ECLI:CY:EDLEF:2022:A381
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 2446/2020
Μεταξύ:
BAKH ΓΕΩΡΓΙΟΥ
Eνάγοντα
και
ΑΔΩΝΗ ΤΣΟΛΑΚΗ
Eναγόμενου
Ημερομηνία: 15 Νοεμβρίου 2022
Εμφανίσεις:
Για τον Ενάγοντα: κ. Μ. Βιολάρης για M. VIOLARES LLC.
Για τον Εναγόμενο: κ. Φ. Χατζηϊωάννου για Α.Κ. ΧΑΤΖΗΪΩΑΝΝΟΥ & ΣΙΑ.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Αντικείμενο της υπό κρίσης αγωγής είναι η αξίωση του Ενάγοντα εναντίον του Eναγόμενου για ποσό ύψους €1.220 δυνάμει γραπτής και/ή προφορικής σύμβασης για πώληση οδοντιατρικών υλικών και/ή παροχή οδοντιατρικών υπηρεσιών στον Eναγόμενο. Διαζευκτικά, αξιώνεται η επιδίκαση του ρηθέντος πόσου ως εύλογη αμοιβή για τις προσφερθείσες υπηρεσίες ή/και στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Είναι η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα ότι κατά τον ουσιώδη ως προς παρούσα αγωγή χρόνο ήταν εγγεγραμμένος οδοντίατρος και ο Eναγόμενος ήταν πελάτης του Ενάγοντα. Περί τα μέσα του 2020 ο Ενάγων, κατόπιν παράκλησης του Eναγόμενου, προσέφερε σε αυτόν διάφορες οδοντιατρικές υπηρεσίες έναντι της συμφωνηθείσας και/ή εύλογης αμοιβής των €1.400. Είναι η περαιτέρω δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα ότι ο Ενάγων συμμορφώθηκε πλήρως με τις συμβατικές του υποχρεώσεις προς πλήρη και τελεία ικανοποίηση αυτού. Κατά παράβαση των συμφωνηθέντων ο Eναγόμενος παρέλειψε να εξοφλήσει το συμφωνηθέν και/ή εύλογο τίμημα για τις προσφερθείσες υπηρεσίες του Ενάγοντα.
Δικογραφείται επίσης ότι ο Ενάγων τηρούσε λογαριασμό στον οποίο χρεώθηκαν οι υπηρεσίες που προσφέρθηκαν και στον οποίο πιστώνονταν οι όποιες πληρωμές από πλευράς του Eναγόμενου έναντι του υπολοίπου του. Σύμφωνα με τον Eναγόμενο, στις 24 Ιουλίου του 2020 ο ανωτέρω αναφερόμενος λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €1.220. Παρά το γεγονός ότι ο Εναγόμενος κλήθηκε κατ' επανάληψη από τον Ενάγοντα να εξοφλήσει την οφειλή του μέχρι και σήμερα παραλείπει να το πράξει.
Στην αντίπερα όχθη, ο Eναγόμενος με την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση που καταχώρισε αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ισχυρίζεται τα ακόλουθα: Περί τα μέσα του 2020 ο Eναγόμενος επειδή δεν είχε ορισμένα δόντια επισκέφτηκε τον Ενάγοντα προς εκτίμηση της άνω και κάτω οδοντοστοιχίας του έτσι ώστε ο Ενάγων να του αναφέρει το κόστος θεραπείας. Αφού ο Εναγόμενος ενημέρωσε τον Ενάγοντα ότι ο οργανισμός του δεν αποδέχεται ξένα στοιχεία όπως τεχνητές γέφυρες και οδοντοστοιχίες διότι του προκαλούν αναγούλες και εμετούς, ο Ενάγων του είπε να μην ανησυχεί αφού θα εφαρμόσει μια νέα μέθοδο από την Ιαπωνία και δεν θα νιώσει απολύτως τίποτα και ότι όλη η διαδικασία για την άνω οδοντοστοιχία θα κοστίσει €500. Ο Εναγόμενος τότε συμφώνησε με τις υποδείξεις του Ενάγοντα μόνο για την άνω οδοντοστοιχία και έδωσε οδηγίες στον Ενάγοντα να προχωρήσει.
Είναι η περαιτέρω δικογραφημένη θέση του Eναγόμενου ότι ο Ενάγων πράγματι άρχισε τη διαδικασία για την άνω οδοντοστοιχία παίρνοντας μέτρα και προχώρησε σε πρόβες κατασκευάζοντάς του μασέλα με δόντια που είχε σίδερα με τον Εναγόμενο να του παραπονιέται ότι η μέθοδος αυτή δεν είχε διαφορά από άλλη μέθοδο που του εφάρμοσαν στο Νοσοκομείο δωρεάν και ότι δεν ήθελε ξένα σώματα. Περαιτέρω, ο Eναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων χωρίς να του ζητηθεί προέβη σε μετρήσεις και της κάτω οδοντοστοιχίας. Παρά την εκφρασθείσα δυσαρέσκεια του Εναγόμενου στον Ενάγοντα, ο ίδιος δικογραφεί ότι παρέλαβε τη μασέλα για την άνω οδοντοστοιχία και πλήρωσε τη συμφωνηθείσα τιμή των €500 χωρίς να λάβει απόδειξη.
Είναι η περαιτέρω δικογραφημένη θέση του Eναγόμενου ότι, ο Ενάγων παρέβη τη συμφωνία, εφόσον η μασέλα του προκάλεσε ουλίτιδα, αναγούλες, έκανε εμετούς και δεν μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει, η οποία του είναι άχρηστη και αναγκάστηκε να επισκεφτεί για θεραπεία άλλο οδοντίατρο, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά. Παραδέχεται δικογραφικά ότι ο Ενάγων τον πήρε 2 φορές τηλέφωνο περί τον Αυγούστου του 2020 ζητώντας του να του κάνει έμβασμα ακόμα €700 περίπου με τον Eναγόμενο να μένει έκπληκτος, εφόσον ο Εναγόμενος τον είχε εξοφλήσει, απορρίπτοντας το αίτημα του Ενάγοντα και ενημερώνοντάς τον ταυτόχρονα ότι οι υπηρεσίες του προκάλεσαν στον Eναγόμενο ουλίτιδα, αναγούλες και εμετό καθώς και ότι η μασέλα του είναι άχρηστη.
Επαναλαμβάνοντας τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ανταπαιτεί από τον Eναγόμενο €520 ως ειδικές αποζημιώσεις καθώς επίσης και €700 ως έξοδα μελλοντικής θεραπείας στα δόντια. Αξιώνει επίσης γενικές αποζημιώσεις για πόνο και ταλαιπωρία που υπέστη συνεπεία της παράβασης της συμφωνίας από τον Ενάγοντα και/ή της αμέλειας του Ενάγοντα.
Σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση του Eναγόμενου ήταν ρητός ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας των διαδίκων ότι με τη νέα μέθοδο που θα χρησιμοποιούσε ο Ενάγων ο οργανισμός του Εναγόμενου θα αποδεχόταν τη μασέλα και δεν θα του προκαλούσε αναγούλες και εμετούς. Στη συνέχεια, παραθέτει λεπτομέρειες αμέλειας του Ενάγοντα και/ή παράβασης συμφωνίας εκ μέρους του Ενάγοντα και/ή παράβασης του εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του Ενάγοντα. Ειδικότερα, αναφέρει ότι ενώ συμφώνησε ότι θα χρησιμοποιήσει νέα μέθοδο από την Ιαπωνία, εν τέλει χρησιμοποίησε διαφορετική μέθοδο, ότι κατασκεύασε μασέλα με σίδερα και όχι σύμφωνα με τη νέα μέθοδο, ότι ενώ γνώριζε ότι ο οργανισμός του Ενάγοντα δεν αποδέχεται ξένα στοιχεία, ο Ενάγων προχώρησε στην κατασκευή μασέλας με σίδερα, ότι παρέλειψε να εξηγήσει στον Εναγόμενο τη διαδικασία της θεραπείας, ότι η θεραπεία που του προσέφερε ήταν ελαττωματική και ελλιπής και ότι ο οργανισμός του δεν αποδέχεται τη μασέλα που του έφτιαξε ή/και είναι πολύ σφιχτή και/ή δεν εφαρμόζει σωστά στην άνω οδοντοστοιχία καθώς και ότι η μασέλα του προκαλεί αναγούλες, εμετούς με αποτέλεσμα να μην μπορεί να την χρησιμοποιήσει. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τυγχάνει εφαρμογής ο κανόνας Res Ιpsa Loquitur.
Στη συνέχεια, ο Εναγόμενος παραθέτει λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών που αξιώνει, οι οποίες αντιστοιχούν στα έξοδα που κατ’ ισχυρισμό πλήρωσε στον Ενάγοντα ύψους €500 καθώς και σε έξοδα της οδοντιάτρου επ' ονόματι Ζιζέτ Οικονομίδου ύψους €20. Παραθέτει επίσης λεπτομέρειες των τραυμάτων του, λέγοντας ειδικότερα ότι προκλήθηκε ουλίτιδα σε αυτόν και για ένα μικρό χρονικό διάστημα του προκαλούσε αναγούλες και εμετούς, ότι ο οργανισμός του δεν αποδέχεται τη μασέλα που του έφτιαξε ο Ενάγων, ότι παραμένει μέχρι σήμερα χωρίς δόντια στην άνω οδοντοστοιχία, ότι νιώθει μειονεκτικά και ντρέπεται καθώς και ότι θα προβεί σε μελλοντικά έξοδα για διόρθωση των δοντιών του στη βάση της ιαπωνέζικης μεθόδου και/ή άλλης θεραπείας με €700 μελλοντικά έξοδα.
Στην απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση ο Ενάγων απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Eναγόμενου και ισχυρίζεται ότι τα περί ευαισθησιών του Eναγόμενου ή νέας μεθόδου από Ιαπωνία αποτελούν μύθευμα και κακόπιστο εκ των υστέρων κατασκεύασμα του Eναγόμενου. Ισχυρίζεται ότι οι υπηρεσίες που προσέφερε στον Eναγόμενο ήταν σε πλήρη συμμόρφωση με τις συμβατικές του υποχρεώσεις, εξού και ο Eναγόμενος κατέβαλε το ποσό €180 έναντι του χρέους του προς τον Ενάγοντα. Περαιτέρω, αναφέρει ότι ο Eναγόμενος ουδέποτε εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο ή επιφύλαξη σε σχέση με την ποιότητα των προσφερθείσων υπηρεσιών.
Η υπό κρίση αγωγή, με την καταχώρισή της, ταξινομήθηκε ως ταχείας εκδίκασης με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 Θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, φέροντας την ανάλογη ένδειξη. Ως εκ τούτου, η διαδικασία διεξήχθη με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 θ. 5, 6 και 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ουδείς εκ των διαδίκων υπέβαλε αίτημα για αντεξέταση του μαρτύρων σε σχέση με το περιεχόμενο της έγγραφης μαρτυρίας που προσκομίστηκε από αμφότερους τους διαδίκους στο Δικαστήριο.
Προς απόδειξη της υπόθεσης του Ενάγοντα καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση από τον ίδιο. Για την πλευρά του Εναγόμενου καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση του ίδιου. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση των όσων κατέθεσε ο κάθε μάρτυρας στο Δικαστήριο αφού το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται εντός του δικογραφικού φακέλου και το έχω κατά νου. Για σκοπούς πληρότητας θα περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα.[1]
Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, περί τις αρχές Ιουνίου 2020 ο Εναγόμενος διευθέτησε ραντεβού και επισκέφθηκε το οδοντιατρείο του. Μετά από προκαταρκτική εξέταση του Εναγόμενου διαπίστωσε ότι του έλειπαν αρκετά δόντια και είχε και μερικές ρίζες. Τον ενημέρωσε για την κατάσταση της υγείας του και μετά από δική του έγκριση αφαίρεσε μερικές ρίζες και πήρε αποτυπώματα (μέτρα) για κατασκευή 2 μερικώς μεταλλικών οδοντοστοιχιών στη πάνω και στην κάτω γνάθο. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, η αμοιβή για την ολοκλήρωση της θεραπείας αυτής συμφωνήθηκε στα €1.400 με το ποσό αυτό να προκύπτει μετά από έκπτωση που παραχώρησε στον Εναγόμενο ύψους €300 που αντιστοιχούσε στις εξαγωγές, όπως αναφέρει, για τον λόγο ότι ο Εναγόμενος του παρουσιάστηκε ως γιατρός και επομένως συνάδελφος του Ενάγοντα.
Περαιτέρω, αναφέρει ότι στις 24 Ιουλίου 2020 παρέδωσε στον Εναγόμενο και εφάρμοσε τις μερικές οδοντοστοιχίες, οι οποίες ήταν της απόλυτης αρεσκείας του, τόσο από πλευράς άνεσης στο στόμα όσο και από πλευράς αισθητικής. Μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας ζήτησε, ως ανέφερε στο Δικαστήριο, από τον Εναγόμενο να εξοφλήσει την οφειλή του και η απάντηση του Eναγόμενου ήταν ότι δεν έχει μαζί του ολόκληρο το πόσο εκείνη τη στιγμή και έτσι κατέβαλε έναντι του συνολικού ποσού μόνο το ποσό των €180 που του ανέφερε ότι είχε εκείνη τη στιγμή στο πορτοφόλι του. Περαιτέρω, του ανέφερε ότι θα εξοφλούσε το συμφωνηθέν ποσό κατά το επόμενο τους ραντεβού, το οποίο διευθέτησαν την αμέσως επόμενη εβδομάδα. Εξηγεί ότι το ραντεβού αυτό το είχε ζητήσει ο Εναγόμενος για σκοπούς επιπρόσθετης εργασίας που ήταν η αποκατάσταση σπασμένου δοντιού που είχε ο Εναγόμενος στην πάνω γνάθο. Στη συνέχεια, όπως εξηγεί ο Ενάγων, ο Εναγόμενος δεν παρουσιάστηκε στο προγραμματισμένο ραντεβού και κατόπιν τηλεφωνικής τους συνομιλίας διευθετήθηκαν ακόμα 2 ραντεβού στα οποία ο Εναγόμενος επίσης δεν παρουσιάστηκε.
Ακολούθως, ο Ενάγων αναφέρει ότι επιχείρησε να τηλεφωνήσει στον Εναγόμενο οπόταν και διαπίστωσε ότι είχε μπλοκάρει τις κλήσεις του τηλεφώνου του (φραγή). Στη συνέχεια τηλεφώνησε από δεύτερο αριθμό τηλεφώνου, τον οποίο διατηρεί ο Ενάγων και τον οποίο ο Εναγόμενος μέχρι τότε δεν γνώριζε, και ο Εναγόμενος απάντησε αναφέροντάς του κατά τη συζήτησή τους ότι βρισκόταν σε διακοπές και ότι θα εξοφλούσε το ποσό που οφείλει αμέσως μετά την επιστροφή του, οπόταν και θα συνέχιζε και με τη θεραπεία του σπασμένου δοντιού στην πάνω γνάθο. Στις 31 Αυγούστου του 2020 τηλεφώνησε εκ νέου στον Eναγόμενο και από τους 2 αριθμούς του, πλην όμως και οι 2 αυτοί αριθμοί είχαν δεχθεί φραγή από τον Εναγόμενο. Τότε, συνεπεία αυτής της εξέλιξης αποφάσισε να αποταθεί σε δικηγόρο και να προχωρήσει με την παρούσα αξίωση.
Σύμφωνα με τον Ενάγοντα αυτός ολοκλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις προσφέροντας τις συμφωνηθείσες οδοντιατρικές υπηρεσίες προς πλήρη ικανοποίηση του Εναγομένου. Εξηγεί ότι δημιουργήθηκε τρεχούμενος λογαριασμός με τον Εναγόμενο στον οποίο χρεώθηκαν οι θεραπείες που προσφέρθηκαν και στον οποίο πιστώθηκε η μοναδική πληρωμή του Εναγομένου έναντι του υπόλοιπου του. Επισύναψε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο του λογαριασμού του με τον Εναγόμενο και ως Τεκμήριο 2 ένα τιμολόγιο το οποίο αφορά, ως ο ίδιος ανέφερε, τα πραγματικά του έξοδα για την παραγγελία των 2 οδοντοστοιχιών. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, οι ισχυρισμοί του Eναγόμενου προωθούνται κακόπιστα και καταχρηστικά. Η οποιαδήποτε αναφορά περί παράβασης των συμφωνηθέντων ή κακοτεχνιών αποτελεί εκ των υστέρων κατασκεύασμα του Eναγόμενου με μοναδικό σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο προς αποφυγή εξόφλησης της αξιούμενης οφειλής.
Περαιτέρω, σε ότι αφορά τις μεθόδους από την Ιαπωνία ή τις ευαισθησίες του Eναγόμενου, αυτά, σύμφωνα πάντα με τον Ενάγοντα, τέθηκαν για πρώτη φορά στην αντίληψή του όταν ανέγνωσε την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του Eναγόμενου. Λέγει ότι ούτε οι ευαισθησίες του γνωστοποιήθηκαν, τις οποίες εν πάση περιπτώσει σύμφωνα με την εξέταση που του έκανε δεν προϋπήρχαν, ούτε προέκυψαν κατά ή μετά τη θεραπεία που του παρείχε και ούτε έγινε οποιαδήποτε συζήτηση περί θεραπείας από την Ιαπωνία.
Για την πλευρά του Eναγόμενου καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση από τον ίδιο. Στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου αυτός ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς που τίθενται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησή του, ως αυτοί έχουν συνοψιστεί πιο πάνω από το Δικαστήριο κατά την παράθεση των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων. Η ένορκη δήλωση του Eναγόμενου ουσιαστικά αποτελεί αντιγραφή του περιεχομένου της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής του και ως εκ τούτου, ενόψει του ότι το Δικαστήριο έχει ήδη παραθέσει πιο πάνω τις ρηθείσες θέσεις, κρίνεται άσκοπο και αχρείαστο να επαναληφθούν. Προσθέτει ότι ο ίδιος είναι νευροφυσιολόγος στο επάγγελμα και εργάζεται στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Προσθέτει επίσης ότι η ιαπωνική μέθοδος που κατ' ισχυρισμό του ανέφερε ότι θα εφάρμοζε ο Ενάγων, εάν θυμάται καλά, ως χαρακτηριστικά αναφέρει, ονομάζεται Θερμάλ. Επιπρόσθετα, αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα ότι είχε διευθετήσει οποιαδήποτε άλλα ραντεβού με τον Ενάγοντα και λέγει ότι ο Ενάγων προφανώς προσπαθεί να του χρεώσει και άλλη μασέλα που δεν συμφώνησε ποτέ μαζί του και την οποία δεν πήρε ποτέ. Λέγει επίσης ότι πλήρωσε τη συμφωνηθείσα τιμή για τη μασέλα της άνω οδοντοστοιχίας και πως πήρε την μασέλα για την άνω οδοντοστοιχία.
Περαιτέρω, αναφέρει ότι λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετωπίζει αδυνατεί να καταβάλει τα ποσά που απαιτούνται για την πληρωμή της διόρθωσης των δοντιών που του συστήθηκαν και ως εκ τούτου, δεν έχει υποβληθεί σε θεραπεία για διόρθωση των δοντιών του. Λέγει επίσης ότι ήταν και είναι πρόθυμος να επιστρέψει την ελαττωματική μασέλα στον Ενάγοντα ταυτόχρονα με την επιστροφή των €500 που έδωσε στον Ενάγοντα.
Στον φάκελο του Δικαστηρίου καταχωρίστηκε στις 29/03/22 ακόμα μια ένορκη δήλωση εκ μέρους του Ενάγοντα. Διαπιστώνω όμως ότι, δεν είχε ζητηθεί ούτε είχε δοθεί άδεια για καταχώριση επιπρόσθετης μαρτυρίας εκ μέρους του Ενάγοντα η οποία προκύπτει να καταχωρίστηκε παράτυπα και αντικανονικά και χωρίς προς τούτο άδεια του Δικαστηρίου. Υπό αυτές τις περιστάσεις, το περιεχόμενο της ρηθείσας ένορκης δήλωσης δεν μπορεί παρά να αγνοηθεί από το Δικαστήριο.
Η παρούσα υπόθεση, όπως ήδη αναφέρθηκε πιο πάνω, εκδικάστηκε με συνοπτικό τρόπο, μέσω της διαδικασίας «ταχείας εκδίκασης» που προνοείται στις διατάξεις της Δ.30 Θ. 5(1) και (2) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η συνοπτική εκδίκαση δεν αναιρεί τους βασικούς κανόνες απόδειξης που ισχύουν σε αστικές υποθέσεις. Αντίθετα, το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, εκτός στις περιπτώσεις όπου εγκρίνεται αίτημα αντεξέτασης μαρτύρων, καθιστά πιο επιτακτική την ανάγκη να ακολουθηθούν και να εφαρμοστούν αυστηρά οι κανόνες απόδειξης στην προσέγγιση της μαρτυρίας και των επιδίκων θεμάτων, για να οδηγηθεί το Δικαστήριο στο σωστό αποτέλεσμα.
Προχωρώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας, ο σκοπός της οποίας είναι να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση εκεί όπου υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές.[2] Προσεγγίζοντας το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της κάθε πλευράς, έδωσα ιδιαίτερη βαρύτητα στην πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, τη σαφήνεια, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής των μαρτύρων, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, το βαθμό στον οποίο συνάδει με τη δικογραφία και το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια.
Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, υποβάλλοντας τη στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας και υποβάλλοντας επίσης το περιεχόμενο της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας με βάση την προσέγγιση που η Νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[3]
Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα.[4] Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης.[5]
Σε ότι αφορά τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε για την πλευρά του Ενάγοντα σημειώνω ότι, μελετώντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που παρουσιάστηκε για την πλευρά του Ενάγοντα, δεν εντοπίζω εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας.
Το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα έχει εσωτερική συνοχή, δεν περιέχει αντιφάσεις, συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις του Ενάγοντα και συνάδει επίσης με το περιεχόμενο των Τεκμηρίων που επισυνάπτει. Ο Ενάγων υπήρξε σταθερός, σαφής και πειστικός στις αναφορές του σε σχέση με την παροχή των επίδικων υπηρεσιών παραθέτοντας στο Δικαστήριο με επάρκεια τις λεπτομέρειες των όσων διαμείφθηκαν μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου και του είδους των υπηρεσιών που προσφέρθηκαν ως έχουν συνοψισθεί πιο πάνω. Ανατρέχοντας στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2 το οποίο ο Ενάγων παρουσίασε στο Δικαστήριο προς στοιχειοθέτηση των πραγματικών του εξόδων για τις επίδικες υπηρεσίες διαπιστώνω ότι πρόκειται για ένα τιμολόγιο το οποίο φαίνεται να εκδόθηκε προς τον Ενάγοντα από κάποιο Οδοντοτεχνικό εργαστήριο στις 15/7/2020 για το συνολικό ποσό των €450. Πρόκειται για ένα έγγραφο το οποίο συνάδει και υποστηρίζει τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο ο Ενάγων ως προς τη χρονική σειρά που έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα, ήτοι το γεγονός της επίσκεψης του Εναγόμενου σε προγενέστερο χρόνο, περί τις αρχές Ιουνίου, στη συνέχεια την παραγγελία των επίδικων προϊόντων που αφορούσαν τις δύο οδοντοστοιχίες για την απόδειξη της οποίας προσκόμισε το Τεκμήριο 2 και ακολούθως, την εφαρμογή τους στον Εναγόμενο σε μεταγενέστερο της παραγγελίας χρόνο ήτοι στις 24/7/20.
Εξετάζοντας τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε για την πλευρά του Ενάγοντα στο σύνολό της, δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε λόγος που να καθιστά τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε για την πλευρά του Ενάγοντα μη αποδεκτή. Ενόψει αυτών των διαπιστώσεων, η μαρτυρία του Ενάγοντα κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή στην ολότητά της.
Σε ότι αφορά τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε για την πλευρά του Εναγόμενου, αυτός περιέπεσε σε αντιφάσεις και δεν ήταν σταθερός στα όσα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η γενικότερη εντύπωση που αποκόμισε το Δικαστήριο από αυτόν τον μάρτυρα ήταν η έντονη προσπάθεια του να παρουσιάσει μία κατάσταση που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η μαρτυρία του Εναγόμενου στερείται πειστικότητας και συνοχής, δεν συνάδει με την κοινή λογική και δίδω στη συνέχεια διάφορα ενδεικτικά παραδείγματα των αναφορών του που αναδεικνύουν και επιβεβαιώνουν την αδυναμία της εκδοχής που παρουσίασε στο Δικαστήριο.
Ενώ ο ίδιος δέχεται ότι κατά την εξέταση του εκ μέρους του Ενάγοντα ο Ενάγων πήρε μετρήσεις και για την κάτω οδοντοστοιχία (εκτός από την πάνω γνάθο) ισχυριζόμενος ότι ο Ενάγων τις έλαβε από μόνος του χωρίς να έχει τέτοιες οδηγίες από τον Εναγόμενο, εντούτοις ο ίδιος δεν ανέφερε εκείνη τη στιγμή οτιδήποτε στον Ενάγοντα, ούτε ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο ότι ανέφερε οτιδήποτε κατά τον εν λόγω χρόνο στον Ενάγοντα. Θα αναμενόταν λογικά ότι από τη στιγμή που ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι ο Ενάγων προέβαινε σε επιπρόσθετες εργασίες που ο ίδιος δεν του είχε, κατ’ ισχυρισμό ζητήσει, να επεσήμανε αυτό το πράγμα στον Ενάγοντα ή να προσπαθούσε έστω να του το υποδείξει ή να του ζητήσει τον λόγο για τον οποίο ο Ενάγων προβαίνει σε επιπρόσθετες μετρήσεις χωρίς τη θέληση του. Όχι μόνο δεν είπε τίποτα στον Ενάγοντα για αυτό παρά το γεγονός ότι το αντιλήφθηκε, αλλά ούτε έδωσε στο Δικαστήριο οποιαδήποτε εξήγηση ως προς το γιατί αφού αντιλήφθηκε την κατ’ ισχυρισμό διενέργεια εργασιών χωρίς οδηγίες από τον Εναγόμενο, δεν ανέφερε οτιδήποτε στον Ενάγοντα κατά τον εν λόγω χρόνο.
Περαιτέρω, ενδεικτικό της αδυναμίας της εκδοχής του ήταν και οι αναφορές του στα περί πρόκλησης αναγούλων και εμετών από τη μασέλα που του κατασκεύασε ο Ενάγων. Ειδικότερα, στις λεπτομέρειες αμέλειας που καταλογίζει στον Ενάγοντα, ανέφερε στην παράγραφο 15 Η της ένορκης του δήλωσης ότι η μασέλα του «προκαλεί αναγούλες και εμετούς» ενώ στη συνέχεια, σε άλλο μέρος της ένορκης του δήλωσης και ειδικότερα κατά την παράθεση των λεπτομερειών τραυμάτων που έχει κατ’ ισχυρισμό υποστεί, σε αντίφαση με την προηγούμενη τοποθέτηση του, διαφοροποίησε τη χρονική έκταση των ισχυριζόμενων αναγούλων λέγοντας ότι του προκαλούσε «για ένα μικρό διάστημα» αναγούλες και εμετούς, αναφορά που δεν συνάδει με την προηγούμενη τοποθέτησή του.
Ενδεικτικές της ανειλικρίνειας του ήταν και οι ακόλουθες αναφορές: ενώ ισχυρίζεται στην παράγραφο 4 VI της ένορκης του δήλωσης ότι αναγκάστηκε να επισκεφθεί για θεραπεία άλλο οδοντίατρο (την οποία θεραπεία εν πάση περιπτώσει δεν εξειδικεύει με οποιοδήποτε τρόπο) με αποτέλεσμα να υποστεί κατ’ ισχυρισμό ζημιά, πόνο και ταλαιπωρία, στην παράγραφο 18 της ένορκης του δήλωσης επικαλούμενος οικονομικές δυσκολίες λέει ευθαρσώς ότι δεν υποβλήθηκε σε θεραπεία για τη διόρθωση των δοντιών του αναιρώντας την προηγούμενη τοποθέτησή του ότι έχει ήδη υποβληθεί σε θεραπεία.
Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι αναγκάστηκε να λάβει φαρμακευτική αγωγή και να επισκεφθεί άλλο οδοντίατρο για θεραπεία και αναφέρθηκε μάλιστα και σε συγκεκριμένο ποσό ως έξοδα μελλοντικής θεραπείας χωρίς να εξειδικεύσει με οποιοδήποτε τρόπο τις ρηθείσες αναφορές οι οποίες παρέμειναν γενικές, αόριστες και μη πειστικές.
Δεν έπεισε ούτε η θέση του ότι παρά το ότι εξέφρασε τη δυσαρέσκεια του στον Ενάγοντα εντούτοις του πλήρωσε το συμφωνηθέν τίμημα των €500 ως ισχυρίστηκε. Δεν υπάρχει, ούτε δόθηκε λογική εξήγηση ως προς αυτή του την ενέργεια τη στιγμή που ο ίδιος ένιωθε τόσο έντονα ότι ο Ενάγων είχε παραβεί τις συμβατικές του υποχρεώσεις και ότι είχε επιδείξει αμέλεια προς το πρόσωπο του. Ούτε αναφέρθηκε ότι έκανε την πληρωμή με πλήρη επιφύλαξη των όποιων δικαιωμάτων του. Δεν συνάδει με την κοινή λογική να διατείνεται παράβαση των συμφωνηθέντων και ιατρική αμέλεια εκ μέρους του Εναγόμενου και την ίδια στιγμή να προβαίνει σε πλήρη εξόφληση του, κατά τον ίδιο, συμφωνηθέντος τιμήματος.
Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του ότι αδυνατεί να καταβάλει τα ποσά που απαιτούνται για τη διόρθωση των δοντιών που του συστήθηκε λόγω οικονομικών δυσκολιών δεν έπεισαν αφού οι κατ’ ισχυρισμό δυσκολίες ουδόλως εξειδικεύθηκαν όπως επίσης δεν εξειδικεύθηκε και τι είναι αυτό το οποίο του έχει κατ’ ισχυρισμό συσταθεί. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι ο ίδιος εξακολουθεί να έχει στην κατοχή του τη μασέλα που παραδέχεται ότι εφαρμόστηκε από τον Ενάγοντα με την αναφορά του στην παράγραφο 19 της ένορκης του δήλωσης ότι ήταν πάντοτε και είναι πρόθυμος να την επιστρέψει στον Ενάγοντα να μην πείθει αφού ενώ ο ίδιος παραδέχεται ότι είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ενάγοντα προ της έγερσης της αγωγής (στην οποία αναφέρθηκε ο Ενάγων), στο πλαίσιο της ρηθείσας επικοινωνίας δεν ανέφερε ούτε ισχυρίστηκε ότι ανέφερε στον Ενάγοντα ότι η μασέλα είναι στη διάθεση του Ενάγοντα για σκοπούς επιστροφής της γεγονός που φανερώνει ότι τα περί επιστροφής της μασέλας είναι στην πραγματικότητα προϊόν μεταγενέστερων σκέψεων.
Εξετάζοντας τη μαρτυρία του Εναγόμενου στο σύνολο της και έχοντας δώσει πιο πάνω κάποια ενδεικτικά και μόνο παραδείγματα των αναφορών του, καταλήγω ότι επί των αμφισβητουμένων σημείων η μαρτυρία του δεν ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και, επομένως, την απορρίπτω στην ολότητά της.
Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω ότι τα γεγονότα που συνθέτουν το υπόβαθρο της αγωγής είναι όπως τα έχει καταθέσει ο Ενάγων. Προς αποφυγή επανάληψης, η σύνοψη της μαρτυρίας του Ενάγοντα όπως την έχει παραθέσει το Δικαστήριο πιο πάνω, συνιστά και τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη διαφορά. Με δεδομένα τα πιο πάνω ευρήματα, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο η αποδεκτή μαρτυρία που παρουσιάστηκε από την πλευρά του Ενάγοντα, όπως την έχω συνοψίσει πιο πάνω, είναι επαρκής για να αποδείξει τη βάση της αγωγής του.
Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις και εισηγήσεις τους σε συνάρτηση με το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω θέσει ενώπιον μου τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις αγορεύσεις τους. Νοείται ότι θα εξετάσω τις θέσεις και τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς στο βαθμό που απαιτείται για τις ανάγκες της υπόθεσης έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της αιτιολόγησης δικαστικής απόφασης ειδική αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται.[6] Επισημαίνω, ωστόσο, ότι τα επιχειρήματα αμφότερων των πλευρών υπήρξαν, σε όλη τους την εμβέλεια, αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από το Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει ανάγκη ειδικής επίκλησης τους.[7]
Ως προς το ποιες συμφωνίες συνιστούν συμβάσεις, το άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου (ΚΕΦ.149) διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«10.-(1) Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες~ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών.»
Σε ότι αφορά τις συνέπειες παράβασης σύμβασης το άρθρο 73 (1) του περί Συμβάσεων Νόμου (ΚΕΦ.149) διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης.»
Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης σε ότι αφορά την αγωγή φέρει ο Ενάγων και σε ότι αφορά την ανταπαίτηση, ο Εναγόμενος. Αμφότεροι οφείλουν να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής (2001) 1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).
Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά. (1991) 1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Ταυτόχρονα, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων.
Στην Έκθεσης Υπεράσπιση και Ανταπαίτησης, ο Εναγόμενος επικαλείται ότι τυγχάνει εφαρμογής ο κανόνας res ipsa loquitur. H εν λόγω αρχή, η οποία αποτελεί κανόνα απόδειξης, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου ο Ενάγων αδυνατεί να αποδείξει αμέλεια εναντίον του Εναγόμενου με την προσκόμιση μαρτυρίας για τις πράξεις ή παραλείψεις του Εναγόμενου, γιατί τα απαιτούμενα στοιχεία μαρτυρίας είναι στην αποκλειστική γνώση του Εναγόμενου. Όποτε εφαρμόζεται η εν λόγω αρχή, ο Ενάγων αποδεικνύει μόνο το αποτέλεσμα της πράξης και το βάρος απόδειξης μεταφέρεται στον Εναγόμενο, για να δώσει μια λογική εξήγηση ότι δεν ήταν αμελής.
Το Ανώτατο Δικαστήριο στην ΜΑΡΚΟΥ ΜΑΡΚΑΡΗ v. ΜΑΡΚΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ, Πολιτική Έφεση Αρ. 314/2014, 14/6/2022, ECLI:CY:AD:2022:D240 επεσήμανε χαρακτηριστικά τα ακόλουθα σε σχέση με τον τρόπο εφαρμογής αυτού του κανόνα απόδειξης:
«Η αρχή ή, ακριβέστερα, ο κανόνας απόδειξης res ipsa loquitur μεταφέρθηκε από το αγγλικό δίκαιο στο κυπριακό με το άρθρο 55 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προβλέπει:
«55. Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά την οποία αποδεικνύεται-
(α) O ενάγοντας στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης των πραγματικών περιστατικών, τα οποία προκάλεσαν το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά, και
(β) ότι η ζημιά προκλήθηκε από ιδιοκτησία, επί της οποίας ο εναγόμενος είχε πλήρη έλεγχο,
και κρίνεται από το Δικαστήριο ότι η επέλευση του συμβάντος που προκάλεσε τη ζημιά συνδέεται περισσότερο με το γεγονός ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει εύλογη επιμέλεια παρά προς την καταβολή τέτοιας επιμέλειας, ο εναγόμενος φέρει το βάρος της απόδειξης του ότι δεν υφίστατο αμέλεια για την οποία αυτός ευθύνεται σε σχέση με το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά.»
Ως προς τον τρόπο εφαρμογής του κανόνα, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο ακόλουθα απόσπασμα από την D. Skaros Enterprises Ltd v Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου, Πολιτική Έφεση Αρ. 496/2012, ημερ. 26.9.2019, ECLI:CY:AD:2019:A394, ECLI:CY:AD:2019:A394:
«Ο τρόπος εφαρμογής του εν λόγω κανόνα αποτέλεσε, διαχρονικά, αντικείμενο εξέτασης σε σωρεία υποθέσεων, με διάφορες διατυπώσεις, σχετικά. Γίνεται ευρεία ανασκόπηση και συζήτησή τους στην εντελώς πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης, ως Εκκαθαριστής της Εταιρείας G.S.K. Mechanical Services Ltd κ.ά. v. Αντώνη Αντωνίου κ.ά., Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 377/2012 και 383/2012, 20.9.2019, ECLI:CY:AD:2019:A382, ECLI:CY:AD:2019:A382. ΄Ολες οι διατυπώσεις συγκλίνουν προς τη γενική αντίληψη ότι, εφόσον ο κανόνας αυτός τυγχάνει εφαρμογής, από κάποιο στάδιο και μετά, το βάρος απόδειξης μεταφέρεται στον εναγόμενο να καταδείξει ότι δεν υφίσταται αμέλεια από μέρους του. Το στάδιο τούτο, ασφαλώς, έπεται της απόδειξης, από μέρους του ενάγοντος, ότι υπάρχει αμέλεια από μέρους του εναγομένου. Τέτοιο συμπέρασμα είναι το αποτέλεσμα ευλόγων υποθέσεων, οι οποίες συνάγονται από τη μαρτυρία την οποία το δικαστήριο έχει ενώπιόν του.»
Έχει περαιτέρω νομολογιακά καθιερωθεί ότι εφαρμογή του κανόνα res ipsa loquitur δεν συνάδει με την προσκόμιση μαρτυρίας για την απόδειξη της αμέλειας του εναγόμενου.[8] Στην υπόθεση Αθανασίου ν. Κουνούνη (ανωτέρω) λέχθηκε ότι η αρχή res ipsa loquitur δεν τυγχάνει εφαρμογής στις περιπτώσεις όπου ο Ενάγων επιχειρεί με την προσαγωγή μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων να αποδείξει την ιατρική αμέλεια. Η εν λόγω απόφαση υιοθετήθηκε στην υπόθεση Πέτρου Πέτρος Σ. και Άλλος ν. Νίκου Θεμιστοκλέους (2003) 1 ΑΑΔ 1426 και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κατερίνα Σάββα ν. Σίμου Κυριακίδη (2008) 1 ΑΑΔ 83.
Στην υπό εξέταση περίπτωση, ο Εναγόμενος (και εξ ανταπαιτήσεως Ενάγων) δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως μη έχοντας γνώση των πραγματικών περιστατικών τα οποία προκάλεσαν το κατ’ ισχυρισμό συμβάν το οποίο οδήγησε στην κατ’ ισχυρισμό ζημιά, αλλά πέραν των δικογραφημένων λεπτομερειών αμέλειας, ο ίδιος παρουσίασε θετική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου παραθέτοντας μάλιστα σχετικές λεπτομέρειες αμέλειας, καταλογίζοντας συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις στον Εναγόμενο προς στοιχειοθέτηση της θέσης του περί επίδειξης αμέλειας έναντι του. Με άλλα λόγια, ο Εναγόμενος και εξ ανταπαιτήσεως ενάγων στην υπό κρίση αγωγή προσκόμισε μαρτυρία η οποία αποσκοπούσε στην απόδειξη αμέλειας εκ μέρους του Ενάγοντα και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου κατά θετικό τρόπο ως προσπάθεια απόδειξης των συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεων που ρητά καταλόγιζε στον Ενάγοντα και εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενο.
Υπό αυτές τις περιστάσεις, είναι κατά την κρίση του Δικαστηρίου σαφές ότι η αρχή res ipsa loquitur δεν μπορεί εν προκειμένω να εφαρμοστεί. Το βάρος απόδειξης της κατ’ ισχυρισμό αμέλειας παραμένει στον Εναγόμενο και εξ ανταπαιτήσεως Ενάγοντα και δεν έχει μεταφερθεί στους ώμους του Ενάγοντα και εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενου. Εν πάση περιπτώσει, ανατρέχοντας στο γραπτό κείμενο της αγόρευσης των συνηγόρων του Εναγόμενου διαπιστώνεται ότι δεν έχει προωθηθεί οποιαδήποτε εισήγηση ότι τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής αυτός ο κανόνας απόδειξης με τρόπο ώστε να καθίσταται σαφές ότι η θέση αυτή έχει εγκαταλειφθεί.
Είναι η κρίση και η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η ποιότητα της μαρτυρίας του Ενάγοντα στοιχειοθετεί, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων το αγώγιμο δικαίωμα επί του οποίου εδράζει την αξίωση του. Τα γεγονότα που παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα οποία έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο και έχουν καταστεί ευρήματα του Δικαστηρίου αποδεικνύουν επαρκώς τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου. Τα γεγονότα καταδεικνύουν περαιτέρω ότι ο Ενάγων εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις παρέχοντας τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες στη βάση της επίδικης συμφωνίας. Κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, ο Εναγόμενος δεν κατέβαλε το συμφωνηθέν τίμημα με αποτέλεσμα η συμπεριφορά του Εναγόμενου να συνιστά παράβαση της συμφωνίας των μερών δίδοντας δικαίωμα στον Ενάγοντα να διεκδικεί αποζημίωση για τη ζημιά που έχουν υποστεί συνεπεία της παράβασης. Η ζημιά αυτή ισούται με το υπόλοιπο της συμφωνηθείσας αμοιβής.
Ακολουθεί από τα πιο πάνω ότι ο Ενάγων έχει αποδείξει τόσο τη βάση αγωγής του όσο και το ποσό των €1.220 οποίο αξιώνει.
Σε ότι αφορά την ανταπαίτηση, ο Εναγόμενος δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους του αφού ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας του από το Δικαστήριο δεν υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία που θα μπορούσε να κλίνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων.[9] Συνακόλουθα, η ανταπαίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη.
Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €1.220 πλέον νόμιμο τόκο από την ημέρα καταχώρισης της αγωγής, ήτοι 9/9/2020, μέχρι εξόφλησης. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται.
Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, τα έξοδα τόσο της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης επιδικάζονται προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ενόψει του ότι απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, τα έξοδα, εκεί όπου είναι κοινά για απαίτηση και ανταπαίτηση, θα είναι περιορισμένα σε ένα κονδύλι εξόδων.[10]
(Υπ.)......................................
Μ. Λ. Λοΐζου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 35.
[2] Pissis Ltd v. La Baguette Boulangerie- Patisserie Ltd (ανωτέρω), Ιωάννης Τσιάττες v. Kokis Solomonides (Cartridges Industries) Ltd, (2009) 1 ΑΑΔ 974, 16 Ιουλίου, 2009.
[3] Scott Graham Brierley v. Αστυνομίας, (2012) 2 ΑΑΔ 476, ημερ. 19/7/12, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179, Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:C35.
[4] Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454, Ιωάννου ν. Κουννίδη (1998) 1 Α.Α.Δ. 1215
[5] Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614)
[6] Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. Αρ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:B4 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490.
[7] BITONIC LTD v. BΑNK OF MOSCOW-BANK JOINT STOCK COMPANY ΠΡΩΗΝ JOINT STOCK COMMERCIAL BANK "BANK OF MOSCOW" (OPEN JOINT-STOCK COMPANY), Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 117/2018, 16/3/2022
[8] Φιλίππου Βασίλης και Άλλοι ν. Ντάνη Τσολάκη και Άλλων (2006) 1 ΑΑΔ 1188, Κουρσουμά ν. Κοσμά (1991) 1 Α.Α.Δ. 973, Σολέας ν. Σολέα (1999) 1(Β) Α.Α.Δ. 904, Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614 και Χατζηπαύλου ν. Ιντζιρτζιάν κ.ά. (2004) 1(Β) Α.Α.Δ. 1278).
[10] Theomaria Estates Ltd ν. Samuel Mason και Άλλων, (2005) 1 Α.Α.Δ. 256.