ECLI:CY:EDLEF:2018:A82

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε. Δ.

Αρ. Αγωγής.: 4537/09

Μεταξύ:

Surebuild Construction Ltd

                                                Εναγόντων

και

 

Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου

Εναγομένης

 

και ως ετροποποιήθη δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 15/9/2015

 

Surebuild Construction Ltd

                                                Εναγόντων

και

 

Αλέκας (Αλεξάνδρας) Π. Παπακόκκινου διαχειρίστριας της περιουσίας

αποβιωσάσης Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου, τέως από τη Λευκωσία

στην αίτηση 293/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας

Εναγομένης

 

Ημερομηνία: 31.1.2018

Αίτηση της εναγομένης ημερομηνίας 10.5.2017

 

Για την Αιτήτρια: κα Αλέκα Π. Παπακόκκινου

Για τους Καθ’ ων η Αίτηση: κ. Αυγή Κοζάκου για Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Κρίνω αναγκαίο προτού προχωρήσω στην εξέταση της επίδικης αίτησης να κάνω μια σύντομη αναφορά στα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή. Η μεταξύ των διαδίκων αντιδικία ανατρέχει στο έτος 1998 και στην αγωγή 1290/98 του Ε. Δ. Πάφου με την οποία η αποβιώσασα Βερεγγάρια Π. Παπακόκκινου αξίωσε αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση σε ακίνητό της στην Πάφο. Η εν λόγω αγωγή πέτυχε και επιδικάστηκαν υπέρ της Βερεγγάριας και εναντίον της εταιρείας Surebuild Construction Ltdαποζημιώσεις, τόκοι και δικηγορικά έξοδα. Τα εν λόγω ποσά ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των €11.547,14 εισπράχθηκαν μέσω δικαστικού επιδότη μετά τη σχετική καταχώρηση εντάλματος κινητών από τη Βερεγγάρια. Εναντίον της ως άνω απόφασης η ως άνω εταιρεία καταχώρησε έφεση η οποία πέτυχε. Με την παρούσα αγωγή η εταιρεία αξιώνει επιστροφή του ως άνω ποσού που κατέβαλε στη Βερεγγάρια. Κατά την πορεία των ετών εκδικάστηκαν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής αρκετές ενδιάμεσες αιτήσεις και μεσολάβησε και ο θάνατος της Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου. Λόγω του θανάτου της τελευταίας υπήρξε ανάγκη για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και η εν λόγω τροποποίηση έγινε στις 15.9.2015 ημέρα κατά την οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου Διάταγμα. Μετά την έκδοση του εν λόγω Διατάγματος στις 24.9.2015 καταχωρήθηκε τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα. Στις 16.5.2016 η εναγόμενη υπό την ιδιότητά της ως φαίνεται στον τροποποιημένο τίτλο της αγωγής καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στο Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα. Μετά όμως από σχετική αίτηση της ενάγουσας εταιρείας για διαγραφή της εκδόθηκε σχετικό Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο η καταχωρηθείσα στις 16.5.2016 Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της εναγόμενης διαγράφηκε. Η παρούσα αγωγή, όπως προκύπτει από το Δικαστικό φάκελο στον οποίο το Δικαστήριο μπορεί να ανατρέξει, ορίστηκε για ακρόαση 6 φορές στο παρελθόν.

 

Η ΑΙΤΗΣΗ

Η υπό κρίση αίτηση αποτελείται από 6 αιτούμενες θεραπείες με τις οποίες ζητούνται οι ακόλουθες θεραπείες:

1) Διάταγμα για εξαίρεση της Δικαστού στο πρόγραμμα της οποίας ανήκε η παρούσα αγωγή,

2) Διάταγμα για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ημερομηνίας 2.11.2011 ως ο επισυνημμένος στην αίτηση ΠΙΝΑΚΑΣ «Α» έκτασης 42 σελίδων ο οποίος χωρίζεται σε 3 μέρη: Το Α, το Β και το Γ: Το μέρος Α παράγραφοι 1-6 θα το χαρακτήριζα ως εισαγωγικό, στο οποίο δεν περιλαμβάνονται ισχυρισμοί γεγονότων όπως προνοείται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, και ότι προσομοιάζει με αγόρευση. Το μέρος Β αποτελείται από τις Προδικαστικές ενστάσεις που επιθυμεί να τροποποιήσει και προσθέσει η εναγόμενη και το μέρος Γ στο οποίο περιλαμβάνονται οι παράγραφοι I VII, υπό τύπο πάλι αγορεύσεως καθώς και 16 παράγραφοι που αποτελούν την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ως θα έχει μετά την αιτούμενη τροποποίηση σε περίπτωση που αυτή εγκριθεί,

3) Διάταγμα για διακοπή ή/και αναστολή και/ή αναβολή των διαδικασιών ενώπιον του Δικαστηρίου αφενός μέχρι της τελεσίδικης απόφασης τόσο της παρούσης αιτήσεως όσο και αφετέρου της ακροάσεως της τελεσιδίκου αποφάσεως της εκκρεμούσης εφέσεως ενώπιον του Εφετείου ενόψει της τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου ενόψει του περιεχομένου της εφέσεως και των θεμάτων που ηγέρθησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο,

4) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η δοθείσα ημερομηνία ως ημερομηνίας ακροάσεως 25.5.2017 ως και/ή οποιοδήποτε χρονοδιάγραμμα δια οποιαδήποτε διενέργεια και/ή πράξη εκ μέρους οποιουδήποτε των διαδίκων, ενόψει των ανωτέρω αιτημάτων 1, 2 και 3,

5) Διάταγμα του Δικαστηρίου για Διαγραφή των παραγράφων 1–12 της Έκθεσης Απαίτησης ημερομηνίας 24.9.2015 ως και των υποπαραγράφων τους και διαγραφής της αγωγής και/ή απορρίψεώς της και συνέχιση της ανταπαιτήσεως της και απόφαση ως η ανταπαίτηση. Επίσης και οιαδήποτε έξοδα κατεδικάσθη η εναγόμενη να ακυρωθούν και διαγραφούν και να καταδικασθή αντί αυτής ο ενάγων στα έξοδα εναντίον του και υπέρ της Αλέκας Π. Παπακόκκινου, και

6) Έξοδα.  

 

Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 ΘΘ. 1, 2, 3, 8, 9, Δ.25 ΘΘ. 1–6, Δ.2 ΘΘ.1–14 Form 4, Δ.12 ΘΘ. 1–10, Δ.12 Θ.5(1) (2) και Δ.12. ΘΘ. 1–10 Form 11, Δ.19ΘΘ.1–27, Δ.19 ΘΘ.14, 26, Δ.27 ΘΘ.1, 2, 3, Δ.64 Θ.1(1) (2) (3), 2, Δ.21 ΘΘ.1–15, Δ.20 ΘΘ.1-5, Δ.9. ΘΘ.1-13, Δ.31 ΘΘ.1-10, Δ.32 ΘΘ.1-5, Δ.39 ΘΘ.1-21, Δ.57 ΘΘ.1-3, Δ.63 ΘΘ1-12, Δ.26 ΘΘ.1-15, Δ.59 ΘΘ.1-5, άρθρο 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α., επί του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, επί του Κεφ. 189, επί του Κεφ. 195, επί της Νομολογίας και Δικαστηριακής Πρακτικής, επί των Κανόνων Φυσικής Δικαιοσύνης και επί των Γενικών και Συμφυών Εξουσιών του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η επίδικη αίτηση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της εναγόμενης που συνοδεύει την αίτηση καθώς και στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση την οποία, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου καταχώρησε. Σε αυτήν περιλαμβάνονται ισχυρισμοί για τους οποίους ζητείται η εξαίρεση της δικαστού στο πρόγραμμα εργασίας της οποίας ενέπιπτε κατά τον χρόνο μεταξύ η εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Δηλώνει επίσης ότι η ανάγκη τροποποίησης της αρχικής Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης είναι αναγκαία και καλόπιστη και προέκυψε ιδίως μετά το θάνατο της Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου. Ειδικότερα για την αναγκαιότητα της τροποποίησης αναφέρει στην παράγραφο 11 κ. στις σελίδες 9 και 10 της ένορκης της δήλωσης ότι «… αφού όμως η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση 2/11/11 καλύπτει μόνον τα θέματα μέχρι 15/12/14 και/ή μέρος των, όμως δεν καλύπτει την περίοδο και τα θέματα από 15/12/14 ήτοι μέχρι της αποβιώσεως της Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου, δεν καλύπτει όμως την περίοδο και τα θέματα που προέκυψαν από 15/12/14 και εντεύθεν τα οποία δεν καλύπτει η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση 2/11/11, ενώ η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση που διαλαμβάνεται στον ΠΙΝΑΚΑ «Α» που ζητείται να καταχωρηθεί και διαλαμβάνει την ζητούμενη τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση που ζητείται να καταχωρηθεί που διαλαμβάνεται και καλύπτει τόσο την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση 2/11/11 όσον και από 15/12/14 και εντεύθεν ήτοι ο ΠΙΝΑΚΑΣ «Α» και ως εκ τούτου στην εν λόγω Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση που υποβάλλεται με τις αναγκαίες τροποποιήσεις και/ή προσθήκες που διαλαμβάνονται σε αυτήν, είναι για να καλύπτει όλη την περίοδο τόσο αυτά που διελαμβάνοντο στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου την 2/11/11 μέχρι 15/12/14 ημ. που απεβίωσε όσο και από 15/12/14 και εντεύθεν και όλα όσα εμεσολάβησαν και δέον να καλυφθούν με τον ΠΙΝΑΚΑ «Α». Προς καθορισμό των πραγματικών θεμάτων και/ή επίδικων θεμάτων που συνεπεία και/ή εξ αμελείας και/ή εκ παραδρομής και/ή εκ καλόπιστου λάθους, δεν περιελήφθησαν είτε στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση 2/11/11 είτε στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση 16/5/16, η οποία άλλωστε διεγράφη, και/ή γεγονότων που προέκυψαν συνεπεία και μετά την αποβίωση της αδελφής μου 15/12/14…». Δηλώνει ότι είναι αναφαίρετο δικαίωμα της που προκύπτει από το άρθρο 30 του Συντάγματος να παρουσιάσει ολοκληρωμένα τις θέσεις της και να υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα στοιχεία και τα γεγονότα για σκοπούς δικαιοσύνης και δίκαιης απονομής της. Δηλώνει περαιτέρω ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα έχει καμία επίπτωση στα δικαιώματα και συμφέροντα της ενάγουσας εταιρείας ούτε θα υποστεί καμιά ανεπανόρθωτη ζημιά, τουναντίον η πλευρά της θα υποστεί ανεπανόρθωτες ζημιές. Σε περίπτωση που δεν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα μπορεί να εκδικαστεί η υπόθεση στην ολότητά της κάτι το οποίο εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Τέλος δηλώνει ότι οι ισχυρισμοί των παραγράφων 1-12 της Έκθεσης Απαίτησης καθώς και η αγωγή πρέπει να διαγραφούν για το λόγο ότι τα ισχυριζόμενα γεγονότα της Έκθεσης Απαίτησης δεν συνδέουν την Αλέκα Π. Παπακόκκινου καθ’ οιονδήποτε τρόπο με το πρόσωπό της υπό οιανδήποτε ιδιότητά της, ούτε και περιγράφεται η ιδιότητά της, ενώ η ίδια είναι άσχετη με τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς τα οποία επικαλείται η ενάγουσα εταιρεία στην Έκθεση Απαίτησής της. 

 

Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας μεταξύ άλλων ότι η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, η καταχώρησή της αίτησης σε αυτό το στάδιο αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας, δεν αποδεικνύεται οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο πρέπει να τροποποιηθεί το εν λόγω δικόγραφο 8 χρόνια μετά την καταχώρησή του και με τόση καθυστέρηση καθώς και ότι η υποβολή έφεσης σε ενδιάμεσες αιτήσεις δεν αναστέλλει την εκδίκαση της αγωγής. Ισχυρίζεται επίσης ότι τα θέματα που η εναγόμενη επιδιώκει να καταστήσει επίδικα με την αίτηση έχουν εκδικασθεί και αποφασιστεί στο παρελθόν και ως εκ τούτου προκύπτει θέμα δεδικασμένου.

 

Η ένσταση στηρίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 ΘΘ. 1 – 5, Δ.48 ΘΘ. 1 – 4, Δ.64 ΘΘ. 1 και 2, στο άρθρο 30 (3) (β) του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και τα γεγονότα επί των οποίων αυτή στηρίζεται εμφαίνονται στην ένορκο δήλωση του κου Κώστα Γαβριηλίδη, διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας και η οποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνει τους ακόλουθους μεταξύ άλλων ισχυρισμούς: Δηλώνει ότι τα θέματα της επίδικης αίτησης έχουν εκδικαστεί και αποφασιστεί και ότι η απόρριψη προηγούμενων αιτήσεως της εναγομένης δεν αποτελεί λόγο εξαίρεσης της Δικαστού. Δηλώνει επίσης ότι δεν δικαιολογείται η τόσο μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης η οποία είναι καταχρηστική και σκοπό έχει να καθυστερήσει τη διαδικασία. Η υποβολή εφέσεων σε ενδιάμεσες αποφάσεις δεν δικαιολογούν αναστολή της διαδικασίας. Τέλος δηλώνει ότι η δικηγόρος της εναγομένης δεν νομιμοποιείται να ενεργεί ταυτόχρονα ως δικηγόρος και να ορκίζεται για τα γεγονότα. 

Η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση χωρίς οποιαδήποτε πλευρά να ζητήσει την αντεξέταση των ενόρκως δηλωσάντων και οι συνήγοροι των μερών προώθησαν ο καθένας τη θέση του αντίστοιχα και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε νομολογία.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΗΣ ΕΠΙΔΙΚΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ

 

·        Η Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διέπει το θέμα της τροποποίησης δικογράφων και είχε ως εξής κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αίτηση χρόνο:

 

«The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties».

 

Αναφορικά με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων, στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναΐδος Χριστοδούλου και άλλη (1991) 1 ΑΑΔ 934 στην σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής:

 

«Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά  που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα».

 

Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. v. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd (1993) 1 AΑΔ 726, λέχθηκε στις σελίδες 730–731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι:

 

«Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης».

 

Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (1994) 1 AAΔ 426:

 

«Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων  του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός  και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή».

 

Περαιτέρω στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα (1999) 1 ΑΑΔ 44, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω  κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε  κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήταν ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δεκατριών περίπου χρόνων.

 

Το θέμα της τροποποίησης δικογράφων ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί για το λόγο ότι υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το Δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγον είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης.

 

Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η νομολογία δείχνει ότι η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1991) 1 ΑΑΔ 934). Το θέμα παραμένει όμως στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και ασκείται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Εξηγείται ακόμα από τη νομολογία, Saba and Co (T.M.P.) v. T.M.P Agents (ανωτέρω) ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν απορρίπτεται ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο επειδή η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα (ανωτέρω), εξηγήθηκε ότι τροποποίηση που επιφέρει συγκεκριμενοποίηση και θέτει τα δικόγραφα σε τάξη, καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης, είναι επιτρεπτή.

 

Σε σχέση με όλες τις πιο πάνω αρχές, είναι ενδεικτικά τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Νικολάου ν. 1. Ζωή Μιλτιάδους κ.ά., (2007) 1 ΑΑΔ 1005 στην οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση ολόκληρης της αγωγής αφού δόθηκε άδεια για τροποποίηση, κατ’ έφεση:

 

«Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγον είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων».

 

·        Με την επίδικη αίτηση επιζητείται επίσης η διαγραφή της παρούσας αγωγής δυνάμει της Δ.27 Θ.3 και για το λόγο αυτό είναι αναγκαία η παράθεσή της η οποία προνοεί τα ακόλουθα:

 

«The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleading to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to beentered accordingly as may be just».

 

Η διαταγή αυτή αντλεί την καταγωγή της μέσα από τους παλαιούς αγγλικούς θεσμούς Ο.25 r.4.Στο σύγγραμμα The Annual Practice 1958 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 575 σε σχέση με την έννοια του αγώγιμου δικαιώματος:

 

«In point of law, ..every cause of action is a reasonable one' (per Chitty, J., Rep. of Peru v. Peruvian Guano Co., 35 Ch. D. p. 495).  But the practice is clear.  So long as the Statement of Claim or the particulars (Davey v. Bentinck [1893] 1 Q.B. 185) disclose some cause of action, or raise some question fit to be decided  by a Judge or a jury, the mere fact that the case is weak, and not likely to succeed, is no ground for striking it out (Moore v. Lawson, 31 T.L. R. 418)...And where the Statement of Claim in its present form discloses no cause of action because some material averment has been omitted, the Court, while striking out the pleading, will not dismiss the action, but give the plaintiff leave to amend.» 

 

Σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacobs Precedents of Pleadings (12η έκδοση), στη σελ. 144, στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης για παραμερισμό ή διαγραφή ενός δικογράφου, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο αποκαλύπτεται βάσιμη αιτία αγωγής με κάποια πιθανότητα επιτυχίας στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Το ερώτημα δεν θα πρέπει να είναι κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής, αλλά εάν αποκαλύπτεται μία εύλογη αιτία αγωγής. Προκύπτει, επίσης, από το εν λόγω σύγγραμμα, ότι εάν αποκαλύπτεται κάποια αιτία αγωγής ή κάποιο ερώτημα, είτε αυτό αφορά τα γεγονότα είτε το νόμο, το οποίο πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο, το γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη ή χωρίς πιθανότητες επιτυχίας, δεν είναι λόγος διαγραφής της αγωγής. 

 

·        Η Δ.19 Θ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα:

 

«The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action».

 

Αναφορικά με την ερμηνεία της Δ.19 Θ.26 και της Δ.27 Θ.3 σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Νίκος Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) (1998) 1 Α.Α.Δ. 1338, όπου διευκρινίζεται ότι η Δ.19 Θ.26 περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής, κάτι που μπορεί να επιτευχθεί με τη Δ.27 Θ.3.

 

Η Δ.19 Θ.26 ουσιαστικά διαλαμβάνει ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή την τροποποίηση οποιουδήποτε θέματος το οποίο περιέχεται στην οπισθογράφηση της αγωγής ή σε ένα δικόγραφο και το οποίο δυνατόν να είναι περιττό ή σκανδαλώδες ή να τείνει να επηρεάσει, να ενοχλήσει ή να καθυστερήσει τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης σε μια αγωγή. Όμως, ένα δικόγραφο δεν θεωρείται ότι είναι ενοχλητικό απλώς γιατί οι ισχυρισμοί που περιέχει δυνατό να αποδειχθούν τελικά αναληθείς (Turquand v. Fearon 48 J.J. Q.B. 703) ή γιατί τα νομικά σημεία που εγείρονται μπορεί να αποδειχθούν ανεφάρμοστα ή να απορριφθούν στο τέλος της υπόθεσης ή διότι παρατίθενται διαζευκτικές βάσεις αγωγής. Η τάση είναι να διατάσσεται η διαγραφή ενός δικογράφου μόνο όταν εγείρεται θέμα άσχετο ή μη αναγκαίο και το γεγονός αυτό είναι ξεκάθαρο (London Corporation v. Homer (1914) 111 L.T. 512 C.A.). 

 

Από το ίδιο το λεκτικό της Δ.19 Θ.26 φαίνεται ότι το όλο θέμα της διαγραφής μέρους του δικογράφου ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου.

 

ΤΕΛΙΚΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Θα προχωρήσω να εξετάσω τις αιτούμενες θεραπείες της αίτησης αφήνοντας τελευταία την υπ’ αριθμό 2 που αφορά το αίτημα για τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης λόγω της μεγάλης της έκτασης.

 

·        Η εναγομένη με την θεραπεία αρ. 1 της Αίτησής της ζητά την εξαίρεση της Δικαστού στο πρόγραμμα εργασίας της οποίας κατά τον χρόνο καταχώρησης της Αίτησης ενέπιπτε η εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Από το Σεπτέμβριο 2017 η εκδίκαση της παρούσας αγωγής εμπίπτει πλέον στο δικό μου πρόγραμμα εργασίας. Παρά το ως άνω γεγονός, κατά την ακρόαση της αίτησης η κα Παπακόκκινου δεν απέσυρε το μέρος αυτό της αίτησής της. Κρίνω πως δεν χρειάζεται να σχολιασθεί οτιδήποτε περαιτέρω για το θέμα αυτό το οποίο εκ των πραγμάτων κατέστη άνευ αντικειμένου. Συνεπώς η αιτούμενη θεραπεία υπ’ αριθμό 1 δεν μπορεί να πετύχει και για το λόγο αυτό απορρίπτεται.

 

·        Με την αιτούμενη θεραπεία υπ’ αριθμό 3 η εναγόμενη ζητά διακοπή ή/και αναστολή ή/και αναβολή των διαδικασιών ενώπιον του Δικαστηρίου αφενός μέχρι της τελεσίδικης ακρόασης της παρούσας αίτησης όσο και της τελεσιδίκου αποφάσεως της εκκρεμούσης εφέσεως ενώπιον του Εφετείου ενόψει του περιεχομένου της εφέσεως και των θεμάτων που ηγέρθησαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Προς υποστήριξη του αιτήματος αυτού σχετική είναι η παράγραφος 12 της ένορκης δήλωσης της εναγόμενης η οποία αναφέρει ότι «ενόψει των γεγονότων και των περιστάσεων της υπόθεσης είναι επιβεβλημένο και επάναγκες να διαταχθεί ως ανωτέρω για σκοπούς δικαιοσύνης και δίκαιης απονομής της». Η εναγόμενη επικαλείται στην ουσία την εγγενή εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ή της εκδίκασης της εκκρεμούσας αγωγής. Σχετικά με το θέμα αυτό είναι όσα λέχθηκαν στην υπόθεση The Municipality of Limassol v. Archbishop of Cyprus (1981) 1 C.L.R. 445:

 

«Time and again it has been said the Court has an inherent jurisdiction to stay proceedings and that such jurisdiction is a discretionary one to be exercised by the Court if it thinks fit and in a proper case, terms may be imposed, but it ought to be very sparingly exercised and only in very exceptional cases. The general practice is, however, that you should not stay actions unless the action, beyond all reasonable doubt, ought not to go on. (See Vaughan Williams, Lord Justice in Shackleton v. Swift [1913} 2 K.B. at p. 312).» 

 

Αυτή η εξουσία του Δικαστηρίου να αναστέλλει τις ενώπιον του διαδικασίες ασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να αναστείλει την ενώπιον του διαδικασία όταν διαπιστώσει πέραν λογικής αμφιβολίας ότι η ενώπιόν του αγωγή δεν πρέπει να συνεχιστεί. Διαφορετικά, εάν διατασσόταν αναστολή μιας αγωγής χωρίς να έχει αποδειχθεί στον υψηλό βαθμό που απαιτείται για κάτι τέτοιο ότι η αγωγή δεν πρέπει να συνεχιστεί, αυτό θα συνιστούσε με παραβίαση του δικαιώματος του διαδίκου να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει δυνάμει του άρθρου 30(1) του Συντάγματος. Δεν έχει τεθεί με την ένορκη δήλωση της εναγομένης οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να συνηγορεί υπέρ της άποψης ότι η παρούσα αγωγή δεν πρέπει να συνεχιστεί. Για το λόγο αυτό το αιτητικό της αίτησης υπ’ αριθμό 3 απορρίπτεται.

·         Με την αιτούμενη θεραπεία υπ’ αριθμό 4 της επίδικης αίτησης της ενάγουσας η ενάγουσα αξιοί Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται η δοθείσα ημερομηνία ως ημερομηνίας ακροάσεως 25.5.2017 ως και/ή οποιοδήποτε χρονοδιάγραμμα δια οποιαδήποτε διενέργεια και/ή πράξη εκ μέρους οποιουδήποτε των διαδίκων, ενόψει των ανωτέρω αιτημάτων 1, 2 και 3. Είναι προφανές ότι η 25.5.2017 η οποία κατά το χρόνο καταχώρησης της επίδικης αίτησης ήτο ορισμένη ως ημερομηνία ακροάσεως της αγωγής έχει παρέλθει και δεν χρειάζεται να λεχθεί οτιδήποτε άλλο επ’ αυτού. Κατά τα λοιπά κρίνω ότι επί της ουσίας η αιτούμενη θεραπεία είναι η ίδια με την υπ’ αριθμό 3 η οποία σχολιάσθηκε αμέσως πιο πριν και τα όσα αναφέρθηκαν για τον ως άνω λόγο τυγχάνουν εφαρμογής και στην παρούσα. Για τους λόγους που αναφέρθηκαν αμέσως πιο πριν η αιτούμενη θεραπεία απορρίπτεται.

·        Η εναγομένη με την αιτούμενη θεραπεία υπ’ αρ. 5 της Αίτησής της ζητά τη διαγραφή των παραγράφων 1-12 της Έκθεσης Απαίτησης καθώς και διαγραφή και απόρριψη της αγωγής. Βάση του σχετικού αιτήματός της είναι η θέση της ότι ο ενάγων δεν συνδέει καθόλου τα γεγονότα της Έκθεσης Απαίτησής του με την Αλέκα Π. Παπακόκκινου υπό οποιανδήποτε ιδιότητά της, αλλά αντιθέτως στον Τίτλο αναφέρεται άλλο πρόσωπο από το αναφερόμενο στα γεγονότα της Έκθεσης Απαίτησης. Έχοντας λάβει υπόψη μου την Έκθεση Απαίτησης καθώς και το γεγονός ότι η κα Αλέκα Π. Παπακόκκινου ενάγεται υπό την ιδιότητα της διαχειρίστριας της περιουσίας της αποβιωσάσης αδελφής της Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου χωρίς η ίδια να είχε διασύνδεση με τα πραγματικά γεγονότα τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα, κρίνω ότι για σκοπούς εξέτασης της εν λόγω Έκθεσης Απαίτησης επί των όσων διαλαμβάνει η Δ.27 Θ.3,η παρούσα αγωγή δεν είναι δικόγραφο το οποίο δεν αποκαλύπτει μια εύλογη αιτία αγωγής. Συνεπώς δεν κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και να απορρίψει την παρούσα αγωγή με το δραστικό τρόπο που προβλέπει η Δ.27 Θ.3. Για τους ως άνω λόγους το αιτητικό υπ’ αριθμό 5 δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται.

 

Περαιτέρω, με την υπ’ αρ. 5 αιτούμενη θεραπεία της η εναγομένη ζητά επίσης από το Δικαστήριο, μετά τη διαγραφή της αγωγής να προχωρήσει και να εκδώσει απόφαση υπέρ της ως η Ανταπαίτησή της. Με δεδομένο ότι αμέσως πιο πάνω έκρινα ότι δεν δικαιολογείται διαγραφή ή απόρριψη της παρούσας αγωγής καθώς επίσης ότι στο φάκελο του Δικαστηρίου υπάρχει καταχωρημένη από την ενάγουσα εταιρεία Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, κρίνω ότι δεν μπορεί στο παρόν στάδιο και με τον τρόπο που εισηγείται η εναγόμενη να μπορεί να γίνει αυτό και συνεπώς επίσης απορρίπτεται.

 

·        Με την αιτούμενη θεραπεία υπ’ αριθμό 2 η εναγόμενη ζητά Διάταγμα για να τροποποιήσει την Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή της ημερομηνίας 2.11.2011. Βασίζει την αίτησή της στον ισχυρισμό ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά το θάνατο της Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου και ότι αυτή είναι αναγκαία για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλες οι διαφορές των διαδίκων. Από το απόσπασμα όμως της ένορκης της δήλωσης το οποίο παρέθεσα αυτούσιο πιο πάνω, φαίνεται ξεκάθαρα ότι η εναγόμενη ζητά την αιτούμενη τροποποίηση για να συμπεριλάβει ισχυρισμούς γεγονότων για να καλύψει όλη τη περίοδο μέχρι την ημέρα του θανάτου της αδελφής της όσο και όλα μεσολάβησαν από 15.12.14 και εντεύθεν. Το θέμα της τροποποίησης παραμένει, όπως ανέφερα και πιο πάνω στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και ασκείται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.

 

Η αιτούμενη θεραπεία υπ’ αριθμό 2 έχει κατά την άποψή μου δύο σκέλη. Το πρώτο αφορά τις προδικαστικές ενστάσεις τις οποίες η εναγομένη επιθυμεί να συμπεριλάβει στο δικόγραφό της και περιλαμβάνονται στις σελίδες 3-20 του ΠΙΝΑΚΑ «Α». Κρίνω ότι κάτι τέτοιο, λαμβάνοντας υπόψη μου και το γεγονός ότι η αγωγή μετά το στάδιο της κλήσης για οδηγίες, ορίστηκε για ακρόαση αρκετές φορές χωρίς να τεθεί θέμα προδικαστικής εκδίκασης οποιουδήποτε νομικού σημείου εγειρόταν στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της εναγόμενης, θα είναι ατελέσφορο και δεν θα πρέπει να επιτραπεί. Βασίζω την κρίση μου αυτή στα όσα λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Ρέα Ανδρονίκου κ.ά. ν. Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Εξαρτωμένους τους, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολιτική Έφεση αρ. 168/2010, ημερομηνίας 24.2.2016. Το σχετικό απόσπασμα έχει ως ακολούθως:

 

«Με αυτό το σκεπτικό, με το δέοντα σεβασμό, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η εισήγηση των εφεσειόντων ότι ο μόνος περιορισμός που η νομολογία αναγνωρίζει είναι να μην υποβάλλονται τέτοιες αιτήσεις κατά την ημέρα της ακρόασης.  Η σχετική εισήγηση έγινε με αναφορά στις υποθέσεις The heirs of late Theodora Panayi vThe Administrators of the Estate of the late Stylianos Mandriotis (1963) 2 CLR  167 και Michaelides vDiakou (1968) 1 CLR 392 δια στόματος Ιωσηφίδη, Δ., υπέδειξε τα εξής: 

 

«We would like to add that in cases where an objection is taken in the defence the interested party must apply to the Court to have a particular point of law under Order 27 formulated and set down for hearing before the date of trial, and be should not wait until the day of trial when all the parties and their witnesses are before the Court, when considerable costs may be incurred.  An application under Order 27 should normally be made on the summons for directions.»

 

Η αναφορά όμως αυτή δεν μπορεί, για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί, να ερμηνευθεί τόσο στενά ως η εισήγηση των εφεσειόντων.  Χαρακτηριστική, άλλωστε, είναι η ταυτόχρονη υπενθύμιση από τον Ιωσηφίδη, Δ., πως ο κατάλληλος κανονικά χρόνος είναι ο χρόνος της κλήσης για οδηγίες, κάτι που υποδηλώνει εμμονή στην παγιωμένη αρχή περί εγκαίρου διαβήματος.

 

Είναι χαρακτηριστικό ότι η προαναφερθείσα υπόθεση ΧʺΟικονόμου αφορούσε περίπτωση που η αίτηση καταχωρίστηκε 3 μήνες πριν την ορισθείσα ημερομηνία ακρόασης (εν προκειμένω 5 εβδομάδες).  Το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνοντας ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση σημείωσε τα εξής:

 

«Αιτήσεις για προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων, όπως και άλλες ενδιάμεσες αιτήσεις, θα πρέπει να καταχωρούνται νωρίτερα, όπως έχουμε αναφέρει και όχι σε μεταγενέστερο στάδιο, που μόνο καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης μπορούν να επιφέρουν και όχι διευκόλυνση ή συντόμευση της διαδικασίας.»

 

Εν προκειμένω, οι εφεσείοντες είχαν την ευκαιρία να λάβουν μέτρα ακόμα και πριν την καταχώριση των υπερασπίσεων τους τις οποίες καταχώρισαν με καθυστέρηση μηνών και αφού προηγήθηκε, ως άνω, αίτηση για απόφαση.  Δεν πρόβαλαν όμως μέχρι τότε οποιαδήποτε ένσταση περί ανυπαρξίας των εναγόντων οι οποίοι προχώρησαν και ζήτησαν απόφαση εναντίον τους.  Έθεσαν θέμα στις υπερασπίσεις, που δεν ήταν το ορθό πλαίσιο, χωρίς και πάλιν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα.  Αντ΄ αυτού ζήτησαν και έλαβαν από τους ανύπαρκτους, κατά τον ισχυρισμό που δεν προωθούσαν, αντιδίκους τους, αποκάλυψη εγγράφων, ένα διαδικαστικό διάβημα που εντάσσεται στην προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση.  Υπ΄ αυτές τις περιστάσεις, ορθή ήταν η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η καταχώριση της αίτησης όχι απλώς μετά που η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση, αλλά 5 μόνο εβδομάδες πριν από την ημερομηνία ακρόασης, με βέβαιη την ανατροπή της, όπως και έγινε, συνιστούσε αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

 

Παρέπεμψαν βέβαια οι εφεσείοντες και στην Αγωγή Αρ. 2788/2003 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Σταύρου Κρεμμού ν. Ελένης Κρεμμού κ.α., ημερ. 10.10.2005, στην οποία το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έκρινε ότι υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης η επίδικη αίτηση ακούστηκε έγκαιρα πριν την ακρόαση.  Η επικυρωτική όμως απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Κρεμμού ν. Κρεμμού, Πολ. Έφεση 55/2006, ημερ. 21.6.2007, μη δημοσιευθείσα) περιορίστηκε στο να υιοθετήσει πλήρως μεν την πρωτόδικη απόφαση, χωρίς όμως άλλη αιτιολόγηση ώστε να προσδιοριστεί ο λόγος της απόφασης Εφετείου σε συνάρτηση και ως μέρος της μέχρι τότε νομολογίας.  Εν πάση περιπτώσει, ήταν σαφής η διαπίστωση του Επαρχιακού Δικαστηρίου, επί της οποίας διέκρινε την περίπτωση, ότι η παρεμβολή της αίτησης δεν επηρέασε, στη συγκεκριμένη εκείνη περίπτωση, την ακρόαση, εφόσον, «η επίδικη αίτηση ακούστηκε έγκαιρα πριν την ακρόαση».  Ενώ, εν προκειμένω, είναι χαρακτηριστικό ότι η εκδίκαση της επίδικης αίτησης περατώθηκε 2 και πλέον μήνες μετά το χρόνο που ήταν προγραμματισμένη να αρχίσει η ακρόαση της αγωγής.

 

Ως προς την εισήγηση ότι η απόρριψη της αίτησης λόγω καθυστέρησης θα ισοδυναμούσε με συνέχιση της αγωγής με ανύπαρκτο ενάγοντα, σημειώνεται ότι, με βάση τη νομολογία[1] όπως στην περίπτωση που αμφισβητείται η εξουσιοδότηση του δικηγόρου του ενάγοντα έτσι και εν προκειμένω, εναπόκειται στον εναγόμενο να εγείρει το ζήτημα εγκαίρως και δεόντως.  Αν δεν λάβει μέτρα ή αν ενεργήσει με αδικαιολόγητη καθυστέρηση με αποτέλεσμα ν΄ απορριφθεί η αίτησή του, τέτοια απόρριψη δεν ισοδυναμεί με συνέχιση της αγωγής από ανύπαρκτο διάδικο, ως η εισήγηση των εφεσειόντων, αλλά απλώς έχει ως συνέπεια τη συνέχιση της αγωγής χωρίς να είναι πλέον δυνατό για τον εναγόμενο να ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας είναι ανύπαρκτο πρόσωπο.

 

Τα παραπάνω καλύπτουν ήδη και το ζήτημα του διορισμού των δικηγόρων των εφεσειόντων που τέθηκε κατά τρόπο συνεπακόλουθο.  Δεν είναι αχρείαστο όμως να σχολιαστεί περαιτέρω η θέση των εφεσειόντων, με αναφορά στην υπόθεση Daimler & Co vContinental Tyre Co Ltd (1916) 2 A.C. 307, ότι εφόσον εγείρεται θέμα ανικανότητας χορήγησης διορισμού δικηγόρου, το Δικαστήριο θα πρέπει, ακόμα και αυτεπαγγέλτως, να εξετάσει το θέμα και δεν θα πρέπει να επιτρέψει να συνεχίσει η αγωγή.  Στην εν λόγω υπόθεση αναγνωρίστηκε όντως η εξαιρετική εξουσία του Δικαστηρίου να διαγράψει την αγωγή χωρίς τυπικό αίτημα όταν διαπιστώσει ότι ο ενάγοντας είναι ανίκανος να χορηγήσει διοριστήριο.  Σαφώς όμως η εξουσία αυτή περιορίζεται σε ιδιαίτερες περιπτώσεις όπου η αδυναμία προβάλλει αναντίλεκτη, όπως ήταν η περίπτωση της υπόθεσης Daimler, όπου η αγωγή κινήθηκε κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο επ΄ ονόματι εταιρείας, της οποίας όλοι οι διευθυντές ήταν «Alien Enemies», ως υπήκοοι και κάτοικοι εχθρικής χώρας (Γερμανίας) «and as such incapable of exercising any of the powers vested in themas directors of a company incorporated in the United Kingdom.». 

 

Είναι υπ΄ αυτές τις ασυνήθεις περιστάσεις[2] που αναγνωρίστηκε η εξουσία και καθήκον του Δικαστηρίου να ανακόψει την αγωγή.  Χαρακτηριστικά είναι τα ακόλουθα από την ομόφωνη απόφαση του Lord Parker of Waddington, στη σελ. 337:

 

«It follows that this action was instituted without authority from the company, and in my opinion the Court having notice of the fact should have refused relief.  It is true that a question whether the plaintiff's solicitor has or has not been validly retained is in general brought before the Court by motion to which the solicitor is made a party.  But when the Court in the course of an action becomes aware that the plaintiff is incapable of giving any retainer at all, it ought not to allow the  action to proceed.  It clearly would not do so in the case of an infant plaintiff, and I can see no difference in principle between the case of an infant and the case of a company which has no directors or other officers capable of giving instructions for the institution of legal proceedings.  This is more especially so when, by reason of all the shareholders (with one exception) being the King's enemies, no agent or other officer capable of giving such instructions can be validly appointed.»

 

Είναι φανερό ότι εν προκειμένω δεν συντρέχουν περιστάσεις που να δικαιολογούσαν παρέμβαση του Δικαστηρίου ανεξάρτητα ακόμα και από το διάβημα των εφεσειόντων».

 

Στην υπόθεση Ρέα Ανδρονίκου (ανωτέρω) λέχθηκε ότι θέματα τα οποία πρέπει να εγείρονται προδικαστικά, όπως αυτά που επιθυμεί να εγείρει η εναγόμενη, το κατάλληλο στάδιο για να εγερθούν είναι το στάδιο της κλήσης για οδηγίες. Αυτές οι προδικαστικές ενστάσεις έπρεπε να είχαν εγερθεί στο στάδιο της κλήσης για οδηγίες. Κάτι τέτοιο δεν έγινε, παρά το γεγονός ότι και στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ημερομηνίας 2.11.2011 περιλαμβάνονται 9 προδικαστικές ενστάσεις. Η προσθήκη ακόμα 31 προδικαστικών ενστάσεων που αναφέρονται στις σελίδες 3-20 του ΠΙΝΑΚΑ «Α» της επίδικης αίτησης κρίνω ότι θα είναι ατελέσφορη για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω και συνεπώς δεν επιτρέπεται.   

 

Το 2ο σκέλος της αιτούμενης θεραπείας υπ’ αριθμό 2 αφορά σε θέματα τα οποία άπτονται των ισχυρισμών που περιέχονται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση ημερομηνίας 2.11.2011.  Εντοπίζεται το εν λόγω δικόγραφο στις σελίδες 20-42 του ΠΙΝΑΚΑ «Α» και αριθμεί τις παραγράφους στο μέρος Γ Ι-VII καθώς και τις παραγράφους 1-16. Έχω μελετήσει προσεκτικά και σύγκρινα μεταξύ τους το υφιστάμενο δικόγραφο και αυτό το οποίο θα προκύψει από την αιτούμενη τροποποίηση της εναγόμενης. Διαπιστώνω ότι σε πάρα πολλές από αυτές η εναγόμενη επιθυμεί να αντικαταστήσει τη λέξη «Η εναγόμενη» η οποία αναγράφεται στο καταχωρημένο δικόγραφό της ημερομηνίας 2.11.2011 με τη φράση «Η Αλέκα Π. Παπακόκκινου Διαχειρίστρια της περιουσίας της Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου και εναγόμενη επί του Τίτλου». Κατά τα λοιπά δεν μεταβάλλονται ουσιωδώς οι ισχυρισμοί της που περιέχονται στο καταχωρημένο δικόγραφο, παρά το γεγονός ότι σε ορισμένες παραγράφους προστίθενται ορισμένες λέξεις ή σε κάποιες άλλες παραλείπονται. Κατά το μέρος αυτό κρίνω ότι η αιτούμενη τροποποίηση πρέπει να εγκριθεί εκτός από το μέρος όπου περιλαμβάνονται οι παράγραφοι Ι-VII που δεν συνάδουν με τα όσα πρέπει να περιέχουν τα δικόγραφα και δη ισχυρισμούς γεγονότων αφού επαναλαμβάνω μοιάζουν περισσότερο με αγόρευση παρά με ισχυρισμούς γεγονότων. Κρίνω επίσης ότι για τον ίδιο λόγο δεν πρέπει να επιτραπεί ούτε η τροποποίηση ως το μέρος Α1-6 του ΠΙΝΑΚΑ «Α».    

 

Κρίνω ότι με την αιτούμενη τροποποίηση η πλευρά της ενάγουσας εταιρείας δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Επίσης με αυτή θα εξυπηρετηθεί και η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Αναφορικά με αυτές κρίνω ότι δικαιολογείται να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισής τους.

 

Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι η αιτούμενη τροποποίηση ως περιλαμβάνεται στις σελίδες 22-42 και συγκεκριμένα στις παραγράφους 1-15 θα πρέπει να επιτραπεί και εκδίδεται σχετικό Διάταγμα, με την διαφοροποίηση ότι η παράγραφος 15 θα έχει ως ακολούθως:

 

«15. Η Αλέκα Π. Παπακόκκινου Διαχειρίστρια της περιουσίας της Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου ισχυρίζεται και τονίζει στο παρόν έγγραφο ότι εν όψει των ανωτέρω που επαναλαμβάνει αιτείται αποδοχήν της Υπερασπίσεως ως ανωτέρω παραγρ. 1-15 και υποπαραγράφους και αιτείται την απόρριψη της αγωγής ως νομικά, ουσιαστικά και τυπικά αβασίμου, αστηρίκτου και εκδικητικής και παράνομης και αντίθετης με την Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου με έξοδα εναντίον του Ενάγοντος και του εμφανιζομένου ως δικηγόρου του και ζητεί ως η Ανταπαίτηση παραγρ. ως κατωτέρω ως η παραγρ. 16 με τα εις αυτές αναφερόμενα ποσά όπως εκτίθενται και ζητούνται.

 

Και η παράγραφος 16 θα έχει ως ακολούθως:

 

16.                                                             ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ

 

Η Αλέκα Π. Παπακόκκινου Διαχειρίστρια της περιουσίας της Βερεγγάριας Π. Παπακόκκινου και υπό την εις τον Τίτλο ιδιότητά της επαναλαμβάνει όλους τους πιο πάνω  ισχυρισμούς της και θέσεις της που διαλαμβάνονται στην Υπεράσπιση της ήτοι: 

 

Ως ανωτέρω Γ παραγρ. 1, 2, 3, 4, 5,6,7,8,9,10,11,12,13,14,15 και υποπαραγρ.

 

Και ΑΝΤΑΠΑΙΤΕΙ και αξιοί Ανταπαιτητικώς εναντίον του Ενάγοντος ως ακολούθως:

 

Και να ακολουθήσουν οι σελίδες 40, 41 και 42 του ΠΙΝΑΚΑ «Α» οι οποίες να παραμείνουν ως έχουν με την παράγραφο Γ στη σελίδα 40 να σημειώνεται ως παράγραφος Α. 

 

ΤΑ ΕΞΟΔΑ

Η επιδίκαση εξόδων αποτελεί έργο ενάσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Ο γνωστός βασικός κανόνας που είναι κανόνας λογικής είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Όπως έχει αναφερθεί και στην υπόθεση Πέτρος Μιχαήλ ν. Ανδρέα Χαραλαμπίδη (1990) 1 Α.Α.Δ. 389 η οποία υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Μάρω Ζαβρού ν. Ελενίτσας Μιχαηλίδου (1996) 1 Α.Α.Δ. 477, ο κανόνας αυτός ότι δηλαδή τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα είναι τόσο ισχυρός που παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει επαρκής περίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται. Είναι δεδομένη η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου που προσφέρεται σε κάποιο διάδικο. Η άσκηση αυτής της δυνατότητας όμως αναμφίβολα προκαλεί εκτροπή που συνεπάγεται δαπάνη. Αυτή θα την επωμισθεί ως θέμα αρχής ο επιζητών την τροποποίηση δηλαδή αυτός που προκαλεί την εκτροπή. Στην παρούσα περίπτωση έστω και αν η αίτηση πέτυχε έστω μερικώς δεν παραβλέπω το γεγονός ότι η γενεσιουργός αιτία της δημιουργίας των εξόδων ήταν το δικονομικό διάβημα της Εναγόμενης να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση τροποποίησης που οδήγησε την υπόθεση στην εκτροπή. Θεωρώ ότι υπό τις παρούσες περιστάσεις δικαιολογείται η παρέκκλιση από τον συνήθη κανόνα για την επιδίκαση των εξόδων εφόσον η γενεσιουργός αιτία της εκτροπής και της δημιουργίας εξόδων ήταν η καταχώρηση της αίτησης.

 

Για τους πιο πάνω λόγους κρίνω πως τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και αυτά που θα σπαταληθούν συνεπεία της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας – Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον της Εναγομένης - Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής.

 

(Υπ.) ………………………..

Γιώργος Χρ. Φούλιας

Επαρχιακός Δικαστής

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο