ECLI:CY:EDLEF:2020:A124

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον:  Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ.

 

 

Αρ. Αγωγής: 3087/19

 

 

Μεταξύ:-

 

1.   XXXXX XXXXX BORISOVICH, εκ Μόσχας, Ρωσία

2.   OKROS MINING PRIVATE LIMITED COMPANY, εκ Αιθιοπίας

3.   YMG MINING PRIVATE LIMITED COMPANY, εκ Αιθιοπίας                                                

Ενάγοντες/Αιτητές

 

Και

 

1.       ZEDANA SECRETARIAL LTD, εκ Στροβόλου 77, STROVOLOS CENTER, 3ος Όροφος, 2018 Στρόβολος, Λευκωσία, Κύπρος

 

2.       HAMERVATE LTD, εκ Στροβόλου 77, STROVOLOS CENTER, 3ος Όροφος, 2018 Στρόβολος, Λευκωσία, Κύπρος

 

Εναγόμενοι/Καθ’ ων η Αίτηση


 

Αίτηση ημερομηνίας 3/10/19 για έκδοση Διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal

 

 

Ημερομηνία:  9  Μαρτίου 2020

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντες/Αιτητές:  Σ. Πίττας για Σωτήρης Πίττας & Σία ΔΕΠΕ

Για Εναγόμενους 1 και 2/Καθ’ ων η Αίτηση: κα Χρ. Παπακλεοβούλου για Νίκος Παπακλεοβούλου ΔΕΠΕ

  ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Με την παρούσα αίτηση οι Αιτητές αιτούνται:

(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Καθ’ ών η Αίτηση Αρ. 1 και 2 όπως εντός 10 (δέκα) ημερών από της επίδοσης του διατάγματος: 

 

1.   Ετοιμάσει, καταχωρήσει και επιδώσει στους Δικηγόρους των Αιτητών, Ένορκη Δήλωση από δεόντως εξουσιοδοτημένο αξιωματούχο ή αντιπρόσωπο των Καθ’ ών η Αίτηση, η οποία θα:

 

i)             Αποκαλύπτει και/ή αναφέρει, τις πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας και των διευθύνσεων των προσώπων, τα οποία καθ’ όλον τον ουσιώδη χρόνο ήταν, και/ή επαρουσιάσθηκαν στους Καθ’ ών η Αίτηση ότι ήταν, και/ή είναι και/ή επαρουσιάσθηκαν στους Καθ’ ών η Αίτηση ότι είναι, οι τελικοί δικαιούχοι (Ultimate Beneficial Owners) των μετοχών των Εταιρειών, τα ονόματα των οποίων εκτίθενται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α που επισυνάπτεται στην παρούσα.

 

ii)            Αποκαλύπτει και/ή αναφέρει, τις πλήρεις λεπτομέρειες της ταυτότητας και των διευθύνσεων των προσώπων οι οποίοι ανέθεσαν στους Καθ’ ών η Αίτηση να ιδρύσουν τις Εταιρείες, τα ονόματα των οποίων εκτίθενται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α που επισυνάπτεται στην παρούσα, και οι οποίοι ανέθεσαν στους Εναγόμενους τη διαχείριση των υποθέσεών τους. 

 

iii)           Αποκαλύπτει και/ή αναφέρει, τις πλήρεις λεπτομέρειες των τραπεζικών λογαριασμών των Εταιρειών, τα ονόματα των οποίων εκτίθενται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α που επισυνάπτεται στην παρούσα, συμπεριλαμβανομένων πλήρων λεπτομερειών της ταυτότητας και διεύθυνσης των προσώπων που υπογράφουν (signatories) για τους εν λόγω λογαριασμούς των Εταιρειών και/ή των προσώπων που διαχειρίζονται τούτους.    

 

iv)           Παρουσιάσει και παραδώσει στους Δικηγόρους των Αιτητών, αντίγραφα όλων των εγγράφων που έχουν στην κατοχή και/ή υπό τον έλεγχό τους και/ή τα οποία αποδεικνύουν και/ή εξηγούν και/ή σχετίζονται με τις εταιρικές υποθέσεις των Εταιρειών, τα ονόματα των οποίων εκτίθενται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α που επισυνάπτεται στην παρούσα, συμπεριλαμβανομένων μεταξύ άλλων, αλλά χωρίς οιονδήποτε περιορισμό, αναλυτικές καταστάσεις των τραπεζικών τους λογαριασμών, έγγραφα Πολιτικής (KYC) (Know Your Client) (Να γνωρίζεις τον Πελάτη σου), εισερχόμενες και εξερχόμενες εντολές πληρωμής και/ή συναλλαγές και/ή τραπεζικά εμβάσματα και/ή πιστώσεις ή χρεώσεις και σχετικά έγγραφα που να δικαιολογούν τέτοια εμβάσματα.

 

v)            Παρουσιάσει και παραδώσει στους Δικηγόρους των Αιτητών, αντίγραφα όλων των εξουσιοδοτήσεων που χορηγήθηκαν ή συμφωνιών που εκτελέστηκαν από τις Εταιρείες τα ονόματα των οποίων εκτίθενται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α που επισυνάπτεται στην παρούσα, και εταιρικά έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς οιονδήποτε περιορισμό, ψηφισμάτων (resolutions) μετόχων και ψηφισμάτων (resolutions) Διοικητικών Συμβουλίων των Εταιρειών, τα ονόματα των οποίων εκτίθενται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α που επισυνάπτεται στην παρούσα.

 

2.   Παρουσιάσει και παραδώσει στους Δικηγόρους των Αιτητών, αντίγραφα όλων των εγγράφων που είναι στην κατοχή, φύλαξη ή έλεγχο αυτών, που αποδεικνύουν ή επιμαρτυρούν τα ζητήματα που αναφέρονται στην παράγραφο Α 1 (i) – (v) ανωτέρω, συμπεριλαμβανομένων (αλλά χωρίς οιονδήποτε περιορισμό), αντιγράφων διαβατηρίων, εγγράφων καταπιστεύματος (trust deeds), εταιρικών εγγράφων, εξουσιοδοτήσεων (powers of attorney), ψηφισμάτων (resolutions) Διοικητικών Συμβουλίων, ψηφισμάτων (resolutions) μετόχων, συμφωνιών, αιτήσεων (petitions), εντύπων, γραπτών οδηγιών, τιμολογίων, τραπεζικών καταστάσεων, και οποιουδήποτε άλλου εγγράφου είναι υπό την κατοχή, έλεγχο και/ή φύλαξη των Καθ’ ών η Αίτηση.

 

(Β) Διάταγμα ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου που να εξουσιοδοτεί ή να επιτρέπει στους Αιτητές να χρησιμοποιούν οιανδήποτε πληροφορία και/ή έγγραφο, που θα αποκαλυφθεί και παραδοθεί στους Αιτητές και/ή στους Δικηγόρους αυτών από τους Καθ’ ών η Αίτηση, δυνάμει του Διατάγματος της παραγράφου Α ανωτέρω, προς υποστήριξη των απαιτήσεών τους εναντίον οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, και εναντίον οποιουδήποτε άλλου προσώπου που μπορεί να βρεθεί ότι έχει εμπλακεί στην αδικοπραξία εναντίον των Αιτητών και/ή σε οιανδήποτε άλλη εκκρεμούσα ή μελλοντική αστική ή διαιτητική διαδικασία που ενδέχεται να καταχωρηθεί από τους Αιτητές αναφορικά με τα προαναφερθέντα, στην Κύπρο και/ή στο εξωτερικό εναντίον των προσώπων που θα αποκαλυφθεί ότι είναι αναμεμειγμένα στην συνομωσία και/ή απάτη και/ή καταδολίευση που διεπράχθη εις βάρος των Αιτητών.    

 

(Γ) Ενδιάμεσο διάταγμα (Gagging order) το οποίο θα απαγορεύει και εμποδίζει τους Καθ’ ων η Αίτηση και/ή  τους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους  αυτών από το να ειδοποιήσουν και/ή ενημερώσουν με οιονδήποτε τρόπο οποιοδήποτε πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων (αλλά χωρίς οιονδήποτε περιορισμό) τις Εταιρείες, τα ονόματα των οποίων εκτίθενται στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α που επισυνάπτεται στην παρούσα, και/ή τους αξιωματούχους τους, τους μετόχους τους, τους δικαιούχους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους αυτής  και/ή τους ιδιοκτήτες και/ή διευθυντές και/ή οποιοδήποτε άλλο συνδεδεμένο με αυτούς πρόσωπο και/ή εταιρεία, σχετικά με την έναρξη και φύση της παρούσας Αγωγής και/ή διαδικασιών, υπό ως άνω τίτλο και αριθμό, μέχρι την αποκάλυψη και παράδοση των εγγράφων και πληροφοριών που καλύπτονται από την παράγραφο Α ανωτέρω, από τους Καθ’ ων η Αίτηση στους Αιτητές και/ή στους δικηγόρους των Αιτητών και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, και/ή μέχρι πλήρους αποπεράτωσης της ακρόασης της παρούσας Αγωγής.   

 

 

Νομική βάση Αίτησης

 

Η παρούσα Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48, θθ. 1, 2, 3, 8 και 9, στα Άρθρα 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), στα Άρθρα 4 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στο Κοινοδίκαιο και στις αρχές της επιείκειας, στις νομικές αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal καθώς και στην διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Ένορκη δήλωση Αίτησης

 

Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Μαυρομμάτη, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν τους Αιτητές. Σε αυτήν αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα:

 

·         Ο Αιτητής 1 είναι Ρώσος πολίτης και κάτοικος και οι Αιτητές 2-3 είναι Αιθιοπικές Εταιρείες. 

 

·         Ο XXXXX Cahlon («EC») και ο XXXXX Cahlon («DC») είναι Ισραηλινοί πολίτες (ο EC και ο DC αναφέρονται εφεξής από κοινού ως «Αδέλφια Cahlon») που ασχολούνταν με επιχειρήσεις εξορύξεως στην Αιθιοπία.  Ο EC κατοικεί στο Ισραήλ (πριν από τον Ιούλιο 2019 ο EC κατοικούσε στην Αιθιοπία) ενώ ο DC κατοικεί στην Λευκορωσία και/ή στο Ισραήλ. 

 

·         Ο  XXXXX AnaviDA») είναι Ισραηλινός πολίτης, ο οποίος κατοικεί στο Ισραήλ. 

 

·         Σύμφωνα με το Μνημόνιο Συναντίληψης (Memorandum of Understanding) ημερομηνίας 31/8/2015 (το «Μνημόνιο Συναντίληψης») που συνήφθηκε μεταξύ του Αιτητή 1, του EC και του DA, τα μέρη συμφώνησαν να ιδρύσουν μαζί μια Αιθιοπική Εταιρεία και να προβούν σε κοινοπραξία επιχείρησης εξορύξεως στην Αιθιοπία.  Σύμφωνα με το Μνημόνιο Συναντίληψης, μια Αιθιοπική Εταιρεία η οποία ανήκει στον EC, ήτοι η YMG GOLD MINING PRIVATE LIMITED COMPANY («YMG»), ήταν κάτοχος της άδειας εξερεύνησης (exploration license). Ο EC ανέλαβε την υποχρέωση να μετατρέψει την άδεια εξερεύνησης σε άδεια εξορύξεως (mining license) και να μεταφέρει την άδεια εξορύξεως από την YMG στη νεοσυσταθείσα Αιθιοπική Εταιρεία. (Βλέπε Τεκμήριο 1 της Ε/Δ Μαυρομμάτη).

 

·         Σύμφωνα με το Μνημόνιο Συναντίληψης, ο Αιτητής 1, o DA και ο EC ίδρυσαν την Αιθιοπική Εταιρεία OKROS MINING PRIVATE LIMITED COMPANY («OKROS») και σύνηψαν τη Συμφωνία Μετόχων της OKROS (OKROS Shareholders Agreement) (η «Συμφωνία Μετόχων της OKROS»).  Ο EC διορίσθηκε ως Γενικός Διευθυντής της OKROS και ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο πλειοψηφών μέτοχος και Γενικός Διευθυντής της YMG.  (Βλέπε Τεκμήριο 2 της Ε/Δ Μαυρομμάτη).   

 

·         Μετά την εγγραφή της OKROS ΤΟ 2016, ο Αιτητής 1 επένδυσε σημαντικό ποσό κεφαλαίων στην OKROS.  Αυτές οι επενδύσεις έγιναν υπό 2 (Δύο) μορφές. 

 

·         Η πρώτη μορφή των επενδύσεων αποτελείτο από μετοχικά δάνεια που χορηγήθηκαν στην OKROS (οι «Συμφωνίες Δανειοδότησης της OKROS» ή μεμονωμένα η «Συμφωνία Δανειοδότησης της OKROS») (Βλέπε παράγραφο 6.9 της Ε/Δ Μαυρομμάτη και Τεκμήρια 3-13). Οι εν λόγω Επενδυτικές Συμφωνίες Δανειοδότησης (Investment Loan Agreements) (ILAs) υπεγράφησαν αφενός, από τον Αιτητή 1 (ο «Δανειστής») και αφετέρου από τον EC υπό την ιδιότητά του ως Γενικός Διευθυντής της OKROS (ο «Οφειλέτης»).  

 

·         Η δεύτερη μορφή των επενδύσεων αποτελείτο από πληρωμές που έγιναν από τον Αιτητή 1 για λογαριασμό της OKROS (ή για το συμφέρον της OKROS) για επιχειρηματικούς σκοπούς, συμπεριλαμβανομένων, αλλά χωρίς κανένα περιορισμό: την αγορά και τροποποίηση εξοπλισμού εξορύξεως, την πληρωμή για τη μεταφορά μηχανημάτων, εταιρικές  ή άλλες νομικές υπηρεσίες.  Επίσης ο Αιτητής 1 πλήρωσε για υπηρεσίες γεωτρήσεως οι οποίες έπρεπε να παρασχεθούν για το συμφέρον της OKROS ή της YMG. (Βλέπε παράγραφο 6.21 της Ε/Δ Μαυρομμάτη).  

 

·         Ο Αιτητής 1 λειτουργούσε ως επενδυτής και δεν είχε εμπλακεί με οιονδήποτε τρόπο στη διαχείριση της OKROS ή σε οποιανδήποτε δραστηριότητα που ασκεί η OKROS.

 

·         Το 2017, λόγω του γεγονότος ότι κατέστη σαφές ότι η Άδεια Εξόρυξης της YMG δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί στην OKROS, συμφωνήθηκε από τα μέρη ότι ο Αιτητής 1 θα καταστεί ως μέτοχος της YMG. Στις 6 Μαΐου ο Αιτητής 1 και ο EC υπέγραψαν τη Συμφωνία Αγοραπωλησίας Μετοχών (η «Συμφωνία Αγοραπωλησίας Μετοχών της YMG»). Σύμφωνα με τις διατάξεις της Συμφωνίας Αγοραπωλησίας Μετοχών της YMG, ο Αιτητής 1 απέκτησε 1.775 (Χίλιες επτακόσιες εβδομήντα πέντε) μετοχές οι οποίες αποτελούσαν το 35,5% (Τριάντα πέντε κόμμα πέντε τοις εκατό) του μετοχικού κεφαλαίου της YMG).  Ωστόσο, δεν υπεγράφη καμία συμφωνία μετόχων για την YMG, όπως συνέβη εις την περίπτωση της OKROS. (Βλέπε Τεκμήριο 14 της Ε/Δ Μαυρομμάτη).

 

·         Από τον Μάιο του 2017, ο Αιτητής 1 επένδυσε σημαντικό ποσό κεφαλαίων στην YMG. Αυτές οι επενδύσεις έγιναν υπό 2 (Δύο) μορφές, όμοιες με αυτές έγιναν στην OKROS.

 

·         H πρώτη μορφή των επενδύσεων αποτελείτο από μετοχικά δάνεια που χορηγήθηκαν στην YMG (οι «Συμφωνίες Δανειοδότησης της YMG» ή μεμονωμένα η «Συμφωνία Δανειοδότησης της YMG») (Βλέπε παράγραφο 6.16 της Ε/Δ Μαυρομμάτη και Τεκμήρια 15-28). Οι εν λόγω Συμφωνίες Δανειοδότησης υπεγράφησαν  αφενός, από τον Αιτητή 1 (ο «Δανειστής») και αφετέρου από τον EC υπό την ιδιότητά του ως Γενικός Διευθυντής της YMG (ο «Οφειλέτης») (Βλέπε Τεκμήριο 29 της Ε/Δ Μαυρομμάτη).    

 

·         Η Δεύτερη μορφή των επενδύσεων αποτελείτο από πληρωμές που έγιναν από τον Αιτητή 1 στο κεφάλαιο της YMG και από άλλες πληρωμές για διάφορες νομικές, φορολογικές και βιομηχανικές υπηρεσίες παροχής συμβουλών για το συμφέρον της YMG

 

·         Τον Φεβρουάριο 2016 ο Αιτητής 1 συμφώνησε να συμμετάσχει σε επιχειρήσεις εξόρυξης τανταλίου/σμαραγδιού και κατέστη μέτοχος της HABESHA MINING PRIVATE LIMITED COMPANY («HABESHA»), εταιρεία που ανήκει στον EC στην Αιθιοπία.  Από τον Φεβρουάριο 2016 έως τον Μάρτιο 2018 ο Αιτητής 1 επένδυσε σημαντικό ποσό κεφαλαίων στην HABESHA μέσω δανείων («Συμφωνία Δανειοδότησης της HABESHA») (Βλέπε παράγραφο 6.19 της Ε/Δ Μαυρομμάτη και Τεκμήρια 30-49). Οι εν λόγω Επενδυτικές Συμφωνίες Δανειοδότησης υπεγράφησαν  αφενός, από τον Αιτητή 1 (ο «Δανειστής») και αφετέρου από τον EC υπό την ιδιότητά του ως Γενικός Διευθυντής της HABESHA (ο «Οφειλέτης») εντός της περιόδου κατά την οποία ο EC κατείχε τη θέση του Γενικού Διευθυντή της HABESHA.

 

·         Στις 20/12/2015 Σύμβαση Γεωτρήσεως υπεγράφη μεταξύ της Κυπριακής Εταιρείας SKABALION LTD («SKABALION») (η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο επαρουσιάσθη δήθεν ως μια εταιρεία εξειδικευμένη σε γεωτρήσεις, η οποία δεν είχε καμία σχέση ή σύνδεση με τα Αδέλφια Cahlon) και των OKROS/ YMG/ Αιτητή 1 (η «Σύμβαση Γεωτρήσεως της SKABALION»). Η SKABALION εμφανίζεται ως αποδέκτης των κεφαλαίων που έχουν καταβληθεί από τον Αιτητή 1 για υπηρεσίες γεωτρήσεως που δήθεν παρασχέθηκαν στις YMG και OKROS από την SKABALION.  Τα κεφάλαια που καταβλήθηκαν από τον Αιτητή 1 μεταβιβάστηκαν σε τραπεζικούς λογαριασμούς της SKABALION που διατηρούνται σε Βουλγαρική Τράπεζα (Βλέπε παράγραφο 6.21 της Ε/Δ Μαυρομμάτη και Τεκμήρια 50-54).

 

·         Το 2017, δημιουργήθηκε σύγκρουση μεταξύ του Αιτητή 1 και των Αδελφιών Cahlon όσο αφορά το ύψος και την ισοδυναμία των επενδύσεων που πραγματοποιήθηκαν στις OKROS, YMG και HABESHA από τα μέρη και την ορθή διαχείριση των Εταιρικών κεφαλαίων από τον EC ως Γενικός Διευθυντής των OKROS, YMG και HABESHA. Ο Αιτητής 1 ζήτησε να του παρασχεθούν όλα τα οικονομικά έγγραφα των εταιρειών, αλλά, αυτό του το αίτημα δεν ικανοποιήθηκε ποτέ. Ο Αιτητής 1 εξακολουθεί να ανησυχεί για την τιμιότητα των Αδελφιών Cahlon και προσπαθεί να αποκτήσει πρόσβαση σε έγγραφα έτσι ώστε να βεβαιωθεί ότι οι επενδύσεις του δαπανήθηκαν προς όφελος των Εταιρειών όπως είχε αρχικά συμφωνηθεί και όχι για το προσωπικό κέρδος των Αδελφιών Cahlon

 

·         Το Νοέμβριο 2018 ο Αιτητής 1 κατέστη μέτοχος πλειοψηφίας της YMG και προχώρησε στη διενέργεια εσωτερικού ελέγχου της εταιρείας, όπου αποκαλύφθηκε ότι, χρήματα έχουν μεταφερθεί υπό μορφή δανείων από την OKROS στην YMG και την HABESHA.  Ο Αιτητής 1 δεν έχει δώσει ποτέ οδηγίες, ούτε έχει συναινέσει σε τέτοιου είδους μεταβίβαση κεφαλαίων από την OKROS στην YMG και στην HABESHA.

 

·         Έρευνες που διεξήγαγε ο Αιτητής 1 κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εσωτερικού ελέγχου της YMG, αποκάλυψαν ότι κανένας από τους υπαλλήλους των OKROS και YMG δεν έχει ακούσει ποτέ για την SKABALION ή τις κατ’ ισχυρισμό υπηρεσίες που δήθεν παρασχέθηκαν στις OKROS και YMG. Αυτό εγείρει σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με την παροχή τέτοιων υπηρεσιών γεώτρησης, καθώς και σχετικά με τους τελικούς δικαιούχους της SKABALION ως αποδέκτης κεφαλαίων για υπηρεσίες που δήθεν παρασχέθηκαν στις OKROS και YMG.

 

·         Η SKABALION φαίνεται να είναι μια Κυπριακή Εταιρεία ιδρυθείσα το 2015, χωρίς γραφεία εργασιών στην Κύπρο, η οποία έχει διαγραφεί από το Μητρώο Εταιρειών στις 6 Δεκεμβρίου 2017. Γραμματέας της SKABALION ήταν η ZEDANA SECRETARIAL LTD, μέτοχός της ήταν η HAMERVATE LTD και οι διευθυντές αυτής ήταν η ZEDANA και η HAMERVATE. Τα τιμολόγια που εξέδωσε η SKABALION δείχνουν ότι η εταιρεία διέθετε Βουλγαρική διεύθυνση (Βλέπε παράγραφο 6.25 της Ε/Δ Μαυρομμάτη και Τεκμήρια 55 και 56).        

 

·         Ο DC εμφανίζεται ως ο μοναδικός εγγεγραμμένος  μέτοχος της Κυπριακής Εταιρείας NOKROS HOLDINGS LTD («NOKROS») και μαζί με την HAMERVATE ενεργεί ως διευθυντής της  NOKROS.  Η Γραμματέας της NOKROS φαίνεται να είναι η ZEDANA.  

 

·         Τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τον έλεγχο της NOKROS από τα Αδέλφια Cahlon, καθώς και η από κοινού διαχείριση των NOKROS και SKABALION από την ZEDANA, παρέχουν σοβαρές ενδείξεις ότι η SKABALION και η NOKROS ενδέχεται να βρίσκονται υπό την ίδια κυριότητα και έλεγχο. 

 

·         Έρευνες που διεξήχθησαν σχετικά με τις Κυπριακές Εταιρείες NOKROS HOLDING LTD, ZEDANA SECRETARIAL LTD και HAMERVATE LTD μεταξύ άλλων, δείχνουν ότι:

 

i)     η NOKROS και η SKABALION έχουν την ίδια καταστατική έδρα και γραμματέα, καθώς και ότι η HAMERVATE ενήργησε ως διευθυντής και στις 2 Εταιρείες.

ii)    το 100% των μετοχών της NOKROS ανήκει νομίμως στον κ. DANI CAHLON, ο οποίος επίσης ενήργησε ως ένας εκ των δύο διευθυντών της. 

iii)  το 100% των μετοχών της ZEDANA ανήκει νομίμως στη HAMERVATE LTD.

iv)  το 100% των μετοχών της SKABALION κατέχονταν νομίμως από την HAMERVATE LTD.

 

     (Βλέπε Τεκμήρια 57-61 της Ε/Δ Μαυρομμάτη).

 

·         Από το Τεκμήριο 62 της Ε/Δ Μαυρομμάτη που είναι το αντίγραφο συμβολαίου που υπεγράφη μεταξύ της Εταιρείας LLE TRADING PLC και της SKABALION περί τις 20/02/2017, φαίνεται και αποδεικνύεται η σχέση του XXXXX Cahlon με την SKABALION αφού αναγράφεται κάτω από το όνομα της SKABALION ως αγοραστής, η φράση “ATTENTION: MR. XXXXX CAHLON”.  (Βλέπε παραγράφους 6.32-6.33 της Ε/Δ Μαυρομμάτη).

 

·         Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η HAMERVATE κατείχε το 100% των μετοχών στην SKABALION, μέχρι την ημερομηνία διαγραφής της από το Μητρώο Εταιρειών, για λογαριασμό και προς όφελος άλλου προσώπου που δεν επιθυμούσε να εμφανιστεί δημοσίως ως νόμιμος κάτοχος και άτομο που ελέγχει (controller) την SKABALION.

 

·         Ο Αιτητής 1 έχει βάσιμους λόγους να πιστεύει και να υποψιάζεται ότι τα Αδέλφια Cahlon τον εξαπάτησαν και/ή εξαπάτησαν την YMG και/ή την OKROS με δόλιες συναλλαγές μέσω της χρήσης διαφόρων νομικών οντοτήτων, μεταξύ άλλων, της SKABALION και της NOKROS και ως εκ τούτου έχουν υπεξαιρεθεί κεφάλαια που αρχικά προορίζονταν για υπηρεσίες που παρέχονται προς όφελος της YMG και/ή της OKROS και τα οποία πλήρωσε ο Αιτητής 1. 

 

 

 

Ένσταση – Λόγοι Ένστασης

 

Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση η οποία, μεταξύ άλλων, βασίζεται στον  περί της Ρύθμισης των Επιχ. Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών και Συναφών Θεμάτων Νόμος 196(Ι)/2012 Άρθρα 2, 3(2),  στον Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγόρων, Κανονισμός 13(1) έως 13(7), στον Ο περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμος του 2018 (125(I)/2018) εν γένει αλλά και ειδικά τα Άρθρα 15, 31 & 32,  στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 Άρθρα  2, 20, 21, 22, 29, 30, 31, 32, 41 και 42, ως έχει τροποποιηθεί , στα Άρθρα 15, 18, 23, 28, 29 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.6, θ.1 έως 9, Δ.9 θ.4 και 5, Δ.28, θ.1, Δ.39, Δ.48, θθ.1-4, 8 & 9, και Δ.64, στα Άρθρα 2, 3, 4, 5, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 ως έχει τροποποιηθεί, στο Νόμο στις αρχές που διέπουν το θέμα της αποκάλυψης και νομικές αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal.

 

Ως λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι 16 λόγοι:

 

1.      Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν.14/60.

2.     Οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση εναντίον των Εναγόμενων

3.      Ελλείπει  το στοιχείο του κατεπείγοντος.

4.     Οι Αιτητές δεν έχουν καλές πιθανότητες επιτυχίας και/ή καλό αγώγιμο δικαίωμα.

5.     Δεν  αποδεικνύεται και/ή δεν έχει υποδειχθεί ότι συντρέχουν οποιοιδήποτε λόγοι αλλά ούτε και πιθανολογείται  ως ενδεχόμενο  ανεπανόρθωτης ζημία στους Ενάγοντες/Αιτητές.

6.     Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) κλίνει σαφώς υπέρ των Εναγόμενων 

7.     Τα αιτητικά στην Αίτηση και στο κλητήριο ένταλμα είναι αυτούσια και αυτολεξεί.

8.     Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την έκδοση και διατήρηση  του εκδοθέντος διατάγματος φίμωσης.

9.     Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal και/ή τα προβαλλόμενα γεγονότα δεν ικανοποιούν τις προϋποθέσεις για εφαρμογή των αρχών της απόφασης Norwich Pharmacal σε σχέση με τις Εναγόμενες εταιρείες.

10.   Ο ομνύων την Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν είναι ο διάδικος αλλά άλλο πρόσωπο, δεν σε θέση να γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά και δεν επεξηγεί ικανοποιητικά γιατί οι ίδιοι οι διάδικοι δεν έκαναν οι ίδιοι την ένορκη δήλωση για προώθηση της υπόθεσής τους.

11.    Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει οποιαδήποτε γεγονότα ή στοιχεία που να δικαιολογούν την με οποιοδήποτε τρόπο ανάμειξη των Κυπριακών Εταιρειών SKABALION LTD και NOKROS HOLDINGS LIMITED με τις επίδικες συναλλαγές ή με την καθ’ ισχυρισμόν αδικοπραξία  πέραν της συνωνυμίας Εταιρείας που φέρεται να έχει έδρα στη Βουλγαρία με εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία.

12.   Τα γεγονότα στα οποία αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του Αλέξανδρου Μαυρομμάτη ουδεμία σχέση έχουν με την Κύπρο και συνεπώς η Κύπρος δεν είναι το αρμόδιο forum convenience.

13.   Οι Εναγόμενες δεν είναι σε θέση να παρέχει οποιαδήποτε πληροφορία ή έγγραφα καθότι τουλάχιστον σε σχέση με την  SKABALION LTD η Εναγόμενη αρ. 2 είχε παραιτηθεί από διευθυντής από 6/6/17 πολύ πριν τη διαγραφή της από το Μητρώο το Εφόρου Εταιρειών την 6/12/17 και συνεπώς δεν δύναται να συμμορφωθεί με οποιοδήποτε διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων, καθιστώντας συμμόρφωση με τα αιτούμενα διατάγματα αδύνατη και μη ρεαλιστική.

14.   Οι Ενάγοντες Αιτητές πέραν από κάποιες δικές τους εικασίες δεν έχουν αποδείξει ή υποδείξει οποιαδήποτε διασύνδεση ή διαδρομή χρημάτων ή απάτη ή δόλο ή οτιδήποτε άλλο που να δικαιολογεί την άρση του εταιρικού πέπλου και δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ή συσχέτιση με τόπο χρόνο γεγονότα και πρόσωπα με τις Εναγόμενες με τα επίδικα γεγονότα.

15.   Η Εναγόμενη αρ. 2 είναι εταιρεία παροχής διοικητικών υπηρεσιών η οποία υπάγεται στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο δεδομένου ότι η μέτοχος της είναι  δικηγόρος και συνεπώς κωλύεται και από το Δικηγορικό Απόρρητο από του να αποκαλύψει τις αιτούμενες πληροφορίες δώσουν πληροφορίες και/ή στοιχεία και/ή έγγραφα που ζητούν οι Αιτητές

16.   Οι πληροφορίες και/ή στοιχεία και/ή έγγραφα που ζητούν οι Αιτητές αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στα οποία εφαρμόζονται οι πρόνοιες του οικείου Νόμου.

 

Ένορκη δήλωση Ένστασης

 

Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη δήλωση της XXXXX Μαγνήτη, μίας εκ των δύο διευθυντών των Εναγομένων 1 και 2. Σε αυτήν αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής:

 

·         Η Εναγόμενη 1 δραστηριοποιείται στον τομέα παροχής διοικητικών υπηρεσιών και κυρίως υπηρεσιών εταιρικού γραμματέα σε άλλες εταιρείες. Η Εναγόμενη 2 είναι εταιρεία παροχής διοικητικών υπηρεσιών η οποία υπάγεται στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο δεδομένου ότι η μέτοχός της XXXXX Παπακλεοβούλου, είναι δικηγόρος. Και οι δύο Εναγόμενες υπάγονται και εποπτεύονται από το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου υπό την ιδιότητά του ως Εποπτική Αρχή στο πλαίσιο του Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου.

·         Οι Εναγόμενες 1 και 2 παρείχαν συγκεκριμένες υπηρεσίες προς την SKABALION LTD και NOKROS HOLDINGS LIMITED και δεν είχαν ποτέ και ούτε έχουν γνώση ή πληροφόρηση αναφορικά με τα κατ’ ισχυρισμόν επίδικα γεγονότα.

·         Σε σχέση με τη SKABALION LTD η Εναγόμενη 2 είχε παραιτηθεί από διευθυντής από 6/6/2017 λόγω έλλειψης επικοινωνίας με τον πελάτη στον οποίο οι Εναγόμενες 1 και 2 παρείχαν συγκεκριμένες υπηρεσίες πολύ πριν τη διαγραφή της SKABALION LTD από το Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών στις 6/12/17. Περαιτέρω, οι Εναγόμενες δεν έχουν στην κατοχή τους οποιοδήποτε φάκελο ή άλλα στοιχεία καθότι ο φάκελος που διατηρείτο γι’ αυτή την εταιρεία έχει χαθεί.

·         Η NOKROS HOLDINGS LIMITED συστάθηκε 5/10/18 ενώ στην Ένορκη δήλωση Μαυρομμάτη αναφέρεται ότι η σύγκρουση με τα αδέλφια Cahlon έλαβε χώραν το 2017, ενώ τον Νοέμβριο 2018 κατέστη μέτοχος πλειοψηφίας της Ενάγουσας 3.

·         Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει οποιαδήποτε γεγονότα ή στοιχεία που να δικαιολογούν την με οποιοδήποτε τρόπο ανάμειξη των Κυπριακών Εταιρειών SKABALION LTD και NOKROS HOLDINGS LIMITED με τις επίδικες συναλλαγές ή με την κατ’ ισχυρισμό αδικοπραξία πέραν της συνωνυμίας εταιρείας που φέρεται να έχει έδρα στη Βουλγαρία με εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία.

·         Η Εναγόμενη 2 είναι εταιρεία παροχής διοικητικών υπηρεσιών η οποία εποπτεύεται από τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο δεδομένου ότι η μέτοχος της είναι δικηγόρος και συνεπώς κωλύεται και από το δικηγορικό απόρρητο να αποκαλύψει τις αιτούμενες πληροφορίες ή να δώσει τα αιτούμενα έγγραφα.

 

Το υπόλοιπο μέρος της ένορκης δήλωσης Μαγνήτη βασικά συνιστά υιοθέτηση και επανάληψη των λόγων Ένστασης.

 

ΕΞΕΤΑΣΗ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ

Η υπό κρίση Αίτηση αφορά σε Διατάγματα Αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων θεραπεία η οποία εμπίπτει στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας και στρέφεται κατά προσώπου που στην προκειμένη περίπτωση είναι οι Εναγόμενες/Καθ΄ων η Αίτηση οι οποίες, όπως είναι η θέση των Αιτητών, αναμείχθηκαν σε αδικοπραξίες ή παράνομες δραστηριότητες ή υποβοήθησαν στις επιλήψιμες δραστηριότητες άλλων προσώπων και για τις οποίες οι Ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα.

Με βάση το Άρθρο 29(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 τα Κυπριακά Δικαστήρια εφαρμόζουν τις αρχές της Επιείκειας και στο πλαίσιο αυτό έχουν την εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Ν.14/60 που αποτελεί και το ουσιαστικό Δίκαιο έκδοσης τέτοιας φύσεως διαταγμάτων. Διατάγματα τα οποία εμπίπτουν στο Δίκαιο της Επιείκειας όπως τα διατάγματα αποκάλυψης που καθιερώθηκαν νομολογιακά στην Αγγλία με τις αποφάσεις Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners of Customs & Excise (1973) 2 All E.R 943 και Bankers Trust v. Shabira (1980) 1 W.L.R 1274 εμπίπτουν σ’ αυτό το Δίκαιο και εφαρμόζονται, κατ΄ επέκταση, και από τα δικά μας Δικαστήρια.

Για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης ιδιαίτερα σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Norwich Pharmacal (ανωτέρω):-

Although as a general rule no independent action for discovery would lie against a person against whom no reasonable cause of action could be alleged, or who was in the position of a mere witness in the strict sense, the rule did not apply where (a) without discovery of the information in the possession of the person against whom discovery was sought no action could be begun against the wrongdoer, and (b) the person against whom discovery was sought had himself, albeit through no fault of his own, been involved in the wrongful acts of another so as to facilitate the wrongdoing.  In such circumstances although he might have incurred no personal liability, he was under a duty to assist the person who had been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoer”.

Η νομική αρχή της υπόθεσης Norwich αποτελεί ξεχωριστή αιτία αγωγής και δίδει τη δυνατότητα έγερσης αγωγής εναντίον προσώπων που αναμείχθηκαν ή συνδέθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο στην παράνομη πράξη.

Η καθιερωθείσα από την υπόθεση Νorwich νομική αρχή ακολουθήθηκε έκτοτε από τα Αγγλικά Δικαστήρια. Η υπό αναφορά νομική αρχή αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής και μπορεί να προωθηθεί με αγωγή – όπως έγινε και στην παρούσα – εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω κι  αν οι ίδιοι μπορεί να μην έχουν προσωπική ευθύνη. Το καθήκον των προσώπων αυτών, επισημάνθηκε, έγκειται στην παροχή βοήθειας στο πρόσωπο που αδικήθηκε, κι αυτό εκπληρώνεται με το να αποκαλύψει τις πληροφορίες που κατέχει και που σχετίζονται με την αδικοπραξία.

Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για έκδοση θεραπείας  Νorwich Pharmacal κωδικοποιήθηκαν, τρόπο τινά, στην υπόθεση Mitsui  &  Co v. Nexen Petroleum UK Ltd (2005) 3 All E.R. 511, σελ. 518. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:-

“[21] The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are:  (1) a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (ii) there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must:  (a) be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (b) be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.”

Σε κάθε περίπτωση όπως τονίστηκε τόσο στη Norwich (ανωτέρω) όσο και σε άλλες αποφάσεις που ακολούθησαν, η θεραπεία της αποκάλυψης παρέχεται από το Δίκαιο της Επιείκειας ως ένα όπλο υποβοήθησης ενός διαδίκου σε εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες λόγω της ανάμειξης ή διευκόλυνσης στην τέλεση της παράνομης πράξης έστω και αν τα ίδια δεν έχουν προσωπική ευθύνη.

Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ashworth Hospital Authority v. M.G.N Ltd (2002) 4 All E.R 193 ένα διάταγμα για αποκάλυψη μπορεί να εκδοθεί ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται η αποκάλυψη είχε αθώα ή χωρίς πρόθεση ανάμειξη στην αδικοπραξία[1].

Στο Σύγγραμμα Disclosure of Information, Norwich Pharmacal and Related Principles, των Bushell και Moore, έκδοση 2013, σελ. 97-101, παρ. 8.1-8.2, στο οποίο με παρέπεμψε η κα Παπακλεοβούλου, γίνεται μια διαφωτιστική ανάλυση των υποθέσεων Norwich Pharmacal και Ashworth και άλλων, με ιδιαίτερη έμφαση στην Ashworth ως την αυθεντία αναφορικά με το θέμα της ανάμειξης («involvement»). Όπως διαφαίνεται, αποδίδεται ευρεία ερμηνεία στον όρο «ανάμειξη», ο οποίος δεν περιορίζεται μόνο σε ανάμειξη στην ίδια την αδικοπραξία αλλά και σε μία αλυσίδα γεγονότων τα οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την αδικοπραξία[2].

Τέτοια παραδείγματα ανάμειξης (involvement) δίδονται ως ακολούθως στη σελίδα 104 του πιο πάνω Συγγράμματος:

“…….it has been held to be sufficient that the respondent law firm had been involved in incorporating the target company and witnessing documents for that target;41 that the respondent bank maintained an account to which credits had been made reflecting underlying gold (though not traceable proceeds);42 that the respondent law firm was involved in drafting doc­uments which (unknown to the lawyer) formed part of the wrongdoing;43 that the respondent internet service provider provided the account used for arguable wrongs;44 and that the respondent website operator sold tickets that were alleged to have been wrongly marketed.45”

Κατ΄ανάλογο τρόπο στην υπόθεση JST BTA Bank v. Fidelity Corporate Services Ltd HCVAP 2010/35 ο παροχέας υπηρεσιών εγγεγραμμένων αντιπροσώπων (registered agent services) κρίθηκε ως πρόσωπο με ανάμειξη σε αδικοπραξία και, ως εκ τούτου, συνιστούσε κατάλληλη περίπτωση για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης.

Το σχετικό απόσπασμα από την παράγραφο 27 της Απόφασης έχει ως εξής;

«Applying the law to the facts in this case, I am satisfied that the respondents by virtue of their very role in providing registered agent services to the companies, a role which is voluntary, cannot on any view be considered as mere onlookers. The companies that they formed are said to have been mere vehicles created for the purpose of defrauding the [applicant] Bank. The respondents, by incorporating and maintain those vehicles, thereby facilitated, albeit innocently, the commission of the fraud and as such were involved in the fraud perpetrated against the Bank . Registered agents and registered office service providers who are used by others to create and maintain for them corporate vehicles for the purpose of effecting fraud must expect that in due course the victims will come to them seeking discovery of the names and addresses and other information and documents that will enable the perpetrators to be discovered and the misappropriated assets traced.»

Είναι νομολογημένο, έχοντας υπόψη ιδιαίτερα τις Αγγλικές αποφάσεις, ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διατάγματα με σκοπό τον εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων και για το σκοπό αυτό υπάρχει πληθώρα αγγλικών αποφάσεων, μεταξύ των οποίων και η υπόθεση Bankers Trust Co. ν. Shapira & Others (1980) 3 All E.R. 353.

Επίσης η απόφαση A. v. C. (1981) 1 Q.B. 629 και παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την απόφαση A. v. C. (ανωτέρω):

Now these cases provide ample authority that, in an action in which the plaintiff seeks to trace property which in equity belongs to him, the court not only has jurisdiction to grant an injunction restraining the disposal of that property; it may in addition, at the interlocutory stages of the action, make orders designed to ascertain the whereabouts of that property. In particular, it may order a bank (whether or not party to the proceedings) to give discovery of documents in relation to the bank account of a defendant who is alleged to have defrauded the plaintiff of his assets; and it may make orders for interrogatories to be answered by the defendants or their employees or director.”

                              (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

Στην υπόθεση Bankers Trust (ανωτέρω) λέχθηκαν τα εξής σχετικά από τον Λόρδο Denning στη σελίδα 358:

The plaintiff, who has been defrauded, has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Atkin LJ's words, to lift the latch of the banker's door» see Banque Belge Pour L' Etranger v. Hambrouck [1921] 1 KB 321 at 335.”

Στην Bankers Trust Co. (ανωτέρω) επιπρόσθετα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning:

This new jurisdiction must, of course, be carefully exercised. It is a strong thing to order a bank to disclose the state of its customer's account and the documents and the correspondence relating to it. It should only be dome when there is a good ground for thinking the money in the bank is the plaintiff's money - as, for instance, when the customer has got the money by fraud - or other wrongdoing - and paid it into his account at the bank.”

Η θεραπεία της αποκάλυψης  βάσει της αρχής της Νorwich Pharmacal Επίσης δεν περιορίζεται σε υποθέσεις όπου η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος είναι άγνωστη. Μπορεί η θεραπεία να δοθεί ακόμη και εκεί επιδιώκεται η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ώστε να καταστεί δυνατή η καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο Αιτητής επιζητεί ελλείπων μέρος από τη όλη υπόθεση.

Τα διατάγματα Norwich επενεργούν ως βοηθητικό μέσο για την ανεύρεση και εξιχνίαση πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των κατ΄ ισχυρισμών αδικοπραγούντων, όσο και την υποβοήθηση ανεύρεσης γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση αγωγής.

Στην υπόθεση Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc, VDC Ltd (2003) EWHC 616 (Ch) αναφέροντα τα εξής:

 

 “So Norwich Pharmacal is not limited simply to the case of finding out of the name of a wrong-doer. It also extends to cases where there is a good indication of wrong-doing, but not every piece of what the claimant needs to plead a case is fully in position”.

 

                        (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

 

Στην υπόθεση P. v. T. Ltd (1997) 1 W.L.R 1309 αναφέρθηκαν ακόμη τα εξής στην περίληψη της απόφασης:

 

Where justice cannot otherwise be done, a plaintiff is entitled to discovery against a defendant in order to obtain information for use in bringing proceedings against a third party, even though it cannot be ascertained, without the information sought, that the third party has committed a tort against the plaintiff”.

 

Για σκοπούς εξασφάλισης της ενδιάμεσης θεραπείας που επιζητείται θα πρέπει να πληρούνται τόσον οι προϋποθέσεις που τίθενται από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 όσο και των προϋποθέσεων που αναγνωρίσθησαν, κυρίως, στην υπόθεση Mitsui & Co.

 

Ύπαρξη Αδικοπραξίας

 

Μέσω της ένορκης δήλωσης Μαυρομμάτη τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία και μαρτυρία  σχετικά με απάτη σε βάρος του Αιτητή 1 και/ή της Αιτήτριας αρ. 2 και/ή Αιτήτριας αρ.3 αναφορικά με δόλιες συναλλαγές μέσω της χρήσης διαφόρων νομικών οντοτήτων, μεταξύ άλλων, της SKABALION και της NOKROS και της υπεξαίρεσης κεφαλαίων που αρχικά προορίζονταν για υπηρεσίες που παρέχονταν προς όφελος της Αιτήτριας αρ.3 και/ή της Αιτήτριας αρ. 2 και τα οποία κεφάλαια κατέβαλε ο Αιτητής.

 

Συγκεκριμένα στις 20/12/2015 υπεγράφη Σύμβαση Γεωτρήσεως μεταξύ της Κυπριακής Εταιρείας SKABALION LTD («SKABALION») (η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο επαρουσιάσθη δήθεν ως μια εταιρεία εξειδικευμένη σε γεωτρήσεις, η οποία δεν είχε καμία σχέση ή σύνδεση με τα Αδέλφια Cahlon) και των OKROS/ YMG/Αιτητή 1[3]. Η SKABALION εμφανίζεται ως αποδέκτης των κεφαλαίων που έχουν καταβληθεί από τον Αιτητή 1 για υπηρεσίες γεωτρήσεως που υποτίθεται παρασχέθηκαν στις YMG και OKROS από την SKABALION. Ο Αιτητής 1 κατέβαλε δύο πληρωμές στη SKABALION σύμφωνα με τα εκδοθέντα τιμολόγια: στις 12/2/2016 για το ποσό ύψους USD 856,800 (Οκτακόσιες πενήντα-έξι χιλιάδες οκτακόσια δολάρια ΗΠΑ) και στις 24/5/2016 για το ποσό ύψους USD122,400 (Εκατό είκοσι-δύο χιλιάδες τετρακόσια δολάρια ΗΠΑ).  Τα κεφάλαια που καταβλήθηκαν από τον Αιτητή 1 μεταβιβάστηκαν σε τραπεζικούς λογαριασμούς της SKABALION που διατηρούνται σε Βουλγαρική Τράπεζα[4].

 

Έρευνες που διεξήγαγε ο Αιτητής 1 κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εσωτερικού ελέγχου της YMG, αποκάλυψαν ότι κανένας από τους υπαλλήλους των OKROS και YMG δεν έχει ακούσει ποτέ για την SKABALION ή τις κατ’ ισχυρισμό υπηρεσίες που δήθεν παρασχέθηκαν στις OKROS και YMG. Ως εκ τούτου εγέρθηκαν σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με την παροχή τέτοιων υπηρεσιών γεώτρησης, καθώς και σχετικά με τους τελικούς δικαιούχους της SKABALION ως αποδέκτη κεφαλαίων για υπηρεσίες που δήθεν παρασχέθηκαν στις OKROS και YMG[5].

 

Η SKABALION  φαίνεται να είναι μια Κυπριακή Εταιρεία ιδρυθείσα το 2015, χωρίς γραφεία εργασιών στην Κύπρο και είχε ως γραμματέα τη ZEDANA SECRETARIAL LTD («ZEDANA» ή «Καθ’ ής η Αίτηση 1»). Ο μέτοχος της SKABALION ήταν η HAMERVATE LTD («HAMERVATE» ή «Καθ’ ής η Αίτηση 2») και οι διευθυντές της ήταν η ZEDANA και η HAMERVATE.  Τα τιμολόγια που εξέδωσε η SKABALION δείχνουν ότι η εταιρεία διέθετε Βουλγαρική διεύθυνση[6].  

 

Αναζήτηση μέσω του διαδικτύου αποκάλυψε ότι η SKABALION διαθέτει ιστότοπο που αναφέρεται στις υπηρεσίες γεώτρησης και σε έργα γεώτρησης αλλά δεν υπάρχει καμία αναφορά στην ύπαρξη οποιουδήποτε γραφείου επιχείρησης ή εργασιών[7].  

 

Σε συνάντηση που είχε ο Αιτητής 1 πριν από δέκα ημέρες περίπου με τους ιδιοκτήτες και αντιπροσώπους της Εταιρείας LLE TRADING PLC εξ Αιθιοπίας, οι τελευταίοι παρέδωσαν στον Αιτητή 1 αντίγραφο συμβολαίου που υπεγράφη μεταξύ της Εταιρείας τους, ήτοι της LLE TRADING PLC και της SKABALION περί τις 20/2/2017, στο οποίο έγγραφο αναγράφεται κάτω από το όνομα της SKABALION ως αγοραστής, η φράση «ΣΕ ΠΡΟΣΟΧΗ: κ. XXXXX CAHLON». Αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 62[8].

 

Τόσο το περιεχόμενο του ανωτέρω ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 62 αλλά και με όσα αναφέρονται ανωτέρω, φαίνεται να προκύπτει κάποια σχέση μεταξύ της   SKABALION  και του XXXXX CAHLON  και/ή ότι ελέγχεται από τα Αδέλφια Cahlon και εχρησιμοποιήθη  από αυτούς ως όχημα για την καταδολίευση αυτών[9].

 

Αναγκαιότητα έκδοσης των Αιτουμένων Διαταγμάτων

 

Με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου διαφαίνεται ότι  οι Αιτητές  χρειάζονται να εξασφαλίσουν έγγραφα και μαρτυρία για να αντιληφθούν ακριβώς τη φύση των αδικοπραξιών που διαπράχθηκαν εναντίον τους, να εντοπίσουν όλες τις αδικοπραξίες, να μπορέσουν να δικογραφήσουν την υπόθεση που θα καταχωρήσουν εναντίον όλων των αδικοπραγήσαντων (tortfeasors) που έχουν αναμειχθεί και συμμετάσχει στη συνομωσία καταδολίευσης των Αιτητών και να εντοπίσουν και να ταυτοποιήσουν (identify) όλους τους αδικοπραγήσαντες που είχαν αναμειχθεί στις ανωτέρω αδικοπραξίες εις βάρος των Αιτητών·

 

Όπως διαφαίνεται παρά τις προσπάθειες των Αιτητών να εντοπίσουν τους τελικούς δικαιούχους της SKABALION και της NOKROS, ή οποιωνδήποτε άλλων προσώπων που εμπλέκονται στις προαναφερθείσες αδικοπραξίες, καθώς και να συλλέξουν πληροφορίες και μαρτυρία για να δικογραφήσουν την υπόθεσή τους και να εντοπίσουν όλες τις αδικοπραξίες που ενδεχομένως να έχουν διαπραχθεί εις βάρος τους, αυτό δεν κατέστη δυνατό. 

 

 

Εμπλοκή των Καθ΄ων η Αίτηση και δυνατότητα παροχής των αιτουμένων πληροφοριών

 

Με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία στην υπό εξέταση περίπτωση φαίνεται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση, αθώα ή όχι έχουν εμπλακεί στις ανωτέρω αδικοπραξίες, οι οποίες έγιναν εναντίον των Αιτητών με την παροχή διοικητικών υπηρεσιών σε εταιρείες και άτομα που εμπλέκονται στις εν λόγω αδικοπραξίες. Επισημαίνεται ότι η Καθ΄ης η Αίτηση αρ. 1 είναι γραμματέας της SKABALION και η Καθ΄ης η Αίτηση αρ. 2 είναι μέτοχος της ενώ και οι δύο είναι Διευθυντές της[10]. Από έρευνα προέκυψε ότι οι Καθ΄ων η Αίτηση διαθέτουν άδεια στην Κύπρο να παρέχουν καταπιστευματικές υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένων υπηρεσιών διαχείρισης και διοίκησης στους Πελάτες τους[11]H Γραμματέας της  NOKROS φαίνεται να είναι η Καθ΄ης η Αίτηση αρ. 1[12].

 

Από έρευνα που διεξήχθη εκ μέρους των Αιτητών σχετικά με τις Κυπριακές εταιρείες NOKROS και τις Καθ΄ων η Αίτηση διεφάνησαν τα εξής:

 

(1)         η NOKROS και η SKABALION έχουν την ίδια καταστατική έδρα και γραμματέα, καθώς και ότι η Καθ΄ης η Αίτηση αρ. 2 ενήργησε ως Διευθυντής και στις δύο Εταιρείες.

(2)         το 100% των μετοχών της NOKROS ανήκει νομίμως στον DANI CAHLON, ο οποίος επίσης ενήργησε ως ένας εκ των δύο Διευθυντών της. 

(3)         το 100% των μετοχών της Καθ΄ης η Αίτηση αρ. 1 ανήκει νομίμως στη Καθ΄ης η Αίτηση αρ. 2.

(4)         το 100% των μετοχών της SKABALION κατέχονταν νομίμως από την Καθ΄ης η Αίτηση αρ. 2[13].

 

Ενόψει των πιο πάνω οι Καθ’ ων η Αίτηση με την παροχή διοικητικών υπηρεσιών σε εταιρείες και άτομα που εμπλέκονται στις εν λόγω αδικοπραξίες αθώα ή όχι έχουν εμπλακεί σε αυτές. Ενόψει τούτου και έχοντας υπό τον έλεγχο και/ή κατοχή τους έγγραφα, πληροφορίες και μητρώα της  SKABALION και της NOKROS είναι σε θέση και/ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχουν πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να μπορέσουν οι Αιτητές να δικογραφήσουν την υπόθεσή τους, να εντοπίσουν όλους τους αδικοπραγήσαντες και όλες τις αδικοπραξίες που διαπράχθηκαν εις βάρος τους, να ιχνηλατήσουν τα πρόσωπα που έδωσαν οδηγίες για τις δόλιες συναλλαγές καθώς και να ιχνηλατήσουν τα κλοπιμαία κεφάλαια.

 

Στην προκειμένη περίπτωση έχει καταδειχθεί:

(α) η διάπραξη ή, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, διάπραξη αδικοπραξίας σε βάρος των Αιτητών, εις βάρος των Εναγόντων και/ή οιωνδήποτε εξ’ αυτών με τη χρησιμοποίηση μεταξύ άλλων των Κυπριακών Εταιρειών SKABALION και NOKROS, αφού μεγάλα ποσά πληρώθηκαν από τον Ενάγοντα 1 στην SKABALION εκ μέρους των Εναγουσών 2-3, η οποία παρουσιάσθη από τα Αδέλφια Cahlon ως Εταιρεία παροχής υπηρεσιών γεωτρήσεως και τελικά διεφάνη ότι κανένας από το προσωπικό των Εναγουσών 2-3 δε γνωρίζει οτιδήποτε για τη SKABALION ή για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών από την SKABALION·

(β) ότι οι Αιτητές χρειάζονται τις αιτούμενες πληροφορίες γιατί χωρίς αυτές δεν θα είναι σε θέση να αντιληφθούν ακριβώς τη φύση των αδικοπραξιών που διαπράχθηκαν εναντίον τους εγείρουν, να δικογραφήσουν και αποδείξουν την υπόθεση τους εναντίον των εμπλεκομένων προσώπων και αδικοπραγούντων και να εντοπίσουν και ταυτοποιήσουν όλους τους αδικοπραγήσαντες

(γ) ενόψει της εμπλοκής τους είναι σε θέση να προμηθεύσουν τους Αιτητές με τις πληροφορίες που ζητούν και οι οποίες είναι αναγκαίες για την προώθηση των πιο πάνω διαβημάτων.

 

Όσον αφορά τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 είναι αρκετό οι Αιτητές με το υλικό που έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου να έχουν καταδείξει:

(α) συζητήσιμη υπόθεση που δεν είναι άλλη από τις αδικοπραξίες που, όπως ισχυρίζονται, διαπράχθηκαν σε βάρος τους με αποτέλεσμα την υπεξαίρεση κεφαλαίων που αρχικά προορίζονταν για υπηρεσίες που παρέχονταν προς όφελος της Αιτήτριας αρ.3 και/ή της Αιτήτριας αρ. 2 και τα οποία κεφάλαια κατέβαλε ο Αιτητής αρ. 1.

(β) ότι έχουν ορατή προοπτική να δικαιούνται σε θεραπεία,

(γ) ότι οι Καθ΄ων η Αίτηση φαίνεται να είναι σε θέση να δώσουν τις αιτούμενες πληροφορίες χωρίς τις οποίες δεν μπορούν οι Αιτητές να εντοπίσουν τις αδικοπραξίες, να μπορέσουν να δικογραφήσουν και αποδείξουν την υπόθεση που θα καταχωρήσουν εναντίον των αδικοπραγήσαντων που έχουν αναμειχθεί και, κατά συνέπεια, θα είναι αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.

Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) το οποίο έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη[14], θεωρώ ότι αυτό κλίνει σαφέστατα υπέρ των Αιτητών.

 

Πέρα από την πλήρωση των προϋποθέσεων, κρίνεται ότι η έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων είναι και δίκαιη και πρόσφορη αφού μόνο έτσι θα καταστεί δυνατή η έγερση και δικογράφηση των αξιώσεων εναντίον των εμπλεκόμενων ατόμων και αδικοπραγούντων καθώς και ο εντοπισμός όλων των αδικοπραγούντων και η ιχνηλάτιση των κεφαλαίων που αποσπάσθηκαν·  

 

Ικανοποιούνται, λοιπόν, σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων.

 

Διάφοροι Λόγοι Ένστασης

 

Αντικανονικότητα  Ένορκης δήλωσης Μαυρομάτη

 

Ένας από τους λόγους Ένστασης αφορά και την ένορκη δήλωση Μαυρομμάτη. Προβάλλεται συναφώς από μέρους των Καθ΄ων η Αίτηση ότι ο ομνύων δεν είναι διάδικος, δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τα γεγονότα προσωπικά και ότι δεν επεξηγεί ικανοποιητικά γιατί οι διάδικοι δεν έκαναν οι ίδιοι την ένορκη δήλωση.

 

Στην υπό εξέταση περίπτωση ο ομνύων μέσω της παραγράφου 4 της ενόρκου δηλώσεως του αναφέρει κάτω από ποίες περιστάσεις γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ότι έχει εξουσιοδοτηθεί από τους Αιτητές να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους τους. Επεξηγεί παράλληλα τον λόγο που προβαίνει αυτός στην ένορκη δήλωση και όχι οι Αιτητές αναφέροντας ότι οι τελευταίοι κατοικούν και εδρεύουν στο εξωτερικό και ότι τόσο ο Αιτητής αρ.1 όσο και οι αντιπροσώποι των Αιτητών αρ.2 και 3 αδυνατούσαν λόγω ειλημμένων υποχρεώσεων να επισκεφθούν την Κύπρο.

 

Στη βάση των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω και με βάση και τη σχετική επί του θέματος νομολογία[15] θεωρώ ότι αφενός ο ομνύων αποκαλύπτει τις πηγές της γνώσης του και το ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τους Αιτητές να προβεί εκ μέρους τους στην παρούσα ένορκη δήλωση και αφετέρου έχει προσφέρει ικανοποιητική εξήγηση για το λόγο που η ένορκη δήλωση έγινε από τον ίδιο και όχι από τους Αιτητές.

 

Μη κατοχή εγγράφων από μέρους των Καθ΄ων η Αίτηση

 

Προβλήθηκε από μέρους των Καθ΄ων η Αίτηση ότι δεν έχουν στην κατοχή και/ή φύλαξη τους οποιαδήποτε έγγραφα ή άλλα στοιχεία λόγω καταστροφής του φακέλου μετά την παραίτηση της Καθ΄ης η Αίτηση αρ.2 από Διευθυντής της SKABALION το 2017 και συγκεκριμένα στις 6/6/17 πριν τη διαγραφή της από το Μητρώο το Εφόρου Εταιρειών την 6/12/17.

 

Δεν είναι αντιληπτό πως ο παροχέας διοικητικών υπηρεσιών προς την SKABALION ο οποίος υποχρεούται να κατέχει και να διατηρεί τα εταιρικά της έγγραφα με βάση τη σχετική νομοθεσία δύναται να ισχυρίζεται τα πιο πάνω[16].

 

Πανομοιότυπα Διατάγματα με την Αγωγή

 

Κατά το στάδιο των αγορεύσεων από την πλευρά των Καθ΄ων η Αίτηση προβλήθηκε η θέση ότι τα αιτούμενα Διατάγματα, όπως είναι διαμορφωμένα, είναι πανομοιότυπα με τις αξιώσεις των Εναγόντων στο οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα με αποτέλεσμα τυχόν έκδοση τους να κρίνουν την κατάληξη της Αγωγής. 

 

Είναι πράγματι νομολογιακά καθιερωμένο ότι είναι ανεπιθύμητη η έκδοση διαταγμάτων με τα οποία αποφασίζονται τελεσίδικα τα όσα ζητούνται στην αγωγή. Το ανεπιθύμητο, ωστόσο, δεν ισοδυναμεί με απαγόρευση. Η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος αντίστοιχου με τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή δεν αποκλείεται.

Τέτοιο ζήτημα εγέρθηκε στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α. (2012) 1 Α.Α.Δ. 1403 όπου ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Στ. Ναθαναήλ έθεσε τα πλαίσια του όλου ζητήματος ως εξής:

 

«Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτουμένων διαταγμάτων εφόσον μ’ αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos) (1969) 1 C.L.R 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση.  Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα.  Κατ΄ αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανα πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd – ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd (2002) 1 Α.Α.Δ 2015).»

 

Λαμβάνοντας υπόψη αφενός μεν το γεγονός ότι οι Αιτητές έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου ικανοποιητικά στοιχεία για διάπραξη εκ πρώτης όψεως αδικοπραξιών και/ή επιλήψιμων και/ή παράνομων πράξεων που είχαν ως συνέπεια την απόσπαση μεγάλων ποσών σε βάρος τους και αφετέρου το γεγονός ότι χωρίς την εξασφάλιση των αιτουμένων πληροφοριών δεν θα είναι σε θέση να εντοπίσουν όλους τους αδικοπραγούντες που ενέχονται και στη συνέχεια να προωθήσουν δικαστικές διαδικασίες και μέτρα με σκοπό τον εντοπισμό των ποσών που έχουν αποσπασθεί, στην προκειμένη περίπτωση η έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων καθίσταται επιθυμητή.

 

Δικηγορικό Απόρρητο

 

Οι Καθ’ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι η Καθ’ ης η Αίτηση αρ. 2 η οποία είναι Εταιρεία Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών, η εποπτεία της οποίας υπάγεται στον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο, κωλύεται, ένεκα του δικηγορικού απορρήτου από το να αποκαλύψει τις αιτούμενες πληροφορίες και έγγραφα, καθώς και ότι αυτά αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στα οποία εφαρμόζονται οι πρόνοιες του οικείου Νόμου.

 

Όπως έχει τονιστεί στη σχετική επί του θέματος νομολογία η επιδίωξη σκοπού καταστολής δολίων πράξεων ή εγκλημάτων είναι στοιχείο που συνάδει με το δημόσιο συμφέρον και ως τέτοιο υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων. Όπως προκύπτει, η νομολογία σαφώς επιτρέπει παράκαμψη της αρχής της εμπιστευτικότητας υπέρ της αρχής του δημοσίου συμφέροντος[17].

 

Συγκεκριμένα η αρχή ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης πελάτη-παροχέα υπηρεσιών ή τράπεζας – πελάτη, καθιερώθηκε εδώ και έναν αιώνα στην Αγγλική υπόθεση Tournier v. National Provincial and Union Bank of England Ltd (1923) All E.R. 550.

 

Επίσης στην υπόθεση I.B.L v. Planet (1990) JLR 294 τονίστηκαν τα εξής σχετικά:

 

"The issue of confidentiality was considered in the Norwich Pharmacal case. The court was entitled to order discovery of documents for the purpose of legal proceedings if the public interest in the administration of justice required it.  The court found that in the circumstances of the case the public interest in the confidentiality of the information was outweighed by the interests of justice.

 

The court applies the incidental test in the present case. Of course, we have weighed confidentiality in the balance in reaching our decision. But we do not share Mr O'Connell's fears for the future of the finance industry. Confidentiality depends upon legitimate private business affairs being properly conducted.  Here, there is a strong prima facie case to the contrary.."

 

                       (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

 

Στην υπόθεση Penderhill Holdings Limited κ.α. ν. Ιωάννη Κλουκίνα, Πολ. Εφέσεις 319 και 320/11, ημερ. 13/1/2014, λέχθηκαν τα εξής αναφορικά με την παράκαμψη της αρχής της εμπιστευτικότητας υπέρ του δημοσίου συμφέροντος:

 

«Το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης Τράπεζας - πελάτη ή  Πελάτη - παροχέα υπηρεσιών καθιερώθηκε στην Τournier ν. Νational Provincial and Union Bank of England Ltd (1923) All E.R. 550, στην οποία παραπέμπει και το Δικαστήριο. Στην τελευταία απόφαση η επιδίωξη σκοπού καταστολής δολίων πράξεων ή εγκλημάτων είναι στοιχείο που συνάδει με το δημόσιο συμφέρον και απαιτεί ή επιβάλλει αποκάλυψη. Το συμφέρον της δικαιοσύνης ως έκφανση του δημοσίου συμφέροντος υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων. Η υπερίσχυση του δημοσίου συμφέροντος έναντι της αρχής της εμπιστευτικότητας, όπως προκύπτει από την αρχή του τραπεζικού απορρήτου, τονίστηκε, όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε, και στην Ι.Β.L. v. Planet (1990) J.L.R. 294.  Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της αρχής του απορρήτου όταν σκοπείται η αποκάλυψη πληροφοριών ή δεδομένων που αφορά σε δόλιες πράξεις ή εγκληματικές συμπεριφορές όπως και στην υπό κρίση υπόθεση αποδίδονται στους εφεσείοντες…»  

 

Στην προκειμένη περίπτωση είναι σαφές ότι οι Εναγόμενες/Καθ΄ων η Αίτηση είναι εταιρείες παροχής διοικητικών υπηρεσιών, ήτοι παροχής υπηρεσιών ονομαστικών μετόχων και ονομαστικών διευθυντών. Κατά συνέπεια δεν είναι δικηγορικές εταιρείες και δεν παρέχουν δικηγορικές υπηρεσίες. Και τούτο ανεξαρτήτως του ότι η μοναδική μέτοχος της Εναγόμενης αρ. 2 εταιρείας είναι δικηγόρος. Ως εκ τούτου δεν είναι αντιληπτό πως μπορεί, στην υπό εξέταση περίπτωση, να εγείρεται ζήτημα δικηγορικού απορρήτου.

 

Στην υπόθεση Evangelou and Another v. Ambizas and Another (1982) 1 C.L.R. 41 στην οποία με έχει παραπέμψει ο κ. Πίττας κρίθηκε ότι το δικηγορικό απόρρητο δεν έδινε το δικαίωμα σε δικηγόρο να αρνηθεί να δώσει τα στοιχεία του ιδιοκτήτη (beneficial owner) μετοχών τις οποίες ο δικηγόρος κατείχε ως ονομαστικός αντιπρόσωπος (nominee). Το σχετικό απόσπασμα έχει ως ακολούθως:

 

The decision of the trial Judge to exclude evidence touching upon the identity of the principal and his precise relationship with the nominee, was wrong and had the effect of depriving the Court of relevant information to the sub judice issues. It is an appropriate opportunity to emphasize that not every communication between client and advocate is privileged, and that relevant evidence on the subject should not be excluded unless the foundations for privilege are first laid down. Certainly, the delegation of duties to an advocate than could, in law, be discharged by any other person is not covered by privilege; in other words, the identity of one of the parties and his status as a lawyer does not, automatically, attract privilege.”

 

                       (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

Εν πάση περιπτώσει, όπως ορθά υποστηρίχθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Αιτητών, το δικηγορικό απόρρητο και η αρχή της εμπιστευτικότητας δεν μπορούν να αποτελούν κώλυμα όταν τίθενται ζητήματα δημοσίου συμφέροντος και απονομής της δικαιοσύνης.

 

Χρήσιμη κρίνεται η ακόλουθη αναφορά από το Σύγγραμμα Disclosure of Information, Norwich Pharmacal and Related Principles των Simon Bushell και Gary Milner-Moore στη σελ. 181:

 

«In R (On the Application of the Revenue and Customs Commissioners) v W, the court dealt with disclosure to assist in enforcing a confiscation order. It appears that Norwich Pharmacal principles were applied by analogy but, in any event, the discretion would likely be exercised on similar principles. The solicitors had been instructed on behalf of a company. There were issues concerning beneficial ownership and control of that company. The court ordered disclosure by solicitors of the name and address of the individuals who instructed them, together with financial details as to how they were paid, including copies of cheques and any transfer documents. The judge considered that disclosure was appropriated given the substantial amount outstanding on the confiscation order following conviction for a very serious fraud on the public purse».

 

                        (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)

 

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα και δεδομένα και καθοδηγούμενη από τις νομικές αρχές που σκιαγραφήθηκαν ανωτέρω, καταλήγω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως τα αιτούμενα Διατάγματα εκδοθούν με μόνη διαφορά ότι ο χρόνος συμμόρφωσης καθορίζεται σε τριάντα (30) εργάσιμες μέρες από την επίδοση των Διαταγμάτων.

 

Επομένως, εκδίδονται Διατάγματα με το οποίο οι Εναγόμενες διατάσσονται να αποκαλύψουν ενόρκως και παραδώσουν στους Ενάγοντες και/ή στους δικηγόρους των Εναγόντων και στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση από εξουσιοδοτημένο αξιωματούχο και/ή αντιπρόσωπο των Εναγομένων όπως αναφέρεται στα Αιτητικά υπό στοιχεία (Α) 1 (i), (ii), (ii), (iv) και (v) και (Α) 2  της υπό κρίση Αίτησης.

 

Επιπλέον εκδίδεται Διάταγμα ως η παράγραφος (Β) της Αίτησης.

 

Σε ό,τι αφορά τα έξοδα συμμόρφωσης με τα Διατάγματα που έχουν εκδοθεί η υπόθεση Avila Management Services Limited κ.ά v. Frantisek Stepanek κ.ά (2012) 1 Α.Α.Δ. 1403 παρέχει άριστη καθοδήγηση ως ακολούθως:

 

«[…] Στο Civil Litigation 2006-2007  των Inns of Court School of Law,  αναφέρονται τα εξήςστη σελ. 212,  παρ. 21.2.8:

 

     A claimant will normally be required to pay the legal costs and any other expenses incurred by a blameless defendant in complying with a Norwich Pharmacal order. It may be possible to recover such costs and expenses from the wrongdoer if liability is eventually established, provided it was foreseeable that the claimant would need to make a Norwich Pharmacal application before bringing the substantive proceedings (Totalise plc v. Motley Fool Ltd (No. 2) The Times, 10 January 2002).»

     Σε μετάφραση:

 

     «Θα ζητηθεί κατά κανόνα από τον ενάγοντα να καταβάλει τα δικαστικά και άλλα έξοδα τα οποία θα υποστεί ο αναίτιος εναγόμενος συμμορφούμενος με τη διαταγή Norwich Pharmacal. Πιθανόν να είναι δυνατή η ανάκτηση των δικαστικών και άλλων εξόδων από τον αδικοπραγούντα υπό την προϋπόθεση ότι ήταν προβλεπτό ότι ο ενάγων θα αναγκαζόταν να προωθήσει αίτηση για Norwich Pharmacal προτού εγείρει την ουσιαστική διαδικασία (Totalise plc  v. Motley Fool Ltd ( No.2) The Times, 10 Ιανουαρίου 2012).»

 

Η αρχή της επιδίκασης εξόδων υπέρ του εναγομένου στις υποθέσεις τύπου Norwich Pharmacal, ακόμη και της παροχής ασφάλειας για τυχόν έξοδα και απώλειες που θα υποστούν οι εναγόμενοι για την εξασφάλιση των στοιχείων και των πληροφοριών, δεν είναι ασυνήθης. Εφαρμόζεται επίσης, τουλάχιστον σ’ ό,τι αφορά την παροχή ασφάλειας για τα έξοδα, διοικητικά, δικαστικά και άλλα, που θα υποστούν τρίτα πρόσωπα τα οποία θα πρέπει να συμμορφωθούν με το διάταγμα του Δικαστηρίου και σε υποθέσεις Mareva, όπου συνήθως τράπεζες, ως τρίτα πρόσωπα, πρέπει να ελέγξουν διάφορους λογαριασμούς για να διαπιστώσουν κατά πόσο ο εναγόμενος έχει τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα του ή σε συνδεδεμένες μ’ αυτόν εταιρείες, στοιχεία τα οποία οφείλουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριό επί ποινή περιφρόνησης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Τέτοιοι όροι είναι συνήθεις και επιβάλλονται από το Δικαστήριο κατά την έκδοση Mareva Injunctions (δέστε  Z.  Ltd  v.  A - Z  [1982] 1  Q.B. 558). 

 

Η διαταγή εξόδων ως ανωτέρω ενδείκνυται όμως όταν ο εναγόμενος θεωρείται αμέτοχος στις όλες αδικοπραξίες («blameless defendant») και είναι αθώο μέρος.[..]»

 

Κατ΄ακολουθίαν, εκδίδονται Διατάγματα υπό στοιχεία (Α) 1 (i), (ii), (ii), (iv) και (v), (Α) 2 και (Β) της υπό κρίση Αίτησης υπό τους ακόλουθους όρους:

     i.        Οι Ενάγοντες αναλαμβάνουν όπως καλύψουν τις Εναγόμενες για οποιαδήποτε έξοδα αυτές ήθελαν υποστεί λόγω της συμμόρφωσης τους προς τα εν λόγω Διατάγματα. Τα έξοδα αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή στη βάση στοιχείων που οι Καθ΄ ων η Αίτηση θα προσκομίσουν και τα οποία έξοδα στη συνέχεια θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και,

   ii.        Επίσης το Διάταγμα φίμωσης (Gagging Order) που εκδόθηκε ως η παράγραφος (Γ) της Αίτησης καθίσταται απόλυτο και θα ισχύει μέχρι την πλήρη συμμόρφωση των Εναγομένων αναφορικά με τα εκδοθέντα υπό στοιχεία (Α) (1) (i), (ii), (ii), (iv) και (v) και (Α) 2 Διατάγματα [ήτοι την αποκάλυψη και παράδοση των εγγράφων και πληροφοριών που καλύπτονται από την παράγραφο (Α)].

 iii.        Αναφορικά με τα έξοδα της Αίτησης, έχοντας κατά νου την επιτυχία των Εναγόντων αφενός, αλλά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες παρουσιάζονται ως διάδικοι οι Καθ΄ ων η Αίτηση ως αναφέρθηκε ανωτέρω αφετέρου, κρίνω ότι η ορθότερη διαταγή είναι όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της.

 

(Υπ.) ....................................................

 

          Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ.

 

Πιστόν αντίγραφο

Πρωτοκολλητή

     /Λ.Δ.



[1]“Held. – (1)  For the purposes of the disclosure jurisdiction, there was no requirement that the person against whom the proceedings had been brought should be an actual wrongdoer who had committed a tort or breached a contract or committed some other civil or criminal wrongful act.  Rather, it was sufficient that he had become involved in the wrongdoing. If he had become so involved, it did not matter that he was innocent and in ignorance of the wrongdoing by the person whose identity it was hoped to establish.”

[2] Δέστε σελίδα 100 από το Σύγγραμμα Disclosure of Information, Norwich Pharmacal and Related Principles, των Bushell και Moore, έκδοση 2013:

“There can be little doubt that most forms of involvement will be by facilitation of the wrong. However, it would seem that Ashworth is authority for allowing the broader test of involvement, without this constraint. That is consistent with Lord Woolf’s more general proposition that Norwich Pharmacal should be a flexible remedy, a sentiment endorsed in the present context in Koo.

As noted above, the facts of Ashworth demonstrate that even ‘involvement’ must be understood in a broad sense, at least if formulated (as in Lord Woolfs speech there) as ‘involvement in the wrongdoing’. The wrong in question there had nothing to do with the ultimate publication (which was the act which estab­lished sufficient involvement) but concerned the original leak. The involvement was not strictly in the wrongdoing itself but in a chain of events closely related to that wrongdoing.22 The Bankers Trust line of authorities proceeds on the basis that a bank is sufficiently involved by virtue of operating an account into which the proceeds of a wrong are paid”.

 

[3] Δέστε παράγραφο 6.21 της ένορκης δήλωσης Μαυρομμάτη και Τεκμήριο 50.

[4] Δέστε παράγραφο 6.21 της ένορκης δήλωσης Μαυρομμάτη και Τεκμήρια 51-54.

[5] Δέστε παράγραφο 6.24 της ένορκης δήλωσης Μαυρομμάτη.

[6] Δέστε παράγραφο 6.25 της ένορκης δήλωσης Μαυρομμάτη και Τεκμήριο 50.

[7] Δέστε Τεκμήριο 55 της ένορκης δήλωσης Μαυρομμάτη.

[8] Δέστε παράγραφο 6.32 της ένορκης δήλωσης Μαυρομμάτη.

[9] Δέστε παράγραφο 6.33 της ένορκης δήλωσης Μαυρομμάτη.

[10] Δέστε παράγραφο 6.25 της ένορκης δήλωσης Μαυρομμάτη.

[11] Δέστε παράγραφο 6.29 της ένορκης δήλωσης Μαυρομμάτη και Τεκμήρια 60-61 που αποτελούν αντίγραφα δημοσιεύσεων στους ιστότοπους των Καθ΄ων η Αίτηση 1 και 2 αναφορικά με την παροχή “fiduciary services” περιλαμβανομένων και υπηρεσιών “day to day administration of the company”.

[12] Δέστε παράγραφο 6.26 της ένορκης δήλωσης Μαυρομμάτη.

[13] Δέστε παράγραφο 6.28(1)-(4) της ένορκης δήλωσης Μαυρομμάτη.

[14]Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χρίστος Ευστρατίου ν.  Dicran  Ouzounian  and  Company  LimitedΠολ. Έφεση 292/2010, απόφαση ημερ. 20/1/2014:

 

«Τέλος, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί και ο τρίτος λόγος έφεσης και σχετικά είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας  (βλ.  Bacardi CoLtd  vVinco  Ltd  (1996) 1 (B)  Α.Α.Δ.  788,  η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην  Films Rover International Ltd  v.  Cannon Film Sales Ltd  [1987] 1 W.L.R. 670).»

 

[15] Δέστε Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva  (2010) 1 Α.Α.Δ. 82.

[16] Δέστε τον Περί της Ρύθμισης των Επιχειρήσεων Παροχής Διοικητικών Υπηρεσιών και Συναφών Θεμάτων Νόμος του 2012 (196(Ι)/2012), Άρθρο 23:

Συνεχείς υποχρεώσεις αδειούχου προσώπου

23. (1) Τα αδειούχα πρόσωπα που έχουν εγγραφεί στο Μητρώο οφείλουν να συμμορφώνονται καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας τους με τις προϋποθέσεις χορήγησης άδειας, τον παρόντα Νόμο και τις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες Οδηγίες, τον περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο και την Οδηγία ΟΔ144-2007-08.

(2) Πρόσωπα που παρέχουν διοικητικές υπηρεσίες σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 4 οφείλουν να συμμορφώνονται καθ’ όλη τη διάρκεια της παροχής τέτοιων υπηρεσιών με τον περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο στην άσκηση των πιο πάνω υπηρεσιών.

Δέστε και την Οδηγία Οδ144-2007-08 του 2012 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για την Παρεμπόδιση Ξεπλύματος Παράνομου Χρήματος Και Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας.

 

[17] Δέστε υπόθεση Tournier v. National Provincial and Union Bank of England Ltd (1923 All ER 550 και I.B.L. v. Planet (1990) JLR 294 που αφορούσε ειδικό τραπεζικό απόρρητο και Agot Kalmneff v. Denton Wilde Sapte (2002) 1 LIoyds Rep. 417 που αφορούσε ειδικό νομικό επαγγελματικό προνόμιο.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο