ECLI:CY:EDLEF:2022:A282
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής 4641/2014
Μεταξύ :
Astrobank Public Company Ltd ενάγουσας
-και-
Liberty Life Insurance Public Co Ltd
εναγομένης
Ημερομηνία : 31 Αυγούστου 2022
Εμφανίσεις
Για την ενάγουσα : κα Α. Φωκά με κ. Γ Χ’ Σωτηρίου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ
Για την εναγόμενη: κα Σ. Παπαϊωάννου για Μαρκίδης & Μαρκίδης & Σία ΔΕΠΕ
ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγή
Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αξίωση της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης για το ποσό των € 23.330.45 ως πόσο οφειλόμενο δυνάμει εκχωρημένου ασφαλιστηρίου ζωής το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ της εναγομένης και του αποβιώσαντα { }.
Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί
Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 Α.Α.Δ 24. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη (2003) 1 ΑΑΔ 670. Όμως, όπως έχει κριθεί στην απόφαση Κουρσουμά ν. Κοσμά (1991) 1 ΑΑΔ 973, αν δεν ζητηθούν λεπτομέρειες είναι δυνατό να προσαχθεί μαρτυρία για απόδειξη ενός γενικού ισχυρισμού.
Η ενάγουσα ισχυρίστηκε στην Έκθεση Απαίτησής της ότι παρείχε στον { } από τη Λευκωσία πιστωτικές διευκολύνσεις, οι οποίες τερματίστηκαν στις 4.3.2014. Η εναγόμενη κατήρτισε ασφαλιστική σύμβαση με το εν λόγω πρόσωπο με την οποία παρείχε κάλυψη € 30. 000 σε περίπτωση θανάτου του. Στις 8.10.2009 ο { } εκχώρησε τα δικαιώματα που προκύπτουν από το εν λόγω ασφαλιστήριο ως εξασφάλιση για τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παρείχε η ενάγουσα. Στις 21.8.2013 ο { } απεβίωσε και η ενάγουσα υπέβαλε απαίτηση προς την εναγόμενη. Η εναγόμενη ζήτησε επιπλέον έγγραφα τα οποία δεν προσκομίστηκαν με αποτέλεσμα να μην ικανοποιηθεί η απαίτηση της ενάγουσας.
Η εναγόμενη στην Υπεράσπισή της αποδέχθηκε το ότι η ενάγουσα παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις στον { }, ότι η ίδια παρείχε ασφαλιστική κάλυψη σε αυτόν και ότι τα δικαιώματα του εν λόγω ασφαλιστηρίου εκχωρήθηκαν προς την ενάγουσα. Δέχθηκε, επίσης ότι η ενάγουσα υπέβαλε απαίτηση για πληρωμή προς την εναγόμενη. Η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα δεν υπέβαλε τα αναγκαία έγγραφα προς εξέταση του αιτήματος και ότι υπέβαλε το αίτημά της εκπρόθεσμα. Ρητά ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα δεν είχε υποβάλει έγκυρη απαίτηση, επειδή δεν προσκόμισε τα έγγραφα που η εναγόμενη ζήτησε, ώστε να καταστεί εφικτή η εξέταση της απαίτησης.
Προκύπτει από τους πιο πάνω δικογραφημένους ισχυρισμούς ότι πλείστα εκ των γεγονότων δεν αμφισβητούνται. Αυτό που αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων είναι το εάν η ενάγουσα υπέβαλε έγκυρη απαίτηση ως η σύμβαση των διαδίκων. Εάν δηλαδή υπέβαλε τα αναγκαία έγγραφα προς εξέταση του αιτήματος και το εάν υπέβαλε την αίτηση εμπρόθεσμα ως η συμφωνία ασφάλισης προνοούσε.
Παραδεκτά γεγονότα
Αποτελεί θεμελιακή αρχή ότι στην πολιτική δίκη, απόδειξη μπορεί να προκύψει μέσω παραδοχής γεγονότων. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45 και Παπαμιλτιάδους ν. Ιωάννου (2007) 1 Α.Α.Δ. 1320. Μεταξύ των περιπτώσεων όπου μπορεί να προκύψει παραδοχή γεγονότων είναι διά της παραδοχής γεγονότων μέσω των δικογράφων και μέσω δηλώσεων των συνηγόρων. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Tο Δίκαιο της Απόδειξης των Τ. Ηλιάδη & Ν.Σάντη σελ. 279.
Στην υπό κρίση υπόθεση, μέσα από τα δικόγραφα προκύπτει ότι η ενάγουσα παρείχε πιστωτικές διευκολύνσεις προς τον { }. Ταυτόχρονα η εναγόμενη παρείχε ασφαλιστική κάλυψη στο εν λόγω πρόσωπο. Επίσης, προκύπτει ως παραδεκτό γεγονός ο τελευταίος εκχώρησε τα δικαιώματα που απορρέουν από το επίδικο ασφαλιστήριο προς την ενάγουσα.
Πέραν από τα πιο πάνω οι ευπαίδευτες συνήγοροι ετοίμασαν κατάλογο παραδεκτών γεγονότων μαζί με τα σχετικά έγγραφα, τα οποία κατατέθηκαν με τη δήλωση ότι κατατίθενται για την αλήθεια του περιεχομένου τους. Η σχετική δήλωση κατατέθηκε ως έγγραφο Α και έχει ως κατωτέρω:
«1. Η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και κατέχει άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, σε ολόκληρη την Κύπρο με κεντρικά γραφεία στη Λευκωσία.
2. H USB BANK PLC kai η ASTROBANK LIMITED συνομολόγησαν Σύμβαση Πώλησης και Αγοράς Τραπεζικών Εργασιών, με την οποία η πρώτη συμφώνησε να πωλήσει στην ASTROBANK LIMITED τις τραπεζικές εργασίες, το χαρτοφυλάκιο και τις εξασφαλίσεις της και γενικότερα την επιχείρησή της στην Κύπρο, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων, των περιουσιακών της στοιχείων και των υποχρεώσεων της, τα στοιχεία ενεργητικού και στοιχεία παθητικού, περιλαμβανομένου του προσωπικού και εξαιρουμένων συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων που αναφέρονται στην προαναφερόμενη συμφωνία στην Κύπρο («η Σύμβαση»). Η Σύμβαση έτυχε της έγκρισης και συγκατάθεσης της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Σχετική γνωστοποίηση της ολοκλήρωσης της πιο πάνω Σύμβασης, δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 25/01/2019, από τον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 αντίγραφο της δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Γνωστοποίησης Μεταβίβασης Tραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων, σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του περί Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Nόμoυ. Στις 28/03/2019, εκδόθηκε Διάταγμα στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής, με το οποίο δόθηκε άδεια για συνέχιση της δικαστικής διαδικασίας από την ASTROBANK LIMITED. To Διάταγμα, ημερομηνίας 28/03/2019, αποτελεί μέρος του Δικαστικού Φακέλου της παρούσας Αγωγής.
3.H ενάγουσα, δυνάμει Ειδικού Ψηφίσματός της, το οποίο καταχωρήθηκε στον Έφορο Εταιρειών στις 10/01/2020, μετονομάστηκε από «ASTROBANK LIMITED σε ASTROBANK PUBLIC COMPANY LIMITED». Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 αντίγραφο του Πιστοποιητικού Αλλαγής του Ονόματος, ημερομηνίας 10/01/2020, του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη και ως TEKMHPIO 3 αντίγραφο του Ειδικού Ψηφίσματος, ημερομηνίας 14/11/2019. Στις 29/01/2020 καταχωρήθηκε στο φάκελο της παρούσας Αγωγής σχετική ειδοποίηση αλλαγής ονόματος μαζί με συνημμένα τεκμήρια.
4. H εναγόμενη είναι ασφαλιστική εταιρεία, η οποία διεξάγει ασφαλιστικές εργασίες και nαρέχει ασφαλιστικές καλύψεις στην Κύπρο, μεταξύ άλλων και στον Κλάδο Ζωής.
5. Η Ενάγουσα παρείχε στον { }από τη Λευκωσία, κάτοχο δελτίου ταυτότητας με αριθμό [ ], διάφορα δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις. Οι πιστωτικές διευκολύνσεις της ενάγουσας προς τον { } τερματίστηκαν με επιστολή της ενάγoυσας, ημερομηνίας 04/03/2014. Επισυνάπτεται ως TΕΚMΗΡΙO 4 αντίγραφο της επιστολής τερματισμού της Ενάγουσας, ημερομηνίας 04/03/2014. Σε σχέση με τις εν λόγω πιστωτικές διευκολύνσεις, η Ενάγουσα καταχώρησε την Αγωγή 6707/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, πιστό αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως TΕKMΗΡΙO 5.
6. Η Εναγόμενη κατάρτισε με τον { }, το ασφαλιστήριο ζωής υπ' αριθμό [ ], δυνάμει του οποίου του παρείχε ασφαλιστική κάλυψη για ποσό €30,000, το οποίο καθίστατο πληρωτέο, υπό συγκεκριμένους όρους και προϋποθέσεις, σε περίπτωση θανάτου του. Την 08/10/2009, ο { }εκχώρησε γραπτώς και απόλυτα στην ενάγουσα, σαν παράλληλη και συνεχή εξασφάλιση για τις οφειλές του προς αυτή, δυνάμει των πιο πάνω δανείων και τραπεζικών διευκολύνσεων, όλα τα δικαιώματα του στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο υπ' αριθμό [ ] και στα ποσά που εν δυνάμει θα καθίσταντο πληρωτέα με βάση αυτό. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6, το πρωτότυπο της συμφωνίας με τίτλο «Εκχώρηση Ασφάλειας Ζωής», που φέρει ημερομηνία 08/10/2009. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7 το πρωτότυπο του εγγράφου με τίτλο «Αίτηση Συμμετοχής στο Σχέδιο Ομαδικής Ασφάλισης», με αριθμό [ ], ημερομηνίας09/10/2009, το οποίο περιλαμβάνει την Αίτηση Συμμετοχής, το Πιστοποιητικό Ασφάλισης, Εκχώρηση Ασφάλισης Ζωής προς την Ενάγουσα και τους βασικούς όρους και εξαιρέσεις του εν λόγω Συμβολαίου Ομαδικής Ασφάλειας Ζωής.
7. Στις 21/08/2013, ο { } απεβίωσε εκτός Κύπρου. Την 27/11/2013 χορηγήθηκαν έγγραφα διαχείρισης της περιουσίας του στους { } και { } στην αίτηση διαχείρισης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας υπ’ αριθμό 587/13. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8, αντίγραφο του Πιστοποιητικού Εγγραφής Προσώπου που Απεβίωσε Εκτός Κύπρου, ημερομηνίας 21/10/2013 και ως TEKMHPIO 9 πιστό αντίγραφο του Διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας υπ' αριθμό 587/13.
8. H ενάγουσα απέστειλε επιστολή, στην οποία δεν αναγράφεται ημερομηνία, στην Εναγόμενη, με την οποία αναφέρθηκε στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο υπ’ αριθμόν [ ] του εκχωρητή { } και πληροφόρησε την Εναγόμενη ότι ο εκχωρητής { } έχει αποβιώσει. Με την εν λόγω επιστολή της, η ενάγουσα υπέβαλε γραπτώς απαίτηση στην εναγόμενη για πληρωμή σε αυτήν του ποσού του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, το οποίο είναι εκχωρημένο προς όφελος της ενάγουσας δυνάμει της Συμφωνίας Εκχώρησης. Στην εν λόγω επιστολή της, η ενάγουσα, επισύναψε φωτοαντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής προσώπου που απεβίωσε εκτός Κύπρου. Επισυνάπτεται ως TEKMHPIO 10.
9. Tηv 17/02/2014, η Ενάγουσα ζήτησε και έλαβε από την Εναγόμενη Βεβαίωση Πληρωμενων Ασφαλίστρων για το έτος 2013 αναφορικά με το εκχωρημένο ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 πρωτότυπο της Βεβαίωσης Πληρωμένων Ασφάλιστρων για το έτος 2013 της Εναγομένης.
10. Την 25/02/2014, η Εναγόμενη απέστειλε επιστολή μέσω τηλεομοιότυπου στην Ενάγουσα, με την οποία την ενημέρωνε ότι, για να εξετάσει την απαίτηση της Ενάγουσας για πληρωμή, έπρεπε να της σταλούν τα έγγραφα που απαριθμούνταν στην κατάσταση που επισυνάφθηκε στην εν λόγω επιστολή. Παρουσιάζεται ως TΕΚΜΗΡΙΟ 12 αντίγραφο της επιστολής της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα, ημερομηνίας 25/02/2014, μετά της συνημμένης κατάστασης.
11. Την 12/06/2014, η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή δια των δικηγόρων της στην Εναγόμενη, με κοινοποίηση στους διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα (ως τα ονόματα αυτών εμφαίνονται επί του TΕΚMHPΙOY 9) και στο Διευθυντή του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων Λευκωσίας, με την oποία της κoινοποιούσε τις οφειλές του αποβιώσαντα { }, δυνάμει των δανείων και πιστωτικών διευκολύνσεων που παρείχε σε αυτόν. Το πρωτότυπο της εν λόγω επιστολής της Ενάγουσας στην Εναγόμενη ημερομηνίας 12/06/2014 επισυνάπτεται ως TEKMHPIO 13.
12.0 διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος{ }, έλαβαν από το Τμήμα Φορολογίας του Υπουργείου Οικονομικών, κατόπιν προσπαθειών τους σχετική εξουσιοδότηση, πρωτότυπο της οποίας επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14. Οι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος { }παρέδωσαν τη σχετική εξουσιοδότηση στην Ενάγουσα, η οποία με τη σειρά της, με επιστολή των δικηγόρων της, ημερομηνίας 03/10/2016, ενημέρωσε την Εναγόμενη ότι εξασφαλίστηκε η σχετική εξουσιοδότηση, την οποία επισύναψαν στην εν λόγω επιστολή τους. Επισυνάπτεται ως TΕΚΜΗΡΙΟ 15, το πρωτότυπο της επιστολής των δικηγόρων της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη ημερομηνίας 03/10/2016.
Για όλα τα πιο πάνω προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα
Μαρτυρία
Παρά το ότι τα γεγονότα που δηλώθηκαν ως παραδεκτά καλύπτουν το μεγαλύτερο φάσμα των γεγονότων της υπόθεσης, οι δυο πλευρές προσκόμισαν και προφορική μαρτυρία. Μάλιστα κάποιοί εκ των μαρτύρων επανέλαβαν γεγονότα που είχαν ήδη δηλωθεί παραδεκτά.
Το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα θα προχωρήσει με παράθεση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα εναπομείναντα αμφισβητούμενα θέματα.
Πρώτη μάρτυρας κλήθηκε η Α.Α πρωτοκολλητής στο τμήμα διαχειρίσεων, ως ΜΕ1. Κατά την κυρίως μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 την αίτηση διαχείρισης και ως Τεκμήριο 17 την ένορκη δήλωση των διαχειριστών και τους ενδιάμεσους λογαριασμούς που υπέβαλαν οι τελευταίοι.
Κατά την αντεξέτασή της αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων.
Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Α.Β υπάλληλος της ενάγουσας εταιρείας, ως ΜΕ.2 Ο μάρτυρας κατέθεσε, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Β. Στην γραπτή του δήλωση, αφού αναφέρθηκε σε γεγονότα που ήταν ήδη κατατεθειμένα ως παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέρθηκε και στην κατάσταση λογαριασμού του δανείου που διατηρούσε ο αποβιώσας. Προς τούτο κατέθεσε δυο καταστάσεις λογαριασμού συνοδευόμενες από πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35 του περί αποδείξεως Νόμου, ως Τεκμήρια 18 και 19 αντίστοιχα. Αναφέρθηκε, επίσης, στην υποβολή απαίτησης εκ μέρους της ενάγουσας προς την εναγομένη και ισχυρίστηκε ότι αυτή έλαβε χώρα τον Φεβρουάριο του 2014. Ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα ενημερώθηκε για τον θάνατο του { } από τους κληρονόμους αυτού. Η ενημέρωση έγινε μέσω επιστολής των τελευταίων ημερομηνίας 8.1.2014. Κατέθεσε αντίγραφο της εν λόγω επιστολής ως Τεκμήριο 20. Τέλος, αναφέρθηκε στην αλληλογραφία μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης.
Κατά την αντεξέτασή του αναφέρθηκε στο περιεχόμενο των καταστάσεων λογαριασμού Τεκμήρια 18 και 19. Αναφέρθηκε, επίσης και στα ποία πρόσωπα ήταν διαχειριστές του αποβιώσαντος { }. Επιπλέον, αναφέρθηκε στον λόγο που δεν φέρει ημερομηνία η επιστολή απαίτησης Τεκμήριο 10, ισχυριζόμενος ότι αυτό οφείλεται σε εκ παραδρομής λάθος. Ισχυρίστηκε ότι η επιστολή στάλθηκε Φεβρουάριο. Δεν γνώριζε όμως πότε αυτή παραλήφθηκε από την εναγόμενη. Σε σχέση με την απαίτηση που υποβλήθηκε γνώριζε ότι η εναγόμενη ζήτησε περαιτέρω έγγραφα. Ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα δεν ενημερώθηκε για την αιτία θανάτου.
Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Α.Γ επίσης υπάλληλος της ενάγουσας ως ΜΕ3. Τον επίδικο χρόνο ήταν διευθυντής υποκαταστήματος της ενάγουσας. Κατά την κυρίως εξέτασή του κατέθεσε γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Γ. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό της οποίες περιήλθε εις γνώση του το Τεκμήριο 20, το διάταγμα διαχείρισης και το πρωτότυπο πιστοποιητικό εγγραφής προσώπου που απεβίωσε εκτός Κύπρου. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στις ενέργειες του που συνοψίζονται στο ότι έθεσε την ένδειξη true copy επ’ αυτών, την υπογραφή του και την σφραγίδα του ονόματός του. Τα πρωτότυπα έγγραφα δόθηκαν από τους διαχειριστές φωτοτυπήθηκαν και επιστράφηκαν πίσω σε αυτούς.
Κατά την αντεξέτασή του ανάφερε ότι δεν θυμόταν ποιος του προσκόμισε τα διάφορα έγγραφα στις 8.1.2014. Δήλωσε ότι τα έγγραφα επί των οποίων σημείωσε με στυλό την φράση true copy δεν είχαν ανευρεθεί στον φάκελο του πελάτη. Περαιτέρω, δεν κράτησαν τα πρωτότυπα πιστοποιητικά καθότι οι διαχειριστές θα ήθελαν να τα παρουσιάσουν και σε άλλες υπηρεσίες. Δεν έκριναν καλό να κρατήσουν τα πρωτότυπα. Υποστήριξε ότι, επειδή οι διαχειριστές ζητούσαν διάφορα έγγραφα τους κάλεσε στην τράπεζα ώστε να γίνει ταυτοποίηση. Αναφέρθηκε εκτενώς στο τι ζήτησε και πότε από τους διαχειριστές να υπογράψουν στις 16.2.214. Διαφώνησε, όμως, με την υποβολή ότι η επιστολή απαίτησης παραλήφθηκε από την εναγόμενη στις 19.2.2014.
Εκ μέρους της εναγομένης κατέθεσε ο Β.Α, διευθυντής διοικητικών υπηρεσιών της εναγομένης ως ΜΥ1. Ο μάρτυρας κατέθεσε γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Δ. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε γεγονότα που ήταν παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατέθεσε, επίσης, σειρά εγγραφών. Συγκεκριμένα κατέθεσε έγγραφο σε σχέση με τα προσωπικά στοιχεία του αποβιώσαντα ασφαλισμένου { }, ως Τεκμήριο 21. Περαιτέρω κατέθεσε ως Τεκμήρια 22, 23, 24, 25 και 26 έγγραφα σε σχέση τα στοιχειά των παρεχόμενων καλύψεων και την πληρωμή ασφαλίστρων. Επιπλέον κατέθεσε ως Τεκμήριο 27 έγγραφο ημερομηνίας 20.2.20214 στο οποίο καταγραφόταν η καταχώρηση του θανάτου του { } στο αρχείο της εναγομένης. Περαιτέρω ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην παραλαβή της επιστολής απαίτησης δηλώνοντας ότι αυτή παραλήφθηκε 19.2.2014 και κατέθεσε σχετικά το Τεκμήριο 28. Τέλος ο μάρτυρας αναφέρθηκε στην αλληλογραφία μεταξύ της εναγομένης και της Υπηρεσίας Ελέγχου Ασφαλιστικών εταιρειών. Κατέθεσε σχετικά την επιστολή που απέστειλε η εναγόμενη ημερομηνίας 9.11.2021 ως Τεκμήριο 29 και την απάντηση της αρμόδιας επιτροπής ως Τεκμήριο 30.
Κατά την αντεξέτασή του αναφέρθηκε στα καθήκοντά στου στην εναγόμενη εταιρεία. Περαιτέρω, αντεξέταστηκε σε σχέση με τα έγγραφα που η εναγομένη ζητούσε για να εξετάσει την αίτηση. Εν προκειμένω, η θέση του ήταν ότι ο λόγος που ζητήθηκαν ήταν απλός και έγκειτο στο ότι είναι η διαδικασία που ακολουθείται πάντα με σκοπό να εξετάσει το κατά πόσο το εκάστοτε αίτημα εμπίπτει στις εξαιρέσεις του ασφαλιστηρίου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι τα έγγραφα που ζητήθηκαν περιέχονται στο συμβόλαιο. Ενδεικτικά για να δικαιολογήσει την απαίτηση για πιστοποιητικό γέννησης παρέπεμψε στο άρθρο 7 του ασφαλιστηρίου όπου καταγράφονται τα προσωπικά στοιχεία αυτού. Ο μάρτυρας επέμεινε στη θέση ότι τα έγγραφα που ζητήθηκαν είναι τα ίδια έγγραφα που ζητούνται πάντα σε όλες τις υποθέσεις. Απέρριψε τη θέση ότι το μόνο έγγραφο που ήταν απαραίτητο για την εξέταση του αιτήματος ήταν το πιστοποιητικό θανάτου. Δέχθηκε ότι ουδέποτε η εναγόμενη, πριν την αγωγή, προέβαλε την θέση ότι η απαίτηση ήταν εκπρόθεσμη. Επέμεινε παράλληλα ότι η απαίτηση παραλήφθηκε στις 19.2.2014 και ότι η απαίτηση ήταν εκπρόθεσμη αλλά παρά ταύτα η εναγόμενη δεν το ήγειρε ευθύς εξ αρχής.
Εισηγήσεις των Διαδίκων
Μετά την καταχώρηση της έγγραφης μαρτυρίας των διαδίκων οι ευπαίδευτοι συνήγοροί τους με ιδιαίτερα εμπεριστατωμένες και ικανές αγορεύσεις ανέπτυξαν η κάθε μια την επιχειρηματολογία της. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο των αγορεύσεων και αναφορά στα επιμέρους επιχειρήματα θα γίνει κατωτέρω όπου κριθεί αναγκαίο.
Αξιολόγηση Μαρτυρίας.
Κατ’ αρχάς τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd (2009) 1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.2015, ECLI:CY:AD:2015:A803.
Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.
Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45.
Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:C35, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας.
Διευκρινίζω επίσης ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640.
Με γνώμονα τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές προχωρώ με την αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας.
Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1.
Ο ΜΕ 1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και πειστικότητα. Η μαρτυρία του σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα ουσιαστικά παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Συγκεκριμένα η ύπαρξη του Τεκμήριου 20 δεν έχει αμφισβητηθεί. Επιπλέον οι ισχυρισμοί του ως προς το υπόλοιπο που παρουσιάζουν οι λογαριασμοί του { } δεν έχει αμφισβητηθεί. Επίσης οι αναφορές του σε σχέση με το ότι οι καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 18 και 19 είναι αντίγραφα του τραπεζικού βιβλίου ουδόλως έχουν αμφισβητηθεί. Σαφώς όμως το γεγονός της παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων από την ενάγουσα προς τον αποβιώσαντα { }, καθώς και ο τερματισμός αυτών είναι μέρος των παραδεκτών γεγονότων.
Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ2
Η μαρτυρία του ΜΕ2 η οποία σχετίζεται με τα επίδικα θέματα δεν έχει αμφισβητηθεί. Συγκεκριμένα το γεγονός ότι η επιστολή των κληρονόμων του { } έφθασε στην ενάγουσα στις 8.1.2014 δεν έχει αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση και γίνεται δεκτή.
Το πότε προσήλθαν οι ίδιοι οι διαχειριστές της περιουσίας του { } στην τράπεζα και πότε ο μάρτυρας βεβαίωσε τις υπογραφές τους δεν έχουν επίδραση στα επίδικα θέματα της παρούσας, τα οποία ως έχει σημειωθεί ανωτέρω είναι κυρίως νομικά και περιορισμένα.
Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ1.
Σε σχέση με τη μαρτυρία του ΜΥ1 παρατηρώ ότι αυτή επεκτάθηκε στην έκφραση γνώμης σε σχέση με τη νομική πτυχή της υπόθεσης. Σε σχέση με τα γεγονότα της παρούσας σχετική είναι η μαρτυρία του ως προς το πότε περιήλθε στην εναγόμενη η επιστολή απαίτησης. Επί του προκείμενου η μαρτυρία του δεν έχει αμφισβητηθεί και συνάδει με την ενώπιον μου έγγραφη μαρτυρία, Τεκμήριο 28. Επομένως η μαρτυρία του για το πιο πάνω γίνεται δεκτή.
Επίσης ο μάρτυρας πρόεβαλε σειρά νομικών επιχειρημάτων που δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο μαρτυρίας ή έκφρασης γνώμης από μάρτυρα. Επιπλέον, η μαρτυρία του για αλληλογραφία μετά την καταχώρηση της αγωγής και στο τι απάντησε η Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών δεν είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και δεν μπορεί να επηρεάσει το Δικαστήριο.
Συνακόλουθα, κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ μερικώς στη μαρτυρία του ΜΥ1 για την εξαγωγή ευρημάτων.
Ευρήματα
Στην υπό κρίση υπόθεση τα πλείστα εκ των ουσιωδών γεγονότων καλύπτονται από τα γεγονότα που δηλώθηκαν ως παραδεκτά και δεν χρειάζεται η επανάληψή τους. Επιπρόσθετα με τα παραδεκτά γεγονότα αποτελεί εύρημα του δικαστηρίου ότι οι λογαριασμοί του αποβιώσαντος { } παρουσιάζουν πιστωτικά υπόλοιπα. Συγκεκριμένα ο λογαριασμός δάνειου υπ’ αριθμόν { } παρουσίαζε στις 30.6.2021 χρεωστικό υπόλοιπο εξ €51, 429.54. Περαιτέρω ο λογαριασμός υπ’ αριθμόν { } παρουσίαζε στις 17.11.2021 χρεωστικό υπόλοιπο εξ € 1, 009.30. Περαιτέρω αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος ενημέρωσαν την ενάγουσα για τον θάνατό του στις 8.1.2014 και ότι η ενάγουσα απέστειλε την απαίτηση της γραπτώς στην εναγόμενη με επιστολή άνευ ημερομηνίας. Η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε από την εναγόμενη στις 19.2.2014.
Νομική Πτυχή
Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά. (1991) 1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του.
Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής (2001) 1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).
Επιπλέον, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κύπρος Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd Π.Ε 477/11 ημερομηνίας 15.12.2016, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης.
Συνεπώς, το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαρύνει, μόνο με βάση τη μαρτυρία που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη.
Η ευπαίδευτη συνήγορος της εναγόμενης εισηγήθηκε στην αγόρευσή της ότι η εκχώρηση του επίδικου ασφαλιστήριου ήταν άκυρη. Ενόψει των ενδεχόμενων συνέπειων που μπορεί να επιφέρει ο πιο πάνω ισχυρισμός θα εξεταστεί κατά προτεραιότητα.
Η εκχώρηση (assignment) δεν τυγχάνει νομοθετικής ρύθμισης στο Κυπριακό Δίκαιο αλλά πηγάζει από το Δίκαιο της Επιείκειας, το οποίο εφαρμόζεται στην Κύπρο δυνάμει του άρθρου 29(1)γ του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Vassos Ayiomamitis Developments Ltd v. Αρτέμη Θωμαΐδη (2000)1 ΑΑΔ 238 .
Ιδίως ως προς τον τύπο της συμφωνίας εκχώρησης σχετική είναι η απόφαση Markidou v. Kyriacos Killiaris and another (1983) 1 CLR 392 όπου κρίθηκε ότι:
«No specific form is required to effect an assignment. Form is never significant in equity. It looks to the intent. So long as an intent to assign is disclosed, equity will give effect to it. Assignment is effective the moment it is communicated to the assignee.»
Συνεπώς, προκύπτει ότι δεν απαιτείται συγκεκριμένος τύπος για την εκχώρηση, φτάνει να αποδεικνύεται η πρόθεση εκχώρησης.
Σημειώνεται ότι στην υπό κρίση υπόθεση το γεγονός της εκχώρησης του επίδικου ασφαλιστηρίου εγγράφου από τον αποβιώσαντα { } προς την ενάγουσα δεν έχει αμφισβητηθεί στα δικόγραφα, αλλά αντίθετα ήταν παραδεκτό γεγονός. Περαιτέρω, μέσα από το επίδικο ασφαλιστήριο Τεκμήριο 7, το οποίο κατατέθηκε για την αλήθεια του περιεχομένου του, καταγράφεται ρητά ότι ο { } εκχώρησε αμετάκλητα τα δικαιώματά του που απορρέουν από το επίδικο ασφαλιστήριο.
Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η συμφωνία εκχώρησης έγινε γραπτώς και μέσα από το περιεχόμενό της προκύπτει σαφώς η πρόθεση εκχώρησης. Επομένως, η εκχώρηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από το επίδικο ασφαλιστήριο έγγραφο είναι καθόλα έγκυρη. Συνεπώς, η ενάγουσα ως εκδοχέας των δικαιωμάτων που απορρέουν από το επίδικο ασφαλιστήριο, νομιμοποιείτo να καταχωρίσει την αγωγή του και να διεκδικήσει αυτοδίκαια τα δικαιώματα από την εκχώρηση. Θεμελιακή επί του προκειμένου είναι η απόφαση Λουκά Aνδρέας ν. Eurolife Ltd (2009) 1 ΑΑΔ 1524. Σχετικές, επίσης, είναι και οι πρόσφατες αποφάσεις Φασαρία ν. American Life Insurance Company, Πολιτική Έφεση 325/2012, ημερομηνίας 20.1.2022 και Ηρακλέους ν. Phar Lap Estates Ltd, Πολιτική Έφεση 237/2014, ημερομηνίας 16.5.2022, ECLI:CY:AD:2022:A187.
Στην υπό κρίση υπόθεση τα ζητήματα που εγείρονται ουσιαστικά είναι δυο. Το πρώτο αφορά το εκπρόθεσμο της υποβολής της απαίτησης και το δεύτερο αφορά το κατά πόσο η υποβληθείσα απαίτηση ήταν πλήρης ή έγκυρη. Αμφότερα τα εγειρόμενα ζητήματα άπτονται της ερμηνείας και εφαρμογής της ασφαλιστικής σύμβασης, ημερομηνίας 09.10.2009. Επομένως, αναδύεται η ανάγκη ερμηνείας του επίδικου ασφαλιστικού συμβολαίου.
Ως προς την ερμηνεία ασφαλιστικών συμβολαίων θεμελιακή είναι η απόφαση χχχ χχχ Λιπερή, υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Ελευθερίου Γεώργιου Πουντζιουρή τέως εξ Αραδίππου v. Ecclesiastical Insurance Office PLC κ.ά., Πολιτική Έφεση 42/2013, ημερομηνίας 19.7.2019, ECLI:CY:AD:2019:A329, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Είναι νομολογημένο ότι τα ασφαλιστικά συμβόλαια ερμηνεύονται όπως κάθε άλλο έγγραφο σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας σε σχέση βέβαια με συμβάσεις εμπορικού ή καταναλωτικού τύπου. Ο σκοπός είναι να αποδοθεί στο κείμενο και στις λέξεις που χρησιμοποιούνται η πρόθεση των μερών ώστε να ανευρεθεί εκείνη η σημασία που το κείμενο θα μετέδιδε στο συνετό και λογικό άνθρωπο που κατέχει όλες τις πληροφορίες που θα ήταν λογικά διαθέσιμες στα μέρη στην κατάσταση που αυτά ήταν όταν συνομολογούσαν τη σύμβαση, (Investors Compensation Scheme Ltd v. West Bromwich Building Soc. (1998) 1 W.L.R. 896).»
Η πιο πάνω αρχή έχει επανεπιβεβαιωθεί και στις μεταγενέστερες αποφάσεις, Anthony Edgar v. Universal Life Insurance Public Company Ltd, Πολιτική Έφεση 350/2014, ημερομηνίας 13.7.2022, ECLI:CY:AD:2022:A298, Χατζηκλεάνθους ν. Laiki Cyprialife Ltd, Πολιτική Έφεση 261/13, ημερομηνίας 7.9.2020, ECLI:CY:AD:2020:A299, και Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Βλάχου κ.α., Πολιτική Έφεση 194/2013, ημερομηνίας 25.10.2019.
Προκύπτει, συνεπώς, ότι οι κανόνες ερμηνείας που ισχύουν για την ερμηνεία των συμβολαίων εμπορικού ή καταναλωτικού τύπου, εφαρμόζονται και στην περίπτωση ερμηνείας ασφαλιστικών συμβολαίων.
Το απαύγασμα της νομολογίας σε σχέση με τη μεθοδολογία ερμηνείας κάποιας σύμβασης έχει συγκεφαλαιωθεί στην πρόσφατη απόφαση Dome Investments Public Company Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 11/2013, ημερομηνίας 17.6.2021, ως ακολούθως:
«Ό,τι προκύπτει από την αποκρυσταλλωμένη νομολογία είναι ότι ζητούμενο είναι η πραγματική πρόθεση των συμβαλλομένων, με βασικό κριτήριο την απλή και συνηθισμένη έννοια των λέξεων και την κατά γράμμα ερμηνεία τους, εκτός αν προκαλείται παράλογο ή αντιφατικό αποτέλεσμα. Κριτήριο, με άλλα λόγια, είναι η έννοια που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας, ερμηνευόμενο στο σύνολο του και όχι κατ' απομόνωση, στον μέσο λογικό άνθρωπο, εφόσον, όπως υποδείχθηκε στην Saab (ανωτέρω) «συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή.»
Από την πιο πάνω αυθεντία προκύπτει, ότι το Δικαστήριο εκκινώντας από το λεκτικό της σύμβασης στο σύνολό της θα προχωρήσει να εξεύρει την πραγματική βούληση των μερών. Γνώμονας για τα πιο πάνω θα είναι η έννοια που μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας ερμηνευόμενο στο σύνολό του στον μέσο συνετό άνθρωπο.
Στην υπό κρίση υπόθεση εγείρονται δυο βασικά ζητήματα ερμηνείας. Το πρώτο σχετίζεται με τον χρόνο υποβολής του αιτήματος για λήψη του ωφελήματος δυνάμει του όρου 12 της σύμβασης, ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα:
«Σε περίπτωση απαίτησης, θα πρέπει εντός 3 μηνών από την ημερομηνία που επεσυνέβει το Ασφαλισμένο γεγονός και για το οποίο δύναται να εγερθεί απαίτηση, ο Ασφαλιζόμενος να ειδοποιήσει γραπτώς το κατάστημα στο οποίο υποβλήθηκε η αίτηση για συμμετοχή.»
Με βάση τον πιο πάνω όρο η πλευρά της εναγόμενης εισηγήθηκε ότι η απαίτηση έπρεπε να υποβληθεί εντός τριών μηνών από την επέλευση του θανάτου. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της συνηγόρου της ενάγουσας.
Η ερμηνεία που εισηγείται η πλευρά της εναγόμενης θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα. Συγκεκριμένα, η επιβολή προθεσμίας 3 μηνών για την υποβολή της απαίτησης από τον ίδιο τον ασφαλισμένο, παρόλο που μπορεί να θεωρηθεί στενή, εντούτοις μπορεί να δικαιολογηθεί από το ότι ο ίδιος ο ασφαλισμένος μπορούσε να γνωρίζει ότι υπέστη ζημία που καλυπτόταν από το ασφαλιστήριο. Αντίθετα η εφαρμογή τη ίδιας ρήτρας σε τρίτο πρόσωπο που εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να γνωρίζει το εάν ο ασφαλιζόμενος απεβίωσε θα καθιστούσε ανέφικτη την εφαρμογή της σύμβασης. Όμως, ο μέσος συνετός συναλλασσόμενος δεν θα μπορούσε να εκλάβει ένα όρο με τρόπο που θα ήταν εκ των πραγμάτων ανεφέρμοστος. Αντίθετα η λογική ερμηνεία του εν λόγω όρου θα ήταν πως επέβαλλε προθεσμία 3 μηνών από την ημερομηνία που τα γεγονότα ήταν γνωστά ή λογικά θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά από την ενάγουσα.
Παρεμφερές ζήτημα κρίθηκε στην υπόθεση Verelst’s Administratrix v Motor Union Insurance Co [1925] 2 K.B. 137. Συγκεκριμένα η εν λόγω υπόθεση αφορούσε επίσης ασφάλεια ζωής. Το ασφαλιστήριο περιελάβανε όρο ότι έπρεπε να γίνει απαίτηση προς την ασφάλεια το συντομότερο δυνατό. Ο προσωπικός αντιπρόσωπος του αποβιώσαντος δεν γνώριζε για το ασφαλιστήριο με αποτέλεσμα να υποβάλει απαίτηση ένα χρόνο μετά τον θάνατο του αποβιώσαντος. Η ασφάλεια αρνήθηκε να πληρώσει. Το Δικαστήριο έκρινε τα ακόλουθα:
«The view suggested for the claimant is that the phrase means as soon as possible in the circumstances which prevail and apply to her, and in illustration of that view Hick v. Raymond & Reid (4) and Hulthen v. Stewart & Co. (5) were cited. The arbitrator adopted the claimant's construction of the clause, and I think he was right. »
Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι ο όρος σε ασφαλιστήριο σε συμβόλαιο, ο οποίος επιβάλλει την υποβολή απαίτησης σε συγκεκριμένη προθεσμία ή σε συγκεκριμένη χρονική αλληλουχία δεν μπορεί να ερμηνεύεται απόλυτα. Αντίθετα η έναρξη της προθεσμίας ή της υποχρέωσης προς ενέργεια εξαρτάται από τα γεγονότα και τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης.
Συνεπώς, στην υπό κρίση υπόθεση, η η ορθή ερμηνεία του επίμαχου όρου είναι ότι η ενάγουσα είχε υποχρέωση να υποβάλει την απαίτησή της εντός 3 μηνών από την ημερομηνία που περιήλθε εις γνώση της το γεγονός του θανάτου ασφαλισμένου.
Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο θάνατος του ασφαλισμένου { } περιήλθε εις γνώση της ενάγουσας στις 8.1.2014. Η ενάγουσα υπέβαλε την απαίτησή της γραπτώς και η εν λόγω επιστολή περιήλθε εις γνώση της εναγόμενης στις 19.2.2014, ήτοι εντός 42 ημερών από την ημερομηνία που περιήλθε εις γνώση της ενάγουσας το συμβάν.
Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, δεν μπορεί να κριθεί ότι η ενάγουσα υπέβαλε την απαίτησή της εκπρόθεσμα.
Το δεύτερο ζήτημα σχετίζεται με την άρνηση της εναγόμενης να εξετάσει την απαίτηση της ενάγουσας, επειδή η τελευταία δεν προσκόμισε το σύνολο των εγγραφών που η εναγόμενη ζήτησε. Η δικογραφημένη θέση της εναγόμενης ήταν ότι με βάση το ασφαλιστήριο έγγραφο η ενάγουσα ήταν υποχρεωμένη να προσκόμισε οποιοδήποτε έγγραφο ζητούσε η εναγόμενη και η παράλειψη της ενάγουσας να συμμορφωθεί με το πιο πάνω καθιστούσε την απαίτηση μη έγκυρη.
Επίκεντρο και του δεύτερου ζητήματος είναι το περιεχόμενο του όρου 12 της σύμβασης. Για το ό,τι ενδιαφέρει στο παρόν στάδιο ο επίμαχος όρος διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«Όταν υποβάλλεται απαίτηση η εταιρεία έχει το δικαίωμα να ζητήσει από τον ασφαλιζόμενο να παρουσιάσει όλα τα πιστοποιητικά και πληροφορίες που θα έχουν προς τον σκοπό αυτό ζητηθεί.»
Επί του προκείμενου η κα Φωκά εισηγήθηκε ότι η ενάγουσα δεν είχε υποχρέωση να προσκομίσει οποιοδήποτε έγγραφο, καθότι σύμφωνα με τη σύμβαση η υποχρέωση αυτή επιβάλλετο στον ασφαλιζόμενο.
Ως έχει σημειωθεί ανωτέρω η ενάγουσα προωθεί την παρούσα ως εκδοχέας των δικαιωμάτων που απορρέουν από το επίδικο ασφαλιστήριο. Το γεγονός ότι κάποιος διάδικος ενάγει υπο την ιδιότητα ως εκδοχέας δεν τον φέρει σε καλύτερη θέση από τον εκχωρητή. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Markidou v. Kyriacos Killiaris and another (ανωτέρω) όπου υποδείχθηκε πως ο εκδοχέας δεν βρίσκεται σε καλύτερη θέση από τον εκχωρητή.
Συνεπώς, το γεγονός ότι το συμβόλαιο κατέγραφε ότι ο ασφαλισμένος είχε υποχρέωση να προσκομίσει τα έγγραφα που θα ζητούνταν δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εκδοχέας δεν είχε τέτοια υποχρέωση σε περίπτωση που υπέβαλλε απαίτηση.
Επομένως, αναδύεται η ανάγκη να εξεταστεί η έκταση του επίμαχου όρου, ώστε να διασαφηνιστεί το κατά πόσο η επιλογή της εναγομένης να μην ικανοποιήσει την απαίτηση της ενάγουσας, δικαιολογείται συμβατικά.
Η ερμηνεία και το πεδίο εφαρμογής ενός όρου ως ο επίμαχος, αναλύεται στο σύγγραμμα Colinvaux’s Law of Insurance 12η έκδοση κεφάλαιο 10 – Claims, υποκεφάλαιο Submitting proofs and documents to insurers’ satisfaction. Συγκεκριμένα, στις παραγράφους 10-047 με 10-49 αναλύεται η εξέλιξη της σχετική αγγλικής νομολογίας επί του θέματος ως ακολούθως:
«10-047
Where there is a policy provision requiring the submission to the insurers of documentation satisfactory to them, or where the policy provides that the insurers may demand such proofs as they think fit, it is unclear whether or not the insurers’ subjective decisions as to what is required override what prudent insurers ought reasonably to require. A number of older authorities suggest that the insurers’ own views are paramount and that the relevant clause is not to be subjected to reasonableness limitations. In Welch v Royal Exchange Assurance107 the assured under a fire policy was obliged to submit to the insurer “all such proofs and information as may reasonably be required”. Following a loss, the insurers demanded details of various bank accounts; the assured asserted that the accounts were of no materiality to the loss and refused to provide any information. The Court of Appeal, despite acknowledging the immateriality of the information, held that the assured had been in breach of a condition precedent.
10-048
It would seem, however, that the balance of authority, particularly more recent authority, denies that the insurer has an absolute right to demand information, and that there are reasonableness limitations. In Moore v Woolsey the insurers refused to make payment under a life policy on the basis that satisfactory proof of the claimant’s interest under the policy had not been presented. The court rejected this argument, and held that “all that can be necessary is that proof shall be shown to have been laid before them which reasonable men would be satisfied, and then the inference arises that the proof was to their satisfaction”. Tuckey J, in Napier v UNUM Ltd felt able to state that “the English cases establish that the insurers’ requirements for vouching [what insurers may require as proof of the claim, in the sense of what evidence they can call for to support it] must be reasonable”. In Widefree Ltd v Brit Insurance Ltd, a property insurance case, the assured informed the insurers’ loss adjuster that there had been five CCTV cameras in operation at the time of the alleged theft and that the police had advised that only the footage from camera 2 was likely to be of assistance: that had been downloaded and was given to the adjuster. Some weeks later, and after the footage from the other cameras had been wiped, the insurers relied upon breach of the claims co-operation clause in that the assured had failed to provide footage from the other cameras. Peter Leaver QC ruled that, while there might have been an initial obligation on the assured to retain all footage and other evidence which he reasonably believed might be relevant to the claim, failure by the adjuster to request further footage at the relevant time rendered it unreasonable for the insurers to revert to the point at a later date. It was not the obligation of the assured to attempt to guess what the insurers might want.
10-049
The point has also arisen in the context of liability insurance, the courts holding that insurers cannot exercise their rights to demand information which is unconnected with claims against the assured. Insurers are also unable to demand privileged information. In consumer cases, it is now a criminal offence for insurers to require the assured to produce documents which cannot reasonably be relevant for determining whether a claim is valid.»
( οι υπογραμμίσεις είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
Σε μέρος του πιο πάνω αποσπάσματος παρέπεμψε και η κα Φωκά εκ μέρους της ενάγουσας για να εισηγηθεί ότι τα έγγραφα που ζητούσε η εναγόμενη δεν ήταν αναγκαία.
Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι, στην αγγλική νομολογία, αρχικά γινόταν δεκτό ότι το τι ζητούσε ο εκάστοτε ασφαλιστής ήταν εξέχουσας σημασίας και ο σχετικός όρος δεν υπόκειτο σε λογικούς περιορισμούς. Όμως, με την πάροδο των ετών και την εξέλιξη της νομολογίας, πλέον γίνεται δεκτό ότι ο ασφαλιστής δεν έχει απόλυτο δικαίωμα να ζητεί πληροφορίες και οι σχετικοί όροι σε ασφαλιστικά συμβόλαια υπόκεινται σε λογικούς περιορισμούς. Το βασικό κριτήριο είναι το κατά πόσο τα στοιχεία που υποβάλλονται είναι επαρκή, ώστε ο μέσος συνετός άνθρωπος να ήταν ικανοποιημένος.
Προφανώς το ποια στοιχεία είναι επαρκή διαφέρει ανά περίπτωση. Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου το πιο πάνω ζήτημα δεν μπορεί παρά να σχετίζεται με τις βασικές προϋποθέσεις που θέτει η ασφαλιστική σύμβαση για την πληρωμή του εκάστοτε ωφελήματος. Επομένως, το ουσιώδες που πρέπει να αποδειχθεί είναι το κατά πόσο με βάση τα υποβληθέντα στοιχεία η εναγόμενη δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα δεν προχώρησε με την εξέταση της απαίτησης.
Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω το εγειρόμενο ζήτημα.
Στα γεγονότα της παρούσας ως προκύπτει από τα ενώπιόν μου παραδεκτά γεγονότα η ενάγουσα υποβάλλοντας την απαίτησή της προσκόμισε στην εναγόμενη πιστοποιητικό εγγραφής προσώπου που απεβίωσε εκτός Κύπρου και βεβαίωση πληρωθέντων ασφαλίστρων. Στον αντίποδα, η εναγόμενη ζήτησε σειρά εγγράφων. Μεταξύ των εγγράφων που ζητήθηκαν ήταν και ιατρικά πιστοποιητικά με δήλωση γιατρού, βεβαίωση Νοσοκομείου, ιατρική δήλωση και αποτελέσματα νεκροψίας εάν υπήρχαν. Τα πιο πάνω έγγραφα είναι προφανές ότι συνδέονται με την αίτια θανάτου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τον όρο 4 του επίδικου συμβολαίου το ωφέλημα θανάτου δεν θα πληρωνόταν εάν ο θάνατος επερχόταν υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, μεταξύ άλλων από αυτοκτονία ή από το σύνδρομο ανοσοποιητικής ανεπάρκειας. Επομένως, ο λόγος θανάτου ήταν ουσιώδες στοιχείο για την πληρωμή του ασφαλίστρου.
Δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι σύμφωνα με τη νομολογία το βάρος απόδειξης της συνδρομής των όρων εξαίρεσης πίπτει στους ώμους του προσώπου που τους επικαλείται. {βλ. σχετικά απόφαση Anthony Edgar v. Universal Life Insurance Public Company Ltd (ανωτέρω)}. H πιο πάνω αρχή θα αποκτούσε σημασία στην παρούσα, εάν η πλευρά της ενάγουσας προσκόμιζε στοιχεία ως προς την αιτία θανάτου, και η εναγόμενη, θεωρώντας ότι η αιτία θανάτου ενέπιπτε στις εξαιρέσεις του συμβολαίου, αρνείτο να πληρώσει.
Αντιθέτως στην υπό κρίση υπόθεση η ενάγουσα παρέλειψε να προσκομίσει στοιχεία που άπτονταν ουσιωδών στοιχείων για την πληρωμή του ωφελήματος όπως η αιτία θανάτου. Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου δεν μπορεί να κριθεί παράλογο, σε περίπτωση απαίτησης ωφελήματος από ασφάλεια ζωης, να ζητεί ο ασφαλιστής στοιχεία για την αίτια θανάτου. Ιδίως όταν το ασφαλιστήριο δεν καλύπτει κάθε αιτία θανάτου αλλά ρητά εξαιρεί συγκεκριμένες περιπτώσεις. Αντιθέτως, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, η προσκόμιση στοιχείων ως προς την αιτία θανάτου εμπίπτει στα ουσιώδη στοιχεία και δεδομένα, ώστε ο μέσος συνετός άνθρωπος να μπορούσε να εξετάσει την απαίτηση.
Αντίθετη προσέγγιση κατά την κρίση μου θα έθετε υπέρμετρο βάρος στους ωμούς του ασφαλιστή και θα θέσπιζε γενική υποχρέωση πληρωμή ωφελήματος ανεξαρτήτως των όρων και προϋποθέσεων του συμβολαίου. Τέτοια προσέγγιση θα αγνοούσε τους ρητούς όρους του συμβολαίου γεγονός που θα καθιστούσε γράμμα κενό τα όσα οι συμβαλλόμενοι συμφώνησαν.
Επομένως, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η επίδικη σύμβαση έδιδε το δικαίωμα στην εναγόμενη να ζητήσει τέτοια στοιχεία που θα επέτρεπαν στο μέσο συνετό άνθρωπο να εξετάσει την απαίτηση. Επίσης, ενόψει της φύσης του ωφελήματος και των ρητών όρων του όρου 4 του επίδικου ασφαλιστηρίου η εναγόμενη δικαιολογημένα ζήτησε και στοιχεία ως προς την αιτία θανάτου προτού εξετάσει την απαίτηση.
Συνακόλουθα, η ενάγουσα θα έπρεπε να προσκομίσει στοιχεία ως προς την αιτία θανάτου. Η προσκόμιση βεβαίωσης θανάτου, χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στην αιτία αυτού, δεν μπορεί συνιστά επαρκή μαρτυρία ώστε ο μέσος συνετός άνθρωπος να ήταν ικανοποιημένος ως προς την αιτία και να μπορούσε να εξετάσει την αίτηση.
Το ότι η εναγόμενη ζήτησε και σειρά άλλων εγγράφων, ενδεχομένως μη αναγκαίων, δεν συνεπάγεται ότι αδικαιολόγητα αρνήθηκε να εξετάσει την απαίτηση ή αντισυμβατικά βασίστηκε στον όρο 12 της σύμβασης απαιτώντας στοιχεία. Τα πιο πάνω θα αποκτούσαν σημασία εάν η ενάγουσα προσκόμιζε επαρκή δεδομένα και η εναγόμενη αρνείτο να εξετάσει την αίτηση.
Επομένως, η εναγόμενη με βάση τους όρους της συμφωνίας ορθώς έκρινε ότι δεν μπορεί να εξετάσει την απαίτηση. Στη βάση των πιο πάνω δεν προκύπτει ότι η άρνηση της εναγομένης να εξετάσει την απαίτηση ήταν αντισυμβατική. Ενόψει των πιο πάνω η αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την αξίωσή της.
Κατάληξη
Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης και εναντίον της ενάγουσας ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
…………………………………….
Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ