ECLI:CY:EDLEF:2022:A387
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 4871 /2014
E.G.S Flooring Ltd
ενάγουσας
-και-
EDEX – Educational Excellence Corporation Ltd
εναγομένης
……………………………………..
Ημερομηνία: 25, Νοεμβρίου, 2022
Εμφανίσεις:
Για την ενάγουσα: κα Χ. Λειβαδιώτου
Για την εναγόμενη: κ. Κωνσταντίνου με κα Μιχαηλίδου
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Εισαγωγή
Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αξίωση της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης για το ποσό των € 9.202,07, πλέον τόκο προς 9%, δυνάμει εκκαθαρισμένου λογαριασμού και/ή δυνάμει τιμολογίων και/ή δυνάμει πωληθέντων προϊόντων.
Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί
Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση, όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (1991) 1 A.Α.Δ 24. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη (2003) 1 ΑΑΔ 670. Λογική απόρροια της πιο πάνω αρχής είναι το ότι είναι δυνατή η εξαγωγή παραδεκτών γεγονότων από τη δικογραφία. Ως προς τη δυνατότητα παραδοχής γεγονότων μέσω των δικογράφων παραπέμπω, ενδεικτικά, στην απόφαση Χρίστου ν. Khoreva (2001) 1 Α.Α.Δ 1874.
Η ενάγουσα στην έκθεση απαίτησής της ισχυρίστηκε ότι περί τον Δεκέμβριο του 2003 συμφώνησε με την εναγόμενη όπως την προμηθεύσει με διάφορα υλικά και/ή προχωρήσει με την εφαρμογή χαλιών σε οικοδομή της εναγομένης. Η ενάγουσα στη βάση τις πιο πάνω συμφωνίας εξέδωσε δύο waybill και δύο τιμολόγια συνολικής αξίας € 9.202,07. Ήταν ρητός και/ή εξυπακούομενος όρος της πιο πάνω συμφωνίας ότι τα οφειλόμενα ποσά εάν δεν εξοφλούνταν σε ένα μήνα θα έφεραν τόκο 9% ετησίως. Στις 27.7.2004 ο λογαριασμός της εναγομένης παρουσίαζε υπόλοιπο εκ € 9.202,07.
Η εναγόμενη στην υπεράσπισή της αρνήθηκε ήταν πελάτης της ενάγουσας. Ισχυρίστηκε, ότι τον ουσιώδη χρόνο είχε συνεργασία με την εταιρεία lois builders ltd στην οποία ανέθεσε της ανέγερση κτηριακού συγκροτήματος. Η ενάγουσα ενεργούσε υπό την ιδιότητα του υπεργολάβου της εταιρείας Lois Builders Ltd.
Η ενάγουσα στην απάντηση στην υπεράσπιση ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη ήταν πελάτης της από το 1996. Δέχθηκε ότι η εναγόμενη ανάθεσε στην εταιρεία Lois Builders Ltd το επίδικο έργο και ότι η ενάγουσα συμμετείχε σε αυτό ως υπεργολάβος της εν λόγω εταιρείας. Όμως ισχυρίστηκε ότι παρέδωσε και τοποθέτησε τα επίδικα προϊόντα κατόπιν εντολής της εναγομένης.
Μέσα από τα δικόγραφα προκύπτει ότι το ουσιώδες επίδικο ζήτημα είναι το κατά πόσο υφίσταται συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων.
Γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων
Πέραν από τα αυστηρώς παραδεκτά γεγονότα είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες, επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179. Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας συνήθως υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.2015.
Στην υπό κρίση υπόθεση, μέσα από τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων προκύπτει ότι η εναγόμενη ανέθεσε την εκτέλεση κατασκευαστικών εργασιών στην εταιρεία Lois Builders Ltd και η ενάγουσα συμμετείχε σε αυτές ως υπεργολάβος.
Περαιτέρω, μέσα από τους χειρισμούς των διαδίκων, κατά την ακρόαση, προκύπτει ότι δεν αμφισβητήθηκε η αξία των επίδικων προϊόντων και ότι αυτά τοποθετήθηκαν σε οικοδομή ιδιοκτησίας της εναγομένης.
Η ουσία της διαφωνίας μεταξύ των μερών έγκειτο, ως και οι έγγραφες τους προτάσεις υποδεικνύουν, στο κατά πόσο υπήρξε συμβατική σχέση μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης.
Μαρτυρία
Προς απόδειξη της υπόθεσης της ενάγουσας έδωσε μαρτυρία ο διευθυντής αυτής ως ΜΕ1. Ο μάρτυρας κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Α. Κατά την κυρίως εξέτασή του, κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος και πιστοποιητικό έρευνας από τον Έφορο Εταιρειών σε σχέση με τους αξιωματούχους της ενάγουσας. Επίσης, κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 σχετική προσφορά για την προμήθεια συγκεκριμένου τύπου και ποσότητας χαλιών. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήρια 3 και 4 τιμολόγια που εκδόθηκαν επ’ ονόματι της εναγομένης, ημερομηνίας 14.5.2004 και 27.7.2004, αντίστοιχα. Επιπροσθέτως, κατέθεσε ως Τεκμήρια 5 και 6 δυο waybill, ημερομηνίας 14.4.2004 και 14.5.2004 αντίστοιχα. Επιπλέον, κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 επιστολή προς την εναγόμενη, ημερομηνίας 17.5.2010, ως Τεκμήριο 8 κατάσταση λογαριασμού, ημερομηνίας 31.12.2010, ως Τεκμήριο 9, κατάσταση λογαριασμού, ημερομηνίας 2.5.2012. Τέλος, κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 επιστολή ημερομηνίας 30.4.2014, ως Τεκμήριο 11 επιστολή ημερομηνίας 20.5.2014 και ως Τεκμήριο 12 κατάσταση του λογαριασμού της ενάγουσας στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, για την περίοδο από 1.12.2017 μέχρι 29.12.2017.
Περαιτέρω, αναφέρθηκε στις κατ’ ισχυρισμόν υπηρεσίες που παρείχε η ενάγουσα προς την εναγόμενη. Ήταν η θέση του ότι η εναγόμενη μέσω της αρμόδιας υπαλλήλου της ζήτησε προσφορά από την ενάγουσα. Αναφέρθηκε επίσης στις συνθήκες παραγγελίας των επίδικων προϊόντων και ήταν η θέση του ότι η ενάγουσα παρείχε τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες και προϊόντα ως η συμφωνία των μερών. Επιπλέον, αναφέρθηκε στις κατ’ ισχυρισμόν συνθήκες υπό τις οποίες η ενάγουσα ζήτησε πληρωμή από την εταιρεία Lois Builders ltd.
Κατά την αντεξέτασή του επέμεινε ότι υπήρχε συμβατική σχέση μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης. Δήλωσε ότι η ενάγουσα παρείχε συχνά σε κατασκευαστικές εργασίες χωρίς να έχει κάνει συμβόλαιο. Συμφώνησε ότι υπέγραψε συμβόλαιο εργολάβου - υπεργολάβου με την εταιρεία Lois Builders ltd. Επιπλέον κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13 κατάσταση λογαριασμού εκδοθείσα από την ενάγουσα προς την εταιρεία Lois Builders ltd. Ήταν η θέση του ότι έδωσε τη σχετική κατάσταση λογαριασμού στην εταιρεία Lois Builders ltd για να την πληρώσει, κατόπιν παράκλησης της εναγομένης. Συμφώνησε ότι τα επίδικα τιμολόγια και waybills καταγράφονται και στο Τεκμήριο 13. Επέμεινε, όμως, ότι ζητούσε πληρωμή από τον κυρίως εργολάβου του έργου, επειδή του το ζήτησε η υπάλληλος της εναγομένης. Επιπλέον κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, συμφωνητικό μεταξύ εναγόμενης και Lois Builders Ltd, ως Τεκμήριο Β προς αναγνώριση επιστολή της εταιρείας Lois Builders Ltd, ημερομηνίας 26.1.2022, προς την εναγόμενη και ως Τεκμήριο Γ προς αναγνώριση, επιστολή της εταιρείας Lois Builders Ltd, ημερομηνίας 27.2.2004, προς την ενάγουσα.
Εκ μέρους της εναγομένης μαρτυρία έδωσε η Β. Μακρίδη, υπάλληλος της εναγομένης, ως ΜΥ1. Η ΜΥ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως έγγραφο Β. Η μάρτυρας αναφέρθηκε στη σχέση της εναγομένης με την Lois Builders ltd και ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα ήταν απλός υπεργολάβος. Αναφέρθηκε, επίσης, στις συνθήκες υπό τις οποίες σημείωσε τις οδηγίες «παρακαλώ προχωρήστε» στην προσφορά που εξέδωσε η εννοούσα και στην ακολουθητέα διαδικασία σε περίπτωση επιλογής διαφόρων υλικών εκ μέρους του ιδιοκτήτη του έργου και κάποιου εργολάβου. Η μάρτυρας αναγνώρισε τα Τεκμήρια Α, Β και Γ προς αναγνώριση τα οποία κατέστησαν Τεκμήρια 14,15 και 16 αντίστοιχα.
Κατά την εξέταση της αναφέρθηκε στη γνωριμία της με το διευθυντή της ενάγουσας και ότι πάντα η ενάγουσα ενεργούσε ως υπεργολάβος σε διάφορες εργασίες που γίνονταν στα υποστατικά της εναγομένης. Επέμεινε ότι η ενάγουσα συμβατική σχέση είχε με την εταιρία Lois Builders ltd. Iσχυρίστηκε ότι οποιαδήποτε παραγγελία έγινε, αυτή έγινε στο πλαίσιο επιλογής υλικών για το έργο. Η αναφορά της «παρακαλώ προχωρήστε» είχε την έννοια του ότι θα έπρεπε να υποβάλει παραγγελία ο εργολάβος του έργου. Ισχυρίστηκε, επιπλέον, ότι όλοι οι υπεργολάβοι πληρώνονταν μέσω του κυρίως εργολάβου και δεν έγινε οποιαδήποτε ξεχωριστή συμφωνία για την τοποθέτηση χαλιών. Δεν γνώριζε όμως την ακριβή συμφωνία μεταξύ κυρίως εργολάβου και ενάγουσας. Επέμεινε, ότι ουδέποτε παρακάλεσε τον διευθυντή της ενάγουσας να αποταθεί στον κυρίως εργολάβο.
Εισηγήσεις των Διαδίκων
Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προωθώντας ο καθένας τις θέσεις του. Το Δικαστήριο έχει κατά νου το περιεχόμενο των ικανών αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων και αναφορά στα επιμέρους επιχειρήματα θα γίνει όπου κριθεί αναγκαίο κατωτέρω.
Αξιολόγηση Μαρτυρίας
Κατ’ αρχάς τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd (2009) 1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.2015, ECLI:CY:AD:2015:A803.
Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797.
Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou (1986) 1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva (2002) 1(A) Α.Α.Δ. 45.
Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, ECLI:CY:AD:2017:C35, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας.
Διευκρινίζω επίσης ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640.
Με γνώμονα τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές προχωρώ με την αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας.
Αξιολόγηση μαρτυρίας Μ.Ε.1
O ΜΕ 1 ήταν ο διευθυντής της ενάγουσας. Ο μάρτυρας δεν προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και η μαρτυρία του στερείται συνοχής και πειστικότητας και χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις.
Συγκεκριμένα, η θέση του ότι η ενάγουσα διατηρούσε συμβατική σχέση με την εναγόμενη για την παροχή των προϊόντων και υπηρεσιών που παρείχε, δεν υποστηρίζεται από την ενώπιόν μου έγγραφη μαρτυρία. Συγκεκριμένα το αξιούμενο ποσό αποτελεί το άθροισμα των ποσών των Τεκμηρίων 3,4,5 και 6. Εξ αυτών τα Τεκμήρια 3 και 4 είναι τιμολόγια και τα Τεκμήρια 5 και 6 waybill. Ταυτόχρονα, όμως, τα εν λόγω τιμολόγια και way bill συμπεριλαμβάνονται στην κατάσταση λογαριασμού, ημερομηνίας 18.10.2006, που υπέβαλε η ενάγουσα προς τον κυρίως εργολάβο του έργου. Παρά ταύτα η ενάγουσα αξίωσε το πιο πάνω ποσό και από την εναγόμενη μέσω επιστολής της, ημερομηνίας 17.5.2010, Τεκμήριο 13. Επομένως, προκύπτει ότι η ενάγουσα αξίωσε πληρωμή τόσο από την εναγόμενη όσο και από τον κυρίως εργολάβο του έργου. Η πιο πάνω σειρά γεγονότων αφίσταται της λογικά αναμενόμενης πορείας των πραγμάτων, αφού αναμένεται από τον οποιοδήποτε συναλλασσόμενο να αποτείνεται στον αντισυμβαλλόμενο του για πληρωμή. Το γεγονός ότι η ενάγουσα αποτάθηκε σε δυο διαφορετικά πρόσωπα για πληρωμή δημιουργεί μια νεφελώδη εικόνα ως προς το πραγματικό πρόσωπο του αντισυμβαλλομένου της. Επίσης, η εξήγηση που επιχείρησε να δώσει ο ΜΕ1 για τα πιο πάνω δεν μπορεί να είναι πειστική. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι αποτάθηκε στον κυρίως εργολάβο, επειδή του ζήτησε η πλευρά της εναγομένης. Όμως, ο ΜΕ1 ως πρόσωπο έμπειρο στις συναλλαγές όφειλε να γνωρίζει ποιος ήταν ο αντισυμβαλλόμενος του και να μην πράττει άκριτα ότι του ζητείται. Επιπλέον, στο ίδιο το Τεκμήριο 13 φαίνεται να αξιώνεται πληρωμή για τα επίδικα τιμολόγια, από τον κυρίως εργολάβο, ως επιπλέον εργασίες. Η κατηγοριοποίηση των ποσών που προκύπτουν από τα Τεκμήρια 3 και 4 , ως κόστος επιπλέον εργασιών δεν συμβαδίζει με τον ισχυρισμό ότι αξιώθηκε πληρωμή κατόπιν παράκληση της εναγόμενης. Η κοινή πείρα και λογική διδάσκουν ότι, για να υπάρξουν επιπλέον εργασίες υφίσταται προγενέστερη συμφωνία και οι εκάστοτε εργασίες είναι επιπλέον των συμφωνηθέντων. Επίσης, τέτοιες επιπλέον εργασίες αξιώνονται από τον αντισυμβαλλόμενο εκάστου μέρους και όχι από τρίτο. Επομένως, ο χαρακτηρισμός των ποσών που προκύπτουν από τα Τεκμήρια 3 και 4, ως επιπλέον εργασίες της συμφωνίας μεταξύ ενάγουσας και κυρίως εργολάβου, καθιστά μη πειστική την εκδοχή του περί ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης. Επιπλέον τα Τεκμήρια 5 και 6 way bill εκδόθηκαν ευθύς εξ αρχής επ’ ονόματι του κυρίως εργολάβου. Επομένως, το γεγονός ότι τα επίδικα τιμολόγια κατηγοριοποιήθηκαν ως κόστος επιπλέον εργασιών μεταξύ ενάγουσας και κυρίως εργολάβου ενώ τα επίδικα way bill εκδόθηκαν ευθύς εξ αρχής επ’ ονόματι του κυρίως εργολάβου, καθιστούν για ακόμα ένα λόγο μη πειστική τη θέση του ΜΕ1 περί ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενης.
Επιπροσθέτως, μέσα από την έγγραφη μαρτυρία που κατέθεσε ο ΜΕ1 όχι μόνο δεν επιβεβαιώνεται η θέση του αλλά αντιθέτως καταρρίπτεται. Συγκεκριμένα, κατά τη μαρτυρία του ο ΜΕ1 κατέθεσε δυο καταστάσεις λογαριασμών. Η μια Τεκμήριο 8 και η άλλη Τεκμήριο 9. Στο Τεκμήριο 8, ημερομηνίας 31.12.2010, καταγράφεται ως εκ μεταφοράς υπόλοιπο το ποσό των € 1,965.80 και το ποσό των €14.720,87 δυνάμει χρέωσης, ημερομηνίας 17.5.2010. Την ίδια στιγμή η ενάγουσα με επιστολή της, ημερομηνίας 17.5.2010, Τεκμήριο 7, αξιώνει το επίδικο ποσό από την εναγόμενη. Ακολούθως, στο Τεκμήριο 9 καταγράφεται μόνο ως οφειλόμενο το ποσό των € 14.720,87 που προέκυψε από εγγραφή ημερομηνίας 17.5.2010. Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι στις μεταγενέστερες καταστάσεις λογαριασμού δεν εμφαίνεται το κατ’ ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό. Σημειώνεται ότι ο μάρτυρας υποστήριξε τη θέση του με αναφορά στα Τεκμήρια 7, 8 και 9, τα οποία όμως δεν επιβεβαιώνουν το ένα το άλλο. Αναμένετο πως, εάν όντως ίσχυαν οι θέσεις του ΜΕ1, οι εγγραφές επί των καταστάσεων λογαριασμών να συνήδαν με τους ισχυρισμούς του. Το γεγονός ότι δεν συνάδουν προσθέτει στην γενικότερη εικόνα ασάφειας και έλλειψης πιεστικότητας που χαρακτηρίζει τη μαρτυρία του. Επίσης, αναμένετο πως το αξιούμενο ποσό να φαινόταν το ίδιο σε όλα τα Τεκμήρια που κατέθεσε η πλευρά της ενάγουσας.
Ταυτόχρονα, εάν όντως το αξιούμενο ποσό οφειλόταν από την εναγόμενη, αναμένετο αυτό να εμφαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού που τηρούσε η ενάγουσα. Το πιο πάνω κενό δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να δεχθεί την εκδοχή του ΜΕ1 ούτε ως προς την ύπαρξη σύμβασης ούτε ως προς την ύπαρξη οφειλής από μέρους της εναγομένης.
Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω κρίνω ότι είναι ακροσφαλές να βασιστώ στη μαρτυρία του ΜΕ1 για την εξαγωγή ευρημάτων ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα.
Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ1
Η ΜΥ1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από ευθύτητα σταθερότητα, πειστικότητα και συνάδει με την ενώπιόν μου έγγραφη μαρτυρία.
Οι θέσεις της, ότι η εναγόμενη συμφώνησε με την εταιρεία Lois Builders Ltd για την κατασκευή συγκεκριμένου έργου δεν έχει αμφισβητηθεί και συνάδει με το Τεκμήριο 14, ήτοι τη σχετική έγγραφη συμφωνία. Περαιτέρω, η θέση της ότι η ενάγουσα ήταν ουσιαστικά υπεργολάβος του έργου δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Τέλος η βασική της θέση πως οποιαδήποτε τιμολόγια θα έπρεπε να αποστέλλονταν από την ενάγουσα προς τον κυρίως εργολάβο συνάδει με το Τεκμήριο 13 που κατατέθηκε από τον ίδιο τον ΜΕ1 στην αντεξέταση του, μέσω του οποίοι ζητείτο πληρωμή από τον κυρίως εργολάβο του έργου.
Η εξήγηση της ότι η αναγραφή επί του Τεκμήριο 2 της φράσης « ok please proceed» είχε την έννοια ότι τα προιόντα έπρεπε να παραγγελθούν από τον κυρίως εργολάβο, συνάδει με το σύνολο της ενώπιόν μου έγγραφης μαρτυρίας. Συγκεκριμένα συνάδει με το Τεκμήριο 13 όπου τα ποσό των τιμολογίων απαιτήθηκαν ως κόστος επιπλέον εργασιών και από τα way bill, Τεκμήρια 5 και 6 που εκδοθήκαν επ’ ονόματι του κυρίως εργολάβου ευθύς εξ αρχής. Περαιτέρω, στις τελευταίες καταστάσεις λογαριασμού που κατέθεσε η ενάγουσα δεν εμφαίνεται πουθενά οποιαδήποτε χρέωση για τα προϊόντα που αφορούν τα Τεκμήρια 3,4 ,5 και 6.
Επομένως κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της ΜΥ1 για την εξαγωγή ευρημάτων.
Ευρήματα
Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών και της πιο πάνω αξιολόγησης, προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.
Η εναγόμενη εταιρεία δυνάμει γραπτής συμφωνίας, ανέθεσε στην εταιρεία Lois Builders Ltd την οικοδόμηση και ανέγερση κτιριακού συγκροτήματος. Η ενάγουσα ενεργούσε ως υπεργολάβος του κυρίως εργολάβου. Η ενάγουσα εκτέλεσε διαφορές εργασίες στο εν λόγω έργο. Μεταξύ άλλων εκτέλεσε και τις εργασίες που αφορούν τα τιμολόγια, Τεκμήρια 3 και 4, και τα way bill Τεκμήρια 5 και 6.
Η εναγόμενη μέσω του Τεκμήριου 13 αξίωσε πληρωμή από τον κυρίως εργολάβο του έργου. Μέσω του Τεκμήριου 7 αξίωσε πληρωμή και από την εναγόμενη.
Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ στην εξέταση της νομικής πτυχής της υπόθεσης.
Νομική Πτυχή
Όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά. (1991) 1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του.
Το επίπεδο απόδειξης των ισχυρισμών του εκάστοτε ενάγοντα βρίσκεται στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής (2001) 1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).
Επιπλέον, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κύπρος Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd Π.Ε 477/11, ημερομηνίας 15.12.2016, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης.
Συνεπώς, το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαρύνει μόνο με βάση τη μαρτυρία που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη.
Στην υπό κρίση υπόθεση η αξίωση της ενάγουσας ερείδεται σε κατ’ ισχυρισμό σύμβαση στη βάση της οποίας η ενάγουσα προμήθευσε και τοποθέτησε συγκεκριμένα προϊόντα στην υπό ανέγερση οικοδομή της εναγόμενης. Στη βάση της πιο πάνω συμφωνίας προέκυψε το συγκεκριμένο αξιούμενο χρέος. Σημειώνεται ότι, δεν αμφισβητείται η αξία των επίδικων προϊόντων. Αυτό που αμφισβητήθηκε ήταν η ύπαρξη συμφωνίας.
Όπως καταγράφεται στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου το Δίκαιο των Συμβάσεων, 1η έκδοση, τόμος Α, σελίδες 81-97, τα Δικαστήρια διαπιστώνουν στην πράξη τη συνομολόγηση της σύμβασης όχι με ανίχνευση των πραγματικών προθέσεων των μερών αλλά με τις εύλογες εντυπώσεις που αποκομίζει κάποιος αντικειμενικός παρατηρητής από τη συμπεριφορά των μερών.
Στην καλά γνωστή αυθεντία Γεωργίου Ειρήνη ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (1998) 1 ΑΑΔ 1794, υποδείχθηκαν τα ακόλουθα ως προς το κριτήριο για την κατάληξη σε συμπέρασμα περί συνομολόγησης νομικά δεσμευτικής σύμβασης:
«Αν δύο πρόσωπα δημιουργούν με τις ενέργειες και την εν γένει συμπεριφορά τους την εντύπωση σε κάποιον ανεξάρτητο τρίτο ότι, με τις επαφές που είχαν, κατέληξαν σε μια άλφα σύμβαση, τότε η σύμβαση θεωρείται ως έγκυρη και δεσμευτική παρά τις τυχόν περί του αντιθέτου πραγματικές προθέσεις του ενός ή του άλλου (objective test of intention or agreement).»
Από το πιο πάνω απόσπασμα εξάγεται το συμπέρασμα, ότι το κριτήριο για την κατάληξη στο εάν τελικά καταρτίσθηκε ή όχι κάποια σύμβαση είναι αντικειμενικό. Για σκοπούς της παρούσας, είναι απαραίτητο να εξεταστεί το κατά πόσο μέσα από το ενώπιόν μου υλικό προκύπτει ότι οι διάδικοι κατήρτισαν σύμβαση με το επικαλούμενο από την ενάγουσα περιεχόμενο.
Ως είναι καλά νομολογημένο τα τιμολόγια από μόνα τους δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική αξία. Ενδεικτικά παραπέμπω στην απόφαση Palatino Development Ltd v. Telectronics Com Ltd (2002)1 B A.A.Δ. 962.
Περαιτέρω, ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι η απόφαση Θεοδώρου Θεόδωρος v. Χριστάκη Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ (2003) 1 Α.Α.Δ. 1492, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:
«Το τιμολόγιο δε συνιστά μαρτυρία για την εργασία η οποία έγινε, αλλά σημείωση γι’αυτή, η οποία συναρτάται με τη γνώση του γράφοντος γι’αυτά που κατέγραψε. Ως φαίνεται, το Δικαστήριο εξίσωσε το τιμολόγιο, με συμφωνία, από την οποία απορρέει η υποχρέωση για την οφειλή.»
Επιπροσθέτως, ο λογαριασμός εμπορευόμενου δεν συνιστά απόδειξη του χρέους, από μόνος του, αλλά απαιτείται απόδειξη των στοιχείων που τον συγκροτούν. Σχετικές είναι οι αποφάσεις A. L. Mantovani & Sons Ltd. v. Christis Travel & Tourism Ltd (1999)1 Α.Α.Δ. 156 και Παναγιώτης Μαστρης Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ (2006) 1 Α.Α.Δ 728.
Συνακόλουθα, η ύπαρξη των τιμολογίων και της κατάστασης λογαριασμού δεν επαρκούν από μόνα τους, ώστε να καταλήξει το Δικαστήριο σε εύρημα περί καταρτισμού σύμβασης. Απαιτείτο η ύπαρξη αξιόπιστης μαρτυρίας που να οδηγούσε σε τέτοιο συμπέρασμα. Όμως στην υπό κρίση υπόθεση δεν υφίσταται αξιόπιστη μαρτυρία που να κατατείνει σε τέτοιο συμπέρασμα, αφού η σχετική μαρτυρία του ΜΕ1 δεν έγινε αποδεκτή. Η απουσία αξιόπιστης μαρτυρίας ως προς την ύπαρξη συμφωνίας καθιστά την αγωγή απορριπτέα από μόνη της.
Εν πάση περίπτωσει, υπό τις περιστάσεις της παρούσας, δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα περί καταρτισμού σύμβασης μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενης, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. με μόνη την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν μου.
Συγκεκριμένα, ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκονται κατατεθειμένα δυο τιμολόγια, δυο waybill μια κατάσταση λογαριασμού επ’ ονόματι της εταιρείας Lois Builders, η οποία περιλαμβάνει τα πιο πάνω και δυο καταστάσεις λογαριασμού επ’ ονόματι της εναγομένης, οι οποίες δεν τα περιλαμβάνουν. Επίσης τα δυο way bill έχουν εκδοθεί επ’ ονόματι της εταιρείας Lois Builders Ltd.
Το γεγονός ότι κάποια εκ των εγγράφων που κατ’ ισχυρισμόν υποστυλώνουν το αξιούμενο χρέος έχουν εκδοθεί επ’ ονόματι τρίτου προσώπου και ότι το σύνολο του αξιούμενου ποσού ζητήθηκε αρχικά από τρίτο πρόσωπο, μετά ζητήθηκε από την εναγόμενη ενώ εν τέλει αυτό δεν παρουσιάζεται καν ως οφειλόμενο από αυτή, δεν επιτρέπουν στον μέσο αντικειμενικό απαρατήρητη να συναγάγει ότι καταρτίσθηκε σύμβαση μεταξύ των ενάγουσας και εναγομένης.
Υπό το φως των πιο πάνω, το Τεκμήριο 2, έντυπο προσφοράς, δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα περί καταρτισμού σχετικής σύμβασης.
Αφ’ ης στιγμής δεν έχει αποδειχθεί ο καταρτισμός σύμβασης, το γεγονός της έκδοσης τιμολογίων και καταστάσεων λογαριασμού δεν μπορεί να οδηγήσει απόδειξη του χρέους.
Το ίδιο ισχύει και για το σκέλος της αξίωσης που βασίζεται στον εκκαθαρισμένο λογαριασμό.
Ο λογαριασμός που τηρείται μεταξύ εμπορευόμενων μπορεί να αποτελέσει βάση αγωγής μόνο όταν αποτελεί εκκαθαρισμένο/παραδεδεγμένο λογαριασμό. Όπως έχει τονισθεί στην απόφαση Ττόκου ν. Σεργίου (1993) 1 Α.Α.Δ. 60 :
«ο εκκαθαρισμένος λογαριασμός συνιστά ξεχωριστή ενοχική αξίωση και αποτελεί αυτοτελές αγώγιμο δικαίωμα, γνωστό στο αγγλικό δίκαιο ως account stated, που εδράζεται στην ανάληψη υποχρέωσης από τον οφειλέτη για αποπληρωμή του υπολοίπου.»
Διαφωτιστική ως προς την έννοια του παραδεδεγμένου εκκαθαρισμένου λογαριασμού είναι η απόφαση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Κο Λτδ (2005) 1 ΑΑΔ 610,
«Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.»
Όπως τονίστηκε στην απόφαση Ρέινμποου Πλήτσιηγκ (ανωτέρω) μόνο όταν συντρέχουν τα πιο πάνω στοιχεία, ο λογαριασμός μπορεί να αποτελέσει αυτοτελές δικαίωμα. Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Ανδρόνικος Κουρουκλάρης ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου, Πολ. Έφ. 205/2012, ημερομηνίας 6.12.2017, ECLI:CY:AD:2017:A440.
Προκύπτει, συνεπώς, ότι η βάση αγωγής που στηρίζεται σε εκκαθαρισμένο λογαριασμό προϋποθέτει συμφωνία μεταξύ των μερών. Η διαφορά της συγκεκριμένης βάσης αγωγής είναι πως, όταν αποδειχθεί ότι συγκεκριμένος λογαριασμός λειτουργούσε ως εκκαθαρισμένος, δεν χρειάζεται η απόδειξη των επιμέρους στοιχείων του. Όμως, δεν αναιρείται η υποχρέωση απόδειξης ύπαρξης συμφωνίας. Σε αντίθετη περίπτωση οποιοσδήποτε απέστελλε μια κατάσταση λογαριασμού σε τρίτο άσχετο πρόσωπο θα θεμελίωνε αξίωση εναντίον του.
Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αποδειχθεί η ύπαρξη συμβάσης μεταξύ των διαδίκων. Επίσης δεν έχει αποδειχθεί ότι αποστελλόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα η κατάσταση λογαριασμού. Επομένως, πέραν της μη απόδειξης της σύμβασης δεν έχει αποδειχθεί ούτε ένα εκ των δεδομένων που κατά κανόνα οδηγούν σε συμπέρασμα περί λειτουργίας κάποιου λογαριασμού ως εκκαθαρισμένου. Συνεπώς η αγωγή δεν μπορεί αν επιτύχει ούτε στη βάση της κατ’ ισχυρισμό ύπαρξης εκκαθαρισμένου λογαριασμού.
Συνεπώς, η αγωγή κρίνεται απορριπτέα και απορρίπτεται.
Κατάληξη
Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης και εναντίον της ενάγουσας, όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
……………………………….
Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ