ECLI:CY:EDLEF:2021:A592
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 895/2019
Μεταξύ:
1. XXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ
2. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
Εναγόντων
και
UNIVERSAL LIFE INSURANCE PUBLIC COMPANY LIMITED
Εναγομένων
Αίτηση ημερομηνίας 25/11/2019 για Διαγραφή και/ή Απόρριψη της Αγωγής
Ημερομηνία: 26 Νοεμβρίου, 2021
Εμφανίσεις:
Για Εναγόμενη – Αιτήτρια: κ. Χ. Σατσιάς για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δικηγορικό Γραφείο Δ.Ε.Π.Ε.
Για Ενάγοντες – Καθ’ ων η αίτηση: κ. Κ. Τ. Γεωργίου για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, καταχωρήθηκε την 2/4/2019 με μόνο Ενάγοντα, τότε, τον Ενάγοντα 1 – Καθ’ ου η αίτηση (στο εξής «ο Ενάγοντας 1»). Την 11/6/2020 εκδόθηκε Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο η Ενάγουσα 2 – Καθ’ ης η αίτηση (στο εξής «η Ενάγουσα 2») προστέθηκε ως Ενάγουσα 2 στην παρούσα αγωγή.
Με την αγωγή αξιώνονται εναντίον της Εναγόμενης – Αιτήτριας (στο εξής «η Εναγόμενη») τις ακόλουθες θεραπείες:
(Α) Απόφαση του Δικαστηρίου για το ποσό των €25.000,00 πλέον νόμιμο τόκο, δυνάμει του συναφθέντος μεταξύ των διαδίκων «Ασφαλιστήριο Unicapital- Αρ. Ασφαλιστηρίου XXXXX922-5 και/ή άλλως πως - ημερομηνίας 20/10/2001 και/ή άλλης ημερομηνίας, και/ή δυνάμει των σχετικών ρητών και/ή εξυπακουόμενων όρων αυτού και/ή δυνάμει παραβίασης ρητών και/ή εξυπακουόμενων όρων του συμβολαίου αυτού το οποίο έπρεπε να του επιστραφεί και/ή να καταβληθεί εις όφελος του Δανείου υπ' αριθμό XXXXX2768 και/ή όπως άλλως έχει αναριθμηθεί με πιστωτή την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία ΛΤΔ και/ή άλλως πως.
(Β) Νόμιμες και/ή εύλογες και/ή γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή παράνομη υπαναχώρηση από την προαναφερόμενη συμφωνία.
(Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται η δεσμευτικότητα και/ή εκτελεστότητα του συμβολαίου Unicapital- Αρ. Ασφαλιστηρίου XXXXX922-5 και/ή άλλως πως - ημερομηνίας 20/10/2001 και/ή άλλης ημερομηνίας έναντι της Εναγόμενης.
(Δ) Περαιτέρω νόμιμες και/ή εύλογες και/ή γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις και/ή αποζημιώσεις για αποκατάσταση του Ενάγοντα και/ή αποζημιώσεις με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού, οι οποίες επήλθαν ως αποτέλεσμα της άρνησης της Εναγόμενης να αποκαταστήσει και/ή να αποζημιώσει τον Ενάγοντα άμεσα και/ή εντός εύλογου χρόνου, για τις προαναφερθείσες ζημιές και/ή βλάβες και/ή έξοδα που υπέστη ο Ενάγοντας, με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να υποστεί περαιτέρω και/ή επιπρόσθετες δαπάνες και/ή απώλειες και/ή άλλα έξοδα.
(Ε) Παραδειγματικές αποζημιώσεις λόγω της παράνομης συμπεριφοράς της Εναγόμενης ως ασφαλιστικής εταιρείας.
Αξιώνονται περαιτέρω, αποζημιώσεις, νόμιμος τόκος και έξοδα πλέον Φ.Π.Α. και έξοδα επίδοσης.
Η Εναγόμενη καταχώρησε εμφάνιση στην πιο πάνω αγωγή και ακολούθως, την 25/11/2019, καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση.
Με την αίτηση της, η Εναγόμενη, αξιώνει την έκδοση Διαταγμάτων του Δικαστηρίου ως ακολούθως:
A. Έκδοση διατάγματος του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσεται η καθολική διαγραφή (striking out) και/ή ο παραμερισμός (set aside) και/ή η απόρριψη (dismissal) και/ή η αναστολή (stay) της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή της διαδικασίας και/ή του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή της Έκθεσης Απαίτησης ως νομικά αβάσιμης και/ή καταχρηστικής και/ή καταπιεστικής και/ή επιπόλαιης (frivolous) και/ή ενοχλητικής (vexatious) και/ή σκανδαλώδους και/ή στερούμενης οποιουδήποτε νομικού ερείσματος και/ή αποτυγχάνουσας να παρουσιάσει οποιαδήποτε αίτια αγωγής και/ή μη αποκαλύπτουσας οποιουδήποτε εύλογου αγώγιμου δικαιώματος (reasonable cause of action), μεταξύ άλλων, λόγω:
i. μη νομιμοποίησης του Ενάγοντα, ως Εκχωρητή, να εγείρει και/ή να προωθεί την Αγωγή, συνεπεία εκχώρησης του επίδικου ασφαλιστηρίου προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (εφεξής «Τράπεζα»), και/ή,
ii. παραίτησης του δικαιώματος (waiver) του Ενάγοντος, να αμφισβητήσει οποιεσδήποτε πράξεις της Τράπεζας με βάση την εκχώρηση και/ή,
iii. υπογραφής από την Τράπεζα Απόδειξης Εξόφλησης προς πλήρη και τελική εξόφληση όλων των απαιτήσεων της που απορρέουν από το ασφαλιστήριο αρ. XXXXX9225.
B. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την διαγραφή (striking out) και/ή τον παραμερισμό και/ή απόρριψη της Αγωγής και/ή της διαδικασίας λόγω μη νομιμοποίησης του Ενάγοντος να την εγείρει και/ή να την προωθεί εξ ονόματος του ιδίου και/ή λόγω παράλειψης του να συνενώσει τον Εκδοχέα (Τράπεζα), προς όφελος του οποίου εκχωρήθηκε το Ασφαλιστήριο και ο οποίος υπέγραψε απόδειξη εξόφλησης μη έχοντας οποιαδήποτε άλλη απαίτηση από την Εναγόμενη.
Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.9 θθ. 1 – 13, Δ.16 θ. 9, Δ.17 θ. 10, Δ.19 θθ. 1, 4, 26 και 27, Δ.27 θθ. 1 – 3, Δ.39, Δ.48 θθ. 1 – 9 και 13 και Δ.64 θθ. 1 και 2, επί των άρθρων 2, 21, 29, 31, 32, 43, 45 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, όπως έχει τροποποιηθεί, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, όπως έχει τροποποιηθεί, στον περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως δια την Προάσπισιν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Κυρωτικός Νόμος του 1962 (Ν. 36/1962), γενικά και επί του Άρθρου 6 ειδικά, επί των Άρθρων 30, 169 και 179 του Συντάγματος και επί των πρακτικών και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και επί των γενικών αρχών του δικαίου.
Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της XXXXX Καμπούρη η οποία βρίσκεται στην υπηρεσία της Εναγόμενης. Σε αυτήν αναφέρονται, συνοπτικά, τα ακόλουθα:
Κατόπιν αίτησης του Ενάγοντα 1, καταρτίστηκε σύμβαση ασφάλισης ζωής και η Εναγόμενη στις 20/10/2001 εξέδωσε το Ασφαλιστήριο Ζωής UniOptions Unicapital με αριθμό XXXXX922-5. Ο Ενάγοντας 1 εκχώρησε, δυνάμει συμφωνίας εκχώρησης ασφάλειας ζωής ημερομηνίας 29/7/2009, όλα τα δικαιώματα του επί του ασφαλιστηρίου και επί των ποσών που θα καταστούν πληρωτέα δυνάμει αυτού στην Ενάγουσα 2. Βάσει της συμφωνίας συμφώνησε ότι οι όποιες πράξεις στις οποίες θα προβεί η Ενάγουσα 2 θα είναι ισχυρές και παραιτήθηκε του δικαιώματος του να τις αμφισβητήσει. Συνεπώς δεν έχει locus standi, δεν νομιμοποιείται και εμποδίζεται από το να εγείρει και να προωθεί την αγωγή. Η Ενάγουσα 2 υπέγραψε έντυπο απόδειξης εξόφλησης λαμβάνοντας το ποσό των €9.791,35 προς πλήρη και τελική εξόφληση. Η αγωγή είναι καταχρηστική και δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα.
Η ενόρκως δηλούσα αναφέρεται ακολούθως στα ουσιώδη, σε σχέση με την αγωγή και την αίτηση, γεγονότα και αναφέρεται στους λόγους για τους οποίους ζητείται η απόρριψη της αγωγής. Επισυνάπτει προς τούτο, ως Τεκμήρια, αντίγραφα του Ασφαλιστηρίου εγγράφου, της συμφωνίας εκχώρησης, της ενημερωτικής επιστολής της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα 2 για την λήξη της περιόδου της ασφάλειας και της αλληλογραφίας μεταξύ των διαδίκων. Τέλος, επισυνάπτει αντίγραφο της απόδειξης εξόφλησης που υπέγραψε η Ενάγουσα 2.
Ο Ενάγοντας 1 καταχώρησε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση την 16/1/2021. Με την ένσταση του προβάλλει 10 συγκεκριμένους λόγους ένστασης, ως ακολούθως:
(i) Δεν ισχύουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος και/ή η Νομολογία για παραμερισμό και/ή αναστολή και/ή διακοπή της διαδικασίας και/ή για την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων.
(ii) Οι αιτούμενες θεραπείες στις παραγράφους Α και Β της αίτησης δεν είναι γνήσιες και είναι πρόδηλα και εμφανέστατα κακόπιστες και σκοπεύουν στην παρέλκυση της δικαστικής διαδικασίας.
(iii) Για να καταστεί δυνατή η εκδίκαση από το Δικαστήριο των τιθέντων θεμάτων είναι αναγκαίο όπως ακουστεί μαρτυρία. Το ζήτημα δεν είναι αμιγώς νομικό και δεν επιτρέπεται νομικά η εκδίκαση του ως τέτοιου.
(iv) Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και σαν τέτοια θα πρέπει να απορριφθεί.
(v) Τα γεγονότα που αναφέρονται στην αίτηση είναι ψευδή και η αίτηση έχει μοναδικό στόχο την παρέλκυση της διαδικασίας και την καθυστέρηση της διαδικασίας.
(vi) Η Αιτήτρια υποβάλλει την παρούσα αίτηση με πλήρη περιφρόνηση των συνταγματικών δικαιωμάτων του Ενάγοντα για πρόσβαση στα Δικαστήρια (Σ 30.1).
(vii) Η παρούσα αγωγή δεν αποτελεί ξεκάθαρη περίπτωση ώστε να εφαρμοστούν οι πρόνοιες της Δ.27.
(viii) Η παρούσα αγωγή μπορεί να διασωθεί με προσθήκη διαδίκου και/ή τροποποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή της Έκθεσης Απαίτησης.
(ix) Η παρούσα αίτηση είναι πρόωρη καθώς η Εναγόμενη όφειλε να καταχωρήσει υπεράσπιση και εν συνεχεία να καταχωρήσει αίτηση βάσει της Δ.27.
(x) Ο Ενάγοντας δεν έχει απεμπολήσει τα δικαιώματα του βάσει του επίδικου ασφαλιστηρίου και/ή έχει υποστεί ζημιά από την συμπεριφορά της Εναγόμενης και έχει locus standi στην παρούσα διαδικασία.
Η ένσταση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.2, Δ.19, Δ.25, Δ.27, Θ. 1 – 3, Δ.39, Δ.48. Θ. 1 – 9, Δ.63, Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο άρθρα 2, 21 και 32, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου.
Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1, στην οποία αναφέρει, συνοπτικά, τα εξής:
Ουδέποτε παραιτήθηκε των δικαιωμάτων του που πηγάζουν από το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Το ποσό που δόθηκε κατά τη λήξη του ασφαλιστηρίου ήταν πολύ χαμηλότερο από αυτό που δικαιούτο και τελούσε υπό πλάνη και εξαπάτηση κατά την υπογραφή του ασφαλιστηρίου. Οι αξιώσεις του ανατρέχουν στην υπογραφή του ασφαλιστηρίου και δεν περιορίζονται στο ποσό που δόθηκε. Του προκλήθηκε ζημιά αφού θα του ζητηθεί να καταβάλει στην Ενάγουσα 2 ποσό μεγαλύτερο από αυτό που θα έπρεπε να καταβάλει αφού καταβλήθηκε από την Εναγόμενη προς την Ενάγουσα 2 ποσό χαμηλότερο από αυτό που δικαιούτο. Η Ενάγουσα 2 δεν γνώριζε τα πραγματικά περιστατικά και πλανήθηκε αποδεχόμενη μόνο το ποσό των €9.791,35 ως καθαρή αξία κατά τη λήξη του ασφαλιστηρίου. Με επιστολή του ημερομηνίας 4/9/2018 ενημέρωσε την Εναγόμενη ότι το ποσό το οποίο προτίθετο να καταβάλει στην Καθ’ ης η αίτηση ήταν λανθασμένο. Η Εναγόμενη ουδέποτε ενημέρωσε την Ενάγουσα 2 για την επιστολή του Ενάγοντα 1. Ανεξαρτήτως του ασφαλιστηρίου εγγράφου, υπέστη ζημιά την οποία αξιώνει από την Εναγόμενη. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα του αποστερήσει το συνταγματικό του δικαίωμα για πρόσβαση στο Δικαστήριο. Επισυνάπτει περαιτέρω ως Τεκμήρια Α και Β την πρόταση ασφάλισης ημερομηνίας 20/10/2001 και επιστολή του ημερομηνίας 4/9/2018 προς την Ενάγουσα 2.
Ακολούθως, αναφέρεται σε πληροφόρηση της οποίας έτυχε από τους δικηγόρους του σε σχέση με τα νομικά ζητήματα της αίτησης και αξιώνει την απόρριψη της.
Στο σημείο αυτό επαναλαμβάνεται ότι την 11/6/2020, στο πλαίσιο αίτησης ημερομηνίας 16/1/2020, εκδόθηκε, στην απουσία οποιασδήποτε ένστασης, Διάταγμα με το οποίο ο τίτλος του Γενικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος και της Έκθεσης Απαίτησης τροποποιήθηκαν δια της προσθήκης της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ως Ενάγουσας 2.
Διαδικασία
Ενόψει του ότι δεν ζητήθηκε η αντεξέταση ή η καταχώρηση οποιασδήποτε συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, το Δικαστήριο, κατά την εξέταση της αίτησης, θα βασιστεί, πέραν από το περιεχόμενο του φακέλου, στο περιεχόμενο της αίτησης, της ένστασης και των ενόρκων δηλώσεων που τις συνοδεύουν.
Αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις μέσω των οποίων επιχειρηματολογούν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Το περιεχόμενο τους έχει μελετηθεί, είναι υπόψη του Δικαστηρίου και αναφορά σε αυτό θα γίνει κατωτέρω, εάν τούτο κριθεί αναγκαίο.
Νομική Πτυχή
Η αίτηση βασίζεται κατά κύριο λόγο στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στην Δ.27 Κ. 3 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προνοεί τα ακόλουθα:
«The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just. »
Σε μετάφραση:
«Το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως οιονδήποτε δικόγραφο διαγραφεί για το λόγο ότι δεν περιέχει λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή απάντηση και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή ή υπεράσπιση φανεί από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως η αγωγή ανασταλεί ή απορριφθεί, ή να εκδώσει απόφαση που θα είναι δίκαια.»
Καθοδηγητική αναφορικά με την εφαρμογή του πιο πάνω Κανονισμού είναι η απόφαση στην Σιακόλας ν Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) (1998) 1 ΑΑΔ 1338, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Συμφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι ο θεσμός αυτός δίδει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει μια αγωγή όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή είναι επιπόλαιη ή παρενοχλητική (frivolous or vexatious). Η εξουσία αυτή του Δικαστηρίου ασκείται με εξαιρετική φειδώ. (Βλ. In Re Pelmaco Development Ltd (1991) 1 Α.Α.Δ. 246). Με την υπό κρίση αίτηση δεν προβάλλονται τέτοιες θέσεις και οι πρόνοιες του θ.3 δεν καλύπτουν την περίπτωση για την οποία επιζητείται η απόρριψη της αγωγής.»
Στην Cyber Group Ltd v Χαραλαμπίδη κ.α. (2004) 1 ΑΑΔ 1852 λέχθηκε ότι η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο. Συγκεκριμένα λέχθηκαν τα εξής:
«Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27, θ.3 (Αγγλική Δ.25, θ.4). Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την διαγραφή δικογράφου δυνάμει των πιο πάνω θεσμών (Δ.19, θ.26 και Δ.27, θ.3) η διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (In re Pelmako Development Ltd (1991) 1 C.L.R. 246). Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (Annual Practice 1960, σελ. 575).»
Στην Artesa Trading Co. Ltd κ.α. ν Credit Bank of Moscow, Πολιτική Έφεση αρ. 147/2012, απόφαση ημερομηνίας 3/4/2018, το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη στην ακόλουθη ανάλυση των προνοιών της Δ.27:
«Η Δ.27, όπως είναι γνωστό, ενεργοποιείται για απόρριψη δικογράφων ή και κλητηρίου εντάλματος όταν δεν στοιχειοθετείται εκ προοιμίου αγώγιμο δικαίωμα. Αναγνωρίζεται από τη νομολογία ότι η in limine διαγραφή αγωγής είναι δραστικότατο μέτρο, αναγκαίο όμως όταν, εκ των πραγμάτων, μια αγωγή δεν έχει νομικό έρεισμα να προχωρήσει σε πλήρη εκδίκαση. Γι΄ αυτό και ζητήματα απόρριψης αγωγής εξετάζονται κατά κανόνα από την αρχή της διαδικασίας με σχετική αίτηση που εισάγεται από τον αντίδικο ώστε να περισωθεί δικαστικός χρόνος και να μην δημιουργούνται αχρείαστα έξοδα, (Daimler & Co. V. Continental Tyre Co Ltd (1916) 2 A.C. 307). Η νομιμοποίηση ενός ενάγοντα πρέπει να αποφασίζεται εκ των προτέρων, (Κρεμμού ν. Κρεμμού κ.ά., Πολ. Έφ. αρ. 55/2006, ημερ. 21.6.2007 - μη δημοσιευθείσα). Τέτοια μη νομιμοποίηση δυνατό να αφορά την ανικανότητα διαδίκου να υπογράψει ή να δώσει έγκυρο διοριστήριο, ζήτημα θεμελιακής φύσεως αφού επηρεάζει αυτό τούτο το δικαίωμα έγερσης αγωγής, (Annual Practice (1970) Τόμος 2, 840, παρ. 3224 και οι εκεί αναφερόμενες υποθέσεις).»
Τέλος, στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Noskov κ.α. ν Gavrilenko, Πολιτική Έφεση Ε101/2017, απόφαση ημερομηνίας 14/10/2021, τονίστηκε ότι το κατά πόσο υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα είναι νομικό ζήτημα το οποίο εξετάζεται με βάση το δικόγραφο, του οποίου ζητείται η διαγραφή. Χαρακτηριστικά αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Η Δ.27 θ.3 επί της οποίας βασίζετο κυρίως η αίτηση, όπως είναι γνωστό, ενεργοποιείται για απόρριψη δικογράφων ή και Κλητηρίου Εντάλματος όταν δεν στοιχειοθετείται εκ προοιμίου αγώγιμο δικαίωμα. Αναγνωρίζεται από τη νομολογία ότι η in limine διαγραφή αγωγής είναι δραστικότατο μέτρο, αναγκαίο όμως όταν, εκ των πραγμάτων, μια αγωγή δεν έχει νομικό έρεισμα να προχωρήσει σε πλήρη εκδίκαση (βλ. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (1998) 1 A.A.Δ.1338. Γι΄ αυτό και ζητήματα απόρριψης αγωγής εξετάζονται κατά κανόνα από την αρχή της διαδικασίας με σχετική αίτηση που εισάγεται από τον αντίδικο ώστε να περισωθεί δικαστικός χρόνος και να μην δημιουργούνται αχρείαστα έξοδα, (Daimler & Co. V. Continental Tyre Co Ltd (1916) 2 A.C. 307).
Η πιο πάνω αρχή σ' ό,τι αφορά την εμβέλεια της Δ.27 θ.3 τονίστηκε στην πρόσφατη υπόθεση ARTESA TRADING CO LIMITED κ.α. v. CREDIT BANK OF MOSCOW, Πολιτική Έφεση Αρ. 147/2012, ημερομηνίας 3/4/2018.
Η διαπίστωση αν η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα , δεν εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αλλά συνιστά νομικό ζήτημα και επομένως το Εφετείο είναι σε θέση, όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο, να καταλήξει σε συμπεράσματα σε σχέση με την υπόσταση του δικογράφου (βλ. Liberty Life Insurance Public Co Ltd n. Terzian κ.α. (2014) 1 (Α) Α.Α.Δ. 558 και Paikkos v. Kontemeniotis (1989) 1 C.L.R. 50).»
Εξέταση της αίτησης
Κύριος άξονας της επιχειρηματολογίας του συνηγόρου της Εναγόμενης είναι ότι οι Ενάγοντες εμποδίζονται από το να εγείρουν και να προωθούν την παρούσα αγωγή συνεπεία κωλύματος. Η εισήγηση του συνηγόρου συγκεκριμενοποιείται με εισήγησή του περί ύπαρξης κωλύματος λόγω δηλώσεων σε έγγραφα (estoppel by deed) η οποία συνίσταται, κατά πρώτο στην εκχώρηση του ασφαλιστηρίου με τον Ενάγοντα 1 ως Εκχωρητή προς όφελος της Ενάγουσας 2 ως Εκδοχέα και κατά δεύτερο στην υπογραφή, από την Ενάγουσα 2, της απόδειξης εξόφλησης.
Εισηγείται περαιτέρω ο συνήγορος ότι η αγωγή συνιστά κατάχρηση διαδικασίας αφού δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα και οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται και εμποδίζονται συνεπεία κωλύματος από το να εγείρουν και να προωθούν την παρούσα διαδικασία.
Αντίθετα, ο συνήγορος των Εναγόντων εισηγείται ότι υπάρχει νομιμοποίηση έγερσης και προώθησης της αγωγής. Συγκεκριμένα, αναφέρει, μέσω της αγόρευσης του, ότι υπάρχει ευθύνη της Εναγόμενης προς αμφότερους τους Ενάγοντες καθότι το ασφαλιστήριο υπεγράφη από τον Ενάγοντα 1 κάτω από συνθήκες πλάνης και ότι αποκρύφθηκαν, κατά την σύναψή του, ουσιαστικά γεγονότα. Συνεπώς δεν τίθεται θέμα κωλύματος. Περαιτέρω, εισηγείται ότι αποσπάστηκε η υπογραφή της Ενάγουσας 2 χωρίς να ενημερωθεί ότι το ποσό του ασφαλιστηρίου ήταν μεγαλύτερο από το καταβληθέν και εν πάση περιπτώσει, ότι το ποσό που η Εναγόμενη προτίθετο να καταβάλει και εν τέλει κατέβαλε, αμφισβητείτο. Συνεπώς, εισηγείται, η Εναγόμενη εμποδίζεται λόγω της συμπεριφοράς της από το να επικαλείται την εφαρμογή του κανόνα του κωλύματος.
Για τα πιο πάνω, κατά την εισήγηση του συνηγόρου, αλλά και σε σχέση με το κατά πόσο ο Ενάγοντας 1 εμποδίζεται από το να εγείρει και να προωθεί την παρούσα αγωγή είναι απαραίτητη η προσκόμιση μαρτυρίας στο πλαίσιο ακρόασης της ουσίας της διαφοράς, ενόψει του ότι το κώλυμα (estoppel) συνιστά αποδεικτικό κανόνα.
Η αίτηση είναι πρόωρη
Παρά το γεγονός ότι ο πιο πάνω λόγος ένστασης φαίνεται να έχει εγκαταλειφθεί από τους Ενάγοντες, αφού δεν προωθείται μέσω της αγόρευσης τους, κρίνω ορθό να παραπέμψω στην απόφαση στην Ανδρονίκου κ.α. ν Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Εξαρτωμένους τους, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολιτική Έφεση αρ. 168/2010, απόφαση ημερομηνίας 24/2/2016:
«Αυτά βέβαια τα ζητήματα δεν μπορούσαν να αποτελέσουν επίδικα θέματα στην αγωγή εφόσον, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Lioufis and Co Ltd v. Ανδρονίκου κ.α. (1996) 1 ΑΑΔ 773:
«.η ύπαρξη των εναγόντων δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αντιδικίας μέσω των δικογράφων. Οι έγγραφες προτάσεις έχουν ως λόγο τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Η αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη των διαδίκων. Αν ο ενάγων δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν τίθεται, ούτε θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα αντιδικίας με τον εναγόμενο. Αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής. Η θέση αυτή ευρίσκει έρεισμα στην απόφαση Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D'Escompte de Mulhouse [1925] A.C. 112 (ΗL). Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι η αμφισβήτηση εξουσίας του ενάγοντα να κινήσει αγωγή εξ ονόματος της ενάγουσας εταιρείας δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας, με την έγερση του θέματος στην Υπεράσπιση. Η θεραπεία έγκειτο στη λήψη μέτρων, σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, για τη διαγραφή του ενάγοντα και τον τερματισμό της διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που αμφισβητείται η ύπαρξη του ενάγοντα - (βλ. Τhe Annual Practice 1958, σελ. 574 και 575).»
Τα παραπάνω υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd (2003) 1 ΑΑΔ 990, με παραπομπή και στα ακόλουθα από το Annual Practice 1958, σελ. 574, 575:
«αν ο εναγόμενος επιθυμεί να αμφισβητήσει την εξουσία έγερσης αγωγής στο όνομα του ενάγοντα πρέπει ν΄αποταθεί για διαγραφή του ονόματος του ενάγοντα στο αρχικό στάδιο. δεν μπορεί να αμφισβητεί την εξουσία με την υπεράσπιση του, ούτε μπορεί να κάμει κάτι τέτοιο στη δίκη.»
Γενικότερα δε, όποτε τίθεται ζήτημα απόρριψης της αγωγής, η σχετική αίτηση πρέπει να κατατίθεται εγκαίρως. Kατά τη νομολογία τέτοια αίτηση:
«Παρόλο ότι μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της υπεράσπισης, δεν μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως (Βλ. A.G. of Duchy of Lancaster v. L. & N. W. Ry[1892] 3 Ch. 374 και Wright v. Prescot U.D.C. 115 L.T. 772). Μπορεί να καταχωρηθεί και μετά το κλείσιμο της δικογραφίας (Βλ. Tucker v. Collinson, 34 W.R. 354). Μετά που η αγωγή ορίζεται για ακρόαση η αίτηση απορρίπτεται (Βλ. Cross v. Earl Howe, 62 L.J. Ch. 342, Fletcher v. Bethom, 68 L.T. 438). » »
Συνεπώς, σύμφωνα και με την πιο πάνω Νομολογία, δεν μπορεί να λεχθεί ότι η αίτηση είναι πρόωρη ή ότι δεν προσφέρεται, εν πάση περιπτώσει, το παρόν στάδιο για σκοπούς εξέτασης της.
Η Εκχώρηση
Οι αρχές που διέπουν το δικαίωμα έγερσης αγωγής σε σχέση με δικαιώματα τα οποία προκύπτουν από έγγραφο το οποίο εκχωρήθηκε έτυχαν ανάλυσης στην καθοδηγητική απόφαση στην Λουκά ν Eurolife Ltd (2009) 1 ΑΑΔ 1524, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Προκύπτει από τα πιο πάνω πως σε τέτοια περίπτωση δικαίωμα αγωγής έχει απευθείας ο εκδοχέας ως ενάγοντας, το ακριβές τις ερώτημα που τις απασχολεί εδώ είναι κατά πόσο τέτοιο δικαίωμα έχει παράλληλα και από μόνος του ο εκχωρητής. Οι έρευνες τις, τις οδήγησαν στην υπόθεση Three Rivers D.C. v. Bank of England [1995] 4 All E.R. 312, όπου κρίθηκε το θέμα σε περίπτωση όπου ο εκχωρητής ήγειρε την αγωγή χωρίς συνένωση σε αυτή και χωρίς τη ρητή συγκατάθεση του εκδοχέα. Στην υπόθεση εκείνη αποφασίστηκαν τα πιο κάτω:
«Where there was an agreement to assign a legal chose, in equity the assignee became the owner and controller of the legal chose and was entitled to sue for the recovery of the chose, although as a matter of practice he was normally required by the court to join the assignor either as plaintiff or, if he refused to give his consent, as defendant. However (Staughton L.J. dissenting), where the assignor whished to sue and it was known that there had been an assignment the court required the assignee to be joined and would not permit the assignor to maintain the action in the absence of the assignee. The assignor was entitled to sue as trustee for the assignee if the assignee so wished, but in that event he was required to reveal his representative capacity . . .”
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Όπου υπάρχει συμφωνία εκχώρησης νομικού δικαιώματος αγωγής, σύμφωνα με το δίκαιο τις επιείκειας ο εκδοχέας καθίσταται ο δικαιούχος και ελέγχων του δικαιώματος αγωγής και δικαιούται να ενάγει με βάση το δικαίωμα αυτό, παρόλο ότι, ως θέμα πρακτικής, κανονικά θα απαιτηθεί από το Δικαστήριο να συνενώσει τον εκχωρητή είτε ως ενάγοντα είτε, εάν αρνείται να δώσει την συγκατάθεσή του, ως εναγόμενο. Εντούτοις, όπου ο εκχωρητής επιθυμεί να καταχωρήσει αγωγή, όπου είναι γνωστό ότι υπήρξε εκχώρηση, το Δικαστήριο ζητά όπως ο εκδοχέας συνενωθεί και δεν επιτρέπει στον εκχωρητή να συντηρεί την αγωγή στην απουσία του εκδοχέα. Ο εκχωρητής δικαιούται να ενάγει ως εμπιστευματοδόχος του εκδοχέα εάν τούτο επιθυμεί ο εκδοχέας, αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποκαλύπτει την εκπροσωπευτική του ιδιότητα...»
Όλα τα πιο πάνω είναι καθοδηγητικά και στην υπό κρίση υπόθεση, αφού και εδώ το θέμα αφορούσε «νομικό αντικείμενο αγωγής» (legal chose in action).
Ο εφεσείων-εκχωρητής ενήγαγε προσωπικά, χωρίς να έχει συνενώσει και τον εκδοχέα ως διάδικο, που, φυσιολογικά και νομικά είχε τον πρώτο λόγο στη διαδικασία λόγω τις εκχώρησης. Πουθενά δε δεν φαίνεται να τον είχε εξουσιοδοτήσει ο εκδοχέας να τον εκπροσωπεί ως εμπιστευματοδόχος του.
Mε βάση τις πιο πάνω αρχές, καταλήγουμε πως ο εφεσείων-ενάγων δεν είχε δικαίωμα αγωγής προσωπικά εναντίον των εφεσίβλητων-εναγομένων εκτός αν συνένωνε και τον εκδοχέα ή αν ενεργούσε κατ’ εντολήν του και ως εκ τούτου η αγωγή του θα έπρεπε να είχε απορριφθεί γι’αυτό το λόγο.»
Στην βάση των πιο πάνω αρχών αλλά και με δεδομένο ότι η Τράπεζα Κύπρου συνενώθηκε ως Ενάγουσα 2 στην παρούσα αγωγή δυνάμει Διατάγματος ημερομηνίας 11/6/2020, στην έκδοση του οποίου δεν υπήρξε ένσταση, ο Ενάγοντας 1 έχει την απαραίτητη νομιμοποίηση να προωθεί την αγωγή.
Κώλυμα και Κατάχρηση
Όπως αναφέρεται ανωτέρω, η Εναγόμενη εισηγείται ότι οι αμφότεροι οι Ενάγοντες εμποδίζονται από το να εγείρουν και προωθούν την παρούσα αγωγή συνεπεία κωλύματος λόγω δηλώσεων σε έγγραφα.
Στην Ιωάννου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ (1999) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1522, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με τον κανόνα του κωλύματος (estoppel):
«Σύμφωνα με τον Nokes το Κώλυμα (Estoppel) είναι ένας κανόνας με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός (Nokes "Introduction to Evidence", 3rd Ed., page 208), ενώ σύμφωνα με τον Phipson είναι ένας κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από του να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως. (Phipson on Evidence, 12th Ed., page 912).
Το Κώλυμα μπορεί να είναι
(1) Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record),
(2) Κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) και
(3) Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct or Estoppel in pais). »
Ο Κανόνας του Κωλύματος και συγκεκριμένα του Κωλύματος λόγω δηλώσεων σε έγγραφα (estoppel by deed), αποτέλεσε το αντικείμενο της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χατζηστυλλή ν Κυπριακές Αερογραμμές (2012) 1 ΑΑΔ 989. Σχετικό απόσπασμα παρατίθεται κατωτέρω:
«Όταν διάδικος έχει αναλάβει εγγράφως δέσμευση, δεν μπορεί στη συνέχεια να ισχυριστεί ότι τα γεγονότα που αναφέρονται στο συγκεκριμένο έγγραφο δεν είναι ορθά. Όπως έχει προσφυώς αναφερθεί στην αγγλική υπόθεση Gallie v. Lee [1971] A.C. 1004, το πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, έχει την ευθύνη να προσέχει τι υπογράφει και εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενό του.
Ο κανόνας του νόμου της απόδειξης ότι δεν επιτρέπεται η αποδοχή μαρτυρίας που αντικρούει ή τροποποιεί τους όρους εγγράφου, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές (Polykarpou v. Polykarpou (1982) 1 C.L.R. 182).»
Σε σχέση με τις περιπτώσεις όπου δεν τυγχάνει εφαρμογής το κώλυμα λόγω δηλώσεων σε έγγραφα, παραπέμπω στο Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης» των Τ. Ηλιάδη και Ν. Γ. Σάντη, 2η Έκδοση, σελίδες 937, 938 όπου αναφέρονται τα εξής:
«Ο κανόνας του κωλύματος λόγω δηλώσεων σε έγγραφα δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου το έγγραφο είναι αποτέλεσμα λάθους (Wilson v Wilson (1969) 3 All ER 945) ή απάτης (Greer v Kettle (1937) 4 All ER 396).»
Στην πιο πάνω αναφερθείσα, Greer v Kettle [1937] 4 All ER 396 γίνεται αναφορά τόσο στην περίπτωση μη εφαρμογής κωλύματος λόγω λάθους όσο και συνεπεία απάτης. Συγκεκριμένα:
«Estoppel by deed is a rule of evidence founded on the principle that a solemn and unambiguous statement or engagement in a deed must be taken as binding between parties and privies, and therefore as not admitting any contradictory proof. It is important to observe that this is a rule of common law, though it may be noted that an exception arises when the deed is fraudulent or illegal. The position in equity: is, and was always, different in this respect, that, where there are proper grounds for rectifying a deed, e.g, because it is bred upon a common mistake of fact, then, to the extent of the rectification, there can plainly be no estoppel based on the original form of the instrument. It is at least equally clear that in equity a party to a deed could not set up an estoppel in reliance on a deed in relation to which there is an equitable right to rescission, nor in reliance on an untrue statement, nor an untrue recital induced by his own representation, whether innocent or otherwise, to the other party. Authority is scarcely needed for so clear a consequence of a rectification order, or an admitted or proved right to such an order. The well-known rule of the chancery courts in regard to a receipt clause in a deed not effecting an estoppel if the money has not in fact been paid is a good illustration of the equity view: see the cases cited in Halsbury's Laws Of England (Hailsham Edn)Vol 10, pp 283–287. The decision of Lord Romilly MR in Brooke v Haymes is even more closely in point, and it may be added that the statement of the law in that case appears never to have been doubted. The head-note begins as follows:
'A party to a deed is not estopped in equity from averring against or offering evidence to contravert a recital therein contrary to the fact, which has been introduced into the deed by mistake of fact, and not through fraud or deception on his part.'» - υπογράμμιση και έμφαση δική μου
Αναφερόμενο το πιο πάνω απόσπασμα, το Ανώτατο Δικαστήριο, στην Ορφανίδου ν Ορφανίδη (2001) 1(Γ) ΑΑΔ 1889 υπέδειξε τα εξής:
«Ο κύριος λόγος (ratio) της απόφασης ήταν ότι μπορεί να αμφισβητηθεί πρόνοια ενός εγγράφου όπου αυτή εισάγεται λόγω πλάνης περί τα γεγονότα. Περαιτέρω έχει υιοθετηθεί η θέση ότι ο κανόνας αυτός δε λειτουργεί όπου υπάρχει δόλος ή απάτη.»
Είναι γεγονός ότι τόσο από την Έκθεση Απαίτησης, όσο και από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένορκη δήλωση, προκύπτει ότι η υπογραφή της συμφωνίας εκχώρησης και της απόδειξης εξόφλησης από τους Ενάγοντες 1 και 2, αντίστοιχα, αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων.
Ανατρέχοντας όμως στα όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης, προκύπτει ότι αποδίδεται στην Εναγόμενη αντισυμβατική και παράνομη συμπεριφορά η οποία συνίσταται σε δόλο, απάτη, παράβαση καθήκοντος καλής πίστεως και ψευδών παραστάσεων συνεπεία των οποίων προκλήθηκε ζημιά στους Ενάγοντες, ως οι ίδιοι ισχυρίζονται. Προς υποστήριξη των πιο πάνω ισχυρισμών παρατίθενται σχετικές λεπτομέρειες και λεπτομέρειες ειδικών ζημιών.
Λαμβάνοντας καθοδήγηση από τη Νομολογία που παρατίθεται ανωτέρω και διατηρώντας υπόψη τα όσα περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης αλλά και στο σύνολο των όσων έχουν τεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι για να αποφασιστούν τα ζητήματα που εγείρονται απαιτείται η παρουσίαση μαρτυρίας στο πλαίσιο ακρόασης της ουσίας της αγωγής.
Περαιτέρω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα από πλευράς των Εναγόντων ή ότι η αγωγή είναι καταχρηστική ή ενοχλητική, ούτως ώστε να δικαιολογείται η διαγραφή ή απόρριψη της σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.27 Κ. 3 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.
Το ζήτημα του κωλύματος είναι νομικό, συναρτάται όμως άρρηκτα με την παρουσίαση του συνόλου των γεγονότων που το περιβάλλουν και συνθέτουν ούτως ώστε να τεθεί το αναγκαίο υπόβαθρο που θα έχει ως αποτέλεσμα να δύναται το Δικαστήριο να αποφανθεί κατά πόσο τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα.
Κατάληξη
Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται.
Ενόψει του αποτελέσματος, τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής.
(Υπ.) .........................................
Β. Α. Λοΐζου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής