεράσπιση του ήταν παρών στη συνάντηση των εναγομένων και στην κατάρτιση της μεταξύ τους συμφωνίας, βρισκόταν εκεί υπό την προσωπική του ιδιότητα με δική του πρωτοβουλία, και σε καμία περίπτωση δεν αντιπροσώπευε και δεν δέσμευε και δεν θα μπορούσε να δεσμεύσει τους ενάγοντες. Είπε επιπλέον ότι το πιο πάνω ποσό δεν κατατέθηκε ποτέ στον επίδικο λογαριασμό της Εταιρείας, κάτι που φαίνεται από τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 10 και 11. Είπε επίσης ότι σύμφωνα με τον όρο 7 των συμφωνιών εγγύησης (Τεκμήρια 4 και 5), η εγγύηση τερματίζεται αφού παρέλθουν 7 ημέρες από την παραλαβή από τους ενάγοντες γραπτής ειδοποίησης με διπλοσυστημένη επιστολή για τον τερματισμό της, κάτι που δεν έχει γίνει και ούτε ο Χ. Λαζαρίδης ισχυρίζεται ότι έχει γίνει, ως ο ΜΕ1 ανέφερε.
Αντεξετασθείς από το συνήγορο του Χ. Λαζαρίδη, ο ΜΕ1 επέμεινε ότι η συμφωνία δανείου καταγγέλθηκε και με τον τερματισμό του λογαριασμού ζητήθηκε η εξόφληση των όποιων υπολοίπων. Ο ΜΕ1 συμφώνησε ότι όταν καταρτίστηκε η συμφωνία δανείου ημερ. 7.1.2000 (Τεκμήριο 3) ίσχυε ο περί Τόκου Νόμος. Υποβλήθηκε στο ΜΕ1 η θέση ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούντο να κεφαλαιοποιούν τον τόκο και να επιβάλλουν τόκο 12,25% και απάντησε ότι με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού δεν ζητείται τόκος 12,25%. Συμφώνησε επίσης με τη θέση ότι με τις επιστολές Τεκμήριο 6 ενημερώθηκαν οι πελάτες ότι το επιτόκιο μεταβάλλεται σε 12,25% και ότι θα γίνεται κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο, την 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους.
Ερωτηθείς ο ΜΕ1 αν γνωρίζει τον κ. Μυλωνά, είπε ότι τον έχει ακουστά αλλά δεν έτυχε να τον γνωρίσει ποτέ προσωπικά. Είπε επίσης ότι το εν λόγω πρόσωπο ήταν εκ των Γενικών Διευθυντών της Λαϊκής Τράπεζας. Του υποδείχθηκε η δισέλιδη χειρόγραφη συμφωνία ημερ. 9.9.2000 μεταξύ των εναγομένων η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 12, καθώς και έγγραφο με τίτλο «Οικονομική πρόταση από LG Refurbs προς Λαϊκή Τράπεζα», η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13. Ο ΜΕ1 ανέφερε ερωτηθείς σχετικώς ότι δεν έχει προσωπική γνώση για τη συμφωνία Τεκμήριο 12. Ερωτηθείς ως προς τη σχέση της Laiki Sporting Club με τη Λαϊκή Τράπεζα είπε ότι η Laiki Sporting Club ήταν εξηρτημένη εταιρεία της Λαϊκής Τράπεζας, και συμφώνησε ότι στο κτίριο της Laiki Sporting Club υπήρχαν εγκαταστάσεις της Λαϊκής Τράπεζας, στις οποίες γίνονταν σεμινάρια για τους υπαλλήλους, φιλοξενούντο διάφορες εκδηλώσεις της Λαϊκής και γίνονταν συναντήσεις με πελάτες / επιχειρηματίες.
Ερωτήθηκε επίσης γιατί έγιναν δύο ξεχωριστές αγωγές, μία εναντίον του Χ. Λαζαρίδη και μία εναντίον του Χ. Γρούτα και της Εταιρείας, και απάντησε ότι πριν την καταχώρηση των αγωγών έγιναν πολλές προσπάθειες για να έρθουν σε επαφή με τους εναγόμενους για σκοπούς διευθέτησης. Σε σχέση με την Εταιρεία και τον Χ. Γρούτα έμαθαν ότι είναι μόνιμα εκτός Κύπρου, οπότε και αποφασίστηκε σε αρχικά στάδια να καταχωρηθεί αγωγή μόνο εναντίον του Χ. Λαζαρίδη τον οποίο θα μπορούσαν να εντοπίσουν εύκολα, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι απήλλαξαν την Εταιρεία και τον Χ. Γρούτα. Ο ΜΕ1 απέρριψε την υποβολή ότι ο λόγος που έγιναν δύο αγωγές είναι διότι είχε τεθεί σε εφαρμογή η συμφωνία Τεκμήριο 12 και επέμεινε ότι οι δύο αγωγές καταχωρήθηκαν για το λόγο που εξήγησε.
Ο ΜΕ1 αντεξετάσθηκε επιπλέον από τον Χ. Γρούτα και ερωτήθηκε αν απεστάλη οποιαδήποτε επιστολή προς την Εταιρεία με την οποία να τερματίζεται η δανειακή σύμβαση και με την οποία να καλείται να αποπληρώσει το υπόλοιπο, και απάντησε ότι στάληκε τέτοια επιστολή η οποία έχει ημερ. 2.12.2002 και έχει κατατεθεί ως Τεκμήριο 6. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι ο Χ. Γρούτας επιχείρησε να αντεξετάσει τον ΜΕ1 σε σχέση με θέματα που είτε δεν καλύπτονταν από την Υπεράσπιση του, είτε αντιμάχοντο γεγονότων που δηλώθηκαν ως παραδεκτά, και οι σχετικές ερωτήσεις δεν επιτράπηκαν.
Επανεξεταζόμενος, ο ΜΕ1 διευκρίνισε ότι οι τόκοι ανακεφαλαιοποιούντο δύο φορές ετησίως μετά την 1.1.2001. Ερωτήθηκε επίσης αν στο Laiki Sporting Club ο κόσμος πήγαινε μόνο για τραπεζικά θέματα ή αν μπορούσε οποιοσδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο να το επισκεφθεί, και απάντησε ότι το Laiki Sporting Club ήταν ανοικτό για όλο τον κόσμο και ότι θα μπορούσε οποιοσδήποτε να το επισκεφθεί.
Μαρτυρία κ. Χριστάκη Λαζαρίδη – εναγόμενου στην αγωγή αρ. 9358/07 (ΜΥ1)
Ο ΜΥ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση που ετοίμασε (Τεκμήριο Β). Είπε ότι, λίγο πριν τη συμφωνία δανείου στην οποία αφορά η παρούσα αγωγή, είχε ιδρύσει με τον Χ. Γρούτα την Εταιρεία την οποία κατείχαν εξ ημισίας. Το δάνειο στο οποίο η αγωγή αφορά αφορούσε τη χρηματοδότηση του εξοπλισμού κυρίως της Εταιρείας σε τεχνολογικό επίπεδο και άλλα συναφή. Η συνεργασία του με τον Χ. Γρούτα είχε επεκταθεί και στην Ελλάδα με την ίδρυση και λειτουργία της εταιρείας L.G. Refurbs Hellas AE, η οποία δραστηριοποιήθηκε στην Ελλάδα με ανάληψη εργασιών εσωτερικής διάπλασης χώρου στο υπό ανέγερση, την εποχή εκείνη, αεροδρόμιο «Ελευθέριος Βενιζέλος». Στην Κύπρο, η Εταιρεία δεν είχε ουσιαστικές εργασίες με αποτέλεσμα να υπολειτουργεί, και στην ουσία η όλη επιχείρηση να ασχολείται σχεδόν αποκλειστικά με εργασίες στην Ελλάδα.
Λόγω διαφωνιών με τον Χ. Γρούτα, ο ΜΥ1 στην πορεία εξέφρασε επιθυμία όπως αποδεσμευτεί από την εταιρεία, και ο Χ. Γρούτας συμφώνησε με αυτό. Όμως, επειδή ήδη είχαν συσσωρευθεί οφειλές της εταιρείας λόγω του επίδικου δανείου αλλά κυρίως λόγω του ανοίγματος του λογαριασμού τραπεζικών διευκολύνσεων – παρατραβήγματος στην Ελλάδα, αποφάσισαν ότι θα έπρεπε να διευθετήσουν τα πιο πάνω ζητήματα με τους δανειστές, δηλαδή τη Λαϊκή Τράπεζα, προκειμένου να απαλλαγεί από τις οφειλές και υποχρεώσεις. Η οποιαδήποτε διευθέτηση θα έπρεπε να τύχει της εγκρίσεως της Λαϊκής τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα, επειδή στην Ελλάδα οφείλονταν διάφορα ποσά από την εταιρεία στη Λαϊκή Τράπεζα (Ελλάς) ΑΕ. Τόσο στο επίδικο δάνειο, όσο και στα δάνεια στην Ελλάδα, οι δύο συνεταίροι είχαν εγγυηθεί μαζί με την Εταιρεία ανά περίπτωση, την εξασφάλιση αποπληρωμής των υποχρεώσεων.
Είχαν, είπε, αρκετές συναντήσεις με εκπροσώπους της Λαϊκής Τράπεζας, τόσο στην Κύπρο όσο και στην Ελλάδα, και κυρίως συνομιλούσαν με τον κ. Κωνσταντίνο (Ντίνο) Μυλωνά της ηγετικής πυραμίδας της τράπεζας, επειδή ο κ. Μυλωνάς ήταν ταυτόχρονα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Λαϊκής Ελλάς και ασκούσε καθήκοντα συντονιστή των υποθέσεων όπου οι εργασίες της Τράπεζας αφορούσαν τόσο σε Κύπρο όσο και Ελλάδα. Κατά το χρόνο εκείνο, η Λαϊκή Ελλάς ήταν θυγατρική της Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου και πλήρως ελεγχόμενη από αυτήν.
Αποτέλεσμα των συναντήσεων υπήρξε η υπογραφή του συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 9.9.2000 το οποίο υπεγράφη στα γραφεία της Laiki Sporting Club (Τεκμήριο 12) καθώς και του Ιδιωτικού Συμφώνου Ρύθμισης Εταιρικών Σχέσεων ημερ. 18.9.2000 το οποίο υπεγράφη στην Αθήνα (Τεκμήριο 15). Το έγγραφο ημερ. 9.9.2000 ετοιμάστηκε ιδιοχείρως από τον κ. Μυλωνά και η επιλογή του λογοτύπου «Laiki Sporting Club» δεν είναι τυχαία, γιατί εκεί έγινε η συμφωνία με πρωτοβουλία της Λαϊκής. Η Laiki Sporting Club ήταν, είπε, το κατ’ εξοχήν μέρος όπου εγίνοντο διαπραγματεύσεις ή συναντήσεις με πελάτες της τράπεζας, κυρίως εκτός του συνηθισμένου ωραρίου της τράπεζας. Οι δηλώσεις και η πεποίθηση που υπήρχε κατά την υπογραφή, είπε, ήταν ότι ο ίδιος θα κατέθετε στην εταιρεία 80.000.000 δραχμές (δηλαδή το ισόποσο των Λ.Κ.137.389,91 ή €234.743,04) από το οποίο 45.000.000 δραχμές θα χρησιμοποιούνταν από τη Λαϊκή για μείωση του υπολοίπου του υφιστάμενου τρεχούμενου λογαριασμού με τη Λαϊκή και τα υπόλοιπα 35.000.000 δραχμές θα κατατίθεντο σε λογαριασμό όψεως στη Λαϊκή Τράπεζα (Ελλάς) ΑΕ προς κάλυψη μέρους των υποχρεώσεων της εταιρείας τους στην Ελλάδα. Το ισόποσο των 45.000.000 δραχμών ήταν περίπου το ήμισυ των υποχρεώσεων της Εταιρείας προς τη Λαϊκή Τράπεζα. Στην ίδια συμφωνία, πρόσθεσε, προβλεπόταν να διευθετηθούν οι υποχρεώσεις και στην Αθήνα, τόσο της Εταιρείας, όσο και της L.G. Refurbs Hellas AE, γι’ αυτό και στις 18.9.2000 υπεγράφη η συμφωνία Τεκμήριο 15, στους όρους 4 και 5 της οποίας περιλαμβάνεται και το περιεχόμενο της συμφωνίας ημερ. 9.9.2000. Ο ίδιος, είπε, τίμησε τόσο τη συμφωνία ημερ. 9.9.2000 με την αυθημερόν καταβολή του ποσού των 80.000.000 δραχμών όσο και τις υποχρεώσεις του δυνάμει του συμφωνητικού εγγράφου ημερ. 18.9.2000 οι οποίες προέβλεπαν ότι θα μεταβίβαζε το μερίδιο του σε ακίνητο επί της οδού Πρατίνου προς την εταιρεία L.G. Refurbs Hellas AE.
Στις 26.9.2001, έλαβε από τη Λαϊκή Τράπεζα (Ελλάς) ΑΕ επιστολή βεβαίωσης απαλλαγής του από τις υποχρεώσεις του (αντίγραφο της οποίας κατέθεσε ως Τεκμήριο 14) και ήταν με την εντύπωση ότι την ίδια επιστολή θα ελάμβανε από τη μητρική τράπεζα. Επειδή την εποχή εκείνη ο πατέρας του ήταν Εκτελεστικός Πρόεδρος της Λαϊκής Τράπεζας, θεώρησε άκομψο εκ μέρους του να απαιτήσει την άμεση ετοιμασία εγγράφου απαλλαγής, το οποίο ούτως ή άλλως δεν χρειαζόταν, ως ανέφερε, νοουμένου ότι όλες οι συμφωνίες του με τον Χ. Γρούτα τελούσαν υπό την έγκριση, γνώση αλλά και την προτροπή της Λαϊκής Τράπεζας. Αντ’ αυτού, περί το τέλος του 2002 του εστάλη η επιστολή ημερ. 2.12.2002. Επικοινώνησε με την τράπεζα και τους εξήγησε ότι δεν ήταν πλέον υπόχρεος εγγυήσεως, και ανέλαβε ο ίδιος όπως διερευνήσει το θέμα. Τα χρόνια παρήλθαν και έλαβε την επιστολή ημερ. 4.5.2007 (Τεκμήριο 9) στην οποία απάντησε ο δικηγόρος του με την επιστολή ημερ. 18.6.2007 (Τεκμήριο 7). Κατέληξε ότι ο ίδιος δεν οφείλει κανένα ποσό και ότι με την πλήρη γνώση, έγκριση και συγκατάθεση της Λαϊκής Τράπεζας απαλλάγηκε των υποχρεώσεων του ως εγγυητής με την καταβολή υψηλού χρηματικού ποσού. Η έγκριση αυτή δόθηκε διά στόματος Ντίνου Μυλωνά που στις συναντήσεις μαζί του τους διαβεβαίωσε ότι δεν θα υπήρχε οποιαδήποτε οφειλή μετά την καταβολή των ποσών που είχαν ζητηθεί.
Αντεξετασθείς ανέφερε ότι όταν αναφέρθηκε σε «συμφωνία δανείου που αφορά στην υπό εκδίκαση αγωγή» αναφερόταν στη συμφωνία ημερ. 7.1.2000 και στις υπόλοιπες διευκολύνσεις που είχαν σαν εταιρεία σε Κύπρο και Ελλάδα.
Συμφώνησε ότι στις συμφωνίες Τεκμήρια 12 και 15 μέρη ήταν ο ίδιος και ο Χ. Γρούτας, αλλά όχι οι ενάγοντες οι οποίοι δεν ήταν παρόντες, πρόσθεσε, όμως, ότι οι συμφωνίες έγιναν με παρότρυνση και πλήρη γνώση των εναγόντων. Ερωτήθηκε ειδικώς ως προς το τι εννοούσε όταν ανέφερε ότι οι συμφωνίες τελούσαν υπό την έγκριση, γνώση και προτροπή των εναγόντων και απάντησε ότι ήταν εις γνώση της τράπεζας η πρόθεση του να αποχωρήσει με την καταβολή κάποιου ποσού για την κάλυψη των διευκολύνσεων, και διευθετήθηκε ειδική συνάντηση με ανώτατο στέλεχος της τράπεζας, τον κ. Μυλωνά, ο οποίος συνέταξε ιδιοχείρως τη συμφωνία την οποία θεώρησε ότι θα αποδεχόταν η τράπεζα, και με την παρότρυνση του ιδίου ακολούθησε το ιδιωτικό συμφωνητικό έγγραφο και συνάντηση με την τράπεζα, έγινε η περαιτέρω συμφωνία και κατέθεσε τα χρήματα που η τράπεζα θεώρησε ότι έπρεπε να καλύψει. Η «περαιτέρω συμφωνία» στην οποία αναφέρθηκε ήταν πρωτίστως η αποχώρηση του από την εταιρεία και από την οποιαδήποτε οφειλή του προς την τράπεζα. Η αποχώρηση του από την εταιρεία αφορούσε τους ενάγοντες, είπε, επειδή χωρίς την παρουσία του διαφοροποιείτο και η στάση που θα είχαν οι ενάγοντες προς την εταιρεία.
Ερωτήθηκε ως προς τις σχέσεις του με τον κ. Ντίνο Μυλωνά και είπε ότι τον γνώριζε τουλάχιστο 30 χρόνια και ότι ήταν για 3 – 4 δεκαετίες στην τράπεζα, οι δε σχέσεις τους ήταν επαγγελματικές, φιλικές και οικογενειακές, και δεν είχε καμία ανησυχία ότι αυτά που συμφωνούσαν θα τηρούνταν. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ακόμα και αν ήταν παρών ο Ντίνος Μυλωνάς κατά τη συνομολόγηση της συμφωνίας Τεκμήριο 12 αυτός βρισκόταν εκεί με την προσωπική του ιδιότητα, προσθέτοντας ότι της συμφωνίας ακολούθησε το ιδιωτικό συμφωνητικό έγγραφο στην Αθήνα και έγινε αποδεκτή από την τράπεζα, συνεπώς, ό,τι συμφωνήθηκε με τον κ. Μυλωνά έγινε πράξη. Για τον ίδιο είπε, μία τράπεζα υπήρχε, η Λαϊκή Τράπεζα, η μητρική στην Κύπρο και η θυγατρική στην Ελλάδα, και ο κ. Μυλωνάς διετέλεσε στα ανώτερα αξιώματα της τράπεζας και αντιπροσώπευε το Group Λαϊκή Τράπεζα. Του ζητήθηκε στη συνέχεια και πάλι να διευκρινίσει αν η πρόταση έγινε αποδεκτή από τη μητρική τράπεζα στην Κύπρο ή τη θυγατρική στην Ελλάδα, και απάντησε ότι επειδή η εταιρεία στην Κύπρο υπολειτουργούσε και οι μεγάλες διευκολύνσεις ήταν στην Ελλάδα, ήταν λογικό ότι η τράπεζα στην Ελλάδα θα έπρεπε να είχε τον πρώτο λόγο, έτσι η συμφωνία έγινε στην Αθήνα και η τράπεζα της Αθήνας έκανε αποδεκτές τις προτάσεις.
Ερωτήθηκε επιπλέον πότε και σε ποιο λογαριασμό κατέθεσε το ποσό των 80.000.000 δραχμών, και απάντησε ότι δεν θυμάται αριθμό λογαριασμού, αλλά αυτός κατέθεσε το ποσό στην Αθήνα το 2000. Ερωτήθηκε αν γνώριζε ότι υπήρχαν άλλοι λογαριασμοί για την κυπριακή εταιρεία και άλλοι λογαριασμοί για την ελληνική εταιρεία στην Αθήνα και απάντησε ότι στην κυπριακή εταιρεία το μόνο που υπήρχε ήταν το θέμα της αγοράς κάποιων ηλεκτρονικών υπολογιστών με σκοπό τη διεκπεραίωση δουλειάς η οποία δεν έγινε ποτέ, και ακολούθησε η δουλειά στην Αθήνα η οποία είχε και τις περισσότερες διευκολύνσεις.
Του ζητήθηκε να διαβάσει το υπόλοιπο που υπήρχε στον επίδικο λογαριασμό το Σεπτέμβριο του 2000, και απάντησε ότι στο Τεκμήριο 10 φαίνεται υπόλοιπο Λ.Κ.20.415,95. Ερωτήθηκε επίσης αν το ποσό των 45.000.000 δραχμών αντιστοιχούσε σε Λ.Κ.78.000, περίπου, κάτι με το οποίο συμφώνησε, και ερωτήθηκε αν πρόθεσή του ήταν να δημιουργηθεί πιστωτικό υπόλοιπο στον επίδικο λογαριασμό, ερώτηση στην οποία απάντησε αρνητικά, προσθέτοντας ότι πρόθεσή του ήταν να ικανοποιήσει τη θέση της τράπεζας και να απαλλαγεί από τις ευθύνες του όσον αφορά τις διευκολύνσεις. Κατέθεσε το ποσό στο λογαριασμό που του υπέδειξε η τράπεζα, επανέλαβε, όμως, ότι δεν θυμόταν αριθμό λογαριασμού. Ομοίως δεν θυμόταν σε ποιον παρέδωσε την οικονομική πρόταση Τεκμήριο 13, αλλά ήταν σε κάποιο στέλεχος της Λαϊκής Τράπεζας στην Αθήνα.
Αρνήθηκε τις υποβολές ότι ουδέποτε απηλλάγη από την εγγύηση Τεκμήριο 4 επειδή δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό στον επίδικο λογαριασμό, καθώς και την υποβολή ότι η εγγύηση Τεκμήριο 4 παραμένει ισχυρή και τον δεσμεύει. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι όσα ανέφερε αποτελούν εκ των υστέρων κατασκευάσματα για να αποφύγει τις υποχρεώσεις του, προσθέτοντας ότι για τον ίδιο ήταν ξεκάθαρες οι συμφωνίες που έγιναν τότε και ότι με την καταβολή του ποσού των €234.000 η τράπεζα θα τον απήλλασσε από όλες τις υποχρεώσεις του, διευκρινίζοντας ότι όταν αναφέρεται σε «τράπεζα» εννοεί τη Λαϊκή Τράπεζα, Ελλάδος και Κύπρου.
Ο ΜΥ1 δεν επανεξετάστηκε.
Μαρτυρία κ. Χρύσανθου Γρούτα – εναγόμενου 2 στην αγωγή αρ. 2423/09 (ΜΥ2)
Ο ΜΥ2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση που ετοίμασε (Τεκμήριο Γ). Είπε ότι στα στοιχεία που κατέθεσαν οι ενάγοντες υπάρχουν εξόφθαλμες αντιφάσεις και ότι τα εν λόγω στοιχεία κατασκευάστηκαν εκ των υστέρων.
Είπε συγκεκριμένα ότι η διεύθυνση στην οποία εστάλη η επιστολή ημερ. 2.12.2002 (Τεκμήριο 6) προς την Εταιρεία είναι η διεύθυνση του δικηγορικού γραφείου Καλλής & Καλλής που ενέγραψε την Εταιρεία το 1998, και το οποίο μετακόμισε το 2000 σε άλλη διεύθυνση. Διερωτήθηκε επίσης πού βρήκαν οι δικηγόροι των εναγόντων την οδό Ιοφώντος 29, στην Αθήνα, στην οποία του απέστειλαν την επιστολή ημερ. 4.5.2007. Επισήμανε ότι η επιστολή της 2.12.2002 δεν έχει λογότυπο και ότι απεστάλη προς τον ίδιο στη διεύθυνση Πρατίνου 68-70, 11634 Αθήνα. Είπε επίσης ότι στο συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 9.9.2000 στην τελευταία παράγραφο γίνεται αναφορά σε αποζημίωση 20.000.000 δραχμών (περίπου Λ.Κ.40.000) από τη Laiki Insurance, ποσό το οποίο θα έπρεπε να είχε συμψηφιστεί με οποιοδήποτε υπόλοιπο, όμως δεν φαίνεται να έχει γίνει τέτοια κατάθεση στο Τεκμήριο 11. Επισήμανε περαιτέρω ότι στις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 11) δεν αναφέρεται η διεύθυνση της εταιρείας, και διερωτήθηκε πού αποστέλλοντο οι λογαριασμοί αυτοί και πώς θα γνώριζαν οι ίδιοι ότι η εταιρεία είχε χρεωστικό υπόλοιπο. Με βάση τα πιο πάνω, συνέχισε, είναι φανερό ότι οι αγωγές έγιναν χωρίς προηγουμένως να καταγγελθούν οι συμφωνίες δανείου, διότι οι επιστολές ουδέποτε παραλήφθηκαν από τον ίδιο και σίγουρα οι ενάγοντες δεν δικαιούνται να ζητούν τόκους με βάση το νέο νόμο. Είπε επίσης ότι ενώ οι ενάγοντες στις επιστολές τους αναφέρουν ότι έκλεισαν τους λογαριασμούς της εταιρείας το 2002, ανέμεναν μέχρι το 2007, όταν αποχώρησε ο πατέρας του Χ. Λαζαρίδη από τη Λαϊκή Τράπεζα, για να του κινήσουν αγωγή, και το 2009 για να κινηθούν εναντίον του ιδίου, μετά που αποχώρησε ο κ. Μυλωνάς από την Τράπεζα.
Με βάση όσα ανέφερε, κατέληξε ότι οι αγωγές είναι εκδικητικές και αβάσιμες.
Πιστεύει, ως ανέφερε, ότι οι υπάλληλοι της Λαϊκής Τράπεζας που χειρίζονταν την υπόθεση το 2009, δεν γνώριζαν τί γινόταν το 2000 στην Ελλάδα με την LG Refurbs και τους λογαριασμούς στη Λαϊκή Τράπεζα. Γι αυτό και οι επιστολές πήγαιναν σε λανθασμένη διεύθυνση. Δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι είχε τέτοιο χρέος, τη στιγμή που η Λαϊκή Ελλάδος κατέσχε δικό τους λογαριασμό με €1,5 εκ. καταθέσεις καθώς και το ακίνητο στην οδό Πρατίνου και πήραν τα 85.000.000 από την κατάθεση του Χ. Λαζαρίδη και τα 20.000.000 δραχμές από τη Λαϊκή Ασφαλιστική, γεγονότα που δεν φαίνονται στους λογαριασμούς Τεκμήριο 11.
Επισήμανε επίσης ότι όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 11, σελ. 4, στις 30.6.2000 η Εταιρεία χρωστούσε στους ενάγοντες Λ.Κ.4.126,67, οι ενάγοντες δεν προσπάθησαν να εισπράξουν αυτό το μικρό ποσό και ζητούν το 2016 €47.000, κάτι που χαρακτήρισε ως ανήθικο. Ανέφερε επίσης ότι στις 17.11.2009 οι ενάγοντες δάνεισαν προς τρίτο πρόσωπο €300.000 προκειμένου να αγοράσει το τρίτο πρόσωπο μετοχές που κατείχε ο Χ. Λαζαρίδης σε τηλεοπτικό σταθμό, και δεν έγινε αναφορά τότε στο ότι ο Χ. Λαζαρίδης χρωστούσε χρήματα προς τους ενάγοντες.
Ο ΜΥ2 δεν αντεξετάστηκε.
Αγορεύσεις
Οι τρεις πλευρές κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους. Αναφέρθηκαν στη μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο και προέβησαν σε εισηγήσεις ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, οι συνήγοροι των εναγόντων και του Χ. Λαζαρίδη ανέλυσαν τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Οι γραπτές αγορεύσεις έχουν μελετηθεί προσεκτικά και οι εισηγήσεις των συνηγόρων καθώς και του κ. Γρούτα λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, αναφορά δε στις θέσεις που προβλήθηκαν σε αυτές θα γίνει πιο κάτω.
Αξιολόγηση μαρτυρίας
Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία τους και τη μαρτυρία τους προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων.
Για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων καθοδηγούμαι από διάφορους παράγοντες που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, η ύπαρξη σ’ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής που παρουσιάζεται, οι ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα, η μνήμη τους, οι λόγοι που είχαν να θυμούνται αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους, η εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κτλ (C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου (1999) 1(Β) Α.Α.Δ. 1273, 1280 – 1281, Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας (1995) 2 Α.Α.Δ. 174). Αντιφάσεις στη μαρτυρία, για να οδηγήσουν σε απόρριψη της, θα πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής και να δημιουργούν ρήγματα στην υπόθεση (Πολ. Έφ. 195/09, Swepco Construction Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη κ.α., ημερ. 30.5.2014). Μικροαντιφάσεις ή μικρές ανακρίβειες δεν αποδυναμώνουν μια γενικά πειστική μαρτυρία, αντίθετα, δυνατό να την ενδυναμώσουν καταδεικνύοντας την ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (Ποιν. Έφ. 23/15, Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας, 21.4.16, σελ. 12 και 13, Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 612, 629). Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Kadis v. Nicolaou (1986) 1 CLR 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 454), υπό την προϋπόθεση ότι η σχετική επιλογή αιτιολογείται (Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506). Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται κατά τρόπο μικροσκοπικό (Πολ. Έφ. 387/09, Παρλάτα ν. Δημητρίου, ημερ. 21.5.2014), ούτε και περιορίζεται στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056, 1061) και στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται από τις δύο πλευρές (σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης – Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, 2014, σελ. 135).
Μαρτυρία κ. Μάριου Κουντούρη (ΜΕ1)
Ο ΜΕ1 μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο με ευθύτητα και σοβαρότητα, χωρίς υπερβολές, στηριζόμενος στα στοιχεία που είχε στην κατοχή του και ήταν εις γνώση του.
Οι θέσεις του ότι η Εταιρεία ενημερωνόταν για τις αυξομειώσεις των επιτοκίων αλλά και το ότι στην Εταιρεία αποστέλλονταν μηνιαίως καταστάσεις λογαριασμού στις οποίες φαινόταν το υπόλοιπο και οι χρεώσεις των επιτοκίων τις οποίες η Εταιρεία δεν αμφισβήτησε, καθώς και η θέση του ότι η Εταιρεία είχε τον τρεχούμενο λογαριασμό της σε υπέρβαση, δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του και τις αποδέχομαι.
Περαιτέρω, η θέση του ΜΕ1 ότι στάλησαν τρεις ξεχωριστές επιστολές ημερ. 2.12.2002 με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6, τόσο προς την Εταιρεία όσο και προς τους Χ. Λαζαρίδη και Χ. Γρούτα, είναι παραδεκτή από τους εναγόμενους, αφού οι εν λόγω επιστολές κατατέθηκαν με παραδοχή ως προς την αποστολή και λήψη τους (με δικαίωμα αντεξέτασης ως προς το περιεχόμενο τους), ενώ η περί του αντιθέτου θέση που επιχείρησε ο κ. Γρούτας να προβάλει κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τους λόγους που εξηγούνται πιο κάτω στα πλαίσια αξιολόγησης της δικής του μαρτυρίας. Ο ΜΕ1 αντεξετασθείς επέμεινε ότι με την εν λόγω επιστολή τερματίστηκε / καταγγέλθηκε η συμφωνία δανείου, θέση η οποία αμφισβητείται από τον Χ. Λαζαρίδη, και η οποία θα τύχει σχολιασμού στα πλαίσια της νομικής πτυχής κατωτέρω, καθότι αυτό που αμφισβητείται δεν είναι η λήψη της επιστολής, αλλά το κατά πόσο με αυτή τερματίστηκε η συμφωνία πιστωτικών διευκολύνσεων των εναγόντων με την Εταιρεία.
Αναφορικά με τις καταστάσεις λογαριασμού που ο ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο και έγιναν Τεκμήριο 10, οι οποίες παρουσιάζουν την κίνηση του επίδικου λογαριασμού από 11.1.2000 έως 13.2.2015, σημειώνω ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του οι καταστάσεις αυτές παρήχθησαν από το ηλεκτρονικό αρχείο των εναγόντων που αποτελεί το σύνηθες τραπεζικό βιβλίο των εναγόντων, ελέχθησαν από τον ίδιο προσωπικά και συμφωνούν με τα στοιχεία που αναγράφονται στο ηλεκτρονικό αρχείο των εναγόντων. Εξήγησε ότι για να ελέγχουν οι ενάγοντες την κίνηση των λογαριασμών των πελατών τους, διατηρούν τραπεζικό βιβλίο σε ηλεκτρονική μορφή σε ένα κεντρικό ηλεκτρονικό υπολογιστή, ο οποίος βρίσκεται υπό τον έλεγχο και ασφαλή φύλαξη των εναγόντων, και εξήγησε περαιτέρω με λεπτομέρεια τη διαδικασία που ακολουθείται κατά την ενημέρωση του λογαριασμού, η οποία είναι, ως ανέφερε, η κανονική και συνήθης διαδικασία που ακολουθούν οι ενάγοντες κατά τη συνήθη εκτέλεση των εργασιών τους. Η κατάσταση υπολοίπου του λογαριασμού αποτελεί πιστή απεικόνιση των καταχωρήσεων που έγιναν στο τραπεζικό βιβλίο των εναγόντων και η εκτύπωση των καταστάσεων που παρουσίασε έγινε αυτόματα χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση στα στοιχεία από μέρους του ή από μέρους οποιουδήποτε άλλου ατόμου. Συνεπώς, ο ΜΕ1 δήλωσε και διαβεβαίωσε την ορθότητα των καταστάσεων του επίδικου λογαριασμού. Η σχετική μαρτυρία του ΜΕ1 δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του.
Αναφορικά με το εάν το Δικαστήριο υπό αυτές τις περιστάσεις μπορεί να αποδεχθεί τις εν λόγω καταστάσεις, σχετικό είναι το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Όπως προκύπτει από τα εδάφια (2) και (3) του άρθρου 22 του Κεφ. 9 οι προϋποθέσεις που πρέπει να υπάρχουν ώστε να γίνει αποδεκτό το έγγραφο (αντίγραφο της καταχώρισης) και οι οποίες μπορούν να αποδειχθούν με σχετική ένορκη δήλωση ή προφορική μαρτυρία είναι οι εξής: (i) κατά το χρόνο καταχώρισης το βιβλίο να ήταν ένα από τα συνήθη βιβλία της τράπεζας, (ii) η καταχώριση να έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της, (iii) το βιβλίο να βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της τράπεζας, και (iv) το αντίγραφο να έχει συγκριθεί με την αρχική καταχώριση και να διαπιστώθηκε ότι είναι ορθό. Για τις πρώτες τρεις προϋποθέσεις αρκεί η μαρτυρία διευθυντή ή υπαλλήλου της τράπεζας, ενώ για την τελευταία, απαιτείται μαρτυρία από πρόσωπο το οποίο έλεγξε το αντίγραφο με την αρχική καταχώριση. Υπό το φως της μαρτυρίας του ΜΕ1, ο οποίος είναι υπάλληλος της τράπεζας και το πρόσωπο που έλεγξε τα αντίγραφα με τις σχετικές καταχωρίσεις στο ηλεκτρονικό αρχείο των εναγόντων, κρίση μου είναι ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Κεφ. 9 πληρούνται, και, συνεπώς, οι κατατεθείσες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 10) γίνονται αποδεκτές με βάση το άρθρο 22(1) του Κεφ. 9 και συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρίσεων, θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σε αυτές. Η κατάληξη μου αυτή οδηγεί στη δημιουργία ενός μαχητού τεκμηρίου που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης, μεταφέροντας το στους ώμους των εναγομένων για να αποδείξουν πλέον οι ίδιοι, τη μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων στον επίδικο λογαριασμό (Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α. (2009) 1 Α.Α.Δ. 479, 493, Χ. Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Ltd (2012) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2059, 2069-2070, Πολ. Έφ. 1/2010, Γ. Ιωαννίδης κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ημερ. 8.7.2014 και Πολ. Έφ. 335/09 Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Γ. Οικονόμου, ημερ. 17.10.2014).
Ο ΜΕ1 ανέφερε στη συνέχεια ότι ο ίδιος πήρε όλες τις πληροφορίες από τις καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 10), και ετοίμασε νέες αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 11), στις οποίες χρεώθηκε επιτόκιο προς 8% από το άνοιγμα του λογαριασμού μέχρι τον τερματισμό και 9% επιτόκιο από τον τερματισμό μέχρι και σήμερα, και, περαιτέρω, αφαιρέθηκαν κάποιες χρεώσεις που υπάρχουν στο Τεκμήριο 10, περιόρισε δε την απαίτηση των εναγόντων στο ποσό των €47.443,02 πλέον τόκο προς 9% επί ποσού €45.883 ανά εξαμηνία κεφαλαιοποιουμένου εκάστη 1η Ιανουαρίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους από 14.11.2015 μέχρι εξοφλήσεως. Η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι οι πληροφορίες που χρησιμοποίησε για την ετοιμασία των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού είναι αυτές που περιέχονται στο Τεκμήριο 10, που αποτελεί, ως ανωτέρω ανέλυσα, τραπεζικό βιβλίο εντός της έννοιας του άρθρου 22 του Κεφ. 9, δεν αμφισβητήθηκε. Ούτε και το ότι προέβη σε επαναϋπολογισμό του τόκου και σε αφαίρεση ορισμένων χρεώσεων αμφισβητήθηκε. Οι αναδομημένες καταστάσεις όπως έχει επεξηγηθεί σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι έγγραφα βοηθητικά που καταρτίζονται προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου και περιορισμό των επιδίκων θεμάτων και δύνανται να χρησιμοποιηθούν προς απόδειξη του οφειλόμενου υπολοίπου (Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ, (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1238, 1246-1248, Χ. Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Ltd (2012) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2059, 2069, Πολ. Έφ. 271/09, Π. Ζερβού κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερ. 20.2.2013). Ό,τι αμφισβητήθηκε από το συνήγορο του Χ. Λαζαρίδη είναι το δικαίωμα των εναγόντων να προβαίνουν σε ανακεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως μετά τη θέση σε ισχύ του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμου, θέμα νομικό το οποίο θα εξετασθεί στα πλαίσια της νομικής πτυχής, πιο κάτω.
Των ανωτέρω δοθέντων, αποδέχομαι και τη θέση του ΜΕ1 ότι το ποσό των 45.000.000 δραχμών δεν κατατέθηκε στον επίδικο λογαριασμό της Εταιρείας, αφού δεν προκύπτει από τα Τεκμήρια 10 και 11 να έγινε κατάθεση τέτοιου ποσού στον επίδικο λογαριασμό, ενώ οι εναγόμενοι με τη μαρτυρία τους απέτυχαν να αποσείσουν το σχετικό βάρος που μετατέθηκε στους ώμους τους, αφού ο μεν Χ. Λαζαρίδης δεν ήταν σε θέση να αναφέρει σε ποιο λογαριασμό έκανε την κατάθεση των 80.000.000 δραχμών, ο δε Χ. Γρούτας περιορίστηκε σε μία γενική αναφορά ότι τα 85.000.000 δραχμές που πήραν οι εναγόμενοι από την κατάθεση του Χ. Λαζαρίδη δεν φαίνονται στο Τεκμήριο 11.
Ήταν περαιτέρω θέση του ΜΕ1 ότι οι εναγόμενοι – εγγυητές δεν απέστειλαν γραπτή ειδοποίηση για τον τερματισμό των υπ’ αυτών δοθεισών εγγυήσεων (Τεκμήρια 4 και 5), θέση η οποία επίσης δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του, και την οποία αποδέχομαι.
Ως προς τη θέση του ΜΕ1 ότι οι ενάγοντες δεν ήταν μέρος της συμφωνίας Τεκμήριο 12, καθώς και τη θέση του ότι ο Ντίνος Μυλωνάς, ακόμα και αν ήταν παρών κατά την κατάρτιση της συμφωνίας μεταξύ των εναγομένων βρισκόταν εκεί υπό την προσωπική του ιδιότητα, σημειώνω ότι ο ΜΕ1 παραδέχθηκε αντεξετασθείς ότι δεν έχει προσωπική γνώση της εν λόγω συμφωνίας, και δεν θα ήμουν διατεθειμένη να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΕ1 προς απόδειξη των ως άνω θέσεων των εναγόντων. Όμως, το ότι πράγματι οι ενάγοντες δεν ήταν μέρος της συμφωνίας έγινε αποδεκτό από το Χ. Λαζαρίδη κατά την αντεξέταση του ο οποίος προέβαλε τη θέση ότι η συμφωνία έγινε με την παρότρυνση των εναγόντων, αλλά δέχτηκε ότι οι ενάγοντες δεν ήταν μέρος αυτής επειδή, ως ανέφερε, δεν υπήρχε λόγος να ήταν, και, επιπλέον, πέραν του ισχυρισμού ότι το Τεκμήριο 12 συνετάχθη ιδιοχείρως από τον κ. Ντίνο Μυλωνά, ουδείς εκ των εναγομένων ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω συμφωνία υπεγράφη και από τους ενάγοντες.
Λαμβάνοντας τέλος υπόψη την εν γένει αξιοπιστία του ΜΕ1, αλλά και το γεγονός ότι οι σχετικές θέσεις του στις οποίες θα αναφερθώ δεν έτυχαν ουσιαστικής και τεκμηριωμένης αντίκρουσης από τους εναγόμενους, αποδέχομαι τη θέση του ΜΕ1 ότι πριν την καταχώρηση των αγωγών έγιναν προσπάθειες για να έρθουν σε επαφή με τους εναγόμενους για σκοπούς διευθέτησης και ότι ο λόγος που καταχωρήθηκαν δύο αγωγές και όχι μία είναι ότι σε σχέση με την Εταιρεία και τον Χ. Γρούτα έμαθαν ότι είναι μόνιμα εκτός Κύπρου, οπότε και αποφασίστηκε σε αρχικά στάδια να καταχωρηθεί αγωγή μόνο εναντίον του Χ. Λαζαρίδη τον οποίο θα μπορούσαν να εντοπίσουν εύκολα.
Μαρτυρία κ. Χριστάκη Λαζαρίδη – εναγόμενου στην αγωγή αρ. 9358/07 (ΜΥ1)
Οι θέσεις του ΜΥ1 αναφορικά με την ίδρυση της Εταιρείας, το σκοπό για τον οποίο συνήφθη το επίδικο δάνειο, περί της περαιτέρω συνεργασίας του με τον Χ. Γρούτα με την ίδρυση της εταιρείας L.G. Refurbs Hellas AE εδρεύουσας στην Ελλάδα, περί της παραχώρησης αριθμού πιστωτικών διευκολύνσεων από τη Λαϊκή Τράπεζα (Ελλάς) ΑΕ, περί της επιθυμίας του σε κάποιο στάδιο να αποδεσμευτεί από τις εταιρείες που είχε ιδρύσει με τον Χ. Γρούτα και περί της σύναψης συμφωνιών μεταξύ του ιδίου και του Χ. Γρούτα που αφορούσαν στα περί της αποχώρησης του ΜΥ1 από τις εταιρείες που είχαν ιδρύσει, παρέμειναν αναντίλεκτες και τις αποδέχομαι.
Πέραν, όμως, των ανωτέρω, ο ΜΥ1 καθ’ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του μου έδωσε την εντύπωση ότι δεν ήταν σε θέση να διαχωρίσει τις ευθύνες της Εταιρείας από τις ευθύνες της ελλαδικής εταιρείας LG Refurbs Hellas AE, αλλά ούτε και μεταξύ των εναγόντων και της Λαϊκής Τράπεζας (Ελλάς) ΑΕ, με αποτέλεσμα η μαρτυρία του επί ουσιαστικών ζητημάτων της υπόθεσης να μην χαρακτηρίζεται είτε από σαφήνεια είτε από καθαρότητα.
Θέση του ΜΥ1 στην κυρίως εξέταση του ήταν ότι από το ποσό των 80 εκ. δραχμών που θα κατέθετε ο ίδιος στην εταιρεία, τα 45 εκ. δραχμές θα χρησιμοποιούνταν από τη Λαϊκή για μείωση του υπολοίπου του υφιστάμενου τρεχούμενου λογαριασμού με τη Λαϊκή και ότι «το ισόποσο ποσό των 45 εκατομμυρίων δραχμών ήταν περίπου το ήμισυ των υποχρεώσεων της εναγομένης 1 εταιρείας προς τη Λαϊκή Τράπεζα» (Τεκμήριο Β, παρ. 9), αντεξετασθείς δε συμφώνησε ότι το ισόποσο σε κυπριακές λίρες του ποσού των 45.000.000 δραχμών ήταν περίπου Λ.Κ.78.000. Όμως, σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 10 το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού στις 30.9.2000 ήταν Λ.Κ.20.415,95 και όχι Λ.Κ.156.000 (Λ.Κ.78.000 επί 2). Συνεπώς η θέση του ότι το ποσό των 45.000.000 δραχμών ήταν περίπου το ήμισυ των υποχρεώσεων της Εταιρείας προς τους ενάγοντες, είναι καταφανώς αβάσιμη, γεγονός που πλήττει την αξιοπιστία του, αφού το εν λόγω ποσό είναι σχεδόν το τετραπλάσιο του συνόλου των υποχρεώσεων της Εταιρείας σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό. Ερωτήθηκε αν με την καταβολή του ποσού των 45.000.000 δραχμών (Λ.Κ.78.000) πρόθεσή του ήταν να δημιουργήσει πιστωτικό υπόλοιπο στο λογαριασμό και απάντησε ότι δεν είχε τέτοια πρόθεση, αλλά πρόθεσή του ήταν να ικανοποιήσει τις θέσεις της τράπεζας και ότι αφού του ζητήθηκε να καταθέσει αυτό το ποσό για να τον απαλλάξουν από τις ευθύνες του όσον αφορά τις διευκολύνσεις, θεώρησε ότι θα έπρεπε να το καταθέσει και το κατέθεσε. Αυτή η απάντηση δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, καθόλου πειστική, καθότι δεν νοείται να επιχειρείται από κάποιον η εξόφληση ή έστω η μείωση του χρεωστικού υπολοίπου κάποιου λογαριασμού με την καταβολή ενός καθόλου ευκαταφρόνητου ποσού, χωρίς να γνωρίζει το ύψος του υπολοίπου αλλά ούτε και να καταβάλλει ποσό τετραπλάσιο του οφειλόμενου ποσού (οκταπλάσιο αν δεχτούμε ότι πρόθεσή του ήταν να καταβάλει το ήμισυ των υποχρεώσεων της Εταιρείας προς τους ενάγοντες), απλά και μόνο επειδή αυτό του ζητήθηκε από την τράπεζα. Περαιτέρω, και πάλι σε σχέση με την καταβολή του ποσού των 80.000.000 δραχμών (45.000.000 δραχμών εκ των οποίων θα κατατίθεντο, κατά τη θέση του ΜΥ1, για μείωση του υπολοίπου του υφιστάμενου τρεχούμενου λογαριασμού με τη Λαϊκή Τράπεζα), η μαρτυρία του ΜΥ1 ήταν ασαφής αφού ερωτήθηκε σε ποιο λογαριασμό κατέθεσε το εν λόγω ποσό και απάντησε σε κάποιο λογαριασμό που του υπέδειξε η τράπεζα στη Λαϊκή Ελλάς στην Αθήνα, δεν ήταν, όμως, σε θέση να αναφέρει σε ποιο λογαριασμό, λόγω της παρέλευσης πολλών ετών ως ανέφερε.
Ο ΜΥ1 υποστήριξε επίσης ότι οι συμφωνίες του με τον Χ. Γρούτα τελούσαν υπό την έγκριση, τη γνώση αλλά και την προτροπή της Λαϊκής Τράπεζας. Υποστήριξε επίσης ότι η συμφωνία Τεκμήριο 15 έγινε με σκοπό την κατάθεση της στην τράπεζα και υποστήριξε περαιτέρω ότι η συμφωνία έγινε αποδεκτή από την τράπεζα. Κατέληξε δε ότι με τη συγκατάθεση της Λαϊκής Τράπεζας απαλλάγηκε των υποχρεώσεων του ως εγγυητής. Οι πιο πάνω θέσεις του ΜΥ2 δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτές, τουλάχιστο στο βαθμό που αφορούν τους ενάγοντες, για τους λόγους που θα εξηγήσω.
Κατ’ αρχάς, σύμφωνα και με τη μαρτυρία του ίδιου του Χ. Λαζαρίδη, οι ενάγοντες δεν ήταν μέρος είτε της συμφωνίας Τεκμήριο 12 είτε της συμφωνίας Τεκμήριο 15, οι οποίες υπογράφονται μόνο από τον Χ. Λαζαρίδη και τον Χ. Γρούτα. Περαιτέρω, στο Τεκμήριο 12 το οποίο, κατά τον Χ. Λαζαρίδη συντάχθηκε από τον κ. Ντίνο Μυλωνά, δεν γίνεται οποιαδήποτε συγκεκριμένη και σαφής αναφορά σε καταβολή οποιουδήποτε ποσού στον επίδικο λογαριασμό, ούτε και σε απαλλαγή του Χ. Λαζαρίδη από τις υποχρεώσεις του που προκύπτουν από την εγγύηση της 7.1.2000. Εξάλλου, ως ο Χ. Λαζαρίδης ανέφερε αντεξετασθείς, ο κος Μυλωνάς «συνέταξε ιδιοχείρως ο ίδιος τη συμφωνία, την οποία θεώρησε ότι θα αποδέχετουν η τράπεζα», κάτι που δείχνει ότι ο κ. Μυλωνάς, από μόνος του, δεν μπορούσε να αποδεχτεί τη συμφωνία εκ μέρους της τράπεζας και να απαλλάξει τον Χ. Λαζαρίδη από τις υποχρεώσεις του ως εγγυητής. Της συμφωνίας Τεκμήριο 12 ακολούθησε, είπε ο ΜΥ1, το ιδιωτικό συμφωνητικό και ακολούθως έγινε συνάντηση στην τράπεζα, έγινε η περαιτέρω συμφωνία και κατέθεσε τα χρήματα. Ερωτήθηκε επανειλημμένα από τη συνήγορο των εναγόντων ποια τράπεζα έκανε αποδεκτή τη συμφωνία, με δεδομένο ότι διατηρούντο λογαριασμοί τόσο στη Λαϊκή Τράπεζα Ελλάδος όσο και στη μητρική τράπεζα στην Κύπρο (ενάγοντες) και απάντησε ότι «λόγω του ότι η εταιρεία στην Κύπρο υπολειτουργούσε και οι μεγάλες διευκολύνσεις τράπεζας ήταν στην Ελλάδα, ήταν λογικό ότι θα έπρεπε η τράπεζα στην Ελλάδα να είχε τον πρώτο λόγο στο θέμα και άρα λοιπόν η συμφωνία έγινε στην Αθήνα και η τράπεζα της Αθήνας, έκανε αποδεκτές τις προτάσεις». Είναι, συνεπώς, προφανές, ότι οι ενάγοντες ουδέποτε έκαναν αποδεκτή οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ του Χ. Λαζαρίδη και του Χ. Γρούτα. Τούτο ενισχύεται από το γεγονός ότι ο Χ. Λαζαρίδης ανέφερε ότι στις 26.9.2001, μετά που ολοκληρώθηκαν όλες οι εκκρεμότητες έλαβε από τη Λαϊκή Τράπεζα (Ελλάς) Α.Ε. επιστολή βεβαίωσης απαλλαγής από τις υποχρεώσεις του, πράγματι δε κατέθεσε στο Δικαστήριο επιστολή ημερ. 26.9.2001 (Τεκμήριο 14) με την οποία η Λαϊκή Τράπεζα (Ελλάς) Α.Ε. τον ενημερώνει ότι δεν διατηρεί αξιώσεις εναντίον του σε σχέση με τις εγγυήσεις που παρείχε υπέρ της εταιρείας LG Refurbs Hellas A.E. σε σχέση με συγκεκριμένα δάνεια που σαφώς προσδιορίζονται στην εν λόγω επιστολή και ότι τον απαλλάσσει από κάθε σχετική ευθύνη. Τούτο δείχνει καθαρά, κατά την κρίση μου, ότι η όποια συμφωνία έγινε με τη «Λαϊκή Τράπεζα» ήταν με τη Λαϊκή Τράπεζα (Ελλάς) Α.Ε. και αφορούσε στις υποχρεώσεις προς την εν λόγω τράπεζα της LG Refurbs Hellas AE και όχι της Εταιρείας. Άλλωστε, στο Τεκμήριο 15 δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στον επίδικο λογαριασμό, αλλά σε δάνειο (πίστωση ανοικτού λογαριασμού) που έλαβε η LG Refurbs Hellas AE από τη Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος (βλ. παρ. (γ), σελ. 2), και σε ακίνητο στην οδό Πρατίνου στην Αθήνα το οποίο αγοράστηκε με στεγαστικό δάνειο που χορηγήθηκε από τη Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος (βλ. παρ. (δ) σελ. 2), εξ ου και συμφωνήθηκε η καταβολή ποσού εκ 45.000.000 στο λογαριασμό δανείου της εταιρείας και η καταβολή ποσού 35.000.000 στο ταμείο της εταιρείας (παρ. 1(ii) σελ. 3). Συναφές με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, είναι και το ότι σύμφωνα με το έγγραφο της 9.9.2000 (Τεκμήριο 12) «Ο Χριστάκης Λαζαρίδης καταθέτει στην εταιρεία άμεσα 80 εκ. δρ. Από το πιο πάνω ποσό 45 εκ. θα χρησιμοποιηθούν για τη μείωση του υπολοίπου του υφιστάμενου τρεχούμενου λογαριασμού με τη Λαϊκή και τα 35 εκ. θα κατατεθούν σε λογαριασμό όψεως με τη Λαϊκή Ελλάς για κάλυψη των τρεχουσών αναγκών μέχρι είσπραξης από χρεώστες της εταιρείας.». Η αναφορά σε χρησιμοποίηση των 45.000.000 δραχμών (περίπου Λ.Κ.78.000) για μείωση του υπολοίπου του τρεχούμενου λογαριασμού παραπέμπει και πάλι στο ότι ο λογαριασμός στον οποίο γινόταν αναφορά δεν είναι ο επίδικος, αλλά ο λογαριασμός της L.G. Refurbs Hellas AE στη Λαϊκή Τράπεζα (Ελλάς) ΑΕ, καθότι, ως προαναφέρθηκε, στις 30.9.2000 το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ήταν μόνο Λ.Κ.20.415,95.
Ήταν περαιτέρω η θέση του ΜΥ1 ότι για τον ίδιο μία τράπεζα υπήρχε, η Λαϊκή Τράπεζα – η μητρική στην Κύπρο και η θυγατρική στην Ελλάδα. Η θέση αυτή του ΜΥ1 ότι οι δύο τράπεζες – Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και Λαϊκή Τράπεζα (Ελλάς) ΑΕ – είναι μία τράπεζα, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Κατ’ αρχάς, ως ο ίδιος ανέφερε, η Λαϊκή Τράπεζα (Ελλάς) ΑΕ ήταν θυγατρική της Λαϊκής Τράπεζας Κύπρου, είναι, συνεπώς, προφανές ότι πρόκειται για δύο διαφορετικές νομικές οντότητες. Τούτο εξάλλου, δεν μπορεί παρά να ήταν υπόψη του ΜΥ1, αφού ανέφερε ότι όταν έλαβε την επιστολή απαλλαγής του από τη Λαϊκή Τράπεζα (Ελλάς) Α.Ε. (Τεκμήριο 14), ανέμενε ότι θα λάμβανε την ίδια επιστολή από τη μητρική τράπεζα, κάτι που δείχνει ότι γνώριζε ότι πρόκειται για δύο διαφορετικές νομικές οντότητες.
Μαρτυρία κ. Χρύσανθου Γρούτα – εναγόμενου 2 στην αγωγή αρ. 2423/09 (ΜΥ2)
Η πικρία του ΜΥ2 για το γεγονός ότι οι ενάγοντες στράφηκαν εναντίον του ήταν εμφανής κατά τη μαρτυρία του. Περαιτέρω, αν και δεν μου έδωσε την εντύπωση προσώπου που ήρθε στο Δικαστήριο για να πει ψέματα, τα πλείστα μέρη της μαρτυρίας του δεν μπορεί να γίνουν αποδεκτά, είτε επειδή δεν καλύπτονται από την Υπεράσπιση του την οποία ετοίμασε και καταχώρησε χωρίς τη βοήθεια δικηγόρου, είτε επειδή αντιμάχονται γεγονότων που δηλώθηκαν ως παραδεκτά από όλα τα μέρη στην αρχή της ακροαματικής διαδικασίας.
Συγκεκριμένα, ο ΜΥ2 ανέφερε ότι τόσο η επιστολή που στάληκε προς την Εταιρεία όσο και η επιστολή που στάληκε προς τον ίδιο στις 2.12.2002 (Τεκμήριο 6), δεν στάληκαν στην ορθή διεύθυνση, πλην, όμως, στις 22.9.2015 οι δύο εν λόγω επιστολές είχαν κατατεθεί στο Δικαστήριο με παραδοχή ως προς την αποστολή και λήψη τους, με δικαίωμα αντεξέτασης ως προς το περιεχόμενο αυτών. Η παραδοχή αυτή, ότι, δηλαδή, οι επιστολές αποστάληκαν και παραλήφθηκαν, αποτελεί μία τυπική (formal) παραδοχή και παράλληλα απόδειξη του γεγονότος που αναφέρεται σε αυτήν έτσι που το εν λόγω γεγονός έπαυσε πλέον να αποτελεί επίδικο θέμα στην αγωγή και να χρειάζεται να αποδειχθεί με μαρτυρία (σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης – Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, ανωτέρω, σελ. 274). Ο ΜΥ2 ουδέποτε ζήτησε την απόσυρση ή την ανάκληση της παραδοχής, με αποτέλεσμα αυτή να υφίσταται μέχρι τέλους, με τους ενάγοντες να έχουν ενεργήσει με βάση αυτή και να μην έχουν προσκομίσει μαρτυρία προς απόδειξη του ισχυρισμού τους περί αποστολής των επιστολών ημερ. 2.12.2002 στην ορθή διεύθυνση του ΜΥ2 και της Εταιρείας και περί μη επιστροφής τους από το ταχυδρομείο. Με αυτά τα δεδομένα, η περί του αντιθέτου μαρτυρία του ΜΥ2 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, σύμφωνα και με τη νομική αρχή κατά την οποία εκεί όπου υπάρχει σύγκρουση μαρτυρίας και παραδεκτών γεγονότων, υπερισχύουν τα παραδεκτά γεγονότα (Αθλητικό Σωματείο Ολυμπιακός Λευκωσίας ν. Αριστοτέλους (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1349, 1354-1355, Γιαννίδης ν. Αστυνομίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 143, 149, Ανδρέας Μ. Ανδρέα κ.ά. ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 498, 501-502, και Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού ν. Πάμπου Χαραλάμπους (2000) 2 Α.Α.Δ. 186, 190).
Ο ΜΥ2 διερωτήθηκε επίσης ποιανού είναι η διεύθυνση Ιοφώντος 29, Αθήνα στην οποία στάληκε η επιστολή ημερ. 4.5.2007 (Τεκμήριο 9) από τους δικηγόρους των εναγόντων προς την Εταιρεία με κοινοποίηση στους εναγόμενους, με την οποία οι δικηγόροι των εναγόντων ενημέρωσαν τους αποδέκτες της επιστολής για το μέχρι τότε οφειλόμενο υπόλοιπο και προειδοποίησαν για τη λήψη νομικών μέτρων εναντίον τους σε περίπτωση μη εξόφλησης του, αμφισβητώντας στην ουσία την από μέρους του ιδίου και της Εταιρείας παραλαβή της εν λόγω επιστολής. Η εν λόγω επιστολή είχε κατατεθεί στις 22.9.2015 με παραδοχή ως προς την αποστολή και λήψη της μόνο από το Χ. Λαζαρίδη, και ήταν, συνεπώς, ανοικτό για τον ΜΥ2 να ισχυριστεί ότι δεν την παρέλαβε, ισχυρισμός ο οποίος καλύπτεται από την Υπεράσπιση του, πλην όμως, την ίδια ημέρα (22.9.2015), ο ΜΥ2 παραδέχθηκε την παρ. 14 της Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων, σύμφωνα με την οποία οι ενάγοντες, με επιστολή του δικηγόρου τους ημερ. 4.5.2007 κάλεσαν την Εταιρεία και τον ΜΥ2 να εξοφλήσουν το τότε οφειλόμενο ποσό πλέον τόκους. Σε κάθε περίπτωση, η θέση ότι η εν λόγω επιστολή δεν εστάλη και/ή δεν παραλήφθηκε από το ΜΥ2 δεν τέθηκε ως θέση από το ΜΥ2 προς το ΜΕ1. Έχοντας κατά νου τις αρχές που διέπουν το θέμα της παράλειψης αντεξέτασης μαρτύρων σε σχέση με συγκεκριμένες θέσεις και θέματα (Νεοπτόλεμος Γεωργίου v. Ρωξάνης Γεωργίου (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 138, 148-150, Adidas v. The Jonitexo Ltd (1987) 1 C.L.R. 383, 388-389), θεωρώ ότι το ζήτημα του κατά πόσο οι ενάγοντες είχαν αποστείλει, μέσω των δικηγόρων τους, την εν λόγω επιστολή στο ΜΥ2 και στην Εταιρεία θα έπρεπε να είχε υποβληθεί ως θέση στο ΜΕ1 και να είχε αποτελέσει θέμα αντεξέτασης, ούτως ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να σχολιάσει τη θέση αυτή, ενώ σημειώνω ότι ουδεμία εξήγηση δόθηκε για την παράλειψη αντεξέτασης του ΜΕ1 σε σχέση με το θέμα αυτό. Συνεπώς ούτε και αυτή η θέση του ΜΥ2 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, με την παράλληλη επισήμανση ότι, ούτως ή άλλως, είτε ο ΜΥ2 παρέλαβε την εν λόγω επιστολή είτε όχι, δεν έχει καταλυτική σημασία δεδομένου ότι δεν είναι με την εν λόγω επιστολή που οι ενάγοντες τερμάτισαν τα όρια του λογαριασμού της Εταιρείας και κάλεσαν τους εναγόμενους εγγυητές να καταβάλουν τα οφειλόμενα ποσά δυνάμει των συμβάσεων εγγύησης, αλλά με τις επιστολές της 2.12.2002 (Τεκμήριο 6).
Περαιτέρω, η θέση του κ. Γρούτα ότι οι ενάγοντες ανέμεναν την αποχώρηση του Κίκη Λαζαρίδη από τη Λαϊκή Τράπεζα για να κινήσουν την αγωγή, και παρόλο που δεν εγέρθηκε το ζήτημα αυτό από τον ίδιο κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, ο ΜΕ1 αντεξεταζόμενος από το συνήγορο του ΜΥ1 αναφέρθηκε στους λόγους που καθυστέρησε η έγερση των αγωγών αλλά και στους λόγους για τους οποίους εγέρθηκαν δύο ξεχωριστές αγωγές, θέσεις τις οποίες αποδέχτηκα για τους λόγους που αναφέρονται στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1. Σημειώνω εξάλλου ότι δεν προσφέρθηκε από το ΜΥ2 μαρτυρία ως προς το χρόνο αποχώρησης του Κίκη Λαζαρίδη από τη Λαϊκή Τράπεζα.
Τέλος, θέση του ΜΥ2, και προφανώς μέσα στα πλαίσια του ισχυρισμού του περί προσκόμισης «κατασκευασμένων εκ των υστέρων» στοιχείων, ανέφερε ότι στο Τεκμήριο 11 δεν φαίνεται η διεύθυνση της Εταιρείας και διερωτήθηκε πού αποστέλλοντο οι καταστάσεις λογαριασμών. Επί της θέσης αυτής του ΜΥ2 επισημαίνω ότι το Τεκμήριο 11, στο οποίο πράγματι δεν αναφέρεται η διεύθυνση της Εταιρείας, αποτελεί την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού την οποία ο ΜΕ1 ετοίμασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο. Οι καταστάσεις λογαριασμού είναι το Τεκμήριο 10 και σε όλες αναγράφεται η διεύθυνση «1D Archibishop Makarios III Str., 2540 Dali, Cyprus».
Πέραν των ανωτέρω θέσεων, οι οποίες καλύπτοντο από την Υπεράσπιση του ΜΥ2, αλλά δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές για τους λόγους που προανέφερα, ο ΜΥ2 προέβαλε επίσης αριθμό θέσεων οι οποίες είτε δεν καλύπτονται από την Υπεράσπιση του είτε ήταν εν γένει άσχετες με τα επίδικα θέματα. Αναφέρομαι συγκεκριμένα στη θέση του ότι από το επίδικο χρέος έπρεπε να είχε αφαιρεθεί ποσό 20.000.000 δραχμών, ποσό εισπρακτέο από τη Laiki Insurance, περί κατάσχεσης από μέρους της Λαϊκής Ελλάδος λογαριασμού με €1,5 εκατομμύρια καταθέσεις και του ακινήτου στην οδό Πρατίνου στην Αθήνα, περί ανοίγματος κάποιου λογαριασμού στη Λαϊκή Τράπεζα από την LG Refurbs το 1998 και περί δανεισμού σε τρίτο πρόσωπο μεγάλου ποσού από τη Λαϊκή Τράπεζα για να αγοράσει μετοχές που ανήκαν στον Χ. Λαζαρίδη. Δεδομένης της παγίως νομολογημένης αρχής ότι ζητήματα και θέσεις που δεν δικογραφούνται δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη έστω και αν τέθηκαν στη μαρτυρία χωρίς ένσταση (μεταξύ άλλων, Πολ. Εφ. 94/10 και 158/10, Φελλά κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερ. 28.9.2015, Μελάς ν. Κυριάκου (2003) 1 Α.Α.Δ. 826, Latifundia Properties Ltd v. Φάκη κ.α. (2003) 1 Α.Α.Δ. 670, Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 Α.Α.Δ. 24), τα πιο πάνω μέρη της μαρτυρίας του ΜΥ2 δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά.
Ευρήματα
Κατ΄ ακολουθία της αξιολόγησης της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου και των παραδεκτών γεγονότων της υπόθεσης, προχωρώ στη διατύπωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, υπό το φως των επίδικων θεμάτων.
Οι ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός, δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και η οποία δυνάμει ειδικού ψηφίσματος το οποίο καταχωρήθηκε στον Έφορο Εταιρειών στις 4.12.2006 μετονομάστηκε από Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ σε Marfin Popular Bank Public Co Ltd με έδρα τη Λευκωσία, διατηρώντας παραρτήματα σε ολόκληρη την Κύπρο και ασκεί τραπεζικές εργασίες. Από 29.3.2013 με βάση διάταγμα της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου έχουν μεταβιβαστεί περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της στην Bank of Cyprus Public Company Ltd.
Με επιστολή ημερ. 16.11.1999 (Τεκμήριο 1) η Εταιρεία LG Refurbishment Ltd αιτήθηκε την παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων από τους ενάγοντες, με τις εξής εγγυήσεις (i) πρώτη κυμαινόμενη επιβάρυνση επί του ενεργητικού της Εταιρείας για ποσό ύψους Λ.Κ.10.000, (ii) προσωπική εγγύηση του Χριστάκη Λαζαρίδη για ποσό ύψους Λ.Κ.50.000, και (iii) προσωπική εγγύηση του Χρύσανθου Γρούτα για ποσό ύψους Λ.Κ.50.000.
Η αίτηση της Εταιρείας εγκρίθηκε (Τεκμήριο 2) και στις 7.1.2000 υπεγράφη συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και της Εταιρείας (Τεκμήριο 3) με την οποία οι ενάγοντες συμφώνησαν να παρέχουν στην Εταιρεία όριο ύψους Λ.Κ.20.000 σε τρεχούμενο λογαριασμό. Με βάση τη συμφωνία αυτή οι ενάγοντες άνοιξαν τον υπ' αρ. 116-11-003723 τρεχούμενο λογαριασμό προς όφελος της Εταιρείας, λογαριασμός ο οποίος σήμερα φέρει τον αριθμό 357013016394.
Ο Χ. Λαζαρίδης και ο Χ. Γρούτας εγγυήθηκαν γραπτώς με ξεχωριστές σχετικές συμφωνίες ημερ. 7.1.2000 (Τεκμήρια 4 και 5) όλες τις υποχρεώσεις Εταιρείας προς τους ενάγοντες, και ανέλαβαν να πληρώσουν ευθύς ως τους ζητηθεί οποιονδήποτε ποσό καταστεί πληρωτέο και απαιτητό σε σχέση με τις υποχρεώσεις της Εταιρείας προς τους ενάγοντες συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων μέχρι του ποσού των €85.430,07 (Λ.Κ.50.000) έκαστος πλέον τόκους, δαπάνες και έξοδα που θα προκύψουν ως τον τελικό διακανονισμό όλων των οφειλόμενων ποσών.
Η Εταιρεία είχε τον τρεχούμενο λογαριασμό της σε υπέρβαση.
Με τρεις ξεχωριστές επιστολές ημερ. 2.12.2002 (Τεκμήριο 6) οι ενάγοντες ακύρωσαν τα όρια του τραπεζικού λογαριασμού της Εταιρείας και σταμάτησαν τη λειτουργία του και ζήτησαν αποπληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου του εν λόγω λογαριασμού, αλλά η Εταιρεία, ο Χ. Λαζαρίδης και ο Χ. Γρούτας παρέλειψαν να συμμορφωθούν. Με τις ίδιες επιστολές τα ως άνω πρόσωπα ενημερώθηκαν ότι από 2.12.2002 το επιτόκιο του τρεχούμενου λογαριασμού μεταβάλλεται σε 12,25% και ότι ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται την 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους.
Ο επίδικος λογαριασμός κατά ή περί την 30.6.2005 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο οφειλόμενο στους ενάγοντες, ποσό εκ Λ.Κ.15.049,65 (€25.713,85) πλέον τόκους προς 12,25% επί ποσού Λ.Κ.14.635,61 (€25.006,42) από 1.7.2005 μέχρι εξοφλήσεως το οποίο ποσό η Εταιρεία παρατράβηξε και/ή πιστώθηκε.
Οι ενάγοντες τόσο οι ίδιοι προσωπικά όσο και με επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 4.5.2007 (Τεκμήριο 9) κάλεσαν την Εταιρεία, τον Χ. Λαζαρίδη και τον Χ. Γρούτα να εξοφλήσουν το τότε οφειλόμενο ποσό πλέον τόκους αλλά αυτοί δεν κατέβαλαν τούτο ή οποιοδήποτε μέρος από αυτό.
Στις 18.6.2007 ο Χ. Λαζαρίδης, μέσω των δικηγόρων του, απέστειλε επιστολή στους δικηγόρους των εναγόντων (Τεκμήριο 7) με την οποία αρνήθηκε ότι οφείλει το αξιούμενο και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό προς τους ενάγοντες.
Στις 5.2.2010 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της Εταιρείας (εναγομένη 1 στην αγωγή αρ. 2423/09) λόγω παράλειψης καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης για το ποσό των €33.791,14 πλέον τόκους 9% επί του ποσού των €32.829,38 ανά εξαμηνία κεφαλαιοποιουμένων εκάστη 1ην Ιουλίου και 1ην Ιανουαρίου εκάστου έτους από 1.1.2009 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα (Τεκμήριο 8).
Στις 13.2.2015 το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ανήρχετο σε €65.049,06 (Τεκμήριο 10). Από το εν λόγω χρεωστικό υπόλοιπο αφαιρέθηκαν τόκοι και άλλες χρεώσεις, και συγκεκριμένα, χρεώθηκε επιτόκιο προς 8% από το άνοιγμα του λογαριασμού μέχρι τον τερματισμό και 9% επιτόκιο από τον τερματισμό μέχρι 13.11.2015, και αφαιρέθηκαν επιπλέον κάποιες από τις χρεώσεις που φαίνονται στο Τεκμήριο 10, με αποτέλεσμα το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού να ανέρχεται στο ποσό των €47.443,02 πλέον τόκο προς 9% επί ποσού €45.883,00 ανά εξαμηνία κεφαλαιοποιουμένων εκάστη 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους από 14.11.2015 μέχρι εξοφλήσεως, ποσό στο οποίο οι ενάγοντες περιόρισαν την απαίτηση τους κατά την ακροαματική διαδικασία (Τεκμήριο 11).
Στις 9.9.2000 υπεγράφη συμφωνία μεταξύ των Χ. Λαζαρίδη και Χ. Γρούτα (Τεκμήριο 12) και στις 18.9.2000 υπεγράφη το «Ιδιωτικό Συμφωνητικό Ρύθμισης Εταιρικών Σχέσεων» μεταξύ των ιδίων προσώπων (Τεκμήριο 15). Σε άγνωστη ημερομηνία παραδόθηκε σε κάποιο στέλεχος της Λαϊκής Τράπεζας στην Αθήνα το έγγραφο «Οικονομική πρόταση από LG Refurbs προς Λαϊκή Τράπεζα» το οποίο υπογράφεται από τα ίδια πρόσωπα (Τεκμήριο 13). Με επιστολή ημερ. 26.9.2001 (Τεκμήριο 14) η Λαϊκή Τράπεζα (Ελλάς) Α.Ε. ενημέρωσε τον Χ. Λαζαρίδη ότι δεν διατηρεί αξιώσεις εναντίον του σε σχέση με τις εγγυήσεις που παρείχε υπέρ της εταιρείας LG Refurbs Hellas A.E. σε σχέση με δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις που προσδιορίζονται στην εν λόγω επιστολή και ότι τον απαλλάσσει από κάθε σχετική ευθύνη.
Οι εναγόμενοι Χ. Λαζαρίδης και Χ. Γρούτας δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό μετά την έγερση των αγωγών έναντι των αξιούμενων με αυτές ποσών.
Νομική πτυχή
Σε αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, το βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγων, στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ (2001) 1(B) Α.Α.Δ. 1858, 1868 λέχθηκε σχετικώς ότι:
«Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας).».
Με βάση τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων, προκειμένου να αποδείξουν οι ενάγοντες την απαίτηση τους, θα πρέπει να αποδείξουν τη σύναψη έγκυρης συμφωνίας παραχώρησης πιστωτικής διευκόλυνσης προς την πρωτοφειλέτιδα Εταιρεία και την παραχώρηση του ποσού των πιστωτικών διευκολύνσεων σ’ αυτήν, ότι οι εναγόμενοι Χ. Λαζαρίδης και Χ. Γρούτας εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της Εταιρείας μέχρι ποσού Λ.Κ.50.000 έκαστος, πλέον τόκους, δαπάνες και έξοδα που θα προκύψουν ως τον τελικό διακανονισμών όλων των οφειλομένων ποσών, ότι τα ποσά τα οποία οι ενάγοντες παραχώρησαν στην Εταιρεία ή μέρος αυτών κατέστησαν πληρωτέα και/ή απαιτητά τόσο έναντι της Εταιρείας όσο και έναντι των δύο εναγομένων εγγυητών, και ότι υπάρχει πληρωτέο ποσό, χρέος, από την Εταιρεία και απόδειξη του ύψους αυτού, καθώς και ανάλογη υποχρέωση εξόφλησης του από τους εναγόμενους εγγυητές.
Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, οι ενάγοντες έχουν αποδείξει, τόσο τη σύναψη συμφωνίας παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων προς την Εταιρεία, όσο και τη σύναψη των συμφωνιών εγγύησης από τους δύο εναγόμενους.
Συγκεκριμένα, στις 7.1.2000 υπεγράφη συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και της Εταιρείας (Τεκμήρια 2 και 3), σύμφωνα με την οποία οι ενάγοντες συμφώνησαν να παράσχουν όριο στον τρεχούμενο λογαριασμό της Εταιρείας με αρ. 116-11-003723 ύψους Λ.Κ.20.000. Η εν λόγω συμφωνία, η εγκυρότητας της οποίας ουδόλως αμφισβητήθηκε, περιείχε, μεταξύ άλλων, τους εξής όρους:
«2. Τα παραπάνω δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή άλλες Τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις θα χρεώνονται σύμφωνα με την ακόλουθη, κάθε φορά, τακτική της Τράπεζας:
(α) Με το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο με βάση τις εκάστοτε νομοθετικές και/ή κανονιστικές ρυθμίσεις και/ή την πρακτική της Τράπεζας πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα. Νοείται ότι θα εφαρμόζεται η τακτική που ακολουθείται κατά καιρούς από την Τράπεζα, όσον αφορά την αξία (value date) των αναλήψεων και καταθέσεων σε μετρητά και επιταγές. Για τον υπολογισμό του τόκου θα υπολογίζονται οι μήνες για όσες μέρες έχει ο καθένας από αυτούς, αλλά για την εύρεση του τόκου θα λαμβάνεται ως διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 μέρες.
(β) Με προμήθεια που υπολογίζεται σύμφωνα με την τακτική που ακολουθείται κατά καιρούς από την Τράπεζα.
(γ) Τραπεζικά δικαιώματα (Ledger Fees) που υπολογίζονται σύμφωνα με την τακτική που ακολουθείται κατά καιρούς από την Τράπεζα.
Όλες αυτές οι υποχρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνται την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου ή σύμφωνα με την τακτική που ακολουθείται κατά καιρούς από την Τράπεζα.
Η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα οποιαδήποτε στιγμή το αποφασίσει, να τροποποιήσει, ύστερα από ή χωρίς γραπτή ειδοποίηση προς τον πελάτη, το παραπάνω ποσοστό επιτοκίου μέχρι του νόμιμου επιτοκίου που βρίσκεται σε ισχύ, και το ποσοστό προμήθειας και τα Τραπεζικά δικαιώματα (Ledger Fees) σύμφωνα με την τακτική που ακολουθείται κατά καιρούς από την Τράπεζα. Εννοείται ότι σε περίπτωση ειδοποίησης, η τροποποίηση αυτή θα έχει ισχύ είτε από την ημερομηνία της αποστολής της ειδοποίησης αυτής, είτε από τη μεταγενέστερη ημερομηνία που θα καθοριζόταν στην ειδοποίηση αυτή.
3. Η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει, και χωρίς προειδοποίηση προς τον πελάτη να τερματίζει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσει απαιτητό ή απαιτητά οποιοδήποτε δάνειο/α και/ή πίστωση και/ή άλλες Τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις που γίνονται ή που θα γίνουν προς τον πελάτη και να ζητήσει αμέσως από τον πελάτη την πληρωμή όλων των ποσών, τα οποία ο πελάτης οφείλει στην Τράπεζα, συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου ποσού που οφείλεται σε σχέση προς οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες.
5. Μόλις τα παραπάνω δάνεια και/ή πιστώσεις και/ή άλλες Τραπεζικές ή πιστωτικές διευκολύνσεις καταστούν απαιτητές για οποιαδήποτε αιτία, θα ξοφλούνται με την υποχρέωση του πελάτη να πληρώσει αμέσως κάθε ποσό που οφείλεται στην Τράπεζα συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων. Παράλειψη του πελάτη να το πράξει αμέσως θα συνεπάγεται χρέωση του με τόκο 9% το χρόνο, ή προς το ανώτατο νόμιμο επιτόκιο που ισχύει, από την ημερομηνία αυτή ως την πλήρη και τέλεια εξόφληση και η Τράπεζα θα έχει δικαίωμα να απαιτήσει δικαστικά την πληρωμή του χρέους και επιπλέον τα Δικαστικά και άλλα έξοδα οποιουδήποτε είδους, ως την πλήρη και τέλεια εξόφληση.»
(Σημειώνω ότι στην πιο πάνω συμφωνία ο «Πελάτης» είναι η πρωτοφειλέτιδα Εταιρεία – εναγομένη 1 στην αγωγή αρ. 2423/09).
Την ίδια ημέρα, δηλαδή 7.1.2000, οι εναγόμενοι Χ. Λαζαρίδης και Χ. Γρούτας υπέγραψαν ξεχωριστές συμφωνίες εγγύησης (Τεκμήρια 4 και 5), η εγκυρότητα των οποίων επίσης δεν αμφισβητήθηκε, και οι οποίες περιείχαν, μεταξύ άλλων, τους εξής όρους:
«1. Εγώ, για μένα, τους διαδόχους, εκδοχείς μου και νόμιμους αντιπροσώπους μου με το έγγραφο αυτό εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη σε σας είτε αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε είναι ή θα γίνουν απαιτητές είτε είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε πρόσωπο ή οποιαδήποτε πρόσωπα από εγγύηση τρίτου προσώπου ή τρίτων προσώπων και είτε είναι άμεσες ή έμμεσες. Αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό καταστεί πληρωτέο και απαιτητό σε σχέση με τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιεσδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων.
7. Συμφωνώ ότι η εγγύησή μου αυτή θα είναι μια συνεχής εγγύηση (continuing guarantee) και εξασφάλιση δεσμευτική για μένα και τους αντιπροσώπους μου και δε θα τερματίζεται παρά μόνο αφού παρέλθουν επτά ημέρες από τη μέρα που θα ληφθεί από σας γραπτή ειδοποίησή μου με διπλοσυστημένη επιστολή για τον τερματισμό της. … Νοείται ότι θα ευθύνομαι πλήρως για όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη που αναλήφθηκαν ως τη μέρα τερματισμού της εγγύησής μου με την πάροδο των επτά ημερών από τη λήψη από εσάς της σχετικής ειδοποίησης.
12. Δηλώνω και αποδέχομαι ότι οι καταστάσεις λογαριασμού των διαφόρων υποχρεώσεων του Πρωτοφειλέτη που εκδίδετε και αποστέλλετε στον Πρωτοφειλέτη θα είναι αμάχητο τεκμήριο των ποσών που οφείλονται από τον Πρωτοφειλέτη σε σας.
18. Νοείται, ακόμη, ότι η ολική μου ευθύνη με βάση την εγγύηση αυτή θα είναι ως το ποσό των Λ.Κ.50.000 (Πενήντα Χιλιάδες, λίρες μόνο), πλέον τόκοι που θα χρεώνονται σύμφωνα με το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές και/ή κανονιστικές ρυθμίσεις και/ή την πρακτική της Τράπεζας, πλέον προμήθεια, τραπεζικά δικαιώματα, άλλα έξοδα και δαπάνες που θα προκύψουν ως τον τελικό διακανονισμό όλων των οφειλόμενων από τον Πρωτοφειλέτη ποσών.»
(Σημειώνω ότι στις συμφωνίες εγγύησης ημερ. 7.1.2000, «ο Πρωτοφειλέτης» είναι η Εταιρεία – εναγομένη 1 στην αγωγή αρ. 2423/09).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης και τα συνακόλουθα ευρήματα του Δικαστηρίου, οι ενάγοντες άνοιξαν τον υπ’ αρ. 116-11-003723 (ο οποίος σήμερα έχει τον αριθμό 357013016394) τρεχούμενο λογαριασμό προς όφελος της πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας, παραχωρώντας της τις συμφωνηθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις – όριο στον εν λόγω τρεχούμενο λογαριασμό. Η Εταιρεία είχε τον τρεχούμενο λογαριασμό της σε υπέρβαση. Συνεπεία τούτου, οι ενάγοντες απέστειλαν τόσο προς την Εταιρεία, όσο και προς τους δύο εναγόμενους εγγυητές επιστολές ημερ. 2.12.2002 (Τεκμήριο 6), με τις οποίες ακύρωσαν τα όρια του τραπεζικού λογαριασμού της Εταιρείας και σταμάτησαν τη λειτουργία του και ζήτησαν την αποπληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου του εν λόγω λογαριασμού.
Συγκεκριμένα, με την επιστολή ημερ. 2.12.2002 που εστάλη προς την Εταιρεία, οι ενάγοντες την ενημέρωσαν ότι από την ημερομηνία της επιστολής το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού αρ. 116-11-003723 έχει ακυρωθεί και οι ενάγοντες έχουν σταματήσει τη λειτουργία του, ζητώντας από την Εταιρεία όπως εντός επτά ημερών από την ημερομηνία της επιστολής αποπληρώσει το οφειλόμενο υπόλοιπο που ανήρχετο σε Λ.Κ.24.703,37 πλέον τόκους από 1.10.2002. Την ενημέρωσαν επίσης ότι από την ημερομηνία της επιστολής το επιτόκιο του τρεχούμενου λογαριασμού μεταβάλλεται σε 12,25% και ότι ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται την 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους. Περαιτέρω, με τις επιστολές ίδιας ημερομηνίας που εστάλησαν στους δύο εναγόμενους εγγυητές, οι ενάγοντες τους ενημέρωσαν ότι η Εταιρεία δεν τηρεί τις υποχρεώσεις της προς την τράπεζα και ότι η λειτουργία του λογαριασμού της Εταιρείας έχει τερματιστεί από την ημέρα της επιστολής, ότι το επιτόκιο του λογαριασμού της Εταιρείας μεταβάλλεται σε 12,25% και ότι ο τόκος θα κεφαλαιοποιείται την 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους. Επιπλέον οι ενάγοντες ζητούσαν από τους εναγόμενους εγγυητές την εντός επτά ημερών εξόφληση των οφειλών της Εταιρείας.
Θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Χ. Λαζαρίδη είναι ότι οι συμβάσεις δανείου και εγγυήσεως δεν έχουν καταγγελθεί από τους ενάγοντες και/ή δεν έχουν τερματιστεί, και ως εκ τούτου η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη. Παρόμοιο θέμα, σημειώνω, εγείρει ο κ. Χ. Γρούτας στη δική του αγόρευση, όμως αυτό δεν καλύπτεται από την Υπεράσπιση του.
Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την πιο πάνω θέση του συνηγόρου του κ. Λαζαρίδη για τους λόγους που θα εξηγήσω.
Πιο πάνω παρατέθηκε μέρος των όρων της συμφωνίας παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων (Τεκμήριο 3). Σχετικός είναι ο όρος 3 της συμφωνίας, σύμφωνα με τον οποίο οι ενάγοντες δικαιούνται οποτεδήποτε και χωρίς προειδοποίηση προς την Εταιρεία να τερματίζουν τη λειτουργία του λογαριασμού και/ή να καταστήσουν απαιτητό ή απαιτητά οποιοδήποτε ποσά και να ζητήσουν αμέσως από την Εταιρεία την πληρωμή όλων των οφειλομένων ποσών, συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου ποσού που οφείλεται σε σχέση προς οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες. Συνεπώς, ο λογαριασμός της Εταιρείας θα μπορούσε να τερματιστεί και τα οποιαδήποτε ποσά να καταστούν απαιτητά οποτεδήποτε και χωρίς προειδοποίηση προς την Εταιρεία. Εντούτοις οι ενάγοντες με την επιστολή τους ημερ. 2.12.2002 προς την Εταιρεία (Τεκμήριο 6) της γνωστοποίησαν την ακύρωση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού στον οποίο παρασχέθηκε το όριο και την παύση της λειτουργίας του, απαιτώντας την πληρωμή των οφειλόμενων υπολοίπων που προσδιόρισαν εντός επτά ημερών, προειδοποιώντας την Εταιρεία ότι σε αντίθεση περίπτωση θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον της. Με την επιστολή αυτή, οι ενάγοντες τερμάτισαν στην ουσία τη συμφωνία ημερ. 7.1.2002, προσδιόρισαν το χρέος της Εταιρείας και τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις των αντισυμβαλλομένων, καθιστώντας το χρέος απαιτητό (Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (2010) 1 Α.Α.Δ. 1238,[1] Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη (1999) 1 Α.Α.Δ. 1465,[2] Πολ. Έφ. 21/11, M.I.T. Global Data Solutions Ltd κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, ημερ. 4.12.2015[3]). Συνεπώς η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Χ. Λαζαρίδη ότι η συμφωνία παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων προς την Εταιρεία δεν έχει καταγγελθεί και/ή τερματιστεί από τους ενάγοντες, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή.
Με δεδομένη τη στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης της πρωτοφειλέτιδας Εταιρείας να καταβάλει το χρέος, γεννάται και η επάλληλη υποχρέωση των εγγυητών να καταβάλουν το χρέος στο μέτρο που εγγυήθηκαν την αποπληρωμή του. Δεν μπορώ δε να συμφωνήσω με το συνήγορο του Χ. Λαζαρίδη ότι απαιτείτο ο τερματισμός της σύμβασης εγγύησης από τους ενάγοντες για να καταστεί απαιτητό το χρέος έναντι του εγγυητή Χ. Λαζαρίδη. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Lombard Natwest, ανωτέρω, εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του χωρίς να παρίσταται ανάγκη υποβολής αξίωσης από το δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου. Στην περίπτωση δε που τα μέρη καταστήσουν την παροχή ειδοποίησης από το δανειστή στον εγγυητή να αποπληρώσει το χρέος μέρος της συμφωνίας για την ανάκτησή του, η παροχή της ειδοποίησης αυτής δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος, αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους δηλαδή της ευχέρειας ανάκτησής του. Στην προκειμένη περίπτωση, ο όρος 1 των συμφωνιών εγγύησης (Τεκμήρια 4 και 5), ο οποίος παρατέθηκε αυτούσιος ανωτέρω, καθιστούσε πράγματι αναγκαία την αποστολή ειδοποίησης προς τους εγγυητές για τον προσδιορισμό της εκτελεστότητας της υποχρέωσης τους (βλ. υπόθεση Lombard Natwest, ανωτέρω) και οι ενάγοντες, κατ΄ εφαρμογή του όρου τούτου, απέστειλαν προς αμφότερους τους εναγόμενους τις επιστολές ημερ. 2.12.2002 (Τεκμήριο 6), ως η σχετική παραδοχή και το συνακόλουθο εύρημα μου, και, συνεπώς, η υποχρέωση των εγγυητών κατέστη εκτελεστή, το χρέος ανακτήσιμο από αυτούς και η αγωγή δεν είναι πρόωρη.
Όσον αφορά τώρα την απόδειξη του ύψους του οφειλόμενου ποσού, υπενθυμίζω ότι ο ΜΕ1 κατέθεσε μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 10), σύμφωνα με τις οποίες το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ανήρχετο στις 13.2.2015 σε €65.049,06. Κατέθεσε επίσης αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, στην οποία χρεώθηκε επιτόκιο προς 8% από το άνοιγμα του λογαριασμού μέχρι τον τερματισμό και 9% επιτόκιο από τον τερματισμό μέχρι 13.11.2015, και αφαιρέθηκαν επιπλέον κάποιες από τις χρεώσεις που φαίνονται στο Τεκμήριο 10, με αποτέλεσμα το χρεωστικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού να ανέρχεται στα €47.443,02 πλέον τόκο προς 9% επί ποσού €45.883,00 ανά εξαμηνία κεφαλαιοποιουμένου εκάστη 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους από 14.11.2015 μέχρι εξοφλήσεως, ποσό στο οποίο οι ενάγοντες περιόρισαν την απαίτηση τους.
Θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Χ. Λαζαρίδη είναι ότι κατά τη σύναψη των συμφωνιών και το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού βρισκόταν σε ισχύ ο περί Τόκου Νόμος, επομένως, και με δεδομένο ότι, κατά τη θέση του, η συμφωνία δεν έχει καταγγελθεί νομότυπα από τους ενάγοντες, αυτοί εμποδίζονται από του να διεκδικούν τόκο ύψους 12,25%, καθώς και κεφαλαιοποίηση και ανατοκισμό, παραπέμπει δε στον όρο 3 του Τεκμηρίου 3 σύμφωνα με τον οποίο «… οι υποχρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνται την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου ή σύμφωνα με την τακτική που ακολουθείται κατά καιρούς από την Τράπεζα».
Ούτε οι πιο πάνω θέσεις του κ. Ευσταθίου με βρίσκουν σύμφωνη. Και εξηγώ.
Κατά τη σύναψη της συμφωνίας τραπεζικών διευκολύνσεων και εγγύησης ήταν πράγματι σε ισχύ ο περί Τόκου Νόμος Ν.2/77, σύμφωνα με το άρθρο 3 του οποίου:
«3. Το επιτόκιον εφ΄ οιουδήποτε χρέους ή υποχρεώσεως δεν δύναται να υπερβαίνη το 9% ετησίως».
Μέρος των όρων της συμφωνίας παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων (Τεκμήριο 3) παρατέθηκε ανωτέρω, σχετικός δε με το θέμα του τόκου είναι ο όρος 2, σύμφωνα με τον οποίο οι πιστωτικές διευκολύνσεις θα χρεώνονται «με το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο με βάση τις εκάστοτε νομοθετικές και/ή κανονιστικές ρυθμίσεις και/ή την πρακτική της τράπεζας» (όρος 2(α)) με την τράπεζα να διατηρεί το δικαίωμα «οποιαδήποτε στιγμή το αποφασίσει, να τροποποιήσει, ύστερα από ή χωρίς γραπτή ειδοποίηση προς τον πελάτη, το παραπάνω ποσοστό επιτοκίου μέχρι του νόμιμου επιτοκίου που βρίσκεται σε ισχύ … εννοείται ότι σε περίπτωση ειδοποίησης, η τροποποίηση αυτή θα έχει ισχύ είτε από την ημερομηνία της αποστολής της ειδοποίησης αυτής, είτε από τη μεταγενέστερη ημερομηνία που θα καθοριζόταν στην ειδοποίηση» (επιφύλαξη του όρου 2). Περαιτέρω, αν και στην ίδια τη συμφωνία (Τεκμήριο 3) δεν καθορίζεται κάποιο συγκεκριμένο ποσοστό επιτοκίου, στην επιστολή της 7.1.2000 (Τεκμήριο 2) αναφέρεται ότι το επιτόκιο θα είναι 8%, με τους ενάγοντες να μπορούν οποτεδήποτε με ή χωρίς ειδοποίηση να αυξομειώνουν το επιτόκιο μέχρι το ανώτατο επιτρεπόμενο επιτόκιο με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές και/ή κανονιστικές ρυθμίσεις και/ή την πρακτική της τράπεζας. Επιπλέον, σύμφωνα με τον όρο 5 του Τεκμηρίου 3 όταν οι πιστωτικές διευκολύνσεις καταστούν απαιτητές και δεν πληρωθούν αμέσως, τούτο «θα συνεπάγεται χρέωση του με τόκο 9% το χρόνο, ή προς το ανώτατο νόμιμο επιτόκιο που ισχύει, από την ημερομηνία αυτή ως την πλήρη και τέλεια εξόφληση».
Όπως προκύπτει από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 11), οι ενάγοντες χρέωναν τον επίδικο λογαριασμό με επιτόκιο 8% από το άνοιγμα του (11.1.2000) μέχρι και την ημερομηνία τερματισμού και με επιτόκιο 9% από την ημερομηνία τερματισμού (2.12.2002) και εντεύθεν. Συνεπώς οι ενάγοντες δεν διεκδικούν ποσοστό επιτοκίου πέραν του ανώτατου επιτρεπόμενου, με βάση το άρθρο 3 του περί Τόκου Νόμου, επιτόκιο. Περαιτέρω, το εν λόγω επιτόκιο του 9% στις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού άρχισε να χρεώνεται μετά την αποστολή της ειδοποίησης τερματισμού (Τεκμήριο 6), και η ενέργεια τούτη των εναγόντων είναι σύμφωνη, κρίνω, με τον όρο 5 της συμφωνίας με την Εταιρεία (Τεκμήριο 3). Επισημαίνω, τέλος, ότι κατά την ακροαματική διαδικασία, ο συνήγορος του Χ. Λαζαρίδη, αντεξετάζοντας σχετικώς το ΜΕ1 ουδόλως αμφισβήτησε το δικαίωμα των εναγόντων να επιβάλλουν τόκο 9% από την ημέρα του τερματισμού του ορίου του λογαριασμού, αφού ό,τι υποβλήθηκε στο ΜΕ1 είναι ότι «δεν δικαιούστο ως τραπεζικό ίδρυμα …. το ποσοστό τόκου 12,5% το οποίο επιβάλατε», υποβολή στην οποία ο ΜΕ1 απάντησε ότι στις αναδομημένες καταστάσεις δεν ζητείται επιτόκιο 12,25%.
Όσον αφορά τώρα το θέμα της κεφαλαιοποίησης των τόκων, σχετικός είναι και πάλι ο όρος 2 της συμφωνίας (Τεκμήριο 3) σύμφωνα με τον οποίο «…οι υποχρεώσεις θα κεφαλαιοποιούνται την 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου ή σύμφωνα με την τακτική που ακολουθείται κατά καιρούς από την Τράπεζα». Συνεπώς πέραν της κεφαλαιοποίησης των τόκων μία φορά ετησίως, η συμφωνία περιείχε και έτερη ρύθμιση που επέτρεπε στην τράπεζα να κεφαλαιοποιεί τους τόκους σύμφωνα με την πρακτική που κατά καιρούς ακολουθεί. Όπως προκύπτει από την αναδομημένη κατάσταση λογαριασμού, και παρά το ότι οι ενάγοντες δικαιούντο να κεφαλαιοποιούν τον τόκο από το άνοιγμα του λογαριασμού σύμφωνα με τον πιο πάνω όρο, οι ενάγοντες δεν προέβησαν σε ανακεφαλαιοποίηση πριν τις 31.12.2000 (βλ. σελ. 1 – 5 του Τεκμηρίου 11). Η κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές ετησίως άρχισε μετά την 1.1.2001 και συγκεκριμένα από τις 30.6.2001 και εντεύθεν και όταν είχε πλέον τεθεί σε ισχύ ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 1999, Ν. 160(Ι)/99, σύμφωνα με το άρθρο 3(1)(δ) του οποίου τα τραπεζικά ιδρύματα έχουν υποχρέωση να μην ανατοκίζουν περισσότερο από δύο φορές το χρόνο. Ερωτήθηκε δε ειδικώς ο ΜΕ1 κατά την επανεξέταση του «από πότε εσείς κεφαλαιοποιείτε τους τόκους δύο φορές ετησίως» και απάντησε «μετά την 1.1.2001», και επαναλαμβάνω ότι ο συμβατικός όρος προνοούσε για κεφαλαιοποίηση των υποχρεώσεων σύμφωνα με την τακτική που ακολουθείται από την τράπεζα. Στην πρόσφατη απόφαση στην Πολ. Έφ. 386/10, Ξιούρουππας κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερ. 15.11.2016, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε σχετικώς τα εξής:
«Ο Νόμος επιτρέπει την κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές το χρόνο σύμφωνα με το άρθρο 3(1)(δ) και αυτό ακριβώς έγινε και στην υπό κρίση περίπτωση σύμφωνα πάντα με την αποδεκτή από το Δικαστήριο μαρτυρία. Έπεται ότι ήταν ορθό το εύρημα πρωτοδίκως ότι δεν υπήρχε επακριβές αρχικό κεφάλαιο, ως επίσης ορθό ήταν και το εύρημα ότι επιτρεπόταν η κεφαλαιοποίηση τόκου δύο φορές ετησίως και αυτό στη βάση των συμφωνιών των διαδίκων και του Νόμου ο οποίος, υπενθυμίζεται, εφαρμόστηκε στα υπό κρίση δεδομένα μετά την 1.1.2001. Δεν υπήρξαν συνεπώς ανατοκισμοί ή παράνομη κεφαλαιοποίηση.»
Στη βάση των ανωτέρω, κρίση μου είναι ότι οι ενάγοντες απέδειξαν το ύψος του οφειλόμενου ποσού, στο οποίο δεν περιέχεται παράνομη χρέωση τόκου ή παράνομος ανατοκισμός και/ή κεφαλαιοποίηση.
Στα πλαίσια της Υπεράσπισης του ο Χ. Λαζαρίδης ήγειρε και τον ισχυρισμό ότι ορισμένοι όροι της συμφωνίας Τεκμήριο 3 αντίκεινται στις διατάξεις της περί Καταχρηστικών Ρητρών Νομοθεσίας, για τους λόγους που επιφυλάχθηκε να αναπτύξει κατά τη δικάσιμο. Εν τέλει, ούτε στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, ούτε στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου του αναπτύσσεται τέτοιος ισχυρισμός, ο οποίος θεωρείται ως εγκαταλειφθείς.
Σημειώνεται επίσης ότι η ευθύνη αμφοτέρων των εναγομένων εγγυητών ήταν μέχρι ποσού Λ.Κ.50.000 (€85.430,07) πλέον τόκους, δαπάνες και έξοδα, συνεπώς τα ποσά που οι ενάγοντες απαιτούν από αυτούς εμπίπτουν εντός των ορίων των εγγυήσεων τους.
Ο Χ. Λαζαρίδης εγείρει στην Υπεράσπισή του τον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες κωλύονται από του να ζητούν την αποπληρωμή του συνόλου του χρεωστικού υπολοίπου του εν λόγω λογαριασμού λόγω συμπεριφοράς και/ή λόγω συμφωνίας. Η δικογραφημένη θέση του κ. Χ. Λαζαρίδη παρατέθηκε στα πλαίσια της «εισαγωγής», ανωτέρω.
Το κώλυμα (estoppel) αποτελεί αποδεικτικό κανόνα σύμφωνα με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί κάποιο γεγονός σε μια δικαστική διαδικασία (Nokes, Introduction on Evidence, 3η έκδοση, σελ. 208). Υπάρχουν διάφορα είδη κωλύματος, στο βαθμό, όμως, που ενδιαφέρει για την παρούσα υπόθεση, θα παρατεθούν ακολούθως οι αρχές που αφορούν το κώλυμα λόγω δηλώσεων σε έγγραφα και το κώλυμα λόγω συμπεριφοράς, των οποίων γίνεται επίκληση στην Υπεράσπιση του Χ. Λαζαρίδη.
Το κώλυμα λόγω δηλώσεων σε έγγραφα (estoppel by deed), θεμελιώνεται με βάση την αρχή ότι μια σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο επιβάλλεται να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και άρα μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε αντικρουστικής απόδειξης (Πολ. Έφ. 182/11, Διονά ν. Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., ημερ. 24.5.2016, Χατζηστυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (2012) 1 Α.Α.Δ. 989). Περαιτέρω, η εφαρμογή του κωλύματος λόγω δηλώσεων σε έγγραφα χρειάζεται ύπαρξη προφορικής ή έγγραφης συμφωνίας (σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, ανωτέρω, σελ. 936), στη δε περίπτωση έγγραφης συμφωνίας, ο διάδικος που επικαλείται εφαρμογή του κωλύματος λόγω δηλώσεων σε έγγραφα πρέπει να παρουσιάσει μαρτυρία ότι το σχετικό έγγραφο έχει υπογραφεί και από τα δύο μέρη, εφόσον έγγραφο που δεν έχει υπογραφεί και από τα δύο μέρη δεν είναι «συμφωνία» ή «έγγραφο» (deed) εντός της έννοιας των σχετικών όρων (Ορφανίδου ν. Ορφανίδη (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1889).
Αναφορικά τώρα με το κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (estoppel by conduct or estoppel in pais), χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στην Ιωάννου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (1999) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1522, όπου διαβάζουμε τα εξής:
«’Όταν ένας συμβαλλόμενος σε μια συναλλαγή με τα λόγια του ή τη συμπεριφορά του προβαίνει σε μια υπόσχεση ή διαβεβαίωση προς τον άλλο συμβαλλόμενο, που αποσκοπεί να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους και ο άλλος συμβαλλόμενος ενεργεί πάνω σε αυτή, διαφοροποιώντας τη θέση του προς βλάβη, δεν θα επιτραπεί στο συμβαλλόμενο που προέβηκε στην υπόσχεση ή έδωσε τη διαβεβαίωση να ενεργήσει με τρόπο ασυμβίβαστο προς αυτή'. (HadjiYiannis v. Attorney-General of the Republic (1970) 1 C.L.R. 32).
Το Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς μπορεί να πάρει τη μορφή του
(i) Κωλύματος λόγω παραστάσεων (Soanes v. London and South Western Railway [1919] 120 L.T. 598).
(ii) Κωλύματος λόγω υποσχέσεων (Central London Property Trust Ltd. v. High Trees House Ltd. [1947] 1 K.B. 130) και
(iii) Περιουσιακού Κωλύματος.»
Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές, στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, παρατηρώ τα εξής.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό ύπαρξης κωλύματος λόγω δήλωσης σε έγγραφο, κρίση μου είναι ότι αυτός δεν μπορεί να επιτύχει, αφού, σύμφωνα με την παραδοχή του Χ. Λαζαρίδη στα πλαίσια της αντεξέτασής του, οι ενάγοντες δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος, είτε της συμφωνίας ημερ. 9.9.2000 (Τεκμήριο 12), είτε της συμφωνίας ημερ. 18.9.2000 (Τεκμήριο 15). Ως ο Χ. Λαζαρίδης ανέφερε αντεξετασθείς, τα μέρη των εν λόγω συμφωνιών ήταν ο Χ. Γρούτας και ο ίδιος. Ούτε και έχουν υπογράψει οι ενάγοντες είτε το Τεκμήριο 12 είτε το Τεκμήριο 15, συνεπώς, σύμφωνα με τη νομολογία που πιο πάνω αναφέρθηκε, ούτε το Τεκμήριο 12 ούτε το Τεκμήριο 15 αποτελεί «συμφωνία» ή «έγγραφο» εντός της έννοιας του σχετικού όρου. Το δε γεγονός ότι κατά τον Χ. Λαζαρίδη το έγγραφο Τεκμήριο 12 συντάχθηκε ιδιοχείρως από τον κ. Ντίνο Μυλωνά, ένα εκ των Γενικών Διευθυντών της Λαϊκής Τράπεζας, σε χαρτί αλληλογραφίας που φέρει το λογότυπο της Laiki Sporting Club στα υποστατικά της τελευταίας, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να οδηγήσει σε αντίθετο συμπέρασμα. Τούτο διότι αν και η Laiki Sporting Club, σύμφωνα και με το ΜΕ1 ήταν εξηρτημένη εταιρεία της Λαϊκής Τράπεζας και εκεί γίνονταν και συναντήσεις και συμφωνίες με πελάτες της Λαϊκής Τράπεζας, δεν παρουσιάστηκε ενώπιον μου μαρτυρία ότι κάθε φορά που έγγραφο υπογράφετο στα εν λόγω υποστατικά αυτό δέσμευε τους ενάγοντες, δεδομένου και του ότι τα εν λόγω υποστατικά χρησιμοποιούντο, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΕ1, για διάφορους σκοπούς, όπως σεμινάρια και άλλες εκδηλώσεις. Περαιτέρω, καίτοι ο κ. Μυλωνάς ήταν εκ Γενικών Διευθυντών της Λαϊκής Τράπεζας, στην προκειμένη περίπτωση, προφανώς δεν ήταν σε θέση να τη δεσμεύσει, αφού, ως ο Χ. Λαζαρίδης ανέφερε αντεξετασθείς ο κ. Μυλωνάς συνέταξε τη συμφωνία Τεκμήριο 12 την οποία θεώρησε ότι θα αποδεχόταν η τράπεζα, χωρίς πάντως να αναφέρει ότι ο κ. Μυλωνάς αποδέχθηκε οτιδήποτε εκ μέρους της τράπεζας την ημέρα εκείνη, αφού θέση του ήταν ότι ακολούθησε το ιδιωτικό συμφωνητικό το οποίο έγινε αποδεκτό από την «τράπεζα της Αθήνας».
Ούτε κωλύονται, κατά την κρίση μου, οι ενάγοντες λόγω συμπεριφοράς από του να αξιώνουν το ποσό που ζητούν με την παρούσα αγωγή. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Χ. Λαζαρίδη, παραπέμπει στα εξής αποσπάσματα από τα Τεκμήρια 12 και 15, προς τεκμηρίωση της εισήγησης του:
Τεκμήριο 12
«Ο Χριστάκης Λαζαρίδης καταθέτει στην εταιρεία άμεσα 80 εκ. δρ. Από το πιο πάνω ποσό 45 εκ. θα χρησιμοποιηθούν για τη μείωση του υπολοίπου του υφιστάμενου τρεχούμενου λογαριασμού με τη Λαϊκή και τα 35 εκ. θα κατατεθούν σε λογαριασμό όψεως με τη Λαϊκή Ελλάς για κάλυψη των τρεχουσών αναγκών μέχρι είσπραξης από χρεώστες της εταιρείας. Εις αντάλλαγμα της κατάθεσης των 80 εκ. ο Χριστάκης Λαζαρίδης θ’ απαλλαγεί από οιανδήποτε υφιστάμενη ή μελλοντική οικονομική υποχρέωση προς την εταιρεία ή προς τρίτους.»
Τεκμήριο 15
«Μετά την οριστική, με τους ανωτέρω όρους, συμφωνία με την Τράπεζα,
α) θα δύναται νομοτύπως να αποχωρήσει ο δεύτερος συμβαλλόμενος[4], ο οποίος δηλώνει ότι υπό αυτούς τους όρους δε θα έχει καμία άλλη υποχρέωση, δικαίωμα ή αξίωση, από το χρονικό σημείο αυτό και για το μέλλον, κατά της εταιρίας και κατά του πρώτου των συμβαλλομένων. Κατά το χρονικό σημείο αυτό, ο δεύτερος συμβαλλόμενος θα απαλλάσσεται πλήρως από κάθε είδους τραπεζικές ή άλλες διευκολύνσεις που παρέχονται, κατά το παρόν, από τη Λαϊκή Τράπεζα Ελλάδος και Λαϊκή Κύπρου. Ομοίως και ο πρώτος συμβαλλόμενος, για την ίδια αιτία, δεν θα έχει ούτε θα διατηρεί για το μέλλον κανένα δικαίωμα ή αξίωση κατά του δεύτερου συμβαλλόμενου.»
Η θέση του Χ. Λαζαρίδη ότι συμφωνήθηκε με τους ενάγοντες ότι θα κατέβαλλε το ποσό των 45 εκ. δραχμών προς μείωση του υπολοίπου του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού, καθώς και η θέση του ότι οι ενάγοντες, νομικό πρόσωπο διαφορετικό από τη Λαϊκή Τράπεζα (Ελλάς) Α.Ε., αποδέχτηκαν τις πιο πάνω συμφωνίες, δεν έγινε αποδεκτή, για τους λόγους που αναφέρθηκαν στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του.
Σε κάθε περίπτωση υπενθυμίζω ότι οι ενάγοντες δεν ήσαν μέρος των συμφωνιών της 9.9.2000 και 18.9.2000 που έγιναν μεταξύ των Χ. Λαζαρίδη και Χ. Γρούτα, και το γεγονός ότι οι δύο συνέταιροι συμφώνησαν μεταξύ τους ότι με την καταβολή κάποιου ποσού από τον Χ. Λαζαρίδη ο τελευταίος θα απαλλάσσετο από τις υποχρεώσεις του έναντι τρίτων, είναι κάτι που σίγουρα δεν μπορεί να επηρεάσει τα νομικά δικαιώματα των τρίτων εναντίον του Χ. Λαζαρίδη. Επιπλέον, ο κ. Μυλωνάς, όπως προαναφέρθηκε, δεν δέσμευσε τους ενάγοντες με το έγγραφο της 9.9.2000, αφού σύμφωνα με τον Χ. Λαζαρίδη ο κ. Μυλωνάς συνέταξε τη συμφωνία μεταξύ των δύο συνεταίρων την οποία θεώρησε ότι θα αποδεχόταν η τράπεζα, χωρίς να την αποδεχτεί ο ίδιος, εξ ου και της συμφωνίας της 9.9.2000 ακολούθησε το ιδιωτικό συμφωνητικό έγγραφο της 18.9.2000 το οποίο, όμως, δεν έγινε αποδεκτό από τους ενάγοντες, αλλά από τη θυγατρική τους τράπεζα – την «τράπεζα της Αθήνας», η οποία και πράγματι απήλλαξε τον Χ. Λαζαρίδη από τις υποχρεώσεις του που απέρρεαν από τις εγγυήσεις που είχε δώσει σε σχέση με διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στη L.G. Refurbishments Hellas AE από τη Λαϊκή Τράπεζα (Ελλάς) ΑΕ (Τεκμήριο 14). Ούτε και προσφέρθηκε μαρτυρία από πλευράς του Χ. Λαζαρίδη ότι συμφωνίες στις οποίες προέβαινε η θυγατρική τράπεζα δέσμευαν τη μητρική, δηλαδή τους ενάγοντες. Το δε γεγονός ότι ο Χ. Λαζαρίδης «έβλεπε την Τράπεζα σαν μία», ουδόλως μπορεί να διαφοροποιήσει τα πράγματα, αφού αποτελεί βασική αρχή του εταιρικού δικαίου η διάφορη και ανεξάρτητη νομική οντότητα νομικού προσώπου, από τους μετόχους και τους διευθυντές του (Salomon v Salomon (1897) A.C. 22, Michaelides v Gavrielides (1980) 1 C.L.R. 244, Κώστας Καλησπέρα ν Δρυάδη (1998) 1Β Α.Α.Δ 867 και στην Αναφορά αρ. 2/96, Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν Βουλής των Αντιπροσώπων (1997) 3 ΑΑΔ 36, 43). Εξάλλου οι παραστάσεις που γίνονται από το πρόσωπο προς το οποίο οφείλεται η συμβατική υποχρέωση, επιβάλλεται να είναι σαφείς και θετικές έτσι που ο αποδέκτης, βασιζόμενος σε αυτές, να έχει αναπροσαρμόσει τη συμπεριφορά του σε βαθμό που θα ήταν άδικο σε επόμενο στάδιο να κληθεί να εκτελέσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις (Αλεξάνδρου ν. Πικροδάφνη κ.α. (2012) 1 Α.Α.Δ. 915, σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, ανωτέρω, σελ. 939). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν έχει προσφερθεί από πλευράς του Χ. Λαζαρίδη ικανοποιητική μαρτυρία που να μπορεί να δώσει υπόσταση στη θέση του ότι οι ενάγοντες, και όχι η Λαϊκή Τράπεζα (Ελλάς) ΑΕ, σαφώς και θετικώς παρέστησαν στον ίδιο ότι με την καταβολή του ποσού των 80 εκ. δραχμών θα τον απήλλασσαν από την εγγύηση της 7.1.2000 την οποία έδωσε σε σχέση με τις υποχρεώσεις της Εταιρείας.
Στη βάση των ανωτέρω, κρίση μου είναι ότι οι ενάγοντες δεν κωλύονται στην προώθηση της παρούσας αγωγής εναντίον του Χ. Λαζαρίδη, τον οποίον ουδέποτε απήλλαξαν από τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από την εγγύηση της 7.1.2000.
Ο Χ. Γρούτας, στη δική του Υπεράσπιση ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δεν έπραξαν κάτι για την εκκρεμότητα σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, μέχρι την αποχώρηση του Κίκη Λαζαρίδη από την τράπεζα και μετά το πέρας 10 χρόνων. Στο βαθμό στον οποίο ο Χ. Γρούτας επιχείρησε με τον πιο πάνω δικογραφηθέντα ισχυρισμό να επικαλεστεί την υπεράσπιση της απεμπόλησης ή εγκατάλειψης δικαιωμάτων, σημειώνω ότι, ως έχει νομολογηθεί, η εγκατάλειψη δικαιωμάτων (waiver) συνιστά ένα είδος νομικού κωλύματος στο οποίο απαιτείται να γίνει ειδική αναφορά στα δικόγραφα προκειμένου να μπορεί να εξετασθεί (Πουρίκκος ν. Μυροφόρας Κ. Σάββα & Άλλων (1991) 1 Α.Α.Δ. 507, 519 – 520, Πιττάλης κ.α. ν. Ianira Enterprises Ltd κ.α. (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 814, 831), αναφορά η οποία απουσιάζει από την Υπεράσπιση του κ. Γρούτα. Σε κάθε περίπτωση σημειώνω ότι για τους λόγους που αναφέρθηκαν στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ1 και του κ. Γρούτα, αποδέχομαι ότι ο λόγος που καθυστέρησε η έγερση της αγωγής εναντίον του κ. Γρούτα ήταν ότι οι ενάγοντες είχαν μάθει ότι ο κ. Γρούτας απουσίαζε μόνιμα εκτός Κύπρου και ότι η έγερση της πρώτης αγωγής (της 9358/07) μόνο εναντίον του κ. Λαζαρίδη ουδόλως σήμαινε ότι απήλλαξαν τον κ. Γορύτα, ο δε κ. Γορύτας ουδεμία ερώτηση έθεσε στο ΜΕ1 που να σχετίζεται με το θέμα της καθυστέρησης στην έγερση της εναντίον του αγωγής. Όσον αφορά, τέλος, τη θέση του κ. Γρούτα που προέβαλε στα πλαίσια της μαρτυρίας του ότι, σύμφωνα με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού στις 30.6.2000 η Εταιρεία χρωστούσε Λ.Κ.4.126,67, ποσό το οποίο οι ενάγοντες δεν προσπάθησαν τότε να εισπράξουν με αποτέλεσμα να ζητούν σήμερα πολύ μεγαλύτερο ποσό, σημειώνω ότι στις 30.6.2000 ο επίδικος λογαριασμός ήταν ακόμη σε λειτουργία και συνέχιζαν να χρεοπιστώνονται διάφορα ποσά σε αυτόν ανάλογα με τις αναλήψεις και καταθέσεις που γίνονταν. Την ημέρα τερματισμού του λογαριασμού (2.12.2002) σύμφωνα με τις αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού το χρεωστικό υπόλοιπο ήταν Λ.Κ.24.438,11.
Σημειώνω τέλος ότι οι ενάγοντες, στα πλαίσια αμφότερων των αγωγών, αιτήθηκαν δήλωση του Δικαστηρίου ότι η κυμαινόμενη επιβάρυνση που ενεγράφη στον Έφορο Εταιρειών στις 2.2.2000 καθώς και το ομόλογο επιβάρυνσης ημερ. 1.2.2000 παραμένει έγκυρο και ισχυρό και ότι οι ενάγοντες μπορούν δυνάμει τούτου να διορίσουν Παραλήπτη της Εταιρείας. Το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης δεν κατατέθηκε στο Δικαστήριο, ούτε αναφέρθηκε οτιδήποτε που να σχετίζεται με αυτή την αξίωση των εναγόντων είτε από το ΜΕ1, είτε από τους εναγόμενους, ούτε και γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στη θεραπεία τούτη στην αγόρευση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγόντων, ούτε επιδιώχθηκε η έκδοση τέτοιας δήλωσης στην απόφαση που εκδόθηκε εναντίον της Εταιρείας στα πλαίσια της αγωγής αρ. 2423/09. Με τη μη προσκόμιση οποιασδήποτε μαρτυρίας που θα μπορούσε να θεμελιώσει την παροχή της σχετικής θεραπείας, αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί.
Κατάληξη
Ως εκ τούτου, οι δύο αγωγές αποσυνενώνονται και εκδίδονται αποφάσεις ως ακολούθως:
Στην αγωγή αρ. 9358/07 εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου, για το ποσό των €47.443,02 πλέον τόκο προς 9% επί ποσού €45.883,00 ανά εξαμηνία κεφαλαιοποιουμένου εκάστη 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους από 14.11.2015 μέχρι εξοφλήσεως. Νοείται ότι η ευθύνη του εναγόμενου είναι αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένη με την ευθύνη της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας και του έτερου εγγυητή.
Στην αγωγή αρ. 2423/09 εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 2 για το ποσό των €47.443,02 πλέον τόκο προς 9% επί ποσού €45.883,00 ανά εξαμηνία κεφαλαιοποιουμένου εκάστη 1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου εκάστου έτους από 14.11.2015 μέχρι εξοφλήσεως. Νοείται ότι η ευθύνη του εναγόμενου 2 είναι αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένη με την ευθύνη της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας και του έτερου εγγυητή.
Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς τα έξοδα σε κάθε αγωγή επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλην, όμως, και λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες της Δ.14 Θ.5[5] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όσον αφορά τα έξοδα που προέκυψαν μετά την 4.10.2010 (ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος συνένωσης των αγωγών), επιδικάζεται ένα σετ εξόδων υπέρ των εναγόντων τα οποία να καταβληθούν εξ’ ημισείας από τον εναγόμενο στην αγωγή αρ. 9358/07 και τον εναγόμενο 2 στην αγωγή αρ. 2423/09, πλην των εξόδων της αίτησης ημερ. 28.11.2013 τα οποία θα καταβληθούν εξ ολοκλήρου από τον εναγόμενο στην αγωγή αρ. 9358/07, ως έχουν ήδη επιδικασθεί.
(Υπ.) …………………………
Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] «Είναι σαφές ότι με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία, δεν υπάρχει πρόνοια ότι η συμφωνία θα πρέπει να τερματιστεί γραπτώς. Παρά ταύτα, η συμφωνία τερματίστηκε γραπτώς. Η Τράπεζα με 2 επιστολές της, ημερομηνίας 11.11.2000 και 1.2.2001, προειδοποίησε τον Εφεσείοντα ότι αν δεν καλύψει τις υπερβάσεις του, δεν θα έχει άλλη επιλογή από του να τερματίσει τη συμφωνία. Στις 24.9.2001 τον πληροφόρησε ότι έχει προχωρήσει στο κλείσιμο του λογαριασμού και του ζήτησε για τελευταία φορά να εξοφλήσει κάθε υπόλοιπο και ότι αν παρέλειπε να το πράξει, θα προχωρούσαν σε πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών και λήψη νομικών μέτρων εναντίον του. Αυτό κατ' ακρίβεια σήμαινε τερματισμό της συμφωνίας, εφόσον το επόμενο στάδιο ήταν η λήψη δικαστικών μέτρων. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, η συμφωνία προέβλεπε για τερματισμό της συμφωνίας, χωρίς προειδοποίηση. Όμως, στην προκειμένη περίπτωση, υπήρξε όχι μόνο ικανοποιητική προειδοποίηση, αλλά και τερματισμός. Από τα ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου στοιχεία, το εύρημα ότι το χρέος κατέστη απαιτητό, είναι απόλυτα ορθό.»
[2] «Στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό.»
[3] Στην απόφαση αυτή, το Εφετείο υιοθέτησε το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση:
«Το γεγονός ότι στην επιστολή Τεκμήριο 18, δεν αναγράφεται η λέξη «τερματισμός» αλλά ακύρωση του λογαριασμού, δεν αλλοιώνει τα γεγονότα. Τι άλλο σημαίνει η ακύρωση λειτουργίας λογαριασμού από την παύση του; Εξάλλου ρητά και ξεκάθαρα υπογραμμίζεται στο εν λόγω τεκμήριο ότι «τα όρια του πιο πάνω λογαριασμού έχουν ακυρωθεί και έχουμε σταματήσει τη λειτουργία του και σύμφωνα με τους όρους παραχώρησης, σας ζητούμε την πληρωμή του οφειλόμενου υπολοίπου.». Οι Ενάγοντες ρητά με την επιστολή αυτή εξέφρασαν την πρόθεση τους για παύση της μεταξύ τους συνεργασίας.»
[4] Στο Προοίμιο του εν λόγω συμφωνητικού εγγράφου Τεκμήριο 15 ως ο «πρώτος συμβαλλόμενος» καθορίζεται ο Χρύσανθος Γρούτας και ως ο «δεύτερος συμβαλλόμενος» ο Χριστόφορος Λαζαρίδης».
[5] «Where at the trial of consolidated action it appears that the claims of the plaintiffs in the actions before consolidation or the defences of the defendants therein, as the case may be, are not conflicting, only one set of costs subsequent to the order for consolidation shall as a general Rule be allowed.»