ECLI:CY:EDLEF:2020:A56

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 7838/12

Μεταξύ:

XXXXX ΤΖΙΟΣΕΦ (XXXXX JOSEPH)

Ενάγοντα

και

 

1.   ROUNIS FASHION LIMITED

2.   XXXXX ΣΙΖΟΠΟΥΛΟΣ

3.   XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Εναγόμενους

---------------------

31 Ιανουαρίου 2020

 

Για Ενάγοντα:  κος Μ. Παναγιώτου

Για Εναγόμενους:  κα Ασπ. Ευσταθίου

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Η δικογραφία ενώπιον του Δικαστηρίου φανερώνει ότι η υπόσταση των διαδίκων, η μεταξύ τους συμφωνία καθώς και το περιεχόμενο τούτης, δεν τελούν υπό αμφισβήτηση.  Ως εκ τούτου δεν χρειάζεται παρά να συνοψισθούν οι παράγραφοι 1, 2, 3 και 4 της έκθεσης απαιτήσεως, που οι εναγόμενοι παραδέχονται στην υπεράσπιση (βλ. παράγραφο 2 υπεράσπισης).  Όπως εκεί αναφέρεται ο ενάγων είναι επιχειρηματίας κυπριακής ιθαγένειας που διαμένει στον Λίβανο και ασχολείται με γενικό εμπόριο και/ή αγορά και/ή πώληση και/ή εμπορία διάφορων προϊόντων.  Η δε εναγομένη 1 είναι κυπριακή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και έχει το εγγεγραμμένο γραφείο της στην Λευκωσία.  Κατά τον ουσιώδη χρόνο σε σχέση με την παρούσα αγωγή ασχολείτο με το γενικό εμπόριο και είχε συνάψει συμφωνία και/ή συμφωνίες με τον ενάγοντα και/ή είχε εμπορικές συναλλαγές και/ή δοσοληψίες με αυτόν.  Κατά την 22/11/2011 η εναγομένη 1 όφειλε στον ενάγοντα ποσό ύψους €28.000 ως αξία πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων.  Περαιτέρω, εξέδωσε και/ή υπέγραψε προς όφελος του ενάγοντα ένα γραμμάτιο συνήθους τύπου για το συνολικό ποσό των €28.000, το οποίο ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει καταβάλλοντας €4.000 την 10/12/2011 και το υπόλοιπο ποσό και τόκους με μηνιαίες δόσεις προς €650.  Η πρώτη δόση ήτο πληρωτέα την 01/12/2011 και οι επόμενες την πρώτη κάθε επόμενου μήνα.  Σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους αυτής περισσότερο από 5 ημέρες από τη λήξη της, το γραμμάτιο καθίστατο ληξιπρόθεσμο και κάθε οφειλόμενο ποσό απαιτητό.  Σε περίπτωση αγωγής υποχρεούτο να καταβάλει όλα τα δικαστικά δικηγορικά έξοδα.  Οι εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 με βάση το γραμμάτιο συνήθους τύπου αλληλέγγυα και/ή χωριστά με την εναγομένη 1 και/ή ανέλαβαν την πληρωμή από την εναγομένη 1 του εν λόγω γραμματίου για όλο το ποσό, τόκους και έξοδα μέχρι τελικής εξοφλήσεως.

 

Όλα τα πιο πάνω συνιστούν παραδεκτά και αναμφισβήτητα γεγονότα και ως τέτοια καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου.

 

Πέραν όλων των ανωτέρω ο ενάγων διατείνεται ότι οι εναγόμενοι παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν να του καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό των €28.000 όταν κατέστη πληρωτέο και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό, παρ’ ότι επανειλημμένα τους κάλεσε να το εξοφλήσουν και εκείνοι κατ’ επανάληψη τον διαβεβαίωσαν ότι θα το πράξουν.  Διαζευκτικά ο ενάγων αξιώνει το εν λόγω ποσό δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου και/ή γραμματίου και/ή συναλλαγματικής και/ή ως γραπτή αναγνώριση χρέους και/ή υπόλοιπο λογαριασμού και/ή εκκαθαρισμένου λογαριασμού και/ή χρήματα που δόθηκαν αχρεωστήτως και/ή χωρίς αντάλλαγμα (money had and received) και/ή ως παράβαση συμφωνίας και/ή βάσει των αρχών του άδικου πλουτισμού (unjust enrichment). 

 

Αναφέρθηκε ήδη ότι οι εναγόμενοι δέχονται τον καταρτισμό του επίδικου γραμματίου.  Ισχυρίζονται εν τούτοις ότι την 22/11/2011 κατέβαλαν στον ενάγοντα το ποσό των €4.000 και ακολούθως κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταγενέστερης του γραμματίου, εξέδωσαν προς όφελος του ενάγοντα μεταχρονολογημένες επιταγές προς πλήρη εξόφληση τούτου.  Οι εν λόγω επιταγές είναι οι εξής·

 

Α) XXXXX6690, ημερομηνίας 30/12/2012 εκ €4.800.

Β) XXXXX6691, ημερομηνίας 30/12/2013 εκ €4.800.

Γ) XXXXX6692, ημερομηνίας 30/12/2014 εκ €4.800.

Δ) XXXXX6693, ημερομηνίας 30/12/2015 εκ €4.800.

Ε) XXXXX6694, ημερομηνίας 30/12/2016 εκ €4.800.

 

Κατ’ επέκταση, οι εναγόμενοι απορρίπτουν τον ισχυρισμό του ενάγοντα ότι το ρηθέν γραμμάτιο δεν έχει εξοφληθεί.

 

Η προηγηθείσα σύνοψη των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων φανερώνει ότι επίδικο ζήτημα απομένει πλέον το κατά πόσο οι εναγόμενοι εξόφλησαν το επίδικο γραμμάτιο.

 

Η προσκομισθείσα μαρτυρία περιορίζεται σε δυο μόνο μάρτυρες.  Από την πλευρά του ενάγοντα κλήθηκε ο XXXXX Πιερή (ΜΕ1), ενώ η υπεράσπιση αρκέστηκε στη μαρτυρία του εναγομένου 2.

 

Η κυρίως εξέταση του ΜΕ1 δεν ήταν μακρά.  Παρουσίασε βεβαίως το επίδικο γραμμάτιο το οποίο κατατέθηκε ως τεκμήριο 1.  Ο ενάγων, ανέφερε ο μάρτυρας, είναι γαμβρός της αδελφής του και όταν ερχόταν στην Κύπρο τον βοηθούσε με την γλώσσα.  Ήταν παρών όταν υπογράφηκε το τεκμήριο 1, εξού και υπέγραψε ως μάρτυρας.  Αναγνώρισε εν προκειμένω την υπογραφή του στο τεκμήριο 1.  Δεν πληρώθηκε οιονδήποτε ποσό για το γραμμάτιο, ανέφερε και πρόσθεσε ότι αρχικά η  εναγομένη 1 χρωστούσε στον ενάγοντα περίπου €72.000.  Ο εναγόμενος 2 έδωσε στον ενάγοντα επιταγές προς €4.800 έκαστη.  Οι επιταγές αυτές εκδόθηκαν από κάποια Πέτρου XXXXX Φρίξου.  Εν τούτοις καμία επιταγή πέρασε.  Οι επιταγές αυτές δεν είχαν σχέση με το γραμμάτιο.  Επειδή οι επιταγές δεν εξαργυρώνονταν, αποφάσισαν να πάρουν Δικαστήριο την εκδότρια, δηλαδή την Πέτρου XXXXX Φρίξου.  Τότε τους πλησίασε ο εναγόμενος 2 για να κάνουν συμφωνία και να απαλλάξουν την κοπέλα και να εγγυηθεί ο ίδιος το ποσό.  Τότε είχαν 4 επιταγές προς €4.800 και το υπόλοιπο ποσό το έκαναν γραμμάτιο, δηλαδή το επίδικο για €28.000.  Μέχρι σήμερα δεν πλήρωσε οιονδήποτε ποσό.

 

Κατά την αντεξέταση ο ΜΕ1 ανέφερε ότι είναι συνταξιούχος ενώ όταν εργαζόταν ασχολείτο με ναυτιλιακά.  Εξήγησε ότι κατέληξε να είναι εισπράκτορας του ενάγοντα, μόνο όμως για τον εναγόμενο 2, αφού οι επιταγές δεν πληρώνονταν και ο εναγόμενος 2 τους είπε να πηγαίνει κάθε εβδομάδα να δίνει κάποιο ποσό μέχρι να εξοφλήσει την επιταγή οπόταν και να την παίρνει πίσω.  Δεν ήταν σε θέση να ενθυμηθεί πότε άρχισε η συνεργασία του ενάγοντα με την εναγομένη 1.  Ερωτήθηκε αν έχει στην κατοχή του οιαδήποτε επιταγή η οποία δεν εξαργυρώθηκε και απάντησε καταφατικά και παρουσίασε το τεκμήριο 2, δηλαδή επιταγή με αριθμό XXXXX6693 για το ποσό €4.800 και ημερομηνίας 30/12/2015.  Δέχθηκε εν τούτοις ότι η εν λόγω επιταγή (τεκμήριο 2) δεν παρουσιάστηκε στην τράπεζα για κατάθεση, εξου και δεν φέρει σφραγίδα.  Υποστήριξε όμως ότι παρουσίασε άλλη επιταγή στην τράπεζα, του 2014, και δεν εξαργυρώθηκε.  Είναι γι’ αυτό το λόγο που δεν παρουσίασε την εν λόγω επιταγή (τεκμήριο 2) για εξαργύρωση.  Ερωτηθείς κατά πόσο είχαν δοθεί και άλλες επιταγές, πέραν του τεκμηρίου 2, ανέφερε ότι έκαναν συμφωνία μαζί με τον εναγόμενο 2, η οποία αφορούσε την επιστροφή κάποιων ρούχων που πιστώθηκαν για το ποσό των €14.000 και έμεινε υπόλοιπο €47.800.  Κράτησαν 4 επιταγές και έκαναν και το γραμμάτιο των €28.000.  Μέχρι σήμερα δεν εισέπραξαν ούτε τις επιταγές, ούτε και το γραμμάτιο.  Όπως ανέφερε οι επιταγές που κρατούσαν ήταν τέσσερις, δεν θυμόταν όμως πότε ήταν πληρωτέα η πρώτη επιταγή.  Του υποβλήθηκε ότι ήταν πληρωτέα 30/12/2012 και απάντησε· «Λάθος».  Δέχθηκε ότι δόθηκε επιταγή για 30/12/2012, εν τούτοις επανέλαβε ότι οι επιταγές ουδεμία σχέση είχαν με το γραμμάτιο και πρόσθεσε ότι μετά το γραμμάτιο δεν δόθηκε επιταγή.  Ανέφερε όμως ότι η επιταγή που ήταν πληρωτέα τον Δεκέμβριο του 2012 αντικαταστάθηκε με 12 επιταγές προς €400 έκαστη.  Τρεις εξ αυτών πληρώθηκαν και οι άλλες εννέα οδηγήθηκαν στο Δικαστήριο και πληρώθηκαν.  Το Δικαστήριο ήταν στην Λεμεσό, εκεί που διέμενε η κα Πέτρου και βλέποντας το γραμμάτιο συμπεραίνει ότι αυτό έγινε το 2011, δεν ήταν όμως σε θέση να θυμηθεί.  Του υπεβλήθη ότι οι τέσσερις επιταγές δόθηκαν με την υπογραφή του γραμματίου, πράγμα που αρνήθηκε, λέγοντας ότι αυτές τις επιταγές τις είχαν πριν πάνε Δικαστήριο και συμφωνήσουν το γραμμάτιο.  Γνωρίζει ότι ο ενάγων διατηρούσε λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου, αλλά αρνήθηκε ότι ο εναγόμενος 2 κατέθεσε οιονδήποτε ποσό ή ότι εξόφλησε το γραμμάτιο.  Δέχθηκε ότι δεν κινήθηκαν εναντίον της Πέτρου XXXXX Φρίξου σε σχέση με το τεκμήριο 2, αλλά, επανέλαβε, αυτή η επιταγή δεν έχει σχέση με το γραμμάτιο.

 

Όπως προαναφέρθηκε, εκ μέρους της υπεράσπισης κατέθεσε ο εναγόμενος 2.  Ανέφερε ότι είναι διευθυντής της εναγομένης 1.  Περιπλέον του υπεδείχθη το τεκμήριο 1 και αναγνώρισε την υπογραφή του, ενώ πρόσθεσε ότι κατά τον χρόνο υπογραφής του γραμματίου ήταν διευθυντής της εταιρείας.  Ερωτήθηκε κατά πόσο η εναγομένη 1 εξόφλησε το επίδικο γραμμάτιο και απάντησε ότι για να είναι εξασφαλισμένο το γραμμάτιο είχε παραδώσει ετήσιες επιταγές στον ενάγοντα.  Παρουσίασε το τεκμήριο 3, δηλαδή 4 αντίγραφα επιταγών και μια πρωτότυπη επιταγή που αντιστοιχεί σε ένα εκ των αντιγράφων, οι οποίες, ανέφερε «εκδοθήκαν για ασφαλιστικά για το γραμμάτιο αυτό».  Όπως εξήγησε ήταν μεταχρονολογημένες επιταγές και κάλυπταν ολόκληρο το ποσό του γραμματίου.  Παρ’ ότι στο γραμμάτιο αναφέρονται μηνιαίες δόσεις, ο ενάγων του ζήτησε ολόκληρο το ποσό σε ετήσια βάση, με ημερομηνία εξαργύρωσης κάθε Χριστούγεννα γιατί τότε ερχόταν στην Κύπρο.  Η πρώτη επιταγή, που αντιστοιχεί και στην πρωτότυπη, του επιστράφηκε από τον ενάγοντα γιατί δεν μπορούσε να πάει να την εξαργυρώσει και του έδωσε τα χρήματα και ο ενάγων επέστρεψε την επιταγή.  Αυτός είναι ο λόγος που την κατέχει, επειδή εξοφλήθηκε.  Ρητά ρωτήθηκε πότε παρέδωσε τούτες τις επιταγές στον ενάγοντα και απάντησε «Με την υπογραφή του γραμματίου τις είχαμε δώσει όλες».  Πέραν από την πρώτη που είναι πρωτότυπη, δεν γνωρίζει αν οι υπόλοιπες εξαργυρώθηκαν.  Λογικά όμως αν δεν εξαργυρώνονταν θα είχε ενημερωθεί, πράγμα που δεν έγινε.  Για τους ίδιους το εν λόγω γραμμάτιο είναι πλήρως εξοφλημένο.

 

Στην αντεξέταση υπεβλήθη στον εναγόμενο 2 ότι οι δύο πρωτότυπες επιταγές, δηλαδή το τεκμήριο 2 και η πρώτη επιταγή του τεκμηρίου 3, δεν πληρώθηκαν.  Απάντησε ότι πληρώθηκαν και γι’ αυτό άλλωστε κατέχει το πρωτότυπο.  Αν δεν ήταν πληρωμένες, υποστήριξε, θα τις κρατούσε ο ενάγων.  Ακολούθησε υποβολή ότι ψεύδεται και αυτό γιατί το τεκμήριο 2 δεν το κατέθεσε ο ίδιος αλλά ο ΜΕ1, συνεπώς δεν κατείχε το πρωτότυπο.  Επανέλαβε ότι είναι εξοφλημένη η επιταγή και εξήγησε ότι είχε τρεις δοσοληψίες με τον ενάγοντα.  Το επίδικο γραμμάτιο αφορά την τελευταία δοσοληψία που είχαν.  Του ζητήθηκε να ορίσει την εξόφληση της επιταγής Χριστούγεννα, δηλαδή το διάστημα που ο ενάγων ερχόταν στην Κύπρο.  Την πρώτη φορά του έδωσε €4.000 όπως προνοείται στο γραμμάτιο.  Μετά ο ενάγων του παρέδωσε την πρώτη επιταγή και πήρε μετρητά.  Ακολούθως ο ενάγων χάθηκε, δεν του προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία για να εξοφλήσει το γραμμάτιο.  Θεωρεί ότι όλα είναι πληρωμένα και κακώς κινήθηκε αγωγή εναντίον του.  Του υπεβλήθη ότι οι επιταγές που αναφέρονται στην υπεράσπιση δεν έχουν πληρωθεί και επανέλαβε ότι για τον ίδιο είναι πληρωμένες και πρόσθεσε ότι όταν ο ίδιος έχει επιταγή που δεν έχει πληρωθεί, ή θα ανταποκριθεί στον εκδότη και να ζητήσει πληρωμή ή θα κινηθεί δικαστικά εναντίον του.  Του υπεβλήθη ότι η επιταγή του τεκμηρίου 3 που φέρει ημερομηνία 30/12/2014 επιστράφηκε απλήρωτη.  Αφού είδε το τεκμήριο 3 ανέφερε ότι δεν είναι η επιταγή ημερομηνίας 30/12/2014 αλλά η επόμενη, ημερομηνίας 30/12/2015, εκείνη που δεν εξαργυρώθηκε.  Εν τούτοις ήταν η θέση του ότι δεν επέστρεψε λόγω μη διαθέσιμων κεφαλαίων, αλλά επειδή ανακλήθηκε η πληρωμή.  Ο λόγος γι’ αυτό, όπως εξήγησε, είναι γιατί η εκδότρια είχε ατύχημα και ήταν 9 μήνες κλινήρης.  Όταν ανακλήθηκε η επιταγή κινήθηκε εναντίον της ιδιωτική ποινική και ο ενάγων πήρε τα χρήματα.  Κάθε εβδομάδα πήγαινε ο ίδιος στο γραφείο του δικηγόρου και πλήρωνε.  Μάλιστα έχει και απόδειξη εξόφλησης της υπόθεσης.  Ως τέτοια παρουσιάστηκε το τεκμήριο 4.  Του υποβλήθηκε ότι το τεκμήριο 4, καθώς και οι επιταγές του τεκμηρίου 3, δεν έχουν σχέση με το γραμμάτιο, θέση την οποία απέρριψε και κάλεσε τον συνήγορο να υποδείξει βάσει ποιου τιμολογίου ή πράξεις εκδόθηκαν οι επιταγές.  Αρνήθηκε ότι τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 4 αφορούν άλλες επιταγές και υποστήριξε ότι αφορούν την επιταγή του τεκμηρίου 3 που ανακλήθηκε η πληρωμή της, για την οποία του ζητήθηκε και εξέδωσε επιταγές μικρότερης αξίας.  Τέλος, ερωτήθηκε κατά πόσο έχει γραπτή απόδειξη ότι πλήρωσε οιονδήποτε ποσό έναντι του επίδικου γραμματίου και απάντησε ότι ουδέποτε χρησιμοποιήθηκε αυτή η διαδικασία.

 

Παρατέθηκαν εν εκτάσει οι ισχυρισμοί των ΜΕ1 και εναγομένου 2, ώστε να αναδειχθεί ένα δικονομικό, εν τούτοις ουσιαστικό ζήτημα.  Ήταν η θέση της συνηγόρου των εναγομένων ότι αφ’ ης στιγμής ο ενάγων δεν καταχώρισε απάντηση στην υπεράσπιση, δεν δικαιούται να ισχυριστεί οτιδήποτε σε σχέση με τις εκεί αναφερόμενες επιταγές.  Μάλιστα, η εισήγηση καταλήγει ότι η μη αμφισβήτηση των εν λόγω επιταγών δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε υιοθέτηση όσων εκεί αναφέρονται και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να δεχτεί τη δικογραφημένη εκδοχή της υπεράσπισης και να προβεί σε ανάλογο εύρημα, δηλαδή ότι οι πέντε επιταγές που εκεί αναφέρονται εδόθησαν προς εξόφληση του επίδικου γραμματίου.

 

Είμαι της γνώμης ότι η πιο πάνω εισήγηση δεν είναι εναρμονισμένη πλήρως με τις σχετικές δικονομικές διατάξεις και αυτό διαπιστώνεται από τα όσα αναφέρονται στη Δ.21 κ.14(1) που διέπει την καταχώριση απάντησης.  Η παλαιά αγγλική Ο.23 αντιστοιχεί στον κ.14(1) της Δ.21 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.  Στο Annual Practice του 1958 η Ο.23 τυγχάνει ανάλυσης.  Υποδεικνύεται εκεί ότι όπου η Απάντηση σκοπεί απλώς και μόνο στο να αρνηθεί τα ισχυριζόμενα στη δικογραφημένη Υπεράσπιση ή να συνενώσει τα επίδικα θέματα (joining issue), η καταχώριση τέτοιας είναι αχρείαστη (unnecessary).  Συνεπώς η τοποθέτηση της συνηγόρου των εναγομένων ότι η απλή και μόνο παράλειψη καταχώρισης απάντησης οδηγεί σε παραδοχή και υιοθέτηση των ισχυρισμών της υπεράσπισης, δεν είναι ορθή.  Ακριβώς αντίθετη είναι η σχετική τοποθέτηση στο Annual Practice.  Περαιτέρω, υποδεικνύεται ότι μόνο στην περίπτωση που καταχωρείται απάντηση και σχετικός ισχυρισμός της υπεράσπισης δεν συνενώνεται με τα επίδικα θέματα ή δεν απορρίπτεται, είναι που θεωρείται παραδεκτός. 

 

Εν τούτοις, η θέση της συνηγόρου των εναγομένων είναι ορθή σε σχέση με το πότε επιβάλλεται καταχώριση απάντησης.  Στην σελίδα 561 του Annual Practice, πιο πάνω, αναφέρεται ότι·

 

« Where Reply Necessary.  It is frequently necessary for the plaintiff to set up some affirmative case of his own in answer to the facts alleged by the defendant.  "The reply is the proper place for meeting the defence by confession and avoidance" (per James, L.J., in Hall v. Evc, 4 Ch. D. p.345).  "The plaintiff must raise by his pleading all such grounds of reply as, if not raised, would be likely to take the opposite party by surprise, or would raise issues of fact not arising out of the preceding pleadings, as, for instance, fraud, Statute of Limitations, release, payment, performance, facts showing illegality either by statute or common law, or Statute Frauds" (O.19, r.15).  Or any equitable ground of reply (see J.A., 1925, as. 36-38; Gibbs v. Guild (1882), 9 Q.B.D. 59 (followed in Legh v. Legh (1930), 169 L.T.J. 284); Betjernann v. B., [1895] 2 Ch. 474).»

 

Τα πιο πάνω φανερώνουν τα εξής· η απάντηση δεν προσφέρεται για εισαγωγή νέας βάσης αγωγής.  Εν τούτοις η καταχώριση τέτοιου δικογράφου είναι επιβεβλημένη εκεί όπου επιθυμείται εισαγωγή νέου γεγονότος εις απάντηση της υπεράσπισης, που αν δεν ήθελε εισαχθεί τοιουτοτρόπως και όμως τεθεί στη δίκη είναι πιθανό να καταλάβει το άλλο μέρος εξαπίνης, δοθέντος ότι δεν προκύπτει από τα δικόγραφα.

 

Εδώ η σημασία των πιο πάνω δικονομικών ζητημάτων συναρτάται με τους ισχυρισμούς του ΜΕ1 αναφορικά με τις επιταγές που οι εναγόμενοι επικαλούνται στην υπεράσπισή τους.  Η πιο πάνω ανάλυση καθιστά σαφές ότι δεν χρειαζόταν να καταχωριστεί απάντηση από πλευράς του ενάγοντος για να αρνηθεί την εξόφληση του γραμματίου μέσω των επίδικων επιταγών.  Εν τούτοις το μέρος του ισχυρισμού που εξηγεί το γιατί εκδόθηκαν οι εν λόγω επιταγές και πώς και γιατί κατέληξαν στα χέρια του ενάγοντα, εν προκειμένω ότι το γραμμάτιο αποτελεί μέρος μεγαλύτερης συναλλαγής, είναι στοιχείο ασύνδετο με την έκθεση απαιτήσεως.  Ως τέτοιο δεν δικαιούταν η πλευρά του ενάγοντα να το επικαλεστεί δίχως προηγούμενη καταχώριση απάντησης.

 

Συνεπώς ο ισχυρισμός του ΜΕ1 ότι η συναλλαγή των διαδίκων ήταν μεγαλύτερης αξίας, δηλαδή πέραν των €72.000 και πως γι’ αυτό το λόγο εκδόθηκαν οι επιταγές και το γραμμάτιο, που ας λεχθεί ότι προβλήθηκε στην κυρίως εξέταση αυτοβούλως και δίχως να προηγηθεί συγκεκριμένη ερώτηση που δυνατό να αναδείκνυε το πρόβλημα και να δικαιολογούσε παρέμβαση του Δικαστηρίου, δεν είναι δικογραφημένος και δεν μπορεί παρά να αγνοηθεί.

 

Έχοντας αναφέρει τούτα δεν μπορεί να μην υποδειχθεί όμως το εξής· η υπεράσπιση δέχεται τη σύναψη του γραμματίου και απλώς αιτιάται εξόφληση.  Απόδειξη τούτου του γεγονότος, εν προκειμένω της εξόφλησης, βρίσκεται στους ώμους της υπεράσπισης.  Και στη δοσμένη περίπτωση η τελευταία επέλεξε να συναρτήσει τούτο τον ισχυρισμό με τις εν λόγω επιταγές.  Δηλαδή ο συσχετισμός των επιταγών με το γραμμάτιο αναδείχθηκε από την ίδια την υπεράσπιση.  Σε αυτό το πλαίσιο η υπεράσπιση αντεξέτασε τον ΜΕ1 σε σχέση με τις επιταγές και ο τελευταίος επανέλαβε τους ισχυρισμούς του ότι ουδεμία σχέση έχουν με το γραμμάτιο.  Βεβαίως τα πιο πάνω δεν δικαιολογούν διεύρυνση των επίδικων θεμάτων, δηλαδή δεν ανάγεται σε επίδικο η ευρύτερη οικονομική σχέση των διαδίκων και αν είχαν προηγηθεί άλλες συναλλαγές.  Παραμένει όμως επίδικο αυτό που το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει, δηλαδή κατά πόσο οι επιταγές δόθηκαν κατά πώς ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε και περαιτέρω, αν τιμήθηκαν και ως εκ τούτου εξόφλησαν το γραμμάτιο.  Διαπιστώνεται συναφώς ότι μπορεί μεν η πλευρά του ενάγοντα να μην είχε το δικαίωμα επίκλησης νέων γεγονότων που δεν δικογράφησε, αλλά η αξιολόγηση των θέσεων της υπεράσπισης, ως προβλήθηκαν από τον εναγόμενο 2 και επιπλέον τέθηκαν στον ΜΕ1 που έδωσε κάποιες εξηγήσεις, διέρχονται μέσα από τις απαντήσεις του ΜΕ1.  Συνεπώς το σύνολο των ισχυρισμών υπόκειται σε αξιολογικό έλεγχο, με απώτερο σκοπό να απαντηθεί το επίδικο ζήτημα.  Κατ’ αυτό λοιπόν τον τρόπο θα προσεγγιστεί η μαρτυρία.

 

Όπως υπεδείχθη στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου Μ/V Mary John κ.α. (2002) 1 Α.Α.Δ. 661, η αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα έχει δυο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας.  Τα αναφερόμενα σε αυτή υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση.  Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι, κατά πόσο λέγει την αλήθεια.  Η μαρτυρία ελέγχεται από αυτά τα ιδιαίτερα στοιχεία όπως πηγή γνώσεως, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια (βλ. Phipson on Evidence, 16η έκδοση, σελίδα 333).  Ο κάθε ισχυρισμός δεν αξιολογείται απομονωμένα από το σύνολο, αλλά αντιπαραβάλλεται και συσχετίζεται στην αντικειμενική του υπόσταση με κάθε άλλη μαρτυρία.  Σκοπός είναι η επιβεβαίωση των αξιολογικών ευρημάτων (βλ. Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Πολ. Έφ. 185/12, 19/04/2018 και Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056).

 

Ο ΜΕ1 άφησε θετικότατες εντυπώσεις.  Παρά το πολυσχιδές της αντεξετάσεως παρέμεινε σταθερός και συνεπής στις θέσεις του και όπου χρειαζόταν παρείχε πλούσιες λεπτομέρειες που αιτιολογούσαν τους σχετικούς ισχυρισμούς.  Αντίθετη είναι η εικόνα που άφησε ο εναγόμενος 2.  Γνώρισμα της μαρτυρίας του είναι οι αντιφάσεις που με περισσή ευκολία ξεστόμιζε, διαφοροποιώντας κάθε τόσο τη θέση του ώστε να προσαρμοστεί στα δεδομένα της ερώτησης.  Επί της ουσίας όμως η λογική απουσιάζει από τους ισχυρισμούς του εναγομένου 2, εκεί όπου οι αιτιάσεις του ΜΕ1 είναι πλήρως ευθυγραμμισμένες με τη λογική.

 

Όπως έχει υποδειχθεί η υπογραφή του γραμματίου και το περιεχόμενο τούτου αποτελεί γεγονός.  Βάσει λοιπόν όσων εκεί αναφέρονται οι εναγόμενοι θα εξοφλούσαν το γραμμάτιο καταβάλλοντας το ποσό των €4.000 μετρητά εντός 18 ημερών από την υπογραφή του, δηλαδή την 10/12/2011 και παράλληλα δια μηνιαίων δόσεων προς €650, με την πρώτη δόση να είναι πληρωτέα την 01/12/2011 και οι επόμενες την πρώτη κάθε επόμενου μήνα.  Εδώ όμως είναι που εντοπίζεται και η πρώτη αντίφαση του εναγομένου 2, η οποία συναρτάται με αυτή τη δικογραφημένη υπεράσπιση.  Στην παράγραφο 3 της υπεράσπισης αναφέρεται ότι οι εναγόμενοι κατέβαλαν το ποσό των €4.000 την 22/11/2011 και περαιτέρω «κατόπι προφορικής συμφωνίας μεταγενέστερης του γραμματίου» εξέδωσαν προς όφελος του ενάγοντα μεταχρονολογημένες επιταγές προς πλήρη εξόφληση τούτου.  Δεν ήταν τούτη όμως η θέση του εναγομένου 2 στην επ’ ακροατηρίω διαδικασία.  Στην κυρίως εξέταση ο εναγόμενος 2 υποστήριξε ότι οι επιταγές του τεκμηρίου 3 εκδόθηκαν κατά το χρόνο υπογραφής του γραμματίου και παραδόθηκαν στον ενάγοντα αμέσως με την υπογραφή τούτου.  Έκδηλη συνεπώς είναι η αντίφαση με τη δικογραφημένη εκδοχή, διαπίστωση που δεν αφήνει αναλλοίωτη και ανεπηρέαστη την αξιοπιστία του εναγομένου 2 (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α. (2008) 1Α Α.Α.Δ. 676, 689).  Ποιο απ’ όλα ισχύει;  Η δικογραφημένη εκδοχή που θέλει τις επιταγές να εκδίδονται βάσει προφορικής συμφωνίας που επιτεύχθηκε σε χρόνο μετά την υπογραφή του γραμματίου, ή ο υστερογενής ισχυρισμός ότι οι επιταγές δόθηκαν αμέσως με την υπογραφή τούτου;

 

Βεβαίως δεν είναι αυτή μόνο η αντίφαση εκείνη που καθιστά ψευδή τη μαρτυρία του εναγομένου 2.  Το σύνολο της μαρτυρίας του είναι εμποτισμένο από αντιφάσεις και παράλογες θέσεις, ενώ εκπληκτική είναι και η ευκολία με την οποία μεταβάλλει τους ισχυρισμούς του.  Παράλογη εν προκειμένω κρίνεται η υστερογενής θέση του εναγομένου 2 ότι την ίδια στιγμή που υπεγράφη το γραμμάτιο παρέδωσε και τις επιταγές που φαίνονται στο τεκμήριο 3.  Εν πρώτοις και επ’ αυτού διαπιστώνεται αντίφαση με τη δικογραφημένη υπεράσπιση, εφόσον εκεί αναφέρονται 5 επιταγές, ενώ το τεκμήριο 3 δεικνύει μόνο τέσσερις.  Εν πάση περιπτώσει, ούτε αυτή η αντίφαση είναι κεφαλαιώδης.  Η ουσία του πράγματος έγκειται σε αυτό τον ίδιο τον ισχυρισμό.  Ποια η λογική να υπογραφεί γραμμάτιο που δεικνύει οφειλή ύψους €28.000 και την ίδια ώρα να χορηγηθούν περαιτέρω μεταχρονολογημένες επιταγές, είτε τέσσερις είτε πέντε, προς €4.800 έκαστη.  Αυτή η ενέργεια, δίχως οιανδήποτε απόδειξη ή έστω κάποια σημείωση επί του γραμματίου ότι οι επιταγές αφορούν την ίδια οφειλή, θα οδηγούσε στο λογιστικό διπλασιασμό του χρέους, εφόσον ο ενάγων θα κατείχε και το γραμμάτιο που δεικνύει οφειλή και τις επιταγές τρίτου προσώπου, εν προκειμένω της Πέτρου Μάρω Φρίξου.  Καμία λογική δεν δικαιολογεί κάτι τέτοιο.  Είτε οι εναγόμενοι θα εξοφλούσαν την οφειλή τους μέσω του γραμματίου, είτε θα παρέδιδαν μεταχρονολογημένες επιταγές.  Αδύνατο και παράλογο όμως είναι να έπραξαν και τα δύο, εφόσον σε τέτοια περίπτωση θα χορηγούσαν στον ενάγοντα δικαίωμα επί €47.000, δηλαδή οι €28.000 του γραμματίου, πλέον €19.200, που είναι το γινόμενο που προκύπτει από τέσσερις επιταγές αξίας €4.800 έκαστη.  Το γεγονός ότι κανένα στοιχείο, φερ’ ειπείν γραπτή σημείωση επί του γραμματίου ή απόδειξη, υποστηρίζει τη θέση ότι οι επιταγές δόθηκαν προς εξόφληση του γραμματίου, αναδεικνύει το προβληματικό του εν λόγω ισχυρισμού ένεκα όλων όσων έχουν υποδειχθεί.

 

Επιπρόσθετα το αναξιόπιστο του ισχυρισμού έγκειται και στο εξής· με δεδομένο το περιεχόμενο του γραμματίου, οι εναγόμενοι όφειλαν να καταβάλουν στον ενάγοντα και €4.000 μετρητά.  Γι’ αυτό το ποσό ο εναγόμενος 2 τήρησε σιγήν ιχθύος.  Μόνο στην αντεξέταση ψέλλισε ότι πληρώθηκε το ποσό, εν τούτοις δεν έδωσε λεπτομέρειες πότε και κάτω από ποιες συνθήκες έγινε και επίσης δεν προσκόμισε απόδειξη, επειδή, ισχυρίστηκε, αυτή δεν ήταν η πρακτική των διαδίκων.  Ούτε αυτός ο ισχυρισμός είναι λογικός.  Αν ευθύς με την υπογραφή του γραμματίου δόθηκαν οι επιταγές του τεκμηρίου 3, τότε γιατί δεν δόθηκε επιταγή και για τις €4.000 που ήταν πληρωτέες 18 ημέρες μετά την υπογραφή του γραμματίου.  Και αν όντως καταβλήθηκε τούτο το ποσό, πως θα το ενθυμούντο τα μέρη του γραμματίου αν όχι με σχετική απόδειξη πληρωμής.  Συνεπώς αναπάντητο παραμένει το ερώτημα· πότε και πώς πληρώθηκε το ποσό των €4.000.

 

Σε κάθε όμως περίπτωση δεν συμβιβάζεται με τη λογική ο ισχυρισμός του εναγομένου 2 που θέλει τις επιταγές να συναρτώνται με εξόφληση του γραμματίου και για ένα άλλο λόγο.  Το γραμμάτιο (τεκμήριο 1), θέλει τους εναγόμενους να καταβάλλουν μηνιαίως το ποσό των €650.  Πέραν δηλαδή των €4.000 που όφειλαν να καταβάλουν μέχρι 10/12/2011, οι μηνιαίες δόσεις αρχίζουν από 01/12/2011 και ανέρχονται σε €650 κάθε μήνα.  Αυτό όμως σημαίνει ότι ετησίως όφειλαν να καταβάλουν €7.800 (12x€650=€7.800).  Βάσει τούτου αδυνατώ να κατανοήσω τον ισχυρισμό του εναγομένου 2 ότι ο ενάγων του ζήτησε να εκδώσει ετήσιες επιταγές προς €4.800.  Το γραμμάτιο τους θέλει να καταβάλουν €7.800 ετησίως, γιατί τότε την ίδια στιγμή ο ενάγων συμβιβάστηκε με πολύ λιγότερα, δηλαδή €4.800.  Εν ολίγοις ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου 2, δηλαδή πως οι επιταγές εγγυήθηκαν την εξόφληση του γραμματίου, καταρρίπτεται από αυτό το περιεχόμενο του τεκμηρίου 1, εφόσον δεν συνάδει με αυτό και συνεπώς δεν το ικανοποιεί.  Παράλληλα δεν είναι λογικό να δεχθεί κανείς ότι κατά τον ίδιο χρόνο, δηλαδή με την υπογραφή του γραμματίου, οι διάδικοι συμφώνησαν δυο εντελώς διαφορετικά πράγματα ως προς την εξόφληση τούτου.  Το παραδεχτό περιεχόμενο του γραμματίου δεν χωρεί πολλαπλών ερμηνειών.  Δυνάμει των εκεί αναφερομένων η υποχρέωση των εναγομένων ήταν· πέραν των €4.000 σε μετρητά μέχρι την 10/12/2011 και η καταβολή του ποσού των €650 μηνιαίως, αρχής γενομένης την 01/12/2011.  Συνακόλουθα ο ισχυρισμός του εναγομένου 2 ότι δόθηκαν οι επιταγές του τεκμηρίου 3, των οποίων το ποσό ανέρχεται σε €4.800 ετησίως, δεν συνάδει με το γραμμάτιο και ούτε ικανοποιεί τούτο λογιστικά, γεγονός που αποδεικνύει ότι οι επιταγές δεν δόθηκαν γι’ αυτό το σκοπό, δηλαδή για εξόφληση του γραμματίου.

 

Από την άλλη η ευκολία του εναγομένου 2 να καταφύγει σε ψεύδος και να παραποιήσει τα πραγματικά γεγονότα, καταφαίνεται από τον ισχυρισμό του σε σχέση με τις επιταγές του τεκμηρίου 3.  Εν πρώτοις ισχυρίστηκε ότι εφόσον το τεκμήριο 2 και η πρωτότυπη επιταγή του τεκμηρίου 3 κατέχονται από τον ίδιο, αυτό σημαίνει ότι του επιστράφηκαν και συνεπώς ότι εξόφλησε το ποσό.  Όταν του υποδεικνύεται όμως ότι το τεκμήριο 2, πρωτότυπη επιταγή, δεν κατατέθηκε από τον ίδιο αλλά από τον μάρτυρα του ενάγοντα, ΜΕ1 και συνεπώς δεν ήταν στην κατοχή του, αοριστολογεί και αποφεύγει να απαντήσει.  Ακολούθως διατείνεται ότι όλες οι επιταγές είναι εξοφλημένες, τη στιγμή όμως που παραδέχεται ότι δεν το γνωρίζει ως γεγονός και απλώς το υποθέτει επειδή ο ενάγων δεν αποτάθηκε κοντά του για εξόφληση, κάτι που θα έκανε αν είχε πρόβλημα.  Δεν αντιλαμβάνομαι όμως γιατί να αποταθεί κοντά του, δοθέντος ότι εκδότρια των επιταγών είναι η Πέτρου Μάρω Φρίξου και όχι ο εναγόμενος 2.  Πέραν αυτού, ανερυθρίαστα διατείνεται ότι οι επιταγές του τεκμηρίου 3 έχουν εξοφληθεί, ασχέτως του ότι δεν γνωρίζει, εν τούτοις μόλις του υποδεικνύεται ότι μια εξ αυτών δεν τιμήθηκε λόγω μη διαθέσιμων κεφαλαίων, δέχεται ότι δεν τιμήθηκε αλλά διαφωνεί με τον χαρακτηρισμό και υποστηρίζει ότι η μη τίμηση οφειλόταν σε ανάκληση.  Δεν έχει εδώ σημασία αν ανακλήθηκε ή όχι η επιταγή, αλλά το γεγονός ότι ενώ κατ’ επανάληψη υποστήριξε ότι οι επιταγές του τεκμηρίου 3 έχουν πληρωθεί, αμέσως μόλις του υποδεικνύεται το αντίθετο παρουσιάζεται να γνωρίζει ότι για κάποιον λόγο μια εξ αυτών δεν τιμήθηκε.  Αυτό αναδεικνύει την ευκολία του εναγομένου 2 να μεταβάλει τους ισχυρισμούς του, με απώτερο σκοπό να αποκρύψει την αλήθεια από το Δικαστήριο.  Η δε εκδοχή του ότι η επιταγή που ανακλήθηκε εξοφλήθηκε μετά από καταχώριση ποινικής υπόθεσης (βλ. τεκμήριο 4), δεν είναι απλώς αόριστη και υστερόβουλη, δοθέντος ότι οι ποινικές υποθέσεις δεν προσκομίστηκαν ώστε να διαπιστωθεί η ακρίβεια του ισχυρισμού, είναι και μη δικογραφημένη εφόσον δεν είναι αυτό που διατείνεται η δικογραφημένη υπεράσπιση.  Εκεί υποστηρίζεται ότι οι συγκεκριμένες επιταγές είναι που εξόφλησαν το γραμμάτιο και όχι ότι κάποια εξ αυτών ανακλήθηκε αλλά εν τέλει εξοφλήθηκε μέσω άλλων επιταγών μικρότερης αξίας.  Συνεπώς, αυτή η έκταση του ισχυρισμού δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη.

 

Από την άλλη ο ΜΕ1 με επάρκεια εξήγησε ότι το γραμμάτιο δεν συσχετίζεται με τις επιταγές και πως εν πάση περιπτώσει ούτε οι επιταγές αλλά ούτε και το γραμμάτιο έχει εξοφληθεί.  Εμμέσως αυτό το δέχεται και ο εναγόμενος 2 εφόσον δεν απάντησε θετικά για την εξόφληση των επιταγών του τεκμηρίου 3, αλλά συμπεραίνει τούτην επειδή δεν οχλήθηκε από τον ενάγοντα.

 

Για κάθε ένα εκ των πιο πάνω λόγων ξεχωριστά καταλήγω ότι ο εναγόμενος 2 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συνεπώς η μαρτυρία του κρίνεται αναξιόπιστη στην ολότητά της και ως τέτοια απορρίπτεται.

 

Πού όμως οδηγεί η πάρα πάνω αξιολογική κρίση;  Η απάντηση είναι απλή, ενώ οι εναγόμενοι δέχονται τη σύναψη του γραμματίου, τεκμήριο 1 και συνεπώς την οφειλή του ποσού, απέτυχαν να προσκομίσουν αξιόπιστη μαρτυρία ότι εξόφλησαν το εκεί αναφερόμενο ποσό, ως ισχυρίζονται στην υπεράσπισή τους, ισχυρισμός που θα δικαιολογούσε απόρριψη της αγωγής (βλ. Κανναουρίδης ν. Οικοδομικής Εταιρείας Τακτικών Κυβερνητικών Εργατών Κύπρου "Η Μέριμνα Λτδ" (2002) 1Β Α.Α.Δ. 1390, 1394).  Η αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ1 θέλει τις επιταγές που αναφέρονται στην υπεράσπιση των εναγομένων να μην εξοφλούν το επίδικο γραμμάτιο, θέση η οποία υιοθετείται από το Δικαστήριο και καθίσταται εύρημα τούτου.  Συνακόλουθα διαπιστώνεται ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν εξοφλήσει το επίδικο γραμμάτιο το οποίο δέχονται ότι υπέγραψαν.  Περιττό να λεχθεί ότι το τεκμήριο 1 εξετάστηκε από το Δικαστήριο και διαπιστώνεται ότι πληροί όλα τα χαρακτηριστικά γραμματίου συνήθους τύπου.  Άλλωστε αυτό είναι παραδεκτό από την υπεράσπιση, γεγονός που καθιστά σαφές ότι παρέλκει υποχρέωση περαιτέρω ανάλυσης του σχετικού νομικού πλαισίου.  Αν όμως επιβάλλεται τέτοια, μνημονεύονται τα λεχθέντα στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημητρίου, Πολ. Έφ. 181/12, ημερ. 21/12/2018 και οι εκεί αναφερόμενες υποθέσεις

 

«Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε περιπτώσεις γραμματίων συνήθους τύπου το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη αντιπαροχή και να εξετάσει την αντιπαροχή που αναγράφεται στα γραμμάτια. Στην υπόθεση Λεωνίδου κ.ά. ν. Σπυριδάκη (2012) 1Β ΑΑΔ 1694, επαναβεβαιώθηκαν οι αρχές της νομολογίας:

 

« Η πλούσια νομολογία επί του γραμματίου συνήθους τύπου που καλύπτεται από το Άρθρο 78 του Κεφ. 149, σαφώς επιβεβαιώνει την ιδιάζουσα νομική οντότητα του γραμματίου συνήθους τύπου στο Κυπριακό νομικό στερέωμα, η έννοια του οποίου χρήζει αυστηρής ερμηνείας ενόψει του ότι το Άρθρο 80 του Κεφ. 149, προνοεί ότι το περιεχόμενο ενός τέτοιου γραμματίου αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκεί αναφέρονται. Οι μόνες υπερασπίσεις που επιτρέπονται είναι ότι το γραμμάτιο λήφθηκε κατόπιν δόλου ή ότι η υπογραφή του χρεώστη ή άλλου μέρους, δεν είναι στην πραγματικότητα η δική του. Σχετική είναι η κλασσική υπόθεση Παπαστράτης ν. Οικονόμου (1971) 1 Α.Α.Δ. 11, αναφορικά με την αυστηρή ερμηνεία του Άρθρου 78. Σύμφωνα δε με την υπόθεση Raif v. Dervish (1971) 1 Α.Α.Δ. 158, το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει πίσω από τη δεδηλωμένη αντιπαροχή του γραμματίου. Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Παύλου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (1990) 1 Α.Α.Δ. 483 και Αναξαγόρας Χαραλάμπους κ.ά. ν. Χρηματοδοτήσεων Πάνθηρα Λίμιτεδ (2000) 1 Α.Α.Δ. 733(Βλ. επίσης Κυριάκου ν. Αναστασίου (2013) 1 ΑΑΔ 148, Αντώνης Σαλαχώρη ν. Αργυρούλας Παναγιωτίδου, ECLI:CY:AD:2016:A129, Πολιτική Έφεση 257/2010, ημερομηνίας 1.3.2016).»

 

Δοθέντος ότι πέραν της εξόφλησης ουδεμία άλλη υπεράσπιση προβλήθηκε από τους εναγομένους, ό,τι παραμένει είναι το παραδεκτό γεγονός πως οι εναγόμενοι υπέγραψαν το εν λόγω γραμμάτιο και καμία από τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου θέλει τούτο να έχει εξοφληθεί.  Συνεπώς οι εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν ολόκληρο το ποσό του γραμματίου, τεκμήριο 1.  Σε σχέση με τους εναγομένους 2 και 3 η υποχρέωσή τους είναι παραδεκτή δικογραφικά, ως παρεπόμενη της εγγύησης που έδωσαν.

 

Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω, υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3, εκδίδεται απόφαση ως οι παράγραφοι Α και Β της έκθεσης απαιτήσεως, πλέον δικηγορικά έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

   (Υπ).....................................

             Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

/ΕΔ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο