ECLI:CY:EDLEF:2021:A558
ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 664/17
Μεταξύ:
Γλαρός XXXXX
Ενάγοντας
και
Public Joint-Stock Company Commercial Bank PrivatBank Cyprus Branch
Εναγομένης
ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙΣΑ ΔΥΝΑΜΗ ΔΙΑΤΑΓΗΣ ΑΡ. 25
Μεταξύ:
XXXXX Γλαρού
Ενάγοντας
και
Public Joint-Stock Company Commercial Bank «PrivatBank»
Εναγομένης
Ημερομηνία: 18η Οκτωβρίου 2021
Εμφανίσεις:
Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: Ο κ. Παναγιώτου
Για την Εναγόμενη/Καθ’ ης η αίτηση: Η κα Ευσταθίου
------------------------------------
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Ζητούμενο με την επίδικη αίτηση είναι η έκδοση διατάγματος με το οποίο να παρατείνεται ο χρόνος καταχώρισης της κλήσης για οδηγίες, για περίοδο πέντε (5) ημερών από την έκδοση του διατάγματος.
H αίτηση προωθείται από τον ενάγοντα, ενώ στην αντίπερα όχθη στέκεται η πλευρά των εναγομένων η οποία ενίσταται και προτάσσει αριθμό λόγων ένστασης. Την μεν αίτηση ορκίζεται δικηγόρος που εργάζεται σε δικηγορικό γραφείο που συνεργάζεται με το δικηγόρο του ενάγοντος, την δε ένσταση ορκίζεται δικηγόρος που εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους εναγομένους.
Κρίνω πως δεν εξυπηρετείται η απόφαση με παράθεση των όσων αναφέρουν οι ομνύοντες την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Αν είναι όμως κάτι το οποίο αρμόζει να σχολιασθεί σε σχέση με αυτές, είναι πως μια ένορκη δήλωση δεν προσφέρεται για αγόρευση. Παρ’ ότι ομνύοντες είναι δικηγόροι, αφ’ ης στιγμής επέλεξαν να καταστούν μάρτυρες, υποχρέωση τους είναι η αυστηρή προσήλωση στα πραγματικά γεγονότα που επικαλούνται και σίγουρα όχι η αμετροεπής ανάπτυξη δικανικών θέσεων. Άλλωστε το στάδιο των αγορεύσεων έπεται της ακρόασης, η οποία είναι αυτή που συνιστά το πλαίσιο αντιπαραβολής αμφότερων των θέσεων, ώστε να διαγνωστούν τα πραγματικά γεγονότα .
Έχοντας αναφέρει τούτο επόμενη διαπίστωση είναι πως σε μεγάλο βαθμό οι αιτιάσεις των ομνυόντων συμπίπτουν και πλείστες τόσες ημερομηνίες που επικαλούνται είναι κοινώς αποδεχτές. Ως εκ τούτου δικαιολογείται σύνοψη των όσων οι πλευρές αποδέχονται ως κοινό πραγματικό πλαίσιο.
Όπως έχει ήδη αναφερθεί αντικείμενο του αιτήματος είναι η παράταση του χρόνου έκδοσης της κλήσης για οδηγίες, την οποία διάδικος υποχρεούται να εκδώσει βάσει της Δ.30, ως έχει τροποποιηθεί την 27/04/2018. Αντιληπτό είναι πως οι δύο πλευρές ομονοούν ότι ο ενάγων έχασε την προθεσμία που τάσσει η σχετική διαταγή, εξού και καταχωρίστηκε η επίδικη αίτηση. Είναι επ’ αυτού του αιτήματος η ένσταση των εναγομένων και συνεπώς σε αυτό είναι που το Δικαστήριο καλείται να τοποθετηθεί.
Τα μέρη συμφωνούν πως το κλητήριο ένταλμα της αγωγής καταχωρίστηκε την 10/02/2017. Μετά την επίδοση τούτου η πλευρά των εναγομένων προώθησε αίτηση παραμερισμού και παρ’ ότι καταχωρίστηκε ένσταση τελικώς απεσύρθη, εφόσον μετά την τροποποίηση του λάθους στον τίτλο της αγωγής εξέλειπε το αντικείμενο της αίτησης παραμερισμού. Την 26/09/2018 καταχωρίστηκε αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρισης υπεράσπισης, η οποία ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες, με αποτέλεσμα να αποσυρθεί την 12/04/2019, ότε και καταχωρίστηκε η υπεράσπιση.
Οι δυο πλευρές διαφωνούν σε σχέση με την καταχώριση απάντησης. Η μεν πλευρά του ενάγοντα διατείνεται πως τούτη καταχωρίστηκε την 22/04/2019, ενώ η πλευρά των εναγομένων ισχυρίζεται πως ουδέποτε καταχωρίστηκε απάντηση. Είναι δυστυχώς αδύνατο για το Δικαστήριο να διαπιστώσει την ακρίβεια αυτού τούτου του ισχυρισμού στο περιορισμένο χρονικό διάστημα που είχε για την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης. Ο λόγος δια αυτό έγκειται στο ότι ο φάκελος ενώπιον του Δικαστηρίου είναι προσωρινός και παρά τις προσπάθειες δεν εντοπίστηκε ο αρχικός φάκελος, ενώ το πρώτο έγγραφο εντός τούτου του φακέλου, είναι η επίδικη αίτηση. Συνεπώς η καταχώριση των δικογράφων και των αιτήσεων που προηγήθηκαν της επίδικης, καθώς επίσης ο τρόπος αντιμετώπισης τούτων, εν προκειμένω πότε ορίστηκαν και ποιες οδηγίες δόθηκαν, δεν αποκαλύπτεται από το περιεχόμενο του προσωρινού φακέλου ενώπιον του Δικαστηρίου. Επαναλαμβάνω ότι ο αρχικός φάκελος δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί. Παρ’ όλα ταύτα, για σκοπούς της υπό κρίση διαδικασίας δέχομαι τον ισχυρισμό ότι καταχωρίστηκε απάντηση στον χρόνο που η ομνύουσα την αίτηση αναφέρει, εφόσον από την πλευρά των εναγομένων η θέση που προωθείται δεν είναι τίποτα άλλο παρά αόριστη άρνηση, υπό την έννοια ότι ο σχετικός ισχυρισμός εδράζεται σε αυτό που οι ίδιοι γνωρίζουν, δηλαδή ότι δεν έλαβαν απάντηση και όχι σε αταλάντευτα στοιχεία, φερ’ ειπείν σε έρευνα του φακέλου του Δικαστηρίου. Εντούτοις αυτή η θέση των εναγομένων δεν αναιρεί τη θετική τοποθέτηση της ομνύουσας την αίτηση, δηλαδή πως καταχωρίστηκε τέτοια. Εν ολίγοις ανοικτό αφήνεται το ενδεχόμενο να καταχωρίστηκε τέτοια απάντηση, απλώς να μην κατέληξε στους εναγόμενους, είτε επειδή εκ λάθους δεν κοινοποιήθηκε είτε γιατί χάθηκε στην πορεία. Επί του προκειμένου δέχομαι λοιπόν τη θέση της πλευράς του ενάγοντα ότι η απάντηση καταχωρίστηκε την 22/04/2019.
Δεν διαλανθάνει εντούτοις την προσοχή μου ότι σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη Δ.21 κ.14(1), απάντηση καταχωρείται μέχρι και επτά ημέρες μετά την καταχώρηση υπεράσπισης. Με δεδομένο ότι η υπεράσπιση καταχωρίστηκε την 12/04/2019, η απάντηση ήταν οφειλόμενη μέχρι και την 19/04/2019, εκτός εάν τα μέρη συμφωνούσαν διαφορετικά (βλ. Χρίστου κ.ά. ν. Χατζησολωμή, Πολ. Έφ. 175/17, ημερ. 06/02/2018). Εδώ άλλη συμφωνία δεν υπήρξε, εφόσον τίποτα σχετικό τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, συνεπώς τα δικόγραφα θεωρείται ότι έκλεισαν επτά ημέρες μετά την καταχώριση της υπεράσπισης, εν προκειμένω την 19/04/2019 (βλ. Χαραλάμπους ν. Γεωργίου κ.ά., Πολ. Έφ. 85/17, ημερ. 18/04/2018). Ως εκ τούτου, αυτή είναι η ημερομηνία σταθμός για σκοπούς της παρούσης.
Τώρα το κλείσιμο τω δικογράφων είναι το πρώτο βασικό εκ των ερωτημάτων που απαντάται όχι όμως το μόνο. Ζητούμενο απομένει το πότε οφείλετο η έκδοση της κλήσης για οδηγίες. Αν ορθώς αντιλαμβάνομαι τα όσα οι δύο πλευρές διατείνονται, δεν αμφισβητείται πως τούτη η προθεσμία εξέπνευσε. Αυτή τη θέση τη συμμερίζομαι και εγώ. Επεξηγείται εντούτοις πως βάσει των διαλαμβανομένων στη Δ.30 κ.1(α) (εντός ενενήντα ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα … να εκδώσει κλήση για οδηγίες …), συμπεραίνω πως ο ενάγων υποχρεούτο να εκδώσει τούτη την κλήση μέχρι και την 18/07/2019. Εντούτοις η τελευταία ημερομηνία είναι φανερό ότι εμπίπτει στις θερινές διακοπές, οι οποίες αρχίζουν την 10η Ιουλίου εκάστου έτους, σύμφωνα πάντα με τις διατάξεις της Δ.61 κ.1(α). Όπως δε διαλαμβάνεται στη Δ.57 κ.3, ουδεμία κλήση ή αίτηση εκδίδεται εντός των θερινών διακοπών. Προνοείται όμως ότι ο χρόνος αυτός τελειώνει την 3η Σεπτεμβρίου, ότε και η έκδοση κλήσεων και αιτήσεων επιτρέπεται εκ νέου. Περιπλέον, με δεδομένες τις πρόνοιες του άρθρου 31 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, είναι αντιληπτό πως η προθεσμία διακόπτεται κατά τη διάρκεια των διακοπών και επαναρχίζει την πρώτη ημερομηνία που οι θεσμοί επιτρέπουν έκδοση κλήσης ή αίτησης, υπολογίζοντας τον χρόνο από το σημείο που βρισκόταν πριν τη διακοπή (βλ. Αναφορικά με τον Αυγουστίνο Θωμά, Πολ. ECLI:CY:AD:2018:D224, Αίτ. 22/18, ημερ. 10/05/2018 και τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις). Δυνάμει όλων των ανωτέρω στην υπό κρίση περίπτωση καταλήγω πως η προθεσμία που εδώ ενδιαφέρει έληξε την 12/09/2019. Διευκρινίζω τούτο εφόσον άλλη είναι η ημερομηνία που καθεμία από τις δυο πλευρές υποστηρίζει.
Τώρα, κοινή είναι η θέση των μερών πως πριν το κλείσιμο των δικογράφων έγινε αλλαγή δικηγόρου. Η σχετική ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου καταχωρίστηκε την 15/01/2019. Τότε ήταν που ανέλαβε ο συνήγορος του ενάγοντα που σήμερα εμφανίζεται στην επίδικη αίτηση. Κατά τον ίδιο χρόνο, 15/01/2019, καταχωρίστηκε και αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Δεν έχει καθοριστική σημασία η ακριβής εξέλιξη της αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Αν είναι όμως κάτι που αρμόζει να ειπωθεί, εφόσον ο ενάγων με αυτό είναι που συναρτά το αίτημά του, είναι πως η ακρόαση τούτης ορίστηκε την 03/07/2019 με γραπτές αγορεύσεις. Οι δε συνήγοροι παρέδωσαν τις γραπτές τους αγορεύσεις και η απόφαση επιφυλάχθηκε, για να εκδοθεί εν τέλει την 22/11/2019. Η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε την 28/11/2019.
Όλα τα ανωτέρω συνιστούν το πραγματικό πλαίσιο που περιβάλλει το επίδικο αίτημα.
Επί της ουσίας πλέον είναι η θέση της ομνύουσας την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ότι μετά την έκδοση της απόφασης του προσωρινού διατάγματος, ο ενάγων και ο συνήγορός του συναντήθηκαν με σκοπό να συζητήσουν την πάρα πέρα πορεία της υπόθεσης. Η εν λόγω συνάντηση έλαβε χώραν την 25/11/2019 και τότε ήταν που διεπιστώθη η παράλειψη έκδοσης της κλήσης για οδηγίες. Εντός ολίγων ημερών καταχωρίστηκε η επίδικη αίτηση, που όπως αναφέρθηκε φέρει ημερομηνία 28/11/2019. Σύμφωνα με την ομνύουσα την αίτηση, παραδρομή, αβλεψία και καλόπιστο λάθος είναι όλα όσα οδήγησαν στη μη έκδοση της κλήσης, ενώ σε πραγματικό επίπεδο αποδίδει το σφάλμα στο γεγονός ότι μέχρι και την 25/11/2019 εκκρεμούσε η έκδοση της απόφασης στο αίτημα για προσωρινό διάταγμα, γεγονός που τους έκανε να πιστεύουν ότι δεν είχε παρέλθει η προθεσμία.
Με δεδομένο πως το αίτημα παραπέμπει στις διατάξεις της νέας Δ.30 και συγκεκριμένα στον κ.2(β), το λεκτικό τούτου ανακτά ιδιαίτερη σημασία και ως εκ τούτου παρατίθεται. Αναφέρεται εκεί πως:
«(β) Οι προθεσμίες που προβλέπονται στον Κανονισμό 1(α) και 2(α) ανωτέρω, δύνανται να παραταθούν, εάν καταδειχθεί στο Δικαστήριο ότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με τις εν λόγω προθεσμίες ή άλλος καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παράτασή τους.»
Ζητούμενο στην υπό κρίση περίπτωση είναι η απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο η ανωτέρω εξήγηση της πλευράς του ενάγοντα σε σχέση με τον λόγο που δεν εξέδωσε τη νενομισμένη κλήση για οδηγίες, μπορεί να υπαχθεί σε οιανδήποτε από τις δύο προϋποθέσεις που ρητά μνημονεύονται στον κανονισμό. Είναι κατανοητό ότι μόνο σε τέτοια περίπτωση επιτρέπεται στο Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος, άλλως πως η έγκριση τούτου κείτεται έξω από το πλαίσιο του κανονισμού. Συνεπώς στην περίπτωση που ήθελε κριθεί πως τα όσα επικαλείται η πλευρά του ενάγοντα δεν μπορούν να υπαχθούν στις πρόνοιες του κανονισμού, είναι αντιληπτό πως η αίτηση υπόκειται σε απόρριψη.
Αν τα ανωτέρω χρειάζονται μια κάποια αυθεντική υποστήριξη, αρκεί να παραπέμψει κανείς στα λεχθέντα στην υπόθεση Κάτση κ.ά. ν. A.M.C. Hotels Ltd κ.ά., ECLI:CY:AD:2020:A29, Πολ. Έφ. 315/12, ημερ. 23/01/2020, η οποία επίσης άπτετο δικονομικών διατάξεων, όπου υπεδείχθη πως:
«Γνώμονας άσκησης της διακριτικής ευχέρειας είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης (Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Στεφάνου κ.α. (2010) 1 ΑΑΔ 710), όμως «τα περιθώρια δεν παύουν να είναι, εκ του γράμματος του Κανονισμού, στενά και η ευχέρεια αυτή πρέπει να ασκείται με φειδώ» (E.A.S. Prestige Unite Securite Services Ltd v Δημοκρατία μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως, Έφεση κατά Απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου αρ.69/2017, ημερ.6.5.2019).».
Κατ’ αναλογία τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με τη Δ.30.
Τώρα, ορθή κρίνεται η από μέρους του ενάγοντα επίκληση των λεχθέντων στην υπόθεση Κολλάτου ν. Παναγιώτου (2003) 1 Α.Α.Δ. 895, όπου αναφέρθηκε ότι:
«Οι Θεσμοί έχουν ως κύριο αντικείμενο την καθιέρωση του θεσμικού πλαισίου για τη διασφάλιση δικαίας δίκης. Κάθε απόκλιση από αυτούς πρέπει να δικαιολογείται. γίνεται δεκτή, εφόσον δεν αντιστρατεύεται τα θέσμια της δικαίας δίκης, ως η περίπτωση της ηθελημένης αδιαφορίας για την τήρησή τους. Τα συμφέροντα του αντιδίκου, του διαδίκου που εξαιτείται την παράταση, λαμβάνονται υπόψη, όλως ιδιαίτερα, ο πιθανός επηρεασμός των ουσιαστικών, καθώς και των δικονομικών του δικαιωμάτων. Η τήρηση των διαδικαστικών κανόνων δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά το μέσο για την επίτευξη δικαίας δίκης. Εφόσον παρέκκλιση από τα θέσμια δεν αναιρεί το σκοπό, αυτή αντιμετωπίζεται θετικά. Αντιμετωπίζεται αρνητικά, όταν αντιστρατεύεται τη διασφάλιση δικαίας δίκης, που εξυπακούει και την προστασία των δικαιωμάτων του αντιδίκου.».
Είναι τοώντι οι δικονομικοί κανόνες θεραπαινίδες του δικαίου και όχι αυτό καθ’ εαυτό το δίκαιο. Συνεπώς εξυπηρετούν το δίκαιο και δεν υποκαθιστούν τούτο. Από την άλλη, ως το μέσο που οδηγεί στο σκοπό, δεν μπορεί να αφεθεί να καταστεί αντικείμενο κακοδιαχείρισης ή έτι χειρότερα εκμετάλλευσης. Όλοι οι παράγοντες της δίκης οφείλουν τον απαιτούμενο σεβασμό έναντι των δικονομικών διατάξεων, εφόσον αυτές συνιστούν τη λυχνία που φωταγωγεί την οδό που οδηγεί στον τελικό σκοπό, εν προκειμένω την απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου (1991) 1 Α.Α.Δ. 945).
Από τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καθίσταται σαφές πως η πραγματική βάση του αιτήματος συνίσταται σε λάθος συνηγόρου. Άλλωστε στην παράγραφο 17 της ενόρκου δηλώσεως ρητά αναφέρεται ότι:
«Εξ’ όσων με έχει πληροφορήσει ο κ. Παναγιώτου που χειρίζεται τη παρούσα αγωγή, επειδή ακριβώς η υπόθεση προωθείτο κανονικά, με όλα τα ενδιάμεσα διαδικαστικά διαβήματα που λάμβαναν χώρα κατά τον εκάστοτε χρόνο, διέλαθε της προσοχής του πως έπρεπε να καταχωρηθεί Κλήση για Οδηγίες, όπως προνοούν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Θεσμοί.».
Οφειλόμενη συνεπώς είναι η αναφορά στη νομολογία που θέλει το σφάλμα δικηγόρου να αντιμετωπίζεται με αυστηρότητα. Προστίθεται όμως ότι αυτό δεν σημαίνει πως τέτοιος λόγος είναι ανίκανος να δικαιολογήσει κάθε τέτοιο αίτημα (βλ. MD Shipmanagement Ltd v. Του Πλοίου Londa, ECLI:CY:AD:2020:C392, Αγ. Ναυτ. 81/99, ημερ. 18/11/2020 και Μίαρης κ.ά. ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ (2009) 1 Α.Α.Δ. 435). Άλλωστε όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Α.Μ. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κ.Κ. Χρυσόστομος ν. Χριστάκη Σταύρου Χριστοφόρου (1993) 1 Α.Α.Δ. 470, 476, «εξαρτάται πάλιν από τα ιδιαίτερα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης».
Στην προκείμενη περίπτωση αδυνατώ να δεχθώ την αιτιολογία της πλευράς του ενάγοντα. Το γεγονός ότι η απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε σε χρόνο μετά την εκπνοή της προθεσμίας έκδοσης της κλήσης, δεν αντιλαμβάνομαι πως εξυπηρετεί το επίδικο αίτημα. Είναι καθ’ όλα αντιληπτό ότι αν και μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε εκδοθεί η κλήση για οδηγίες, η αγωγή δεν απορρίφθηκε εφόσον εκκρεμούσε η έκδοση της απόφασης. Αυτό όμως δεν αλλάζει την καθυστέρηση και την ολιγωρία που επέδειξε ο αιτητής. Δική του ευθύνη ήταν η παρακολούθηση των προθεσμιών και το γεγονός και μόνο ότι την 03/07/2019 επιφυλάχθηκε η απόφαση για το προσωρινό διάταγμα, η οποία εν τέλει εκδόθηκε την 22/11/2019, δεν έχει να κάνει με αυτή την προθεσμία. Εν ολίγοις δεν είναι αυτή η περίπτωση της υπόθεσης Μαρία Κυπριανού-Μεσαρίτη ν. Alpha Bank Cyprus Ltd (2013) 1A Α.Α.Δ. 768, όπου το πρωτοκολλητείο είχε ενεργή συμμετοχή στην παρατηρούμενη καθυστέρηση εφόσον δέχθηκε αίτηση καθ’ ον χρόνο η έφεση είχε απορριφθεί και ακολούθως την έθεσε ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα να εκδοθεί εκ συμφώνου διάταγμα, ενώ η απόρριψη της έφεσης διεπιστώθη εκ των υστέρων. Στην επίδικη περίπτωση ούτε το πρωτοκολλητείο, αλλά ούτε και το Δικαστήριο είχε κάποιο ρόλο στη μη έκδοση της κλήσης. Περιπλέον, ο κ.1(α) της Δ.30 διαλαμβάνει ότι η αίτηση για προσωρινό διάταγμα είναι το μόνο μέτρο που δύναται να λάβει ο ενάγων μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αν ήθελε λάβει τέτοιο μέτρο θα καταστήσει το Δικαστήριο ή το πρωτοκολλητείο συνυπεύθυνους στην έκδοση της κλήσης, δηλαδή ότι οι ενέργειες τούτων, φερ’ ειπείν έκδοση απόφασης, θα αλλοιώσουν τον προκαθορισμένο χρόνο. Η υποχρέωση αυτή ανήκει αποκλειστικά στον διάδικο, ο οποίος οφείλει να επιδεικνύει το ανάλογο ενδιαφέρον, καθώς και συνέπεια.
Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του και δεν νοείται να μέμφεται τρίτους για το γεγονός αυτό. Κατάληξή μου είναι ότι τα όσα αναφέρει η ομνύουσα την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, δεν είναι ικανά να υπαχθούν σε οιανδήποτε από τις δύο προϋποθέσεις που θέτει ο κ.2(β) της Δ.30. Ως εκ τούτου κανένας λόγος αποδείχθηκε που να δικαιολογεί θετική άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι η αίτηση είναι ανυπόστατη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Περιττό να αναφερθεί ότι μαζί με την αίτηση παράλληλα απορρίπτεται και η αγωγή, εφόσον δεν εκδόθηκε κλήση για οδηγίες εντός του προβλεπόμενου χρόνου. Έξοδα διαδικασίας, επίδικης αίτησης και αγωγής, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και σε βάρος του ενάγοντα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) ………………………
Λ. Α. Παντελή, Α.Ε.Δ.
Πιστον αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/κπ