ECLI:CY:EDLEF:2020:A481

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗ, Ε.Δ.

Αρ. Αίτηση Εταιρείας: 45/20

 

Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113

 

Και

 

Αναφορικά με την εταιρεία Copenform Investments Limited

 

Και

 

Αναφορικά με την αίτηση της εταιρείας Eagle Properties Limited

 

 

Αίτηση δια κλήσεως από την εταιρεία Eagle Properties Limited

--------------------------------------

Ημερομηνία: 08 Ιουλίου 2020

Εμφανίσεις:

Για αιτήτρια: κ. Χρ. Νικολάου για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ

Για Έφορο Εταιρειών: καμία εμφάνιση

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Η υπό αναφορά εταιρεία Copenform Investments Limited (εφ' εξής η εταιρεία)  διεγράφη από το Μητρώο Εταιρειών στις 17/12/14 από τον Έφορο Εταιρειών, σύμφωνα με το άρθρο 327 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113.  Η σχετική πράξη του Εφόρου δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, αφού πρώτα προηγήθηκε σχετική τρίμηνη προειδοποιητική δημοσίευση στις 18/08/14 και κανένα πρόσωπο δεν πρόβαλε οποιαδήποτε ένσταση στην διαγραφή.

Σύμφωνα με την αιτήτρια, Eagle Properties Limited (εφ’ εξής η αιτήτρια), εναντίον της εταιρείας, η οποία μέχρι τη διαγραφή της παρουσιαζόταν να ήταν ενεργή, εκκρεμούσε από τις 02/12/13 διαιτητική διαδικασία στο Διεθνές Εμπορικό Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου στα πλαίσια της οποίας η αιτήτρια αξίωνε από την εταιρεία αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνιών, ψευδών παραστάσεων και συνομωσίας με άλλα πρόσωπα, πράξεις οι οποίες κατά την αιτήτρια οδήγησαν σε αποξένωση και υπεξαίρεση περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας και εις βάρος της αιτήτριας εφόσον η τελευταία είχε επενδύσει χρήματα στην εταιρεία.

Στις 19/03/19 και 29/09/19, ήτοι πέντε περίπου χρόνια μετά τη διαγραφή της εταιρείας, η αιτήτρια κατάφερε να εξασφαλίσει στα πλαίσια της προαναφερόμενης διατησίας αποφάσεις υπέρ της και εναντίον της εταιρείας, οι οποίες όμως αποφάσεις διαφάνηκε κατά την αιτήτρια ότι συνεπεία της διαγραφής της εταιρείας δεν μπορούν να προχωρήσουν με αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση τουλάχιστο στην Κύπρο. Θεωρεί η αιτήτρια ότι ο λόγος της διαγραφής της εταιρείας ήταν η παράλειψη της τελευταίας να διορίσει διευθυντές μετά την παραίτηση του τελευταίου διευθυντή της στις 10/12/13, ήτοι της εταιρείας Alter Domus Management Ltd.

Καταχώρησε λοιπόν η αιτήτρια την υπό κρίση αίτηση στη βάση κυρίως του αρ.327(7) και 365Α Κεφ.113, ζητώντας όπως ακυρωθεί η διαγραφή της εταιρείας και όπως η τελευταία, καθώς και όλοι οι εμπλεκόμενοι με αυτή μέτοχοι, αξιωματούχοι και πιστωτές, επαναφερθούν στο μητρώο και στην ίδια θέση που ήταν προτού η εταιρεία διαγραφεί.

Θέση της αιτήτριας είναι ότι θα πρέπει να επιτραπεί η επανεγγραφή της εταιρείας ώστε όχι μόνο να μπορέσει να προχωρήσει η αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση των διαιτητικών αποφάσεων που έχουν εκδοθεί εναντίον της αλλά και για να μπορεί η αιτήτρια να προχωρήσει, αν το κρίνει αναγκαίο, με διαδικασίες εκκαθάρισης της εταιρείας ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να ανακτηθούν.  

Κατά την πρώτη εμφάνιση της αίτησης έθεσα στους συνηγόρους της αιτήτριας τον προβληματισμό του Δικαστηρίου, ήτοι κατά πόσο στην προκείμενη περίπτωση θα μπορούσε να επαναφερθεί μια εταιρεία στην κατάσταση που ήταν προτού διαγραφεί, όταν η εν λόγω κατάσταση φέρει την εταιρεία να μην έχει διευθυντές και κατ’ επέκταση να μην πληροί αφ’ ενός τη σχετική υποχρέωση που επιβάλλει το αρ.170 Κεφ.113[1] ώστε να μπορεί να υφίσταται και να λειτουργεί μια ιδιωτική εταιρεία και αφ’ ετέρου να μην υπάρχει κάποιο πρόσωπο μέσω του οποίου να μπορεί να επιτευχθεί ο σκοπός για τον οποίο επιδιώκεται η επαναφορά της εταιρείας. Πρόσθετα τούτου, έθεσα και προβληματισμό ως προς το ποιο ουσιαστικό σκοπό θα εξυπηρετούσε υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις η αιτούμενη επαναφορά όταν ένας εκ των λόγων που ζητείται η επαναφορά της εταιρείας είναι ώστε να επιδιωχθεί η εκκαθάριση και κατ’ επέκταση η εκ νέου διάλυση της εταιρείας.

Στα πλαίσια συμπληρωματικής Ε/Δ που καταχώρησε με την άδεια του Δικαστηρίου, όπως και με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της, η πλευρά της αιτήτριας πρόβαλε τη θέση ότι έστω και αν προηγήθηκε προειδοποιητική δημοσίευση της διαγραφής της εταιρείας, ο λόγος που η αιτήτρια δεν καταχώρησε ποτέ οποιαδήποτε ένσταση τότε ήταν αφ’ ενός διότι ως εδραζόμενη στο εξωτερικό, δεν μπορούσε να λάβει γνώση περί της δημοσίευσης και αφ’ ετέρου διότι τα πρόσωπα που εμφανίζονταν στην διαιτητική διαδικασία στο Λονδίνο ως ιδιοκτήτες της εταιρείας, ουδέποτε μέχρι την έκδοση των αποφάσεων το 2019 ανέφεραν οτιδήποτε σε σχέση με την διαγραφή που πρόκειτο να λάβει και που εν τέλει έλαβε χώρα το 2014 και εκκρεμούσης της διαιτησίας. Συνεπεία τούτου, υποστηρίζει η αιτήτρια, οι αποφάσεις που αυτή εξασφάλισε εναντίον της εταιρείας έχουν ουσιαστικά καταστεί άνευ αντικειμένου μετά τη διαγραφή της εταιρείας και δεν θα πρέπει η μη ύπαρξη διευθυντή να την εμποδίσει από του να επιδιώξει να εισπράξει το λαβείν της, κάτι που υπό τις περιστάσεις υποστηρίζει ότι θα καταστεί δυνατό μόνο αν η εταιρεία αποκατασταθεί και στη συνέχεια τεθεί υπό εκκαθάριση οπόταν και ο εκκαθαριστής θα εξασφαλίσει όλες τις σχετικές πληροφορίες αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας.

Σημειώνω εδώ ότι η εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της αιτήτριας περιστράφηκε κυρίως γύρω από τις αρχές που διατυπώθηκαν στην μοναδική κυπριακή απόφαση επί του θέματος, ήτοι την Logicom Ltd ν. P G Caresys Ltd, (2005) 1 Α.Α.Δ. 877  καθώς επίσης και στην αγγλική νομολογία που η εν λόγω κυπριακή αυθεντία παραπέμπει.

Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και παρατηρώ τα εξής.

Όσον αφορά το πεδίο εμβέλειας του αρ.327 Κεφ.113 αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ασκούνται οι εξουσίες επαναφοράς που εκεί προνοούνται, είχα την ευκαιρία να εξετάσω το θέμα στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση των Avgoustinos Food Industry Ltd ν. Σε ότι αφορά την εταιρεία FARIAPO TRADING LTD, Αίτηση Αρ.: 236/2018, 7/1/2019  από την οποία παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα.

«Όντως, και από τη δική μου έρευνα στην κυπριακή νομολογία προκύπτει ότι η μόνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι αυτή στη Logicom ανωτέρω. Η εν λόγω αυθεντία όμως παραπέμπει με επιδοκιμασία και υιοθετεί μεταξύ άλλων το λόγο μίας πρωτόδικης κυπριακής απόφασης, της Ιn the matter of the Companies Law, Cap. 113 and In the matter of WAIKIWI SHIPPING CO. LTD and THOMAS BARLOW & SONS NATAL LTD J.S.C. [1981] Parts 1-2, p.147 υπό Πική Π.Ε.Δ ως ήταν τότε και  μιας αγγλικής, της Re Harvest Lane Motor Bodies Ltd [1968] 2 All E.R. 1012. Ο λόγος δε της τελευταίας, υιοθετήθηκε με επιδοκιμασία από το Supreme Court της Ιρλανδίας στην υπόθεση Deauville Communications Worldwide Ltd., Re [2002] IESC 19 (15th March, 2002), η οποία θεωρώ ότι δύναται επίσης να αποτελέσει ασφαλή καθοδήγηση για τα θέματα που εγείρονται στην παρούσα.

Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα από τις Logicom, Waikiwi Deauville ανωτέρω:

Logicom Ltd ν. P G Caresys Ltd, (2005) 1 Α.Α.Δ. 877

«Η αίτηση βασίζεται στην παράγραφο 7 του άρθρου 327 του περί Εταιρειών Νόμου που προνοεί τα εξής:

«Αν εταιρεία ή οποιοδήποτε μέλος ή πιστωτής της αισθάνεται δυσαρεστημένος από το ότι η εταιρεία διαγράφτηκε από το μητρώο,το Δικατήριο μετά από αίτηση που κάνει η εταιρεία ή μέλος ή πιστωτής πριν από την πάροδο είκοσι ετών από τη δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι η εταιρεία κατά το χρόνο της διαγραφής της διεξήγαγε εργασία ή ήταν σε λειτουργία, ή διαφορετικά ότι είναι δίκαιο η εταιρεία να αποκατασταθεί στο μητρώο, να διατάξει την επαναφορά της επωνυμίας της εταιρείας στο μητρώο.....»

Η πρωτόδικος δικαστής απέρριψε την αίτηση της εφεσείουσας.  Έκρινε πως αυτή δεν πρότεινε κανένα βάσιμο λόγο, ώστε να ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια υπέρ του αιτήματος. Κατά την άποψη της το μόνο στοιχείο που τέθηκε ενώπιον της, και θεώρησε ως ανεπαρκές, ήταν η απλή σχέση της εφεσείουσας ως πιστώτριας της εφεσίβλητης, κάτι που, στην κρίση της, δεν δικαιολογούσε την επανεγγραφή της εφεσίβλητης στο Μητρώο Εταιρειών. 

Ο δικηγόρος της εφεσείουσας στο ενώπιον μας περίγραμμα αγόρευσης του κάνει αναφορά σε νομολογία που άπτεται της επίμαχης πρόνοιας του Νόμου, στην οποία υποδεικνύεται ο τρόπος που το Δικαστήριο αντιμετωπίζει μια τέτοιου είδους αίτηση.  Επειδή η υπό συζήτηση πρόνοια του Νόμου είναι αντιγραφή του αντίστοιχου αγγλικού, αναφέρθηκαν από το δικηγόρο της εφεσείουσας βοηθητικές αγγλικές αποφάσεις όπως, Re Harvest Lane Motor Bodies Ltd [1968] 2 All E.R. 1012 και Re Donald Kenyon Ltd [1956] 3 All E.R. 596. Υπάρχει και απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, την οποία εξέδωσε ο Πικής, Π.Ε.Δ., όπως ήταν τότε, στην οποία συζητιούνται οι πιο  πάνω διατάξεις του Νόμου. (Δες: Ιn the matter of the Companies Law, Cap. 113 and In the matter of WAIKIWI SHIPPING CO. LTD and THOMAS BARLOW & SONS NATAL LTD J.S.C. [1981] Parts 1-2, p.147.

Για να είμαστε δίκαιοι απέναντι στην πρωτόδικο δικαστή, κατά την ενώπιον της συζήτηση, αυτή ρώτησε το δικηγόρο της εφεσείουσας αν είχε υπόψη του οποιαδήποτε νομολογία, στην οποία να την παραπέμψει. Αυτός απάντησε αρνητικά. Διαφορετική ήταν η παρουσίαση της υπόθεσης εκ μέρους του ενώπιον μας. Όπως έχουμε ήδη πει, μας έχει αναφερθεί νομολογία η οποία υποστηρίζει τη θέση του, ότι δηλαδή αίτημα πιστωτή για επανεγγραφή στο Μητρώο Εταιρειών εταιρείας, της οποίας το όνομα διεγράφη, μπορεί να γίνει αποδεκτό για να μπορέσει ο αιτητής να προχωρήσει με μέτρα προς είσπραξη του λαβείν του. Και αυτό, καθώς υποδεικνύεται, γιατί μια εταιρεία μπορεί με δικό της αίτημα να διαγραφεί από το Μητρώο Εταιρειών, με σκοπό να στερήσει από τους πιστωτές της το δικαίωμα να προχωρήσουν είτε με αγωγή είτε με αίτηση διάλυσης της για να εισπράξουν το λαβείν τους.

Η εφεσίβλητη εταιρεία δεν εκπροσωπήθηκε στη διαδικασία.  Έχουμε τη γνώμη πως, αν υποστηριζόταν η υπόθεση πρωτοδίκως, όπως εδώ, η Δικαστής θα ασκούσε τη διακριτική της ευχέρεια υπέρ της αποδοχής του αιτήματος.»

Ιn the matter of the Companies Law, Cap. 113 and In the matter of WAIKIWI SHIPPING CO. LTD and THOMAS BARLOW & SONS NATAL LTD J.S.C. [1981] Parts 1-2, p.147

Section 327(6), Cap. 113 confers discretion on the Court to restore a company to life before the effluxion of twenty years from the day it was struck off provided one or both of the following conditions are satisfied: (a) If the company was carrying on business or was in operation at the time when it was struck off and (b) when it is considered otherwise just to restore the company independently of its activities at the time of its removal from the register. [*154] Company Carrying on Business or in Operation - S.327(6), Cap. 113.

We reflected on the concept of a company carrying on business or in operation, as appearing in the context of s. 327(6), mainly in order to ascertain whether the pursuit of litigation simpliciter constitutes a business activity for the purposes of the law. We must confess that our first reaction was that a company can be said to be carrying on business only if it is engaged in the transaction of its ordinary business, be it at a low level. However such approach runs counter to weighty pronouncements on the subject that cannot be disregarded. Our research revealed to us a recent decision Re Sarflax Limited (1969) 1 All E.R. 529 where very instructive observations were made with regard to the concept of "carrying on business". In that case Oliver J. adverted to the notion of "carrying on business" as encountered in the context of s. 332(1 ) of the English Companies Act of 1948, a provision dealing with a company carrying on business with intent to defraud its creditors. It would seem to us that the observations there made are of equal relevance for the interpretation of s. 327(6), Cap. 113. The learned Judge held that the expression "carrying on business" is not synonymous with actively trading and decided that the collection and distribution of assets with a view to liquidation are activities that constitute "carrying on business''. The Judge was reinforced in his decision by a similar interpretation accorded to "carrying on business" in interpreting s.14(1) of the Bankruptcy Act 1914. ( See Theophile v. Solicitor - [*155] General (1950) 1 All E.R. 405 and Re Bird (1962) 2 All E.R. 406.) The above cases support the proposition that a bankrupt carries on business until he has performed all the obligations that the fact of trade imposes on him. A study of the above referred to cases establishes that litigation carried on for any purpose incidental to the business of a company or with a view to winding up its affairs qualifies as an act of carrying on business. So if at the time when a company was struck off it was engaged in such litigation the Court may legitimately infer that it was carrying on business. There is no reason in principle why one should distinguish between litigation for the recovery of a debt with a view to distribution among creditors or litigation for the recovery of a claim assigned to a third party. In both cases the litigation is undertaken for purposes incidental to the business of the company and it would matter not whether the ultimate beneficiaries are to be its creditors or assignees.

An aspect of the case that has perplexed us, to a degree, is the meaning that should be attributed to the alternative test of carrying on business, that is to the expression "or in operation". We incline to the view, unaided by authority, that "operation" in this context connotes a passive as opposed to a more active existence occurring when a company carries on business. For example, a company may be in operation by retaining its staff without doing any business in anticipation of future business. We need not canvass the question further for, in the light of [*156] what has been said earlier, we have reached the conclusion that the petitioners were carrying on business at the time they were struck off the register of Cyprus Companies. Therefore we should examine whether we should, in the exercise of our discretion, restore the company to the register.

Even if a company is not carrying on business or in operation the Court may order its restoration if of the opinion that so to do is otherwise just. This alternative prerequisite to registration "otherwise just" is inexorably interwoven with the ultimate exercise of the Court's discretion whether to order restoration. We have sifted the evidence before us as well as we could. We are not neutral to the frustration experienced by the creditors in having to carry on with litigation with the petitioners, an insolvent company without any certain prospect that if successful on appeal they will be recompensed for the cost and expense incurred. The creditors fear that they may, in the end, find themselves stranded with a yet larger unsatisfied bill of costs and that, no doubt, is not a pleasing prospect. On the other hand it is injudicious to speculate on the outcome of the appeal under any circumstances more so when the issue is not fairly defined before our Court. It [*157] is fair to say that if the petitioners are successful on appeal a judgment in their favour will more than set off the claim of the creditors for judgment and costs. The right of appeal, wherever acknowledged, is a fundamental .step in the process of definition of litigants rights. Therefore to refuse the petition would be tantamount to discontinuance of the appeal proceedings. And that appears to us to be unjust. The implications of the insolvency of the petitioners and its repercussions on the claim of the creditors may be referred to a competent South African Courts who may conceivably order security for costs. That again is a matter entirely for the South Africa Courts. As a matter of general proposition it would be correct to say that a Court of Law would be very slow to refuse restoration of a company if such refusal would entail the frustration of pending Court proceedings.»

Deauville Communications Worldwide Ltd., Re [2002] IESC 19 (15th March, 2002)

29. Unless there were authority to the contrary, I would be inclined to the view that the word "creditor" in s.12(B)(3) should be read as extending to contingent or prospective creditors. It would seem unjust that the question whether a person is entitled to have the company restored to the register for the purpose of recovering a judgment against them should be determined by whether their claim against the company is for a liquidated sum - in which case they would unarguably be a "creditor" - or takes the form of a claim for unliquidated damages.

30.Happily, however, there is authority which supports that view. In In Re Harvest Lane Motor Bodies Limited  [1969] IR 457, Megarry J, as he then was, declined to accept the more restrictive construction of the word "creditor" in the corresponding English legislation contended for by the respondents in this case.

31. In his judgment, Megarry J, having referred to some earlier authorities which he considered had not entirely resolved the issue, stated his conclusions as follows:

"In my judgment the section contains a sufficient indication that 'creditor' ought to be construed widely. It begins with the words: 'if a company or any member or creditor thereof feels aggrieved by the company being struck off the register...' The subsection is thus concerned with a grievance on the part of some person, whether a company or a member or a creditor. Here we have the case of a petitioner who, at the time when the company was struck off, had an action in being against the company which was rendered ineffective by the disappearance of the company from the register. Where one is concerned with those who might feel a legitimate grievance because a company has been struck off, it seems to me that one should look somewhat generously at the word 'creditor' which precedes the phrase 'feels aggrieved'. Put another way, I doubt very much whether in using the word 'creditor' simpliciter the legislature can have been intending thereby to differentiate between those creditors whose debts are fixed and ascertained and those whose debts are contingent or prospective, providing redress for the grievances of the former but ignoring the grievances of the latter. In short, I think it would be wrong to construe the word 'creditor' narrowly; and in refusing to do so I feel comforted by the approach indicated by so great a master of equity as James V.C. in In Re Telegraph Construction Company  (LR 10 EQ.384). Accordingly, in my judgment the word 'creditor' is wide enough to embrace the petitioner in this case, and as it is plainly just to restore the company's name to the register the petition therefore succeeds."

32. It will be seen that the wording of the English provision is identical to the wording of s.12(3)(B) of the 1982 Act with which we are concerned.

33. I would have no hesitation in adopting the reasoning of Megarry J in that judgment. The only feature of the decision which distinguishes it from the present case is that, at the time the company was struck off, the petitioner's action against the company was in being. However, it is clear from the subsequent decision of the Court of Appeal in City of Westminster Assurance Company Limited -v- Registrar of Companies and Another  (Unreported: Judgments delivered 28th June 1996) that in that jurisdiction the same reasoning will be applied even though the proceedings were not in existence at the time the company was struck off. In that case the application to restore the company to the register was made by a landlord who was seeking payment of arrears of rent from a guarantor. The application was granted in the High Court and that decision was upheld on appeal. In the course of his judgment, Millett LJ referred to a distinction which was claimed to exist between that case and Re Harvest Lane Motor Bodies Limited : at the date when the company was struck off the register, the landlord had no cause of action against the company since no debt was then due. Holding that the principle was the same, Millett J said:

"...those who wish to enforce a liability of the company need to have means to restore the company to the register so that they can enforce its liability. That does not, in my judgment, depend upon whether the applicant for restoration of the company had an existing cause of action when the company was struck off the register. It depends upon whether the company was then subject to a liability, whether contingent or prospective, which a creditor might need to enforce. That is the present case, since at the date of striking off the company was subject to a contingent liability to the respondent."

34. It should also be pointed out that, in Harvest Lane Motor Bodies Limited , Megarry J referred to the provisions of s.224(1) of the English Companies Act 1948 which defines the persons who may make an application to a court for the winding up of a company in the same terms as s.215 of our Principal Act. Megarry J was clearly of the view that the absence of similar words from the English section corresponding to s.12(B)(3) did not preclude the court from adopting a reasonably wide construction of the word "creditor" if justice so required and I am satisfied that this is also the law in this jurisdiction.

35. It remains to be noted that a similar view was taken in the High Court by Barr J in Industrial Glazing Systems Limited  (Unreported : 6th November, 2000) although no written judgment is available in that case.

36. Since the events which are claimed to give rise to the cause of action are alleged to have happened before April 18th, 1999, the day on which Deauville was struck off, it is clear, that adopting the reasoning of the English courts in the two cases to which I have referred, Orlaford should be regarded as being a "creditor" for the purposes of the application to restore Deauville to the register.»

Από τις πιο πάνω αποφάσεις προκύπτουν οι εξής αρχές:

Α.   Το αρ.327(7) παρέχει διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο να επαναφέρει «στη ζωή» εταιρεία που έχει διαγραφεί από το μητρώο από τον Έφορο.

Β.   Η αίτηση δύναται να καταχωρηθεί από την εταιρεία ή οποιοδήποτε μέλος ή πιστωτή, οι οποίοι αισθάνονται δυσαρεστημένοι από το γεγονός ότι η εταιρεία διαγράφτηκε από το μητρώο.

Γ.    Ο όρος «πιστωτής» δύναται να καλύπτει μελλοντικούς και ενδεχόμενους πιστωτές, είτε η αξίωση εναντίον της εταιρείας είναι για εκκαθαρισμένη απαίτηση είτε όχι.  Ο όρος «πιστωτής» συνεπώς θα πρέπει να ερμηνεύεται γενναιόδωρα έτσι ώστε να μπορεί να καλύπτει όλα τα πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο 327 (7) που νόμιμα νιώθουν δυσαρεστημένοι από το γεγονός ότι η εταιρεία διαγράφτηκε από το μητρώο. Δεν θα πρέπει να επιχειρείται διαχωρισμός ως προς το ποιος δύναται να θεωρηθεί πιστωτής, εφόσον το μόνο ερώτημα που θα πρέπει να απασχολεί είναι αν κατά τον χρόνο διαγραφής της εταιρείας, η τελευταία υπείχε κάποιας ευθύνης έναντι τρίτου προσώπου, είτε αυτή ήταν υφιστάμενη είτε μελλοντική και την οποία το τρίτο αυτό πρόσωπο ενδεχομένως να θέλει να διεκδικήσει.

Δ.   Η αίτηση θα πρέπει να υποβληθεί εντός 20 χρόνων από την ημερομηνία δημοσίευσης της διαγραφής.

Ε.   Προϋπόθεση για επιτυχία της αίτησης είναι:

       i.       Είτε η εταιρεία να διεξήγαγε εργασίες ή να ήταν σε λειτουργία κατά τον χρόνο διαγραφής της

      ii.      Είτε να θεωρείται «διαφορετικά ότι είναι δίκαιο» να επαναφερθεί η εταιρεία ανεξαρτήτως των δραστηριοτήτων της κατά τον χρόνο διαγραφής της.

Στ.  Οι όροι «διεξαγωγή εργασιών» και «λειτουργία» θα πρέπει να ερμηνεύονται κατά ευρύ τρόπο και δεν περιορίζονται μόνο στην ύπαρξη εμπορικής δραστηριότητας. Δικαστικές διαδικασίες που εκκρεμούν από την εταιρεία, διατήρηση προσωπικού εν αναμονή εμπορικών συναλλαγών, έστω χωρίς υφιστάμενη δραστηριότητα, καθώς επίσης και ενέργειες διαμοιρασμού των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, συνιστούν περιπτώσεις κάτω από τις οποίες δύναται να ικανοποιείται η επί του προκειμένου προϋπόθεση του αρ.327 (7).

Ζ.    Ως προς την εναλλακτική προϋπόθεση του «διαφορετικά δίκαιου», έννοια άρρηκτα συνδεδεμένη με τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αυτή θα πρέπει να εξετάζεται με γνώμονα το δικαίωμα του αιτητή να έχει τη δυνατότητα να προχωρήσει με μέτρα προς είσπραξη του λαβείν του αν το επιθυμεί. Με τούτο κατά νου, η προοπτική επιτυχούς είσπραξης είναι μεν παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη δεν είναι όμως το καθοριστικό κριτήριο. Αυτό διότι μια εταιρεία μπορεί να διαγραφεί από το Μητρώο Εταιρειών είτε κατόπιν δικού της αιτήματος είτε κατόπιν εκούσιας ή ακούσιας αδιαφορίας της και να στερήσει έτσι, ηθελημένα ή μη, το δικαίωμα των πιστωτών της να προχωρήσουν με νομικά μέτρα εναντίον της για να εισπράξουν το λαβείν τους. Άλλωστε, η απόφαση να καταβληθούν όλα τα αναγκαία έξοδα για να διωχθεί μια εταιρεία που ενδεχομένως να μην μπορεί στο τέλος της ημέρας να καλύψει το οποιοδήποτε εξ' αποφάσεως χρέος ήθελε προκύψει, ανήκει αποκλειστικά στον αιτητή, ο οποίος και δεν θα πρέπει χωρίς καλό λόγο να στερηθεί του δικαιώματος του να επιχειρήσει να διεκδικήσει τα δικαιώματα του, όποιες και να είναι οι συνέπειες της επιλογής του αυτής.»

Πρόσθετα των πιο πάνω, επισημαίνω επίσης και το ότι δυνάμει του αρ. 328, οποιαδήποτε περιουσία τυχόν κατέχεται από εταιρεία που διαλύεται στη βάση του αρ.327 ή οποιουδήποτε άλλου άρθρου του Κεφ.113 που προνοεί για την τελική διάλυση μιας εταιρείας (όπως π.χ. το αρ.260), η εν λόγω περιουσία θεωρείται αδέσποτη και ανήκει ανάλογα στη Δημοκρατία και περιέρχεται και δύναται να είναι αντικείμενο χειρισμού με τον ίδιο τρόπο όπως άλλη αδέσποτη περιουσία που περιέρχεται στη Δημοκρατία – «vested in the Crown as bona vacantia».

Υπάγοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, παρατηρώ τα εξής.

Η διαγραφή της εταιρείας στην παρούσα περίπτωση έγινε στη βάση των εξουσιών που παρέχονται στον Έφορο από το αρ.327 Κεφ.113. Στη σχετική δημοσίευση της διαγραφής που παρουσίασε η αιτήτρια δεν αναφέρεται κατά πόσο η εν λόγω διαγραφή προέκυψε συνεπεία διαπίστωσης από τον Έφορο ότι η «…εταιρεία δεν διεξάγει εργασία ή δεν λειτουργεί…» ή λόγω παράλειψης συμμόρφωσης της με τις θέσμιες υποχρεώσεις που αναφέρονται στις υποπαραγράφους 2Α και 6 του αρ.327. Αν και συνιστά υποχρέωση του αιτητή που επιδιώκει την επαναφορά να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τους ακριβείς λόγους για τους οποίους διαγράφηκε η εταιρεία (βλ. Palmers Company Law 24 ed. par.88-101 όπου γίνεται συζητείται το αρ.653 Companies Act 1985 το οποίο αντικατέστησε το παλαιό S.353(5) Companies Act 1948 με αμφότερα τα εν λόγω άρθρα να είναι ουσιαστικά πανομοιότυπα με το αρ. 327(7)), παρέμεινε αναντίλεκτη από τον Έφορο Εταιρειών στον οποίο επιδόθηκε η αίτηση, η θέση της αιτήτριας ότι η εταιρεία διαγράφηκε μετά την παράλειψη της να διορίσει νέους διευθυντές. Αυτό, σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του αρ.327, επιτρέπει θεωρώ να εξαχθεί με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι η εταιρεία διαγράφηκε στη βάση τουλάχιστο της διαπίστωσης ότι η εταιρεία «…δεν διεξάγει εργασία ή δεν λειτουργεί…» λόγω ακριβώς της απουσίας διευθυντών να τη λειτουργήσουν.

Η πιο πάνω διαπίστωση, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η αιτήτρια έχει εξασφαλίσει προς όφελος της και εναντίον της εταιρείας χρηματικές αποφάσεις στα πλαίσια της διαιτησίας στο Λονδίνο καθώς επίσης και με τα όσα λέχθηκαν στην WAIKIWI ανωτέρω ως προς το πώς σε κάποιες περιπτώσεις, μια εταιρεία που βρίσκεται σε εκκρεμοδικία κατά το χρόνο της διαγραφής της μπορεί να θεωρηθεί ότι στην πραγματικότητα διεξήγαγε εργασίες ή ήταν σε λειτουργία κατά τον εν λόγω χρόνο, καθιστά θεωρώ το αίτημα για επαναφορά της υπό κρίση εταιρείας εκ πρώτης όψεως δικαιολογημένο. Αυτό αν μη τη άλλο διότι αν δεν επαναφερθεί η εταιρεία, οι αποφάσεις που έχει εξασφαλίσει προς όφελος της η αιτήτρια αλλά και η διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση των εν λόγω αποφάσεων, η οποία διαδικασία άρχισε προτού διαγραφεί η εταιρεία, θα καταστούν άνευ αντικειμένου.

Όμως, το συμπέρασμα ότι το αίτημα για επαναφορά κρίνεται εκ πρώτης όψεως δικαιολογημένο, δεν οδηγεί άνευ ετέρου σε έγκριση του αιτήματος για επαναφορά. Προκύπτει το ερώτημα κατά πόσο μπορεί να επαναφερθεί η εταιρεία στην κατάσταση που ήταν πριν τη διαγραφή της στις 17/12/14, ήτοι εταιρεία χωρίς διευθυντές, κατάσταση η οποία δεν πληροί τις ελάχιστες θέσμιες προϋποθέσεις για να μπορεί να υφίσταται και να λειτουργεί μια εταιρεία και αυτό λαμβανομένου υπόψη και του ότι δυνάμει του αρ. 327(7)(γ), το Δικαστήριο μπορεί να «Δώσει τέτοιες οδηγίες και να εκδώσει τέτοιες διατάξεις που θεωρεί δίκαιες για την αποκατάσταση της εταιρείας και όλων των άλλων προσώπων στην ίδια θέση κατά το δυνατό, ωσάν η επωνυμία της εταιρείας δεν είχε διαγραφεί…». Πρόσθετα όμως τούτου, εγείρεται και το ερώτημα του πώς δύναται να ασκηθούν οι εξουσίες του αρ. 327(7) όταν υπάρχει πρόθεση για εκκαθάριση της εταιρείας, αν αυτή  επαναφερθεί, λαμβανομένου υπόψη και το ότι σύμφωνα με το αρ.327(5)(β) «(β) καμιά διάταξη στο εδάφιο αυτό δεν επηρεάζει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκκαθαρίζει εταιρεία που η επωνυμία της διαγράφτηκε από το μητρώο εγγραφής εταιρειών.».

Η απάντηση στα πιο πάνω ερωτήματα δεν παρέχεται θεωρώ από τη Logicom στην οποία έδωσε έμφαση ο συνήγορος της αιτήτριας και αυτό ακριβώς λόγω της διαφοράς που υπάρχει στα γεγονότα της Logicom την οποία ο συνήγορος με κάλεσε ουσιαστικά να αγνοήσω, ήτοι ότι ο διευθυντής της εταιρείας σε εκείνη την υπόθεση, αν και εγκατέλειψε την Κύπρο, εντούτοις ουδέποτε παραιτήθηκε από τη θέση του. Έστω όμως και μόνιμη να είναι η απουσία ενός διευθυντή, αφ’ ης στιγμής αυτός διατηρεί τη θέση του στην εταιρεία, κανένα πρόβλημα υπάρχει σε σχέση με την εκπλήρωση των προϋποθέσεων που θέτει το αρ.170 Κεφ.113 για να μπορεί να υπάρχει μια ιδιωτική εταιρεία. Άλλωστε, εντελώς διαφορετική είναι η περίπτωση όπου το Δικαστήριο καλείται να αποκαταστήσει κάποιο διευθυντή στη θέση που αυτός κατείχε μέχρι και την διαγραφή της εταιρείας από την περίπτωση  όπου πολύ πριν την διαγραφή της εταιρείας ο διευθυντής της έχει εκδηλώσει την επιθυμία του να μη συνεχίσει άλλο να διατηρεί την εν λόγω ιδιότητα, όπου και πολύ αμφιβάλλω αν στην απουσία οποιασδήποτε ένδειξης περί δόλου θα μπορούσε το Δικαστήριο να εφαρμόσει το αρ. 327(7) ώστε να αναγκάσει τέτοιο πρόσωπο όπως επαναδιοριστεί ως διευθυντής χωρίς τη συγκατάθεση του. Γι’ αυτό εξ’ άλλου θεωρώ ότι είναι που ο Νομοθέτης εν τη σοφία του πρόσθεσε στο άρθρο 327(7) την αναφορά σε αποκατάσταση «κατά το δυνατό». Σε κάθε περίπτωση όμως, στην παρούσα περίπτωση δεν ζητείται η αποκατάσταση του παραιτηθέντος διευθυντή, ούτε και προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί δόλιας παραίτησης του, ενώ η ουσία της Logicom αλλά και των άλλων υποθέσεων στις οποίες με παρέπεμψε ο συνήγορος, αφορά μόνο στο πότε κάποιο πρόσωπο μπορεί να ζητήσει την επαναφορά μιας εταιρείας, θέμα το οποίο ήδη εξέτασα πιο πάνω σε σχέση με την περίπτωση της εδώ αιτήτριας και το απάντησα θετικά.

Η απάντηση στα πιο πάνω ερωτήματα που έθεσα παρέχεται θεωρώ στις πιο κάτω περικοπές από το σύγγραμμα Palmers ανωτέρω στο οποίο με οδήγησε η έρευνα μου, και τις οποίες περικοπές παραθέτω αυτούσιες, υπενθυμίζοντας ότι τα άρθρα 652, 653 και 654 στα οποία γίνεται αναφορά, αντιστοιχούν στα αρ. 327, 327(7) και 328 Κεφ.113:

«88-101 - A petition under section 653 must indicate the grounds upon which the name of the company was struck off and the reasons for such grounds. It should also explain the failure to reply to the letters from the Registrar of Companies.

A person who acquires shares in, or takes an assignment of a debt of a company after the date of dissolution is not a “member or creditor” within the meaning of section 653(1).  A person making a claim sounding in damages, and not for a liquidated debt, is a “creditor” for the purposes of section 653(1), as this section is wide enough to include contingent or prospective creditors. “Member” for the purposes of the section includes the personal representative of a deceased member.

It was held in Re Cambridge Coffee Room Association that where a company has been dissolved as defunct under section 652(5) and, later, property of the company is found which makes it desirable to wind up the company, the prayer of the petition under section 653(2) should not merely ask for a compulsory winding up of the company but should first ask for the name of the company to be restored to the register and then for a winding- up order, because section 652 does not give the court power to wind up the company and a mere winding-up order would not exclude the operation of section 654; a restoration to the register, on the other hand, would mean that the property of the company never vested in the Crown as bona vacantia and that no order for re-vesting is necessary. Where the dissolved company is in liquidation but the order has not been perfected the common practice is to seek (1) to rescind the existing winding up order (2) to amend the winding up petition to include an application to restore the name of the company to the register (3) an order for restoration and (4) a new winding up order. It is, however, possible to apply in the alternative under section 651(1) for an order declaring the dissolution to be void after the winding up order has been perfected.»

90-83 RESTORATION TO REGISTER (Scotland). An application may be made under section 653 within 20 years of the publication in the Edinburgh Gazette of the notice of dissolution under section 652 by the company or any member or creditor who “feels aggrieved” by the company having been struck off. “Creditor includes “contingent or prospective creditor” or one whose claim is for damages or is otherwise illiquid. “Member” includes the personal representatives of a deceased member. On the other hand, a person who acquired shares in or acquires a debt of the company after dissolution is not qualified to apply under section 653.

The court requires to be satisfied, under section 653, that the company was at the time of striking off in business or otherwise that it is just to restore it to the register. This may be as a preliminary to winding-up proceedings, no order for re-vesting of the property in the company being required. No penalty for default can be made as a condition of granting an application under section 653, but a penalty can in effect be imposed through an order in respect of expenses. A debt incurred after the dissolution does not, however, entitle the creditor to petition for restoration under s.653.

90-84 The court may attach such directions as it thinks fit to an order under sections 651 or 653. For example, it may cure retrospectively all defects including want of registration in a charge which a solvent company purported to grant in ignorance of its having been struck off. A creditor who became such after the date of dissolution cannot, however, both have restoration and preserve the remedies against individuals which he had while the company remained struck off. Opposition in name of the company to an application to restore a company to the register must be duly authorised by its directors or members.

If the Crown has (after December 22nd, 1981) disposed of property vested in it as bona vacantia it must account to the company for the proceeds after the company has been restored to the register (s.655).»

Τα πιο πάνω επιβεβαιώνουν θεωρώ τον προβληματισμό που το Δικαστήριο αρχικά εξέφρασε και έθεσε ενώπιον του συνηγόρου της αιτήτριας ως προς το κατά πόσο μπορεί να επαναφερθεί «ακέφαλη» μία εταιρεία. Όπως προκύπτει από τις πιο πάνω περικοπές, επειδή με την επαναφορά της εταιρείας η περιουσία που αυτή είχε πριν τη διαγραφή της παύει να θεωρείται ως αδέσποτη περιουσία προς όφελος του κράτους (vested in the Crown as bona vacantia), κάποιο πρόσωπο θα πρέπει να διοριστεί στην εταιρεία κατά την επαναφορά της ώστε αφ’ ενός αυτή να μην είναι «ακέφαλη» τουλάχιστο σε σχέση με τη διαχείριση της περιουσίας αυτής και αφ’ ετέρου να διασφαλιστεί ότι η επαναφορά δεν θα χρησιμοποιηθεί για οποιοδήποτε σκοπό άλλο από αυτό για τον οποίο διατάχθηκε, ήτοι για να μπορέσει ο πιστωτής να εισπράξει το λαβείν του από τα όποια τυχόν περιουσιακά στοιχεία έχουν παραμείνει στην εταιρεία και αποκλειστικά στο ύψος που αυτός δικαιούται. Διαφορετικούς άλλωστε όρους ενδεχομένως να επέβαλλε ένα Δικαστήριο στην επαναφορά μιας εταιρείας κατόπιν αιτήματος ενός πιστωτή, από την επαναφορά κατόπιν αιτήματος της ίδιας της εταιρείας ή μετόχου της (βλ. αρ. 327(7)(γ) και διαφορετική προσέγγιση θα συνεπάγεται θεωρώ την ανεξέλεγκτη ουσιαστικά επαναφορά εταιρειών οι οποίες κανονικά δεν θα πρέπει να συνεχίζουν να υφίστανται εκτός για το σκοπό που το Δικαστήριο το επιτρέπει. Όλα αυτά, σύμφωνα με τις αρχές που αναφέρονται στον Palmers ανωτέρω, επιτυγχάνονται με την υποβολή ενός διττού αιτήματος προς το Δικαστήριο, ήτοι αφ’ ενός για επαναφορά της εταιρείας δυνάμει των σχετικών νομοθετικών προνοιών και αφ’ ετέρου για την εκκαθάριση της όταν υπάρχει συγκεκριμένο χρέος που το επιτρέπει, έτσι ώστε μέσω της εκκαθάρισης, η οποία βέβαια δεν μπορεί να διαταχθεί με βάση το αρ.327 αλλά με άλλες πρόνοιες του ΚΕφ.113, να διοριστεί στην «κεφαλή» της εταιρείας εκκαθαριστής και να μην τίθεται έτσι θέμα με το κατά πόσο υπάρχει ή όχι και διευθυντής.

Στην υπό κρίση αίτηση η αιτήτρια ζητά μόνο την επαναφορά της εταιρείας. Αν και το αίτημα αυτό είναι δικαιολογημένο εντούτοις από μόνο του δεν διασφαλίζει ότι η επαναφορά της εταιρείας θα επαναφέρει την τελευταία σε μια αποδεκτή από το Νόμο κατάσταση ούτε και ότι η επαναφορά θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά για το σκοπό που ζητείται. Αυτή η παράλειψη όμως δεν θεωρώ ότι είναι μοιραία για το αίτημα επαναφοράς, εφόσον αν μη τι άλλο η επαναφορά είναι αναγκαία ώστε να μπορέσει, το εκ της διαιτητικής απόφασης χρέος προς την αιτήτρια, το οποίο στην παρούσα περίπτωση προέρχεται από αλλοδαπή διαιτητική απόφαση, να εγγραφεί στην Κύπρο με τον ενδεδειγμένο τρόπο και να μπορέσει έτσι να αποτελέσει βάση και για μέτρα εκτέλεσης αλλά και για την εκκαθάριση της εταιρείας (βλ. ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΜΕΤΟΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΟΙΚΤΟΥ ΤΥΠΟΥ – ΔΙΑΚΛΑΔΙΚΗ ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ «URALMETPROM» INTERDEPARTMENTAL CONCERN OAO URALMETPROM ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ BESUNO LTD, ECLI:CY:AD:2014:A123, Πολιτική Έφεση Αρ. 269/2009, 20/2/2014). Για να μπορεί όμως να προωθηθεί μια τέτοια διαδικασία εγγραφής θα πρέπει πρώτα η εταιρεία να αποκατασταθεί.

Λαμβανομένων λοιπόν υπόψη όλων των πιο πάνω καθώς επίσης και το ότι πριν τη διαγραφή της η εταιρεία είχε ακόμη γραμματέα ο οποίος μπορεί να τεθεί στη ίδια θέση που ήταν πριν τη διαγραφή και να αποτελέσει πρόσωπο το οποίο αν και αδύναμο να διοικήσει την εταιρεία εντούτοις μπορεί τουλάχιστο να λάβει εκ μέρους της τελευταίας την επίδοση των διαφόρων δικαστικών διαδικασιών, έχω αποφασίσει όπως εγκρίνω το αίτημα επαναφοράς υπό συγκεκριμένους όρους.

Εκδίδεται συνεπώς διάταγμα με άμεση ισχύ με το οποίο διατάσσεται όπως το όνομα της εταιρείας Copenform Investments Limited ΗΕ237978 επανεγγραφεί στο Μητρώο Εταιρειών, όπως η εταιρεία και ο γραμματέας της τεθούν στην ίδια θέση στην οποία βρίσκονταν προτού διαγραφεί το όνομα της εταιρείας από το Μητρώο Εταιρειών και όπως ο χρόνος μεταξύ της ημερομηνίας διαγραφής και της ημερομηνίας επανεγγραφής της εταιρείας στο Μητρώο Εταιρειών δεν θα τρέχει για χρέη τα οποία κατά το χρόνο διαγραφής δεν είχαν παραγραφεί.

Η συνέχιση της ισχύος των πιο πάνω διαταγμάτων θα τελεί υπό τον όρο όπως εντός 45 ημερών από σήμερα η αιτήτρια καταχωρήσει σχετική αίτηση για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση στην Κύπρο των αλλοδαπών αποφάσεων που έχει εξασφαλίσει εναντίον της εταιρείας και υπό τον περεταίρω όρο όπως εντός 45 ημερών από την ημερομηνία που ένα τέτοιο διάταγμα αναγνώρισης, εγγραφής και εκτέλεσης καταστεί τελεσίδικο, καταχωρηθεί αίτηση εκκαθάρισης της εταιρείας.

Νοείται ότι σε περίπτωση που η αιτήτρια συμμορφωθεί με τους πιο πάνω όρους, τα διατάγματα που εκδίδονται σήμερα θα συνεχίσουν να ισχύουν μέχρι πλήρους αποπεράτωσης και της διαδικασίας εκκαθάρισης και σε περίπτωση που εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης και διοριστεί εκκαθαριστής της εταιρείας, τα σημερινά διατάγματα θα συνεχίσουν να ισχύουν μέχρις ότου η εταιρεία διαλυθεί από τον εκκαθαριστή δυνάμει των σχετικών προνοιών του Κεφ.113. Σε περίπτωση όμως που η αιτήτρια δεν συμμορφωθεί με οποιοδήποτε όρο ως αναφέρεται ανωτέρω ή σε περίπτωση που οποιοδήποτε αίτημα της για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση των διαιτητικών αποφάσεων ή για εκκαθάριση της εταιρείας απορριφθεί, τότε τα σημερινά διατάγματα θα παύσουν να ισχύουν και η εταιρεία θα θεωρείται από την ίδια στιγμή ως διαγραμμένη.

Πιστό Αντίγραφο των διαταγμάτων που εκδίδονται σήμερα να επιδοθεί στον Έφορο Εταιρειών καθώς επίσης και στον γραμματέα της εταιρείας εντός 15 ημερών από τη σύνταξη τους.

 

(Υπ.)………………………….

Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ.

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 

              

        

 



[1] 170. Κάθε εταιρεία που γράφτηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του Νόμου αυτού, άλλη από ιδιωτική εταιρεία, πρέπει να έχει τουλάχιστο δύο συμβούλους και κάθε εταιρεία που γράφτηκε πριν από την ημερομηνία εκείνη (άλλη από ιδιωτική εταιρεία), και κάθε ιδιωτική εταιρεία, πρέπει να έχει σύμβουλο


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο