ECLI:CY:EDLEF:2019:A31

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ.

 

                             Αρ. Αγωγής: 3003/17

Μεταξύ:

 

MARC O’ POLO INVESTMENTS LTD

Εναγόντων

και

 

HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD

Εναγομένων

 

 

Αίτηση ημερομηνίας 8.3.18 για Συνοπτική Απόφαση

 

 

Ημερομηνία: 18 Ιανουαρίου 2019   

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Μ. Κυριακίδης

Για Εναγόμενους - Καθ’ ων η αίτηση: κ. Γ. Χαραλάμπους

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

 

          Η Αίτηση των Εναγόντων (στο εξής οι Αιτητές) αποσκοπεί σε έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων (στο εξής οι Καθ’ ων η αίτηση).

 

          Η Αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.18 Θ 1 – 9 και Δ.48 Θ 1 – 4, 9 ως και στην πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Θωμαΐδη και XXXXX Omelnitski ημερομηνίας 8.3.18.

 

          Ο XXXXX Θωμαΐδης κατέχει τη θέση του διευθυντή των Αιτητών (τεκμήρια 1 - 10), οι οποίοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτες και διατηρούσαν τραπεζικούς λογαριασμούς στους Καθ’ ων η αίτηση. Ειδικότερα, στις 9.3.07, ο Καθ’ ων η αίτηση άνοιξαν 2 λογαριασμούς επ’ ονόματι των Αιτητών, στους οποίους καταχωρούντο όλες οι πιστώσεις και χρεώσεις. Στις 31.3.17 (τεκμήριο 19), οι εν λόγω λογαριασμοί, παρουσίαζαν πιστωτικό υπόλοιπο α) USD 4.381,09 πλέον τόκους και β) RUB 734.206.666,08 πλέον τόκους. Αναφέρει ότι στις 17.3.14, το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκδοσε, βάσει του άρθρου 29 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, απόφαση που αφορά περιοριστικά μέτρα, όσον αφορά δράσεις που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, κυριαρχία και ανεξαρτησία της Ουκρανίας. Στις 30.7.14 (τεκμήρια 20-21), το Συμβούλιο έκρινε ότι θα έπρεπε να τροποποιηθεί η εν λόγω απόφαση, ώστε να προστεθούν στον κατάλογο προσώπων, οντοτήτων και φορέων που αποτελούν αντικείμενο περιοριστικών μέτρων, κάποια επιπλέον πρόσωπα και οντότητες, μεταξύ των οποίων και ο XXXXX Rotenberg (στο εξής ο AR) ο οποίος στις 25.7.14 είχε μεταβιβάσει στο γιο του XXXXX Rotenberg (στο εξής ο IR) το συμφέρον του, ως ένας εκ των τελικών δικαιούχων τη ωφέλιμης ιδιοκτησίας των Αιτητών (ultimate beneficial owners), με ποσοστό 68,45% (τεκμήρια 12 -18). Μετά τα συμπερίληψη του AR στη λίστα κυρώσεων, αυτός στις 10.10.14 προσέφυγε στο Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ζήτησε ακύρωση των πράξεων του Ιουλίου 2014 κατά το μέρος που τον αφορούν. Το Γενικό Δικαστήριο στην απόφαση του ημερομηνίας 30.11.16 (τεκμήριο 22), ακύρωσε την απόφαση του Συμβουλίου ημερομηνίας 17.3.14, όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση του ημερομηνίας 30.7.14, κατά το μέρος που αφορούν τον AR, κρίνοντας τις κυρώσεις ως αναιτιολόγητες.

 

          Τον Αύγουστο 2014, αντιπρόσωποι των Αιτητών επικοινώνησαν με το Κέντρο Διεθνών Επιχειρήσεων Λεμεσού των Καθ’ ων η αίτηση και πληροφόρησαν λειτουργό των Καθ’ ων η αίτηση ότι α) στις 25.7.14 έγινε αλλαγή στους πραγματικούς δικαιούχους των Αιτητών, με την αντικατάσταση του AR από τον IR και β) ο AR από τις 30.7.14 συμπεριλήφθηκε στη λίστα κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περαιτέρω, επεξηγήθηκε στους Καθ’ ων η αίτηση ότι η εξέλιξη αυτή δεν επηρέαζε τους Αιτητές και δεν έπρεπε να περιοριστούν οι τραπεζικές τους δραστηριότητες. Επιπρόσθετα, οι αντιπρόσωποι των Αιτητών αντάλλαξαν ηλεκτρονική αλληλογραφία με τους λειτουργούς των Καθ’ ων η αίτηση (τεκμήριο 23) και τους εφοδίασαν με έγγραφα (τεκμήρια 24 - 39). Λίγες μέρες αργότερα, οι Αιτητές πληροφορήθηκαν την απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση να δεσμεύσουν μονομερώς στις 19.8.14, τα κεφάλαια που ήταν κατατεθειμένα σε πίστη τους, στους πιο πάνω λογαριασμούς. Οι Καθ’ ων η αίτηση ουδέποτε πληροφόρησαν γραπτώς ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο τους Αιτητές για τους λόγους που τους οδήγησαν στη λήψη απόφασης για δέσμευση των λογαριασμών. Ισχυρίζεται ότι η εν λόγω απόφαση, βασίστηκε στην εσφαλμένη εκτίμηση των Καθ’ ων η αίτηση ότι ο τελικός πραγματικός δικαιούχος των Αιτητών, συμπεριλαμβανόταν στη λίστα κυρώσεων. Ωστόσο από το τεκμήριο 20 προκύπτει ότι ο AR συμπεριλήφθηκε στη λίστα κυρώσεων στις 30.7.14 και συνεπώς τα περιοριστικά μέτρα εναντίον του τέθηκαν σε ισχύ στις 30.7.14. Όμως, ο AR, προτού ακόμα συμπεριληφθεί στη λίστα κυρώσεων, έπαυσε να είναι ο πραγματικός δικαιούχος των Αιτητών και από τις 25.7.14 καμιά σχέση έχει με τους Αιτητές.

 

          Στις 16.4.15 δικηγόροι των Αιτητών απέστειλαν επιστολή στους Καθ’ ων η αίτηση (τεκμήριο 40) ζητώντας τους να συνεργαστούν και να επιτρέψουν τη διενέργεια πληρωμών από τους λογαριασμούς, δηλαδή την απελευθέρωση των λογαριασμών, αποδεικνύοντας ότι τα χρήματα των λογαριασμών δεν επρόκειτο να καταλήξουν άμεσα ή έμμεσα στον AR. Οι Καθ’ ων η αίτηση, ουδέποτε απάντησαν στην εν λόγω επιστολή. Περαιτέρω, στις 6.4.17 διενεργήθηκε συνάντηση μεταξύ αντιπροσώπων των Αιτητών και Καθ’ ων η αίτηση, κατά την οποία οι Αιτητές ζήτησαν επίλυση του ζητήματος δέσμευσης των λογαριασμών. Οι Καθ’ ων η αίτηση στις 18.4.17 ενημέρωσαν τους Αιτητές ότι είχαν διαβιβάσει το ζήτημα τη Διοίκηση τους, με σκοπό την εξέταση ου. Ενόψει του ότι δεν δόθηκε καμιά απάντηση, οι Αιτητές, με επιστολές και ηλεκτρονική αλληλογραφία (τεκμήριο 41) ζήτησαν τη διευθέτηση νέας συνάντησης χωρίς όμως ανταπόκριση.

 

          Στις 23.5.17 ο δικηγόρος των Αιτητών απέστειλε νέα επιστολή στους Καθ’ ων η αίτηση (τεκμήριο 42), καλώντας τους να αποδεσμεύσουν τους λογαριασμούς, στην οποία όμως καμιά ανταπόκριση υπήρξε. Ακολούθησε επιστολή των δικηγόρων των Αιτητών ημερομηνίας 27.6.17 (τεκμήριο 43), με την οποία κάλεσαν τους Καθ’ ων η αίτηση όπως εντός 7 ημερών αποδεσμεύσουν τα κεφάλαια των λογαριασμών και μεταφέρουν αυτά σε λογαριασμό των Αιτητών σε πιστωτικό ίδρυμα στο εξωτερικό. Στις 7.7.17 οι δικηγόροι των Καθ’ ων η αίτηση απέστειλαν επιστολή στους δικηγόρους των Αιτητών (τεκμήριο 44), αναφέροντας ότι επρόκειτο να απαντήσουν στην επιστολή (τεκμήριο 43) μέχρι 12.7.17. Στις 10.7.17, οι Αιτητές με ομόφωνο ψήφισμα του διοικητικού συμβουλίου τους – το οποίο κοινοποιήθηκε στους Καθ’ ων η αίτηση στις 11.7.17 – έδωσαν σαφείς οδηγίες για μεταφορά του καταθετικού υπολοίπου των λογαριασμών, σε λογαριασμό των Αιτητών στην GAZPROMBANK, χωρίς όμως ανταπόκριση (τεκμήρια 45 46, 47). Στις 17.7.17, οι Καθ’ ων η αίτηση επιβεβαίωσαν λήψη των ανωτέρω και ανέφεραν ότι το θέμα εξεταζόταν από αρμόδιο τμήμα των Καθ’ ων η αίτηση. Στις 20.7.17 οι Αιτητές έλαβαν την απάντηση των Καθ’ ων η αίτηση ότι «οι λογαριασμοί παραμένουν δεσμευμένοι εξαιτίας σχετικών κυρώσεων» (τεκμήριο 48). Στις 12.7.17, οι δικηγόροι των Καθ’ ων η αίτηση, απέστειλαν επιστολή στους δικηγόρους των Αιτητών (τεκμήριο 49), αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι ο AR ήταν ο πραγματικός δικαιούχος των Αιτητών κατά το χρόνο επιβολής των κυρώσεων και ασκούσε έλεγχο στους Αιτητές, ως και ότι οι Αιτητές κατέχουν το πλειοψηφικό μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας PJSC Mostotrest η οποία συμπεριλαμβάνεται στη λίστα κυρώσεων και της οποίας πραγματικός δικαιούχος ήταν ο AR. Οι δικηγόροι των Αιτητών στις 20.7.17 με επιστολή τους (τεκμήριο 50) αντέκρουσαν το περιεχόμενο του τεκμηρίου 49.

 

Παρόλο που οι Αιτητές με τις επιστολές τους ημερομηνίας 27.6.17 και 20.7.17 (τεκμήρια 43 και 50) προειδοποίησαν τους Καθ’ ων η αίτηση για τη ζημιά που έχουν υποστεί, αυτοί παραλείπουν και αμελούν μέχρι σήμερα να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και αδικαιολόγητα και παράνομα κατακρατούν τα κατατεθέντα κεφάλαια στους λογαριασμούς των Αιτητών. Ισχυρίζεται ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να επιδείξουν δέουσα επιμέλεια εφαρμόζοντας τις διαδικασίες και μέτρα προσδιορισμού ταυτότητας σε σχέση με τους Αιτητές, τόσο πριν όσο και μετά τη δέσμευση των λογαριασμών και δεν ζήτησαν από τους Αιτητές περαιτέρω έγγραφα και λεπτομέρειες αναφορικά με την ταυτότητα του πραγματικού δικαιούχου τους. Περαιτέρω, στήριξαν την απόφαση τους σε αναξιόπιστες και μη επιβεβαιωμένες πηγές χωρίς να προβούν στη δέουσα έρευνα.

 

          Ισχυρίζεται τέλος, ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έχουν καμιά υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση και το περιεχόμενο του τεκμηρίου 49 δεν αποτελεί βάσιμη υπεράσπιση. Τονίζει ότι ο AR δεν ήταν ο τελικός δικαιούχος των Αιτητών κατά το χρόνο επιβολής των κυρώσεων και επομένως δεν ασκούσε ούτε και σήμερα ασκεί έλεγχο στους Αιτητές. Περαιτέρω, οι Αιτητές δεν είναι ιδιοκτήτες της εταιρείας Mostotrest, η οποία δεν περιλαμβάνεται στη λίστα κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τεκμήρια 21 και 51, 52, 53). Τα δικαιώματα των Αιτητών στην εταιρεία Mostotrest έχουν τερματιστεί και πραγματικό έλεγχο επ’ αυτής, ασκεί η εταιρεία TFK - Finance Public Joint Stock Company. Οι Καθ’ ων η αίτηση, σύμφωνα με το τεκμήριο 49, λανθασμένα ισχυρίζονται ότι ο AR ασκούσε έμμεσο έλεγχο στους Αιτητές μέχρι τον Οκτώβριο 2014, εφόσον στηρίζονται αποκλειστικά σε έρευνα που έχουν κάνει στην ιστοσελίδα World - Check, η οποία δεν είναι αξιόπιστη πηγή πληροφόρησης (τεκμήρια 54, 55). Οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να λάβουν υπόψη τους τα πιστοποιητικά και γνήσια έγγραφα που προσκομίστηκαν σ’ αυτούς από το δικηγόρο των Αιτητών, Αρτέμη Θωμαΐδη στις 20.8.14, για την εξακρίβωση και έλεγχο της ταυτότητας και του πραγματικού δικαιούχου τους, αμφισβητούν τη γνησιότητα και ακρίβεια τους και συγχρόνως και αντιφατικά ισχυρίζονται ότι αυτά δεν τους παραδόθηκαν. Τυχόν καταχώριση υπεράσπισης, θα προκαλέσει καθυστέρηση στην έκδοση δικαστικής απόφασης και αιτείται την έκδοση απόφασης προς όφελος των Αιτητών ως οι Παράγραφοι Α – ΣΤ της Έκθεσης Απαίτησης.

 

          Ο XXXXX Omelnitski είναι διευθυντής της Markom Management Ltd, με την οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν συνδεδεμένη η Markom Directors Ltd – εγγεγραμμένη στις Νήσους Μάρσαλ – της οποίας ήταν διευθυντής. Η Markom Management Ltd παρέχει εταιρικές, καταπιστευματικές και παρεπόμενες υπηρεσίες παγκοσμίως και ανάμεσα στους πελάτες της ήταν και ο AR και ο γιος του IR. Ισχυρίζεται ότι μέχρι τις 25.7.14, ο AR ήταν ο πραγματικός δικαιούχος της Honeycomb Holdings Ltd, εγγεγραμμένης στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Την ίδια στιγμή ο IR, ήταν ο πραγματικός δικαιούχος της Highland Business Group Ltd, εγγεγραμμένης στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Η Markom Management Ltd παρείχε στις Highland και Honeycomb διευθυντικές υπηρεσίες. Αρχές 2014, είχαν γίνει κάποιες συζητήσεις μεταξύ του AR και IR σχετικά με την ενδεχόμενη μεταβίβαση της πραγματικής κυριότητας των μετοχών των Αιτητών, από τον AR  στον IR. Ο IR επιθυμούσε να αγοράσει τις μετοχές που κατείχε ο AR στους Αιτητές, ώστε να αυξήσει και συγκεντρώσει τη συμμετοχή του στην PJSC Mostotrest, στην οποία ήταν μέτοχοι οι Αιτητές. Μέσα Ιουλίου 2014, έλαβε οδηγίες από τους AR και IR να ετοιμάσει σχετική συμφωνία αγοράς μετοχών, οι οποίοι συμφώνησαν την τιμή αγοράς στα 9.280 εκατομμύρια RUB. Στις 25.7.14 υπογράφθηκε η Συμφωνία Αγοράς μετοχών και εκείνη την ημερομηνία ο τελικός πραγματικός δικαιούχος άλλαξε από τον AR στον IR (τεκμήριο 13 στην ένορκη δήλωση του XXXXX Θωμαΐδη). Υπογράφθηκαν επίσης κάποια άλλα προσαρτώμενα έγγραφα και η όλη συναλλαγή ολοκληρώθηκε στις 25.7.14.

 

          Κατά την ακροαματική διαδικασία, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών απέσυρε τις αιτούμενες θεραπείες ως οι παράγραφοι Ζ, Η, Θ, Ι και Κ της Έκθεσης Απαίτησης και περιόρισε το αίτημα του σε σχέση με τις υπόλοιπες θεραπείες υπό παρ. Α - ΣΤ της Έκθεσης Απαίτησης.

 

          Η Αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Στυλιανού Νεοκλέους ημερομηνίας 28.11.18 και XXXXX Τσούκκα ημερομηνίας 26.11.18. Οι βασικές θέσεις που προβάλλουν περιστρέφονται γύρω από τους πιο κάτω λόγους ένστασης:

         

1.           Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση της Αίτησης και το αιτητικό της είναι παράτυπο και/ή εσφαλμένο.

 

2.           Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση είναι ελλιπής και/ή ανεπαρκής.

 

3.           Οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν καλή και/ή καλόπιστη υπεράσπιση στην Αγωγή.

 

4.           Υπάρχουν σημαντικά πραγματικά και/ή νομικά ζητήματα προς εκδίκαση και δεν είναι πρέπον να αποφασιστούν στα πλαίσια της Αίτησης.

 

5.           Η Αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Omelnitski και η φερόμενη ως ένορκη δήλωση του είναι παράτυπη καθώς η βεβαίωση όρκου (jurat) είναι στα αγγλικά.

 

6.           Με την Αγωγή και Αίτηση ζητούνται διατάγματα για τα οποία δεν προσφέρεται η έκδοση συνοπτικής απόφασης.

 

7.           Η Αγωγή και Αίτηση υποβάλλονται με τεράστια καθυστέρηση.

 

          Η XXXXX XXXXX Νεοκλέους εργάζεται στους Καθ’ ων η αίτηση ως Λειτουργός Κυρώσεων στη Μονάδα Κανονιστικής Συμμόρφωσης Ομίλου. Αναφέρθηκε στην απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ημερομηνίας 17.3.14, ως και στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 269/14 σχετικά με περιοριστικά μέτρα όσον αφορά δράσεις και ενέργειες που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, κυριαρχία και ανεξαρτησία της Ουκρανίας. Στις 20.3.14 το Office of Foreign Assets Control του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, συμπεριέλαβε τον κ. XXXXX Rotenberg (στο εξής ο AR) στις λίστες ειδικά προσδιορισμένων προσώπων, στις οποίες περιλαμβάνονται πρόσωπα που υπόκεινται σε περιοριστικά μέτρα, λόγω δράσεων τους που υπονομεύουν ή απειλούν την εδαφική ακεραιότητα, κυριαρχία και ανεξαρτησία της Ουκρανίας. Τα εν λόγω περιοριστικά μέτρα συνεχίζονται μέχρι σήμερα και ο AR εξακολουθεί να βρίσκεται στις λίστες ειδικά προσδιορισμένων προσώπων (SDN Lists). Στις 30.7.14, η αρχική απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης τροποποιήθηκε και παράλληλα εκδόθηκε και ο τροποποιητικός Ευρωπαϊκός Εκτελεστικός Κανονισμός 826/14. Ως αποτέλεσμα των τροποποιητικών μέτρων, ο AR περιλήφθηκε στις 30.7.14 στον κατάλογο προσώπων που αποτελούσαν το αντικείμενο περιοριστικών μέτρων. Στις 14.3.15 με νέα τροποποιητική Απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον Εκτελεστικό Κανονισμό 427/15, ο AR περιλήφθηκε εκ νέου στον κατάλογο, με τροποποίηση των αρχικών μέτρων. Το 2014, ο AR προσέβαλε δικαστικώς τη συμπερίληψη του στον κατάλογο και στις 30.11.16, το Γενικό Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με απόφαση στην Προσφυγή του, ακύρωσε ως αναιτιολόγητα τα αρχικά μέτρα (ως είχαν τροποποιηθεί με τα πρώτα τροποποιητικά μέτρα), στο βαθμό που αφορούσαν τον AR. Ωστόσο, δεν ακύρωσε τα δεύτερα τροποποιητικά μέτρα, τα οποία είχαν επίσης προσβληθεί από τον AR και είχαν τεθεί σε ισχύ στις 14.3.15. Ως εκ τούτου ο AR, θεωρείται, με βάση την εν λόγω δικαστική απόφαση, ότι δεν περιλαμβανόταν στον κατάλογο, μόνο για την περίοδο από 30.7.14 μέχρι 13.3.15. Στις 26.7.17 με νέα απόφαση του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον Εκτελεστικό Κανονισμό 1374/17, ο AR τοποθετήθηκε εκ νέου στον κατάλογο. (Όλα τα πιο πάνω κυρωτικά μέτρα επισυνάφθηκαν ως τεκμήριο 1).

 

          Στις 18.8.14, η Μονάδα Κανονιστικής Συμμόρφωσης όπου εργάζεται, πληροφορήθηκε από το Κέντρο Διεθνών Επιχειρήσεων Λεμεσού όπου τηρούνται οι λογαριασμοί των Αιτητών, ότι άλλο πιστωτικό ίδρυμα που ενεργεί ως ανταποκρίτρια τράπεζα των Καθ’ ων η αίτηση, ενημέρωσε το Κέντρο Διεθνών Επιχειρήσεων Λεμεσού, ότι εξερχόμενο έμβασμα από λογαριασμό των Αιτητών, δεν μπορούσε να διενεργηθεί λόγω του ότι (σύμφωνα με την ανταποκρίτρια τράπεζα) οι Αιτητές υπόκεινται σε κυρωτικά μέτρα. Όπως πληροφορήθηκε η Μονάδα Κανονιστικής Συμμόρφωσης από το Κέντρο Διεθνών Επιχειρήσεων Λεμεσού, σύμφωνα με πληροφόρηση που παρείχαν σύμβουλοι των Αιτητών στους Καθ’ ων η αίτηση στις 20.8.14, ο τελικός δικαιούχος των Αιτητών δεν ήταν ο AR αλλά ο γιος του IR. Σύμφωνα με την ίδια πληροφόρηση, ο IR κατέστη ο τελικός δικαιούχος των Αιτητών από το 2010. Οι Καθ’ ων η αίτηση δεν πείσθηκαν από την εν λόγω πληροφόρηση που έλαβαν από συμβούλους των Αιτητών στις 20.8.14, λόγω της πληροφόρησης που έλαβαν από την ανταποκρίτρια τράπεζα τους, ως και γιατί η ισχυριζόμενη αλλαγή στον τελικό δικαιούχο των Αιτητών (IR), ενώ φέρεται να έλαβε χώρα το 2010, ουδέποτε γνωστοποιήθηκε στους Καθ’ ων η αίτηση, παρά μόνο, μετά τη δέσμευση των λογαριασμών των Αιτητών. Έτσι, οι Καθ’ ων η αίτηση, διατήρησαν σε ισχύ τη δέσμευση των λογαριασμών των Αιτητών (στις 19.8.14). Από ανεξάρτητο έλεγχο που διεξήγαγαν ο Καθ’ ων η αίτηση, διαπίστωσαν από την ιστοσελίδα της Ρωσικής Εταιρείας PJSC Mostotrest, ότι εμφανίζονταν ως μέτοχοι της οι Αιτητές (τεκμήριο 2) και τουλάχιστον μέχρι την 25.8.14, ο AR φαινόταν να είναι ο τελικός δικαιούχος των Αιτητών. Συνεπώς, η εν λόγω ιστοσελίδα διαψεύδει την αρχική θέση των συμβούλων των Αιτητών, ότι ο AR ουδέποτε ήταν τελικός δικαιούχος των Αιτητών.

 

          Επίσης, οι Καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν, από δικό τους ανεξάρτητο έλεγχο, πως ενδεχομένως ο AR να εξακολουθούσε να είναι τελικός δικαιούχος των Αιτητών μέχρι και τον Οκτώβριο 2014 (τεκμήριο 55 στην Αίτηση). Ως εκ τούτου και αυτά τα στοιχεία τείνουν να καταδείξουν ότι τα στοιχεία που παρείχαν αρχικά οι σύμβουλοι των Αιτητών στους Καθ’ ων η αίτηση, είναι ψευδή. Επιπρόσθετα και ο IR στις 6.4.18 τοποθετήθηκε στις SDN Lists του OFAC (Office of Foreign Assets Control) (τεκμήριο 3). Από τα τεκμήρια 51-53 στην Αίτηση, καταδεικνύεται ότι οι Αιτητές, απώλεσαν τον έλεγχο της Mostotrest στις 29.4.15, δηλαδή μετά τη δέσμευση των λογαριασμών των Αιτητών.

 

Για τους λόγους αυτούς, οι Καθ’ ων η αίτηση, εξακολουθούν να διατηρούν σε ισχύ τη δέσμευση των λογαριασμών των Αιτητών και έχουν καλή υπεράσπιση στην Αγωγή. Η δέσμευση των επίδικων λογαριασμών ήταν επιβεβλημένη, ενόψει των αντιφατικών στοιχείων που είχαν ενώπιον τους οι Καθ’ ων η αίτηση αλλά και των δύο εντελώς αντιφατικών ισχυρισμών που προώθησαν διαδοχικά οι Αιτητές. Πρόσθεσε ότι οι Καθ’ ων η αίτηση θα διέπρατταν ποινικό αδίκημα εάν κατά παράβαση των πιο πάνω κυρωτικών μέτρων αποδέσμευαν τους λογαριασμούς των Αιτητών. Η σχετική νομοθεσία αναφέρει ρητά πως η παράλειψη πιστωτικού ιδρύματος να προβεί σε εκτέλεση συναλλαγής εκ μέρους πελάτη του, δεν λογίζεται ως παράβαση συμβατικής ή άλλης υποχρέωσης προς τον πελάτη, αν το πιστωτικό ίδρυμα γνωρίζει ότι η εκτέλεση της συναλλαγής πιθανόν να συνιστά ποινικό αδίκημα.

 

          Η XXXXX Τσούκκα εργάζεται στους Καθ’ ων η αίτηση ως Προϊστάμενη Ομάδας Αξιολόγησης Κινδύνου στο Κέντρο Διεθνών Επιχειρήσεων Λεμεσού. Ανέφερε ότι στη βάση των εγγράφων και πληροφόρησης που κατείχαν οι Καθ’ ων η αίτηση, ο τελικός δικαιούχος των Αιτητών ήταν ο XXXXX Kalinin. Στα μέσα Αυγούστου 2014, το Κέντρο Διεθνών Επιχειρήσεων Λεμεσού ενημερώθηκε από άλλο πιστωτικό ίδρυμα που ενεργεί ως ανταποκρίτρια τράπεζα των Καθ’ ων η αίτηση, ότι εξερχόμενο έμβασμα από λογαριασμό των Αιτητών, δεν μπορούσε να διενεργηθεί διότι οι Αιτητές υπόκειντο σε κυρωτικά μέτρα (τεκμήριο 1). Αυτήν την ενημέρωση, το Κέντρο Διεθνών Επιχειρήσεων Λεμεσού, την προώθησε στη Μονάδα Κανονιστικής Συμμόρφωσης των Καθ’ ων η αίτηση. Συνεπώς, στις 19.8.14 το Κέντρο Διεθνών Επιχειρήσεων Λεμεσού, δέσμευσε τους λογαριασμούς των Αιτητών που τηρούνται σ’ αυτό. Στις 20.8.14 σύμβουλοι των Αιτητών πληροφόρησαν τους Καθ’ ων η αίτηση ότι ο τελικός δικαιούχος των Αιτητών δεν ήταν ο AR αλλά ο γιος του IR, ο οποίος κατέστη ο τελικός δικαιούχος των Αιτητών από το 2010 (τεκμήριο 2). Συνεπώς, η αρχική θέση που προβλήθηκε από τους Αιτητές τον Αύγουστο 2014 ήταν ότι ο AR ουδέποτε ήταν τελικός τους δικαιούχος. Στις 6 Απριλίου 2017 σε συνάντηση εκπροσώπων των Αιτητών με τους Καθ’ ων η αίτηση, αυτοί πληροφόρησαν τους Καθ’ ων η αίτηση, ότι ο AR ήταν τελικός δικαιούχος των Αιτητών, αλλά πριν την αρχική τοποθέτηση του στον κατάλογο, μεταβίβασε τις μετοχές του στο γιο του IR, με αποτέλεσμα κατά την αρχική τοποθέτηση του στον κατάλογο να μην ήταν πλέον τελικός δικαιούχος των Αιτητών. Ειδικότερα, ο εσωτερικός νομικός σύμβουλος των Αιτητών με όνομα Kakovin, παραδέχθηκε στην εν λόγω συνάντηση, πως η σχετική πληροφόρηση δεν παρασχέθηκε στους Καθ’ ων η αίτηση, πριν τη συμπερίληψη του AR στις κυρώσεις την 30.7.14 (τεκμήριο 3). Η εν λόγω νέα εκδοχή των Αιτητών, δεν συνάδει με την αρχική τους θέση ότι ο AR ουδέποτε ήταν τελικός δικαιούχος των Αιτητών. Αρνείται ότι οι Αιτητές τον Αύγουστο 2014 εφοδίασαν τους Καθ’ ων η αίτηση με τα τεκμήρια 24 - 39 στην Αίτηση και επισημαίνει ότι τα τεκμήρια 23, 36 και 39, φέρουν ημερομηνίες μεταγενέστερες του Αυγούστου 2014. Συνεπώς, ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι πρώτα ενημερώθηκαν οι Καθ’ ων η αίτηση για την αλλαγή στο πρόσωπο του τελικού δικαιούχου των Αιτητών και μετά επήλθε η δέσμευση των λογαριασμών, δεν ευσταθεί. Στην πραγματικότητα, επεσυνέβηκε το αντίθετο.

 

          Όπως προκύπτει από το τεκμήριο 23 στην Αίτηση, στις 3.11.14 οι Καθ’ ων η αίτηση, πληροφόρησαν σύμβουλο των Αιτητών ότι οι λογαριασμοί τους δεσμεύτηκαν επειδή στις 14.8.14 ανταποκρίτρια τράπεζα τους, δέσμευσε εξερχόμενο έμβασμα από λογαριασμό των Αιτητών, διότι τελικός δικαιούχος των Αιτητών υπόκειτο σε κυρώσεις. Μάλιστα αναφέρεται ότι επαναλάμβανε το λόγο δέσμευσης των λογαριασμών, διότι αυτός είχε ήδη αναφερθεί προφορικά. Από το τεκμήριο 48 στην Αίτηση προκύπτει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση πληροφόρησαν εκ νέου τους Αιτητές για το λόγο δέσμευσης των λογαριασμών τους, στις 20.7.17.

 

Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, παραπέμποντας στο τι διαλαμβάνεται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις καθώς επίσης και στις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα.

 

          Οι νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι πασίγνωστες.  Σκοπός της διαδικασίας αυτής είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, εκεί όπου τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του ενάγοντα είναι καθαρή και δεν χρειάζεται η διεξαγωγή κανονικής δίκης και παράλληλα, να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης.  Επειδή, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί, ουσιαστικά, από τον εναγόμενο το δικαίωμα να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά, και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant [1895] 1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου (1966) 1 ΑΑΔ 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S. (1972) 1CLR 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides (1983) 1CLR 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais (1991) 1 AAΔ 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (1997) 1(Β) ΑΑΔ782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd (1996) 1 AAΔ 1074, Subotic v. Στυλιανίδη (1998) 1 ΑΑΔ 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα (1999) 1 ΑΑΔ 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd (2003) 1(Γ) ΑΑΔ 1968, Sigma Radio TV Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2005) 1 ΑΑΔ 408, Νεάρχου κα ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (2005) 1 ΑΑΔ 818).

 

          Τα κριτήρια που θα πρέπει, σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α), να πληρούνται είναι τα ακόλουθα:

 

1.            Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο.

 

2.            Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση και

 

3.            Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ’ ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο πρόσωπο που εργοδοτεί, το οποίο όμως, να μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι από πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει (βλ. Spyros Stavrinides, σελ. 136-138) και (Αθηνούλας Δημητρίου σελ. 790-794, ανωτέρω).

 

Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στον εναγόμενο που πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης (βλ. CYEMS CO LTD v. Central Co-Operative Industries Co Ltd (1982) 1 CLR 897 και Hermes Insurance Co Ltd ανωτέρω). Ο εναγόμενος μπορεί να πράξει τούτο είτε με ένορκη δήλωση είτε, με άδεια του Δικαστηρίου, με προφορική μαρτυρία (βλ. Δ.18 Καν.3(α)).

 

          Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι έκδηλο ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις πληρούνται, εφόσον το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο και οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης.

 

          Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, οι ενόρκως δηλούντες για τους Αιτητές, όπως αναφέρεται στο σώμα της Αίτησης, είναι οι XXXXX Θωμαΐδης και  XXXXX Omelnitski. Ο XXXXX Θωμαΐδης, υπό την ιδιότητα του μοναδικού διευθυντή των Αιτητών, επικαλείται προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση. Ωστόσο, από μια απλή ανάγνωση της ένορκης δήλωσης του, ξεκάθαρα προκύπτει ότι πλείστα ουσιώδη γεγονότα στα οποία αναφέρεται, αποτελούν αντικείμενο πληροφοριών που πήρε από άλλα πρόσωπα. Ειδικότερα, αναφέρεται σε επικοινωνία αντιπροσώπων των Αιτητών με τους Καθ’ ων η αίτηση τον Αύγουστο 2014, οι οποίοι (αντιπρόσωποι) όπως ισχυρίζεται, εφοδίασαν τους Καθ’ ων η αίτηση με έγγραφα (τεκμήρια 24 – 39), χωρίς να διευκρινίζεται κατά πόσο ο ίδιος συμπεριλαμβανόταν στους εν λόγω αντιπροσώπους των Αιτητών. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι οι Καθ’ ων η αίτηση αρνούνται τον εν λόγω ισχυρισμό περί παράδοσης σ’ αυτούς των εγγράφων (τεκμήρια 24 – 39) τον Αύγουστο 2014. Περαιτέρω, αναφέρεται σε επιστολή των δικηγόρων των Αιτητών ημερομηνίας 16.4.15 (τεκμήριο 40) προς τους Καθ’ ων η αίτηση, ως και σε συνάντηση αντιπροσώπων των Αιτητών στις αρχές 2017, στην οποία ο ίδιος με σαφήνεια διευκρινίζει ότι δεν συμμετείχε. Αναφέρεται επίσης σε επιστολές ημερομηνίας 23.5.17 αντιπροσώπου των Αιτητών (τεκμήριο 42), ως και σε επιστολές ημερομηνίας 27.6.17 και 20.7.17 των δικηγόρων των Αιτητών (τεκμήρια 43 και 50). Όλες οι πιο πάνω αναφορές του ενόρκως δηλούντα XXXXX Θωμαΐδη, αφορούν ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, για τα οποία ο ίδιος δεν έχει προσωπική γνώση, αλλά προφανώς πληροφορήθηκε από άλλους. Η μόνη προσωπική ανάμιξη του συνίσταται στην υπογραφή του ψηφίσματος του Διοικητικού Συμβουλίου ημερομηνίας 10.7.17 (τεκμήριο 45) ως διευθυντής των Αιτητών. Συνεκτιμώντας τα πιο πάνω, είναι η κρίση του Δικαστηρίου, ότι με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, ο ενόρκως δηλών XXXXX Θωμαΐδης δεν θεωρείται ως πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ούτε και να επιβεβαιώσει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό. Η μοναδική του ανάμιξη στην υπογραφή του τεκμηρίου 45, δεν είναι αρκετή, εφόσον αφορά ένα από την σωρεία ουσιωδών γεγονότων στα οποία αναφέρθηκε και για τα οποία, επαναλαμβάνω, δεν είχε καμιά προσωπική γνώση ούτε και ανάμιξη.

 

          Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, στο σώμα της Αίτησης γίνεται αναφορά και στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του XXXXX Omelnitski. Ωστόσο, όπως πολύ ορθά επεσήμανε στο Δικαστήριο ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση, η Αίτηση δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Omelnitski αλλά από ένορκη δήλωση της XXXXX Χατζηματθαίου, στην οποία καμιά αναφορά γίνεται στο σώμα της Αίτησης. Η δε ένορκη δήλωση του XXXXX Omelnitski στην αγγλική γλώσσα, επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της XXXXX Χατζηματθαίου ως Παράρτημα 1 και η μετάφραση της στην ελληνική γλώσσα, ως Παράρτημα 2. Συνεπώς το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την παρούσα Αίτηση, με αναφορά μόνο στην ένορκη δήλωση του XXXXX Θωμαΐδη, εφόσον καμιά αναφορά γίνεται στο σώμα της Αίτησης στην ένορκη δήλωση της XXXXX Χατζηαθανασίου – στην οποία επισυνάπτεται η ένορκη δήλωση του XXXXX Omelnitski – κατά παράβαση της Δ.48 Θ 1, 2 (2) και Form 46, η οποία χρησιμοποιείται σε αιτήσεις διά κλήσεως, όπου τα γεγονότα αναφέρονται σε επισυνημμένη ένορκη δήλωση και το όνομα του ενόρκως δηλούντα, θα πρέπει να αναφέρεται στην Αίτηση.

 

          Εν πάση περιπτώσει, τονίζεται ότι η ένορκη δήλωση του XXXXX Omelnitski αφορά ουσιαστικά μόνο το ισχυριζόμενο γεγονός της υπογραφής της Συμφωνίας αγορά μετοχών ημερομηνίας 25.7.14 με την οποία ο τελικός πραγματικός δικαιούχος των Αιτητών άλλαξε από τον AR στον IR. Επομένως, από μόνο του το γεγονός αυτό και με δεδομένη την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου σε σχέση με την ένορκη δήλωση του XXXXX Θωμαΐδη, αυτό δεν κρίνεται αρκετό για να υποστηρίξει το αίτημα των Αιτητών για συνοπτική απόφαση, εφόσον, όπως υποδείχθηκε ανωτέρω, αυτό στηρίζεται σε σωρεία άλλων γεγονότων στα οποία καμιά αναφορά γίνεται στην ένορκη δήλωση του XXXXX Omelnitski.

 

          Στη βάση των πιο πάνω επισημάνσεων, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Αιτητές απέτυχαν να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ως προς το τρίτο κριτήριο που πρέπει να πληρείται με βάση τη Δ.18 Θ 1 (α) εφόσον (1) ο ενόρκως δηλών XXXXX Θωμαΐδης δεν αποτελεί πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και τα οποία επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα των Αιτητών και (2) η ένορκη δήλωση του XXXXX Omelnitski δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο.

 

          Εφόσον δεν ικανοποιούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις της Δ.18 Θ 1 (α), το βάρος δεν έχει μετατοπιστεί στους Καθ’ ων η αίτηση προκειμένου να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση.

 

          Αν και το Δικαστήριο, δεν οφείλει σε τέτοια περίπτωση να ασχοληθεί με το θέμα αυτό, συνοπτικά αναφέρω ότι, με βάση τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκαν οι Καθ’ ων η αίτηση και περιλαμβάνονται στις δύο ένορκες δηλώσεις της XXXXX Στυλιανού – Νεοκλέους και XXXXX Τσούκκα, καταδεικνύεται η ύπαρξη καλής υπεράσπισης. Αυτή συνίσταται α) στην αρχική πληροφόρηση των Καθ’ ων η αίτηση από τους Αιτητές ότι ο τελικός δικαιούχος τους ήταν ο XXXXX Kalinin, β) στην πρώτη αντίδραση των Αιτητών μετά τη δέσμευση των λογαριασμών τους τον Αύγουστο 2014, πληροφορώντας τους Καθ’ ων η αίτηση ότι ο Kalinin είχε αντικατασταθεί και τελικός δικαιούχος τους από το 2010 ήταν ο IR, γιος του AR ο οποίος υπόκειτο σε κυρωτικά μέτρα, γ) στη διαπίστωση των Καθ’ ων η αίτηση από δικές τους ανεξάρτητες πηγές ότι ο τελικός δικαιούχος των Αιτητών ήταν ο AR και όχι ο IR, δ) στο μεταγενέστερο ισχυρισμό των Αιτητών ότι μέχρι 25.7.14 ο τελικός δικαιούχος τους ήταν ο AR ο οποίος αντικαταστάθηκε στις 25.7.14 από το γιο του IR, ενώ ο AR είχε τοποθετηθεί στον κατάλογο κυρωτικών μέτρων στις 30.7.14, δηλαδή μόλις 5 ημέρες μετά τη μεταβίβαση του μεριδίου του στο γιο του IR, ε) παρά την ακύρωση των κυρωτικών μέτρων για τον AR δικαστικώς για την περίοδο 30.7.14 μέχρι 13.3.15, οι τροποποιήσεις των κυρωτικών μέτρων που έλαβαν χώρα στις 13.3.15, 14.9.15 και 10.3.16, δεν ακυρώθηκαν από το Δικαστήριο. Όταν εκδόθηκε η δικαστική απόφαση στις 30.11.16, ο AR υπόκειτο σε άλλα κυρωτικά μέτρα που θεσπίστηκαν μετά την 14.3.15 και έτσι οι λογαριασμοί των Αιτητών παρέμεναν δεσμευμένοι λόγω αυτών των κυρωτικών μέτρων και στ) πλέον και ο IR υπόκειται σε κυρωτικά μέτρα.

 

          Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση επικαλούνται ως καλή υπεράσπιση το άρθρο 71 του Περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από παράνομες δραστηριότητες Νόμου του 2007 (Ν. 188/2007), εφόσον με την πιθανότητα ο ΑR να είναι ο τελικός δικαιούχος των Αιτητών, η αποδέσμευση των λογαριασμών των Αιτητών, πιθανόν να συνιστά το ποινικό αδίκημα της παράβασης κυρωτικών μέτρων εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση, με βάση τον Περί Εφαρμογής των Διατάξεων των ψηφισμάτων ή Αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (Κυρώσεις) και των Αποφάσεων και Κανονισμών του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Περιοριστικά Μέτρα) Νόμο του 2016 (Ν. 58 (1)/2016), αρ. 4 (1).

 

          Όπως είναι νομολογημένο «Η διαδικασία με βάση τη Δ.18 για συνοπτική απόφαση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, αφού παρέχεται στον ενάγοντα η δυνατότητα να πετύχει την έκδοση απόφασης παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία διεξαγωγής δίκης.  Γι' αυτό εφαρμόζεται μόνο, όπου η υπόθεση του ενάγοντα είναι ξεκάθαρη και είναι προφανές πέραν από λογική αμφιβολία ότι ο εναγόμενος δεν έχει καλή υπεράσπιση ή δεν υπάρχουν γεγονότα τέτοια που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Ό,τι απαιτείται από τον εναγόμενο είναι να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα «ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει», κριτήριο το οποίο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση, (βλ. N. V. Caterchef Ltd v P.C.P. Electronics Ltd (1999) 1 ΑΑΔ 1912). Υπενθυμίζουμε συναφώς και την αναφορά στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά ν Μακεδόνα (1999) 1 ΑΑΔ 817,822 ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». (Βλ. ΧΧΧ Χαράκης ν ΧΧΧ Βρυώνη, Πολ. Εφ. Ε28/2017 ημερομηνίας  24.10.18).

 

Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Brainvibes Ltd κ.ά ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Εφ. 504/12 ημερομηνίας 17.5.18:

 

«Κατά πάγια νομολογία (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (2001) 1 Α.Α.Δ. 418 που παραπέμπει στην CYEMS CO v. Central Co- operative Industries (1982) 1 C.L.R. 897) «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης». Όπου όμως το βάρος τεκμηρίωσης ύπαρξης Υπεράσπισης μετέρχεται στον εναγόμενο - όπως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση - αυτός θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή Υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα τα οποία θεωρούνται ικανοποιητικά για διεξαγωγή δίκης (βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides (1983) 1 C.L.R. 333). Κριτήριο που δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά, θα ήταν εύκολο σε σχεδόν κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση της Δ.18 (βλ. N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd (1999) 1 A.A.Δ. 1912).»

 

          Παραθέτω επίσης και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Γλαύκος Μιχαηλίδης κ.ά. ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. 60/11 ημερομηνίας 12.7.16:

 

«Οι αρχές επί των οποίων στηρίζεται μια αίτηση για συνοπτική απόφαση εδραζόμενη στη Δ.18, θ. 1, έχουν κατ' επανάληψη τονιστεί σε σειρά αποφάσεων που στόχο έχουν να καταστήσουν μια διαδικασία τελεσίδικη, όταν και εφόσον η απαίτηση είναι ξεκάθαρη και ταυτοχρόνως δεν έχει προβληθεί από πλευράς των εναγομένων καλόπιστη υπεράσπιση. Θεωρούμε σημαντικό να παραθέσουμε ένα απόσπασμα από την υπόθεση R.C.K. Sports Ltd. v. Persona Advertising Ltd.(1996) 1 Α.Α.Δ. 1074, όπου αναφέρθηκε από το Δικαστή Καλλή, με αναφορά στο αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 και την αγγλική Διαταγή, αντίστοιχη της Δ.18, το εξής:

 

″Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones vStones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray v. Barker, 4 Ex.D. 279).

 

Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth's Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262, H.L.; Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322).»

          Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές, ως και το περιεχόμενο των δύο ένορκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση, κρίνω ότι η απαίτηση των Αιτητών δεν είναι τόσο ξεκάθαρη ούτε και είναι προφανές πέραν από λογική αμφιβολία ότι οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έχουν υπεράσπιση, ώστε να τους αποστερηθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Αντίθετα, τα όσα γεγονότα οι Καθ’ ων η αίτηση επικαλούνται, είναι τέτοια που συνιστούν καλόπιστη υπεράσπιση ως και εύλογους λόγους που τους παρέχουν το δικαίωμα υπεράσπισης.

 

          Για όλα τα πιο πάνω, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των Καθ’ ων η αίτηση και σε βάρος των Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή.

 

          Δίδεται άδεια στους Καθ’ ων η αίτηση – Εναγομένους να καταχωρίσουν Υπεράσπιση εντός 30 ημερών από σήμερα. Κατά τα άλλα να ακολουθηθούν οι Θεσμοί.

 

 

(Υπ.) ......................................

Στ. Χατζηγιάννη, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 

/ΓΑ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο