ECLI:CY:EDLEF:2018:A397
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 5925/2011
Μεταξύ:
CONTINENTAL BUSES LTD, από τη Λεμεσό
Εναγόντων
και
1. XXXXX ΛΥΜΠΟΥΡΗΣ, από τη Λευκωσία
2. ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΠΑΝΑΓΟΣ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία
Εναγομένων
και
XXXXX ΜΕΝΕΛΑΟΥ
Τριτοδιαδίκου
Ημερομηνία: 29.6.2018
Αίτηση των εναγόντων ημερομηνίας 18.1.2018 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης
Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Μαρκίδου για κ.κ. PHC TSANGARIDES LLC
Για Καθ’ ων η Αίτηση - Εναγόμενους: κα Μ. Κωνσταντίνου για κ.κ. Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
Για Τριτοδιάδικο: κα Ζαχαριάδη για κ. Ευστάθιο Κ. Ευσταθίου
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες, ιδιοκτήτες του λεωφορείου με αρ. εγγραφής XXXXX00, αξιούν εναντίον των εναγομένων 1 και 2 απόφαση για το ποσό των €62.665,43 ως ειδικές αποζημιώσεις, απώλειες και έξοδα τα οποία υπέστηκαν ως συνέπεια οδικού ατυχήματος το οποίο συνέβηκε στις 19.10.2010 και κατά τους ισχυρισμούς τους, οφείλεται στην αμέλεια του εναγομένου αρ. 1 και για το οποίο οι εναγόμενοι 2 ευθύνονται ως εκ προστήσεως υπεύθυνοι για τις πράξεις ή /και παραλείψεις του.
Προτού ξεκινήσει η ακρόαση της παρούσας αγωγής οι ενάγοντες καταχώρησαν την επίδικη αίτηση με την οποία αιτούνται την τροποποίηση των παραγράφων 7 και 8 της Έκθεσης Απαίτησής τους. Ειδικότερα αιτούνται τη διαγραφή της υφιστάμενης παραγράφου 7 και την αντικατάστασή της με νέα παράγραφο ως αυτή φαίνεται στο σώμα της αίτησης και από την παράγραφο 8 μόνο την αντικατάσταση του ποσού των €62.665,43 με το ποσό των €69.535,43.
Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 ΘΘ.1, 2, 4 και 5, Δ.48 ΘΘ.1, 3 και 9 και Δ.64 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η επίδικη αίτηση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Μιχαήλ, διευθυντή των εναγόντων. Σε αυτή αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: μετά από το ατύχημα το επίδικο λεωφορείο είχε θεωρηθεί ότι είχε καταστραφεί ολοσχερώς και το κόστος επιδιόρθωσής του ανερχόταν στο ποσό των €46.200,00 πλέον Φ.Π.Α. πλέον το κόστος απώλειας της χρήσης του για 30 ημέρες που ήταν η περίοδος η οποία χρειαζόταν για να επιδιορθωθεί. Τελικά αντί να επιδιορθώσουν το εν λόγω λεωφορείο, λίγες μέρες πριν την υποβολή της παρούσας αίτησης το πώλησαν για το ποσό των €20.000, γεγονός το οποίο διαφοροποιεί κατά την άποψή τους το ποσό το οποίο δικαιούνται να διεκδικούν. Από τη νομική συμβουλή την οποία λαμβάνει ο κ. Μιχαήλ είναι η θέση του ότι εάν δεν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση θα είναι δύσκολο αν όχι αδύνατο να προχωρήσει η παρούσα αγωγή. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι είναι ορθό και δίκαιο να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση για να απονεμηθεί καλύτερα και ορθότερα δικαιοσύνη από το Δικαστήριο. Ισχυρίζεται τέλος ότι οι εναγόμενοι και ο τριτοδιάδικος δεν θα υποστούν καμιά ζημιά από την αιτούμενη τροποποίηση και για τους ως άνω λόγους ζητά την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
Οι εναγόμενοι καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση για τροποποίηση προβάλλοντας 13 συνολικά λόγους ισχυριζόμενοι μεταξύ άλλων ότι η αίτηση υποβλήθηκε με πολύ μεγάλη καθυστέρηση, δεν παρέχεται καλός λόγος για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, με την τροποποίηση θα προκληθεί καθυστέρηση στην εκδίκαση της αίτησης, η τροποποίηση δεν είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων, είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, παράτυπη και αντικανονική και καταχωρήθηκε κακόπιστα και καταχρηστικά, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και τέλος ότι τα αιτούμενα διατάγματα παραβιάζουν το άρθρο 30(1) του Συντάγματος.
Η ένσταση στηρίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 και Δ.48 ΘΘ. 1–9, στο άρθρο 30(2) του Συντάγματος και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη σχετική νομολογία.
Τα γεγονότα επί των οποίων αυτή στηρίζεται εμφαίνονται στην ένορκο δήλωση του κ. XXXXX Δημητριάδη, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των εναγομένων. Ο κ. Δημητριάδης ισχυρίζεται ότι ο κ. Μιχαήλ δεν επισυνάπτει κανένα τεκμήριο ή στοιχείο ή έγγραφο το οποίο να υποστηρίζει τον ισχυρισμό του αναφορικά με την πώληση του εν λόγω λεωφορείου και πότε αυτή έγινε. Ισχυρίζεται επίσης ότι η κατ’ ισχυρισμό πώληση του επίδικου λεωφορείου δεν αποτελεί λόγο για την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης αφού στην πραγματικότητα η προηγούμενη αξία του λεωφορείου δεν αποτελεί λεπτομέρεια ζημιών αλλά ισχυρισμό των εναγόντων και μαρτυρία η οποία θα προσκομιστεί κατά το στάδιο της ακρόασης. Ισχυρίζεται τέλος ότι η επίδικη αίτηση γίνεται καταχρηστικά και αφού παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από την καταχώρηση της αγωγής με αποτέλεσμα να παραβιάζεται το συνταγματικό δικαίωμα των εναγομένων για εκδίκαση της αγωγής εντός ευλόγου χρόνου και με αυτή θα προκληθεί ανεπανόρθωτη βλάβη στα συμφέροντα τους. Για τους λόγους τους οποίους επικαλείται στην ένορκή του δήλωση ο κ. Δημητριάδης ζητά απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος των αιτητών.
Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση χωρίς οποιαδήποτε πλευρά να ζητήσει την αντεξέταση των προσώπων που υπέγραψαν τις ένορκες δηλώσεις και οι συνήγοροι των εναγόντων και των εναγομένων προώθησαν ο καθένας τις θέσεις του αντίστοιχα και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε νομολογία. Η πλευρά του τριτοδιαδίκου, ο οποίος κατά τον κρίσιμο χρόνο ήταν ο οδηγός του λεωφορείου των εναγόντων, δήλωσε ότι δεν φέρει ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
NOMIKH ΠΤΥΧΗ
Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναΐδος Χριστοδούλου και άλλη (1991) 1 Α.Α.Δ. 934 λέχθηκαν τα εξής:
«Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα».
Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. v. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd (1993) 1 A.A.Δ. 726, λέχθηκε σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι:
«Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης».
Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (1994) 1 Α.Α.Δ. 426:
«Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή».
Περαιτέρω στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα (1999) 1 Α.Α.Δ. 44, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήταν ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δεκατριών περίπου χρόνων.
Σε σχέση με όλες τις πιο πάνω αρχές, είναι ενδεικτικά τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Νικολάου ν. 1. Ζωή Μιλτιάδους κ.ά., (2007) 1 Α.Α.Δ. 1005, στην οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση ολόκληρης της αγωγής αφού δόθηκε άδεια για τροποποίηση, κατ’ έφεση:
«Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγον είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων».
Στην υπόθεση IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.ά. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, ημερομηνίας 20.3.2014, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα:
«Όπως ήδη έχει καταγραφεί, τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου, (1991) 1 Α.Α.Δ. 934, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου, (1995) 1 Α.Α.Δ. 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A. G. Leventis κ.ά., (1993) 1 Α.Α.Δ. 726, SABA & Co. (T.M.P.) Agents, (1994) 1 Α.Α.Δ. 426, Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.ά., (2007) 1 Α.Α.Δ. 1005).
Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η νομολογία δείχνει ότι η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου) (ανωτέρω). Το θέμα παραμένει όμως στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και ασκείται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Εξηγείται ακόμα από τη νομολογία, Saba and Co (T.M.P.) v. T.M.P Agents (ανωτέρω) ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν απορρίπτεται ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο επειδή η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα (ανωτέρω), εξηγήθηκε ότι τροποποίηση που επιφέρει συγκεκριμενοποίηση των επίδικων θεμάτων και θέτει τα δικόγραφα σε τάξη, καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης, είναι επιτρεπτή.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Οι αιτητές ισχυρίζονται ότι το επίδικο λεωφορείο πωλήθηκε λίγες ημέρες πριν την υποβολή της αίτησης για τροποποίηση και είναι για αυτό τον λόγο που προέκυψε η αναγκαιότητα για την αιτούμενη τροποποίηση. Ισχυρίζονται επίσης ότι λόγω αυτής της πώλησης έχει διαφοροποιηθεί το ποσό το οποίο διεκδικούν αφού πλέον δεν θα προχωρήσουν στην επιδιόρθωσή του αλλά θα αξιώσουν τη διαφορά η οποία προκύπτει από την αξία που είχε το λεωφορείο κατά τον χρόνο του ατυχήματος αφαιρουμένου του ποσού των €20.000 για το οποίο αυτό πωλήθηκε. Κρίνω ότι ο ως άνω προβαλλόμενος λόγος αποτελεί επαρκή δικαιολόγηση γιατί η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε σε αυτό το χρονικό σημείο και δεν διαπιστώνω ότι υπήρξε οποιαδήποτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση από την πλευρά των εναγόντων στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης.
Έχοντας υπόψη μου την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και ειδικότερα τον ισχυρισμό ότι η αναγκαιότητα για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης διαφάνηκε πρόσφατα μετά που οι ενάγοντες πώλησαν το επίδικο λεωφορείο κρίνω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός αποτελεί ικανοποιητική εξήγηση για να επιτραπεί στους ενάγοντες να τροποποιήσουν το δικόγραφό τους. Η αιτούμενη τροποποίηση θα εξυπηρετήσει τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και συγκεκριμένα θα επιτρέψει στους ενάγοντες να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου το ποσό το οποίο πράγματι διεκδικούν και για το οποίο θα προσφέρουν μαρτυρία. Όπως αναφέρθηκε στις υποθέσεις Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου και IKOS CIF LTD (πιο πάνω) η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα και ότι ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων.
Κρίνω επίσης ότι η αιτούμενη τροποποίηση πρέπει να επιτραπεί γιατί εξυπηρετεί την κάλυψη της πραγματικής και σημαντικής ανάγκης για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και της διατύπωσης των θέσεων των διαδίκων ο οποίος είναι και ο κρισιμότερος παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη σε αιτήσεις για τροποποίηση όπως η επίδικη. Με την τροποποίηση θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλοι οι κρίσιμοι ισχυρισμοί για να έχει ολοκληρωμένη εικόνα για την ενώπιόν του αντιδικία. Διαπιστώνω επίσης ότι με την αιτούμενη τροποποίηση οι ενάγοντες στην ουσία επιδιώκουν μόνο τη διαφοροποίηση του ποσού των ειδικών αποζημιώσεων το οποίο αξιούν και δεν πρόκειται για μια εκ βάθρων τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης η οποία να εισάγει νέους ισχυρισμούς.
Αναφορικά με τον λόγο ένστασης ο οποίος εισηγείται ότι με την αιτούμενη τροποποίηση οι εναγόμενοι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με κατάλληλη διαταγή για τα έξοδα κρίνω ότι αυτός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Αυτό αφενός γιατί οι εναγόμενοι στην ένορκή τους δήλωση που συνοδεύει την ένστασή τους δεν συγκεκριμενοποιούν την ανεπανόρθωτη βλάβη την οποία ισχυρίζονται ότι θα υποστούν και αφετέρου επειδή η αιτούμενη τροποποίηση αφορά μόνο τη διαφοροποίηση του διεκδικούμενου ποσού των ειδικών αποζημιώσεων χωρίς να διακρίνω ότι θα απαιτηθεί οποιαδήποτε περαιτέρω προετοιμασία για την ακρόαση άλλη από αυτή την οποία ούτως ή άλλως θα κατέβαλλαν.
Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης.
Αναφορικά με το θέμα των εξόδων αποτελεί έργο ενάσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Ο γνωστός βασικός κανόνας που είναι κανόνας λογικής είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Όπως έχει αναφερθεί και στην υπόθεση Πέτρος Μιχαήλ ν. Ανδρέα Χαραλαμπίδη (1990) 1 Α.Α.Δ. 389 η οποία υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Μάρω Ζαβρού ν. Ελενίτσας Μιχαηλίδου (1996) 1 Α.Α.Δ. 477, ο κανόνας αυτός ότι δηλαδή τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα είναι τόσο ισχυρός που παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει επαρκής περίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται.
Είναι δεδομένη η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου που προσφέρεται σε κάποιο διάδικο. Η άσκηση αυτής της δυνατότητας όμως αναμφίβολα προκαλεί εκτροπή που συνεπάγεται δαπάνη. Αυτή θα την επωμισθεί ως θέμα αρχής ο επιζητών την τροποποίηση δηλαδή αυτός που προκαλεί την εκτροπή. Στην παρούσα περίπτωση έστω και αν η αίτηση πέτυχε δεν παραβλέπω το γεγονός ότι η γενεσιουργός αιτία της δημιουργίας των εξόδων ήταν το δικονομικό διάβημα των εναγόντων να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση τροποποίησης που οδήγησε την υπόθεση στην εκτροπή. Κρίνω ότι υπό τις παρούσες περιστάσεις δικαιολογείται η παρέκκλιση από τον συνήθη κανόνα για την επιδίκαση των εξόδων εφόσον η γενεσιουργός αιτία της εκτροπής και της δημιουργίας εξόδων ήταν η καταχώρηση της αίτησης.
Συνεπώς η αίτηση εγκρίνεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων – καθ’ ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής.
Η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος και να επιδοθεί στους εναγόμενους οι οποίοι να καταχωρήσουν υπεράσπιση σε αυτή εντός 10 ημερών από την προς αυτούς επίδοση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης των εναγόντων.
(Υπ.) ………………………..
Γιώργος Χρ. Φούλιας
Επαρχιακός Δικαστής
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ