ECLI:CY:EDLEF:2021:A506
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 153/19
Μεταξύ:
LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC COMPANY LTD
Ενάγοντες
και
1. XXXXX Ιωάννου
2. XXXXX Ιωάννου
3. XXXXX Μιχαήλ
4. XXXXX Ιωάννου
Εναγόμενοι
-------------------------------------------
Αίτηση από Εναγόμενους ημερομηνίας 04/08/2020
για παραμερισμό της απόφασης ημερ. 15/01/2020
Ημερομηνία: 19 Αυγούστου 2021
Εμφανίσεις:
Για Αιτητές-Εναγόμενους: κα Ανδρέου, για Θεοφάνης Ανδρέου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Για Καθ’ ων η αίτηση-Ενάγοντες: κ. Δαμιανός, για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σια Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 - Αιτητές με την αίτησή τους, ημερομηνίας 04/08/2020, ζητούν την ακύρωση ή/και τον παραμερισμό της εκδοθείσας, από το Δικαστήριο, απόφασης, ημερομηνίας 15/01/2020.
Η συγκεκριμένη αίτηση βασίζεται στη Δ. 5 θ.θ.1 και 2, Δ.17 θ.θ. 2 και 10 και Δ.48 θ.9(h), στη νομολογία, στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, καθώς και στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ.
Υποστηρίχθηκε, η αίτηση, με ένορκη δήλωση του XXXXX Ιακώβου, Εναγόμενου 1 και γνώστη των γεγονότων. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, έχει εξουσιοδοτηθεί από τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 στην κατάρτιση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης. Είναι ο ισχυρισμός του ότι έλαβε πληροφόρηση για την έκδοση της απόφασης για πρώτη φορά στις 10/07/2020 όταν παρέλαβε την επιστολή του Δικαστικού Επιδότη, ημερ. 29/06/2020, με την οποία τον πληροφορούσε ότι έχει εκδοθεί ένταλμα κατάσχεσης της κινητής περιουσίας του ύψους €159.086,00, πλέον τόκοι, πλέον ΦΠΑ.
Υποστηρίζει ότι συνεργαζόταν με τους Ενάγοντες για σειρά ετών, από το 2007 και για αυτό εξεπλάγη με το περιεχόμενο της επιστολής. Αμέσως οι δικηγόροι του διενήργησαν έρευνα στο φάκελο του Δικαστηρίου και διαπιστώθηκε ότι η αγωγή είχε επιδοθεί στην Εναγόμενη 2, τόσο για τον ίδιο καθώς και για τον Εναγόμενο 3 στις 30/01/2019, ενώ στον Εναγόμενο 4 επιδόθηκε αυτοπροσώπως στις 30/01/2019. Στις 04/12/2019 καταχωρίστηκε η Έκθεση Απαίτησης και στις 18/12/2019 καταχωρίστηκε η αίτηση για έκδοση απόφασης, η οποία τελικά εκδόθηκε στις 15/01/2020.
Όσον αφορά τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ τους και της Ενάγουσας Εταιρείας είχε εξευρεθεί εξώδικη διευθέτηση γιατί και ο ίδιος είχε απαίτηση από την Ενάγουσα. Είναι ο ισχυρισμός του Ομνύοντα ότι ο ίδιος είχε επικοινωνήσει αμέσως μετά την επίδοση της αγωγής με τον Γενικό Διευθυντή της Ενάγουσας, κ. XXXXX, αναφέροντας του την πρόθεση για εξεύρεση λύσης σε σχέση με όλες τις διαφορές που υπήρχαν. Η πρόταση που του είχε διαβιβαστεί ήταν να καταβάλει προσπάθεια για αύξηση της παραγωγής του στον γενικό κλάδο ασφαλειών, λόγω του ότι στη συμφωνία ημερομ. 01/12/2016 υπήρχε σύνδεση της εξόφλησης της οφειλής με την παραγωγή του, πρόταση την οποία αποδέχθηκε και ακολούθως του είχαν παρασχεθεί διαβεβαιώσεις ότι δεν θα λαμβάνετο οποιοδήποτε άλλο μέτρο για προώθηση της υπόθεσης.
Υποστηρίζει ότι στα χρόνια που συνεργαζόταν με την Ενάγουσα αντιμετώπισαν διάφορα προβλήματα, με αποκορύφωμα το 2013, που η Ενάγουσα προχώρησε σε αναστολή εργασιών στον κλάδο των ασφαλειών ζωής η οποία οδήγησε στο να εγκαταλείψουν την Εταιρεία πολλοί συνεργάτες της και να εξαγοραστούν πολλά ασφαλιστήρια ζωής. Παρά το 10ετές συμβόλαιο του με την Ενάγουσα, λόγω της αναστολής των εργασιών της στον κλάδο των ασφαλειών ζωής, ο ίδιος είχε ζητήσει όπως του παραχωρηθεί αποδέσμευση στον συγκεκριμένο κλάδο ούτως ώστε να μπορεί να συνεργαστεί με άλλη ασφαλιστική εταιρεία, αφού η συμφωνία του με την Ενάγουσα δεν μπορούσε πλέον να εξυπηρετηθεί λόγω του ότι ο ίδιος δεν θα μπορούσε να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του που προέκυπταν από αυτή. Η Ενάγουσα αρνήθηκε να τον αποδεσμεύσει, πλην όμως τον Δεκέμβριο 2016 τον ανάγκασε να υπογράψει νέα συμφωνία με την οποία του δίδετο το δικαίωμα να συνεχίσει να εργάζεται με την Ενάγουσα εταιρεία στον γενικό κλάδο ασφαλειών για ακόμα μια 10ετία, με αντάλλαγμα την παραχώρηση αποδέσμευσης για να μπορέσει να συνεργαστεί με άλλη εταιρεία της επιλογής του στον κλάδο ζωής.
Προωθεί τη θέση ότι πέραν των δικών του ενδεχόμενων οφειλών προς την Ενάγουσα εταιρεία, έχει και ο ίδιος αξίωση εναντίον της για ακύρωση της συμφωνίας του Δεκεμβρίου 2016, λόγω του εξαναγκασμού και της αθέμιτης ψυχολογικής πίεσης που υπέστη, αφού εκβιάστηκε στην υπογραφή της επίδικης συμφωνίας. Ο ίδιος είχε τη λανθασμένη εντύπωση ότι η αποδέσμευση ήταν απαραίτητη για να μπορεί να συνεργαστεί με άλλη ασφαλιστική εταιρεία, εντύπωση η οποία αποδείχθηκε ανυπόστατη αφού σε αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου διαπιστώθηκε ότι η αποδέσμευση δεν χρειαζόταν.
Είναι η θέση του ότι μετά την επίδοση της αγωγής, στις 31/01/2019, έλαβε επιστολή ημερομηνίας της ίδιας ημερομηνίας με την οποία ενημερωνόταν ότι η συνεργασία του με την Ενάγουσα εταιρεία είχε τερματιστεί από τις 31/12/2018. Υποστηρίζει ότι η Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε 11 μήνες μετά την καταχώριση της αγωγής και συγκεκριμένα στις 04/12/2019, γεγονός που επιβεβαίωνε τη δική του θέση ότι η Ενάγουσα Εταιρεία δεν προώθησε την αγωγή αναμένοντας τον ίδιο να αυξήσει την παραγωγή του. Παρά το γεγονός ότι ο κ. XXXXX και η κα Χριστοδούλου του υποσχέθηκαν ότι δεν θα προωθήσουν την Αγωγή, σκόπιμα και κακόπιστα και για να τον φέρουν προ-τετελεσμένων γεγονότων, τελικά προώθησαν την αγωγή.
Υποστηρίζει ότι δεν έδειξε οποιαδήποτε αδιαφορία ή περιφρόνηση για τη δικαστική διαδικασία, αλλά αντίθετα με την επίδοση της αγωγής στις 31/01/2019 επικοινώνησε με τον κ. XXXXX και αποδέχθηκε συγκεκριμένη πρόταση που του είχε διαβιβαστεί. Η ενέργεια του αυτή, είναι η δική του θέση, ότι θα πρέπει να οδηγήσει σε παραμερισμό της απόφασης αφού υπό κανονικές συνθήκες θα καταχωρούσε εμφάνιση.
Όσον αφορά την υπεράσπισή του, προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η συμφωνία ημερομ. 01/12/2016 ήταν αποτέλεσμα εξαναγκασμού ή και αθέμιτης ψυχολογικής πίεσης ή και πλάνης περί τα πράγματα και το νόμο και ως εκ τούτου, η συγκεκριμένη συμφωνία είναι άκυρη. Επιπρόσθετα, προωθεί τη θέση ότι η επίδικη συμφωνία είναι καταχρηστική ή και παράνομη ή και ανεφάρμοστη και δεν δημιουργεί οποιαδήποτε αποτελέσματα για τα εμπλεκόμενα μέρη.
Καταλήγει, ότι ο μη παραμερισμός της εκδοθείσας απόφασης θα του αποστερήσει το δικαίωμα του για υπεράσπιση και για δίκαιη διάγνωση των αστικών του δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η οποιαδήποτε αντίθετη απόφαση θα επιδοκιμάσει τις πράξεις της Ενάγουσας, η οποία ενήργησε κακόπιστα για να επιτύχει την έκδοση απόφασης ερήμην, αποστερώντας από τον ίδιο το δικαίωμά του να ακουστεί και να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Ενώ, ο παραμερισμός της απόφασης θα οδηγήσει, είναι η θέση του, σε δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης έτσι ώστε να καταχωριστεί σχετική υπεράσπιση και ανταπαίτηση στην αγωγή.
Οι Ενάγοντες - Καθ’ ων η αίτηση αντιμετώπισαν την αίτηση για παραμερισμό της απόφασης με την καταχώρηση Ένστασης. Η Ένστασή τους βασίζεται στη Δ.17 θ.10, Δ.26 θ.14, Δ.39, Δ.48 θ.θ.1-4 και 8-13 και Δ.64 θ.θ. 1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στη νομολογία και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
Ως λόγοι Ένστασης καταγράφηκαν οι ακόλουθοι: Ότι η Αίτηση δεν καταδεικνύει την ύπαρξη καλής και/ή συζητήσιμης υπεράσπισης στην ουσία της αγωγής, ότι οι Εναγόμενοι 1-4 δεν έχουν εκ πρώτης όψεως καλή και συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, ότι σε περίπτωση παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης οι Ενάγοντες θα στερηθούν τους καρπούς της επιτυχίας τους, ότι η αίτηση καταχωρίστηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και/ή υπέρμετρη καθυστέρηση η οποία ισοδυναμεί με περιφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, ότι η αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και με σκοπό την πρόκληση καθυστέρησης της διαδικασίας, ότι οι Εναγόμενοι επέδειξαν αδιαφορία για την αγωγή η οποία προσλαμβάνει τη μορφή της καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας, ότι δεν στοιχειοθετήθηκε ικανοποιητική εξήγηση για τη μη εμφάνιση των Εναγομένων στο Δικαστήριο, ότι δεν προβλήθηκε ή στοιχειοθετήθηκε επαρκώς εξήγηση για την καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης και ότι η αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις για παραμερισμό της απόφασης.
Προς υποστήριξη της Ένστασης κατατέθηκε ένορκη δήλωση του Ζένιου Δημητρίου, Διευθυντή της Ενάγουσας εταιρείας, η οποία είναι δεόντως εγγεγραμμένη και διεξάγει ασφαλιστικές εργασίες και παρέχει ασφαλιστικές καλύψεις προς το κοινό. Είναι γνώστης των γεγονότων ως Διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας κατά την περίοδο Μάιος 2010 μέχρι 31/01/2014, γι αυτό και εξουσιοδοτήθηκε στην κατάρτιση της συγκεκριμένης ένορκης δήλωσης. Σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, πριν τον τερματισμό της συμβατικής σχέσης μεταξύ της Ενάγουσας εταιρείας και του Εναγομένου 1 είχε προηγηθεί η αποστολή αριθμού επιστολών με ημερομηνίες 22/01/2018, 08/02/2018 και 24/08/2018 προς τον Εναγόμενο 1, με τις οποίες καλείτο, μεταξύ άλλων, να εξοφλήσει τα οφειλόμενα προς την Ενάγουσα ποσά, χωρίς ωστόσο ο Εναγόμενος 1 να ανταποκριθεί είτε με την πληρωμή ή την οποιαδήποτε παραγωγή νέων ασφαλιστικών συμβολαίων. Ακολούθησε επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερομ. 31/08/2018 προς τον Εναγόμενο 1 ως πρωτοφειλέτη και τους Εναγόμενους 2-4 ως εγγυητές, με την οποία τίθετο χρονικό περιθώριο 15 ημερών προς τον Εναγόμενο 1 για εξόφληση των υποχρεώσεων του. Λόγω του ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση, αποστάληκε ειδοποίηση ημερομ. 19/10/2018 προς όλους τους Εναγόμενους με την οποία η Ενάγουσα τερμάτισε τη σύμβαση με τον Εναγόμενο 1 και παράλληλα, αξίωσε από όλους τους Εναγόμενους την καταβολή των οφειλομένων ποσών. Λόγω της μη ανταπόκρισης του Εναγομένου 1, καταχωρίστηκε η υπό κρίση αγωγή στις 23/01/2019 και το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε σε όλους τους Εναγόμενους στις 30/01/2019. Οι Εναγόμενοι 1-4 παρέλειψαν να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης εντός των 10 ημερών από την επίδοση ή και σε οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία πριν την έκδοση της απόφασης. Ακολούθησε στις 04/12/2019 η καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης και στις 18/12/2019 η αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω έλλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Εκδόθηκε απόφαση στις 15/01/2020 και στις 18/05/2020 εκδόθηκε ένταλμα εκποίησης της κινητής περιουσίας του Εναγομένου 1, το οποίο επιστράφηκε ανεκτέλεστο. Στις 04/08/2020 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν την υπό κρίση αίτηση.
Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, ουδέποτε η Ενάγουσα εταιρεία προέβη σε οποιαδήποτε συμφωνία με τον Εναγόμενο 1 για οποιαδήποτε διευθέτηση. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, είναι η θέση του, συνιστά εκ των υστέρων σκέψη για αποφυγή των υποχρεώσεων του που απορρέουν από τις επίδικες συμφωνίες αφού είχε προηγηθεί η αποστολή αριθμού επιστολών με τις οποίες του γνωστοποιούνταν οι θέσεις της Ενάγουσας. Οπόταν, δεν βρέθηκε προ εκπλήξεως αλλά ήταν ενήμερος ο Εναγόμενος 1.
Υποστηρίζει ότι από τον Φεβρουάριο 2014 και μετά έπαυσε να είναι Γενικός Διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας. Όμως, γνωρίζει τον Εναγόμενο 1 από το 2010, λόγω της συμβατικής σχέσης που είχε με την Ενάγουσα και λόγω των προβλημάτων που δημιουργούνταν από τα οφειλόμενα από τον Εναγόμενο 1 ποσά προς την Ενάγουσα. Προώθησε τη θέση ότι ουδέποτε είχε επικοινωνήσει μαζί του ο Εναγόμενος 1 μετά την επίδοση της αγωγής και ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός συνιστά εκ των υστέρων σκέψη. Αντίθετα, ο Εναγόμενος 1 πριν την έκδοση της απόφασης και την καταχώριση της αγωγής απέφευγε συστηματικά να μιλήσει για τα χρέη του προς την Ενάγουσα. Ο ίδιος με δική του πρωτοβουλία είχε συμβουλεύσει τον Εναγόμενο 1, πολλές φορές, να επιδείξει μια θετική στάση και να αρχίσει να αποπληρώνει το χρέος του προκειμένου να μην οδηγηθεί στα άκρα η σχέση του με την Ενάγουσα και να επηρεαστούν τα παιδιά του που είναι Εναγόμενοι. Όμως, ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε επικοινώνησε μαζί του και ουδέποτε κατέληξαν σε οποιαδήποτε συμφωνία, αλλά ούτε και του δόθηκαν οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις ότι δεν θα προωθείτο η αγωγή. Ο Εναγόμενος 1 εγκατέλειψε τα καθήκοντα του από το έτος 2018 και συνεπώς δεν τίθετο θέμα αύξησης της παραγωγής εκ μέρους του, αφού έκτοτε δεν υλοποίησε οποιαδήποτε παραγωγή. Υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι ο ίδιος από μόνος του δεν είχε αρμοδιότητα να αποφασίζει για οτιδήποτε χωρίς απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, ιδιαίτερα για την προώθηση ή μη της αγωγής.
Προωθεί την άποψη ότι οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 1, εκτός από ανυπόστατοι, συνιστούν μια προσπάθειά του για να κερδίσει χρόνο. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, κάθε ασφαλιστικός αντιπρόσωπος που συνεργάζεται με την Ενάγουσα εταιρεία υπογράφει γραπτή συμφωνία η οποία εμπεριέχει τους όρους της συνεργασίας. Μέσα σ΄ αυτά τα πλαίσια η Ενάγουσα εταιρεία συμφώνησε και υπέγραψε 10ετή γραπτή συμφωνία με τον Εναγόμενο 1 την 01/12/2016. Δεν ασκήθηκε καμία αθέμιτη ή άλλη πίεση στον Εναγόμενο 1 για σύναψη της συγκεκριμένης συμφωνίας, αντίθετα, πριν την υπογραφή της σύμβασης ο Εναγόμενος 1 συνεργαζόταν με την Ενάγουσα και εκτός από τα οφειλόμενα ποσά τα οποία είχαν διαγραφεί, είχε παράλληλα λάβει διάφορα χρηματικά ποσά ως επιδόματα και χρηματοδότηση, ενώ είχε λάβει οικονομική ενίσχυση και δάνεια έναντι μελλοντικής παραγωγής ασφαλιστικών συμβολαίων. Αποτέλεσμα αυτών των γεγονότων ήταν στις 29/12/2016 το χρεωστικό υπόλοιπο του Εναγομένου 1 στην Ενάγουσα να ανέρχεται στις €248.234.
Κατά τη δική του άποψη, από το Τεκμήριο 3, τη συμφωνία ημερομηνίας 07/11/2016, προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 1 αναγνώρισε το οφειλόμενο προς την Ενάγουσα ποσό, ότι η Ενάγουσα διέγραψε από το οφειλόμενο ποσό ένα ποσό της τάξεως των €63.691, ότι ο Εναγόμενος 1 θα καταβάλει ποσό ύψους €16.643, το οποίο ποσό του είχε καταβληθεί υπό μορφή δανείου και ότι το υπόλοιπο ποσό ύψους €167.900 θα διαγράφεται σταδιακά βάσει της παραγωγής του. Όσον αφορά τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 προκύπτει από το Τεκμήριο 3, τη συμφωνία, ότι αυτοί εγγυήθηκαν αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα την πληρωμή κάθε οφειλομένου από τον Εναγόμενο 1 ποσού προς την Ενάγουσα εταιρεία.
Κατά τη δική του άποψη δόθηκαν στον Εναγόμενο 1 αρκετές παρατάσεις χρόνου, για να καταβάλει το ποσό που αφορούσε το έτος 2017, χωρίς αυτός να ανταποκριθεί ή να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα και χωρίς να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε νέα παραγωγή ή σύναψη ασφαλιστικών συμβολαίων, εξού και η Ενάγουσα εταιρεία, μέσω των δικηγόρων της, απέστειλε την επιστολή ημερομ. 31/08/2018 προς τον Εναγόμενο 1, ως πρωτοφειλέτη και στους Εναγόμενους 2-4 ως εγγυητές. Ακολούθησε η επιστολή ημερομ. 19/10/2018 με την οποία η Ενάγουσα εταιρεία τερμάτισε τη συμφωνία συμβούλου, αξιώνοντας πλέον από όλους τους Εναγόμενους το ποσό των €159.086. Ούτε και σε αυτή δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση.
Όσον αφορά τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 1 για ψυχολογική πίεση, υποστηρίζει ότι προβάλλονται για πρώτη φορά και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Διαπιστώνει, ο Ομνύοντας, ότι ο Εναγόμενος 1 σε κανένα σημείο της ενόρκου δηλώσεως του δεν αρνείται την οφειλή του προς την Ενάγουσα ή και το γεγονός ότι έλαβε χρηματικά ποσά από την Ενάγουσα αθετώντας παράλληλα τις συμβατικές του υποχρεώσεις.
Δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε εκ των ενόρκως δηλούντων και οι δυο συνήγοροι προχώρησαν με την καταχώριση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων στις οποίες προώθησαν με λεπτομέρεια τις εκατέρωθεν θέσεις. Το Δικαστήριο έχει το περιεχόμενό τους κατά νου και θα αναφερθεί σ’ αυτό όπου και όποτε το κρίνει απαραίτητο.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Η Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση, αναφέρει τα πιο κάτω:
« Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just. »
Σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά:
« Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγηθέντες κανονισμούς αυτής της Διάταξης θα είναι νόμιμο διά το Δικαστήριο στη κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.».
Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες της πιο πάνω Διάταξης, ο παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε ερήμην ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας έχει αναλυθεί με σαφήνεια σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου κ.α. ν. Επάρχου Λεμεσού (2000) 1 Α.Α.Δ. 79, Imbrahim v. Pillar Enterprises Ltd (2000) 1 Α.Α.Δ. 1243, Kourbatova v. V.G. Roussos Leisure Industries Ltd (2001) 1 Α.Α.Δ. 345, «Βοθροτέξ» Λτδ ν. Φαντάκη (2001) 1 Α.Α.Δ. 339, Kean Soft Drinks Ltd v. Safm Lines N.V. κ.α. (2001) Α.Α.Δ. 1784, Kings Head Development Co. Ltd v. Χριστοδούλου κ.α. (2001) 1 Α.Α.Δ. 533, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd (2001) 1 Α.Α.Δ. 2118, Παπανικολάου ν. Κότσαπα (2004) 1 Α.Α.Δ. 1800), Ανδρέας Ψαράς ν. Ιωάννης Γιάγκου, Πολ. Εφ. 35/10, ημερ. 21/05/2015. Οι αρχές κατεγράφησαν και στην πρόσφατη απόφαση Καλλίσιης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Πολ. Εφ.207/14 ημερ. 11/09/2020.
Κλασσική υπόθεση επί του θέματος, η οποία έχει υιοθετηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι η Evans v. Bartlam (1937) ALL E.R. 646, όπου στη σελίδα 479 ο Lord Atkins αναφέρει:
« The discretion is in terms unconditional. The Courts however, have laid down for themselves rules to guide them in the normal exercise of their discretion. One is that where the judgement was obtained regularly there must be an affidavit on the merit, meaning that the applicant must produce to the Court evidence that he has a prima facie defence. »
Στην απόφαση Claire Morris v. Saratoga Swimming Pools Ltd (2012) 1(Α) Α.Α.Δ. 647 κατεγράφησαν τα ακόλουθα:
« Η νομολογία για το θέμα του παραμερισμού απόφασης, όπως είναι αποκρυσταλλωμένη, συνοψίστηκε πρόσφατα στην υπόθεση Sabine Zehil v. Neil Roberts (2009) 1(A) ΑΑΔ 678, από όπου και παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα, από την απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου: -
«Με βάση τη Διάταξη 17 θεσμός 10, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν εκδοθεί απόφαση, το δικαστήριο δύναται «στην κατάλληλη περίπτωση να ακυρώσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση, με όρους που θα ήταν δίκαιοι.»
Είναι προφανές ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια, η οποία ασκείται αφού εξισορροπηθούν διάφοροι παράγοντες όπως η επάρκεια της δικαιολογίας για τη μη εμφάνιση, η ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης, η ανάγκη διαφύλαξης του τελεσίδικου μιας απόφασης και κατά πόσο ο Αιτητής έχει δείξει ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην υπόθεση Siberia Air v. Πούλλικα (2005) 1 ΑΑΔ 893, συνοψίζονται οι σχετικές αρχές στο πιο κάτω απόσπασμα από τη σελίδα 897:-
«Είναι γεγονός ότι το πιο σημαντικό στοιχείο σε αιτήσεις αυτής της μορφής είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Όταν ένας διάδικος επιτύχει να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, καλύπτει ό,τι σχεδόν απαιτείται για τον παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία του. Ωστόσο, η απόδειξη εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης δεν είναι στοιχείο απόλυτα καθοριστικό για την επιτυχία της αίτησης και τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Το δικαστήριο, διατηρεί την ευχέρεια να αρνηθεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης όταν διαπιστώσει ότι η διαγωγή του διάδικου που εξαιτείται τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που πλήττει το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης. Αν διαπιστωθεί ότι η συμπεριφορά του αιτητή είναι ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου του ή αδικαιολόγητα καθυστερεί ή ανεξήγητα παραλείπει να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία στην προώθηση αίτησης για παραμερισμό της απόφασης, αυτή η συμπεριφορά, που με άλλα λόγια συνιστά αδιαφορία, μπορεί να αποβεί παράγων αποτυχίας της αίτησης για παραμερισμό. Βλ.Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη (1997) 1 ΑΑΔ 941, Γερολέμου ν. ΣΠΕ Κοντέας (2002) 1 ΑΑΔ 818 καιAlpha Bank Ltd v. Στεφάνου (2003) 1(Β) ΑΑΔ 1101.»
Πέραν των πιο πάνω, το δικαστήριο έχει πάντοτε υποχρέωση να διασφαλίζει το δικαίωμα κάθε διαδίκου για δίκαιη δίκη. Το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν μπορεί να διασφαλιστεί χωρίς ο διάδικος να έχει ελεύθερη πρόσβαση στο δικαστήριο. Το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, ερμηνεύοντας το άρθρο 6(1) της Σύμβασης, θεώρησε ότι η πρόσβαση στο δικαστήριο και το ταυτόχρονο δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, δεν πρέπει μόνο να διατυπώνονται, αλλά θα πρέπει να είναι και αποτελεσματικά.
Στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδότησης Τράπεζας Κύπρου Λτδ., ν. Μιχαήλ (2003) 1(Β) 1044 αναφέρθηκε ότι: «Το δικαίωμα κάθε ατόμου να λαμβάνει γνώση δικαστικής διαδικασίας που να τον αφορά, και να ακούεται σ’ αυτή, είναι αυτονόητο και αυτόδηλο.» (Βλ. επίσης Α.Ε.2572, Δημοκρατία ν. Ζήνα Πουλλή (2001) 3 ΑΑΔ 1060).
Βέβαια, το δικαίωμα για δίκαιη δίκη συναρτάται προς τα δικαιώματα άλλων διαδίκων. Κριτήριο είναι πάντοτε η αρχή της αναλογικότητας και τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Όπως αναφέρθηκε στην Κολλάτου ν. Παναγιώτου (2003) 1(Β) ΑΑΔ 895:-
«Στην αποτίμηση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, προέχει η διασφάλιση δικαίας δίκης, η οποία συναρτάται τόσο με το δικαίωμα εκατέρου των διαδίκων να ακουστεί στην υπόθεσή του, όσο και με τη διεκπεραίωση της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης. … … … … … … … … … …
Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.»
Τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποστερούν το δικαίωμα του διαδίκου να ακουστεί, ιδιαίτερα όταν αποκαλύπτει καλή υπεράσπιση και όταν η συμπεριφορά του δεν είναι μεμπτή (Βλ.Phylactou v. Michael (1982) 1 CLR 204, 210, Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ. 2) (1999) 1(Γ) ΑΑΔ 1938).»
Συνοπτικά, οι προϋποθέσεις για επιτυχία της αίτησης είναι δύο: Αφενός μεν θα πρέπει οι Αιτητές να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή και, αφετέρου, να προβάλουν σοβαρή και εύλογη αιτιολόγηση για την απουσία τους κατά την ημέρα της δίκης. Σε σχέση δε με τη δεύτερη προϋπόθεση, παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Παπανικολάου (ανωτέρω):
« Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διάδικου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι’ αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου.».
Φαίνεται ότι σε περίπτωση που η απόφαση εκδόθηκε κανονικά, τότε είναι σχεδόν αλύγιστος κανόνας ότι πρέπει να υπάρχει Ένορκος Δήλωση επί της ουσίας. Ο οποιοσδήποτε αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση.
Στην Κωνσταντινίδη v. Hissin (2004) 1 A.A.Δ. 1774, λέχθηκε ότι:
« Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.».
Η πιο πάνω θέση υιοθετήθηκε και στην απόφαση Παναγιώτης Νέμιτσας v. Salwa Chaparian (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 806.
Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και ούτε ο αιτητής υποχρεούται ν’ αποδείξει την υπεράσπισή του. Εκείνο που χρειάζεται είναι να φανεί από τα γεγονότα και τα στοιχεία που παρουσιάζονται, δηλαδή ν’ αποδειχθεί με τα γεγονότα που παρουσιάζονται, ότι ο αιτητής έχει καλή υπεράσπιση (βλ. Έλλη Κ. Χατζηνικολάου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (2001) 1Β Α.Α.Δ. 1179). Καθοδηγητική επί του θέματος είναι και η υπόθεση Phylactou v. Michael (1982) 1 C.L.R. 204, στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε), επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου ν’ αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιόν του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης.
Πέραν της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, που είναι η κύρια και πρωταρχική προϋπόθεση που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο προτού ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, λαμβάνει υπόψη του και κάποιους άλλους παρεμφερείς παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι και η εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης, καθώς επίσης και τον χρόνο που διέρρευσε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώρηση της αίτησης για παραμερισμό. Όμως στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Χαράλαμπου Σπανούδη (1997) 1 (Α) Α.Α.Δ. 28, λέχθηκε ότι το βασικό κριτήριο για το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης είναι κατά πόσο ο αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι είναι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.
Ο αιτητής οφείλει να δράσει άμεσα από την ημερομηνία που θα λάβει γνώση για την έκδοση απόφασης εναντίον του. Όπως έχει λεχθεί στη Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (1993) 1 Α.Α.Δ. 36, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που προσμετρά κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του.
Στην υπόθεση Σκάρος v. 1. Π. Χριστοδούλου κ.α. (1998) 1 Α.Α.Δ. 291 καταγράφηκαν τα ακόλουθα:
« Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης.».
Πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις, είναι να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη, από τη μια, αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη, από την άλλη, διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι, συναρτάται άμεσα από τη συμπεριφορά που επιδεικνύει ο αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), όπου η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης.
Θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο οι Αιτητές - Εναγόμενοι 1-4 στην παρούσα έχουν προβάλει θετικά γεγονότα, με τρόπο πειστικό σε σχέση με την υπεράσπισή τους, γιατί όπως έχει νομολογηθεί δεν αρκεί η προβολή γενικόλογων ή αόριστων ισχυρισμών (βλ. μεταξύ άλλων NSM Democars Ltd κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Εφ. 121/2010, ημερ. 14/10/2015). Το Δικαστήριο έχει ήδη παραθέσει το σημαντικότερο μέρος της μαρτυρίας που τέθηκε από τον Εναγόμενο 1 προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης και δεν κρίνεται σκόπιμο να γίνει εκ νέου αναφορά στην ένορκη δήλωσή του.
Σχετική επί του θέματος είναι η υπόθεση Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή) Γιαννή v. Δήμου Λευκωσίας (2005) 1 Α.Α.Δ. 289, στην οποία λέχθηκε ότι:
« Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.».
Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη (1997) 1 Α.Α.Δ. 941, στη σελ.945, επεξηγούνται οι αρχές. Παρατίθενται δε τα πιο κάτω αποσπάσματα από αυτήν:
« Εάν ένας διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα αυτό εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία προάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απολεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης…»
… … … … … … … … … … … … … … … … … … … …
«Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.».
Ανατρέχοντας στα όσα ο Εναγόμενος έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι Αιτητές δεν έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια θετικά και πειστικά στοιχεία και γεγονότα τα οποία να αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αυτό το οποίο αναδεικνύεται από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 1 είναι ότι παρατίθενται διάφοροι ασαφείς ισχυρισμοί οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να χαρακτηριστούν λογικοφανείς.
Η θέση του Εναγόμενου 1 ότι του ασκήθηκε ψυχολογική πίεση στην υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 07/11/2016 και ότι τελούσε υπό πλάνη, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού η συγκεκριμένη συμφωνία υπογράφτηκε και από άλλα 3 μέλη της οικογένειάς του. Προκύπτει δε από το Τεκμήριο 3, που ο ίδιος κατέθεσε στο Δικαστήριο, ότι αναγνώρισε χρέος ύψους €167.900 προς την Ενάγουσα.
Έχω τη γνώμη πως οι πιο πάνω θέσεις των Εναγομένων 1-4 είναι γενικόλογες και ατεκμηρίωτες τουλάχιστον εν συγκρίσει με το τι ευλόγως θα απαιτείτο και θα αναμένετο σε μία αίτηση παραμερισμού σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία. Η κατάδειξη υπεράσπισης είναι πρωταρχικό στοιχείο σε τέτοιου είδους αιτήσεις αφού, όπως έχει αναφερθεί και στην υπόθεση Τσεσμέλογλου ν. Σοφοκλέους (2013) 1 Α ΑΑΔ 64 «… αν δεν υπάρχει κάποια υπεράσπιση, τότε ο παραμερισμός δεν εξυπηρετεί.». Το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί στους γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς των Εναγομένων 1-4 που δεν υποστηρίζονται από τα αναγκαία εκείνα στοιχεία και γεγονότα, τα οποία θα μπορούσαν ενδεχομένως να οδηγήσουν στο να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει το Δικαστήριο με τους ισχυρισμούς τους, χωρίς βέβαια να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Ασφαλώς δεν αναφέρομαι σε απόδειξη από πλευράς των Εναγόμενων γεγονότων και στοιχείων, αλλά παράθεση αυτών για να μπορέσει το Δικαστήριο, αφού τα λάβει υπόψη του, να διαγνώσει από μόνο του αν με βάση τα γεγονότα αυτά εγείρεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο.
Ο Εναγόμενος 1 δεν έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ένορκης δήλωσής του, τέτοια γεγονότα που να καθιστούν την εκδοχή των Εναγομένων 1-4 - Αιτητών περί μη ύπαρξης εκ μέρους τους οφειλής, στην όψη της, πειστική, αφού το Τεκμήριο 3 το οποίο επικαλούνται προς υποστήριξη των θέσεών τους επιμαρτυρεί το αντίθετο.
Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1-4 απέτυχαν να στοιχειοθετήσουν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης.
Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο οι Εναγόμενοι 1-4 έχουν καταδείξει σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη τους να εμφανιστούν στο Δικαστήριο και αν κινήθηκαν με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσουν το δικαίωμα επανάνοιξης της υπόθεσης.
Οι Εναγόμενοι έχουν το βάρος να καταδείξουν ότι έχουν μία σοβαρή και εύλογη δικαιολογία για την παράλειψη τους να εμφανιστούν, καθώς και ότι επέδειξαν την ανάλογη επιμέλεια στο χειρισμό της υπόθεσης τους. Ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται ότι το Κλητήριο Ένταλμα του επιδόθηκε στις 30/01/2019. Η περί ου ο λόγος απόφαση εκδόθηκε ένα (1) χρόνο μετά. Είναι η θέση του Εναγόμενου 1 ότι του είχε δοθεί υπόσχεση από τον Διευθυντή της Ενάγουσας ότι δεν θα προωθείτο η συγκεκριμένη αγωγή. Ακόμα και μετά την καταχώριση της Έκθεσης Απαίτησης, στις 04/12/2019, δεν έσπευσαν να καταχωρίσουν σημείωμα εμφάνισης, παρά τη διαπίστωση ότι η Ενάγουσα είχε προχωρήσει στην προώθηση της αγωγής. Όπως και να είχαν τα πράγματα, οι Εναγόμενοι 1-4 όφειλαν να συμμορφωθούν με τους θεσμούς όταν αντιλήφθηκαν από τις ενέργειες της Ενάγουσας ότι οι διαπραγματεύσεις είχαν καταρρεύσει.
Κατατοπιστική επί του θέματος είναι και η απόφαση στην Jurgen κ.α. ν. Σταυρινού, Πολ. Εφ.80/14, ημερ. 01/06/2020, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας-Καθ΄ης η αίτηση, στην οποία διαβάζονται τα ακόλουθα σχετικά:
« Πρόσθετα, δεν εξηγήθηκε από τους εφεσείοντες πώς και για ποιο λόγο μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης δεν θεώρησαν πρέπον να καταχωρήσουν εμφάνιση παρά το ότι αντιλήφθησαν και οι ίδιοι ότι προχώρησε η δικαστική διαδικασία έστω με την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης. Επομένως από εκείνη την ώρα το δεδομένο ως προς τη συναντίληψη των διαδίκων ότι δεν θα λαμβάνονταν περαιτέρω μέτρα στη διαδικασία, είχε στην ουσία καταρρεύσει. Εν τέλει οι εφεσείοντες έπρεπε επίσης να θεωρήσουν ότι κατέρρευσαν οι όποιες διαπραγματεύσεις όταν οι ίδιοι ενημέρωσαν την αντίδικο, μέσω των συνηγόρων της, ότι δεν μπορούσαν να προχωρήσουν οι διαπραγματεύσεις εάν δεν είχαν την ευκαιρία να εξετάσουν την εφεσίβλητη από δικό τους γιατρό.».
Οι Εναγόμενοι 1 - 4, στην προκείμενη περίπτωση, δεν παραθέτουν σοβαρό και εύλογο λόγο, ως απαιτείται από τη νομολογία, για την παράλειψή τους να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης αυτής.
Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι το κατά πόσο υπήρχε ή όχι αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Όπως προκύπτει από την αναδρομή στον φάκελο της υπόθεσης, η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε 7 μήνες μετά την έκδοση της απόφασης. Από μία απλή ανάγνωση της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, διαπιστώνεται ότι οι Εναγόμενοι 1-4 ισχυρίζονται ότι έλαβαν γνώση για την έκδοση της απόφασης στις 10/07/2020. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε ένα (1) μήνα μετά, ήτοι στις 04/08/2020. Ο 1 μήνας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καταχωρισθείσα καθυστερημένα.
Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω διαπιστώσεις και καθοδηγούμενο το Δικαστήριο από το λόγο της Ανδρέας Ψαράς ν. Ιωάννης Γιάγκου, Πολ. Εφ. 35/2010 ημερ. 21/5/2015, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως προς το ότι είναι αναγκαίο να εξισορροπείται, αφενός, το δικαίωμα του διάδικου που αιτείται τον παραμερισμό απόφασης να ακουστεί στην αγωγή και, αφετέρου, του δικαιώματος του επιτυχόντος διάδικου - ενάγοντα να κριθεί η υπόθεσή του εντός ευλόγου χρόνου. Σχετικό το εξής απόσπασμα:
« Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι το συνταγματικό δικαίωμα ενός ατόμου να ακούγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αντισταθμίζεται και εξισορροπείται από την υποχρέωση του Δικαστηρίου να διασφαλίζει την ολοκλήρωση μιας υπόθεσης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, η οποία υποχρέωση επίσης κατοχυρώνεται συνταγματικά (Άρθρο 30.2 του Συντάγματος). Διαφορετικά, ανέφερε, η υιοθέτηση άλλης προσέγγισης και αντιμετώπισης θα ισοδυναμούσε με αυτόματη, μονόπλευρη και ανεπιφύλακτη αποδοχή του εκάστοτε αιτητή για παραμερισμό δικαστικής απόφασης, παραβιάζοντας το συνταγματικό δικαίωμα του ενάγοντα για εκδίκαση της υπόθεσής του μέσα σε εύλογο χρόνο και, συνεπώς, θα έθετε σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία των θεσμών απονομής δικαιοσύνης και έτσι θα τον εξέθετε σε χλευασμό (Μουγής ν. Σπανούδης (1996) 1 ΑΑΔ 997 και Ανδρέας Λυσιώτη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2000) 1 ΑΑΔ 364).
Θεωρούμε την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ορθή και συμβατή με τη νομολογία.
Στην υπόθεση Μουγής ν. Σπανούδης (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:
«Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.3(β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία (1991) 1 ΑΑΔ 984, 988).
Στον τομέα αυτό η νομολογία μας είναι ταυτόσημη με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων η οποία έχει διαμορφωθεί κατά την ερμηνεία του Άρθρο 6(1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το οποίο αντιστοιχεί με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος.
Σύμφωνα λοιπόν με την νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ο σκοπός της σχετικής διασφάλισης είναι να προστατεύσει τους διαδίκους από υπερβολικές διαδικαστικές καθυστερήσεις (Strogmuller v. Austria, Series A, Publications of the European Court of Human Rights, 1969, σελ.40). Η διασφάλιση υπογραμμίζει την σπουδαιότητα απονομής της δικαιοσύνης χωρίς καθυστερήσεις οι οποίες θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματικότητα και αξιοπιστία της (H. v. France, Series A, 162-A, Publications of the European Court of Human Rights, παράγ.58 (1989)). Παρόλο ότι μπορεί να λεχθεί ότι υπεύθυνοι για την πρόοδο της πολιτικής διαδικασίας είναι οι διάδικοι αυτό δεν απαλλάσσει τα δικαστήρια από την ευθύνη να διασφαλίσουν συμμόρφωση με το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Union Alimentaria Sanders SA v. Spain, Series A, 157, Publications of the European Court of Human Rights, παράγ.35 (1989).».
Έχοντας, λοιπόν, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν δόθηκε από τους Εναγόμενους 1-4 - Αιτητές ικανοποιητική και εύλογη εξήγηση για την παράλειψη εμφάνισης στην παρούσα αγωγή και έχοντας κατά νου ότι δεν έχει αποκαλυφθεί συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, θεωρώ ότι η αίτηση θα πρέπει ν’ απορριφθεί.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο επί του θέματος, η Αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας - Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων 1-4 - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) ……………………………………..
Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Α.Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής