ECLI:CY:EDLEF:2023:A133

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρήστου Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ.                                                

Αρ. Αγωγής: 525/2022

Μεταξύ:

1.    Burlaka Alina Evgenievna και άλλων ως το επισυνημμένο στην απόφαση “Παράρτημα Α”

Εναγόντων

v.

1.    NOA Circle Ltd

2.    Astrobank Public Company Limited

3.    Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ

4.    Bank of Cyprus Public Company Limited

Εναγόμενων

Ημερομηνία: 03 Ιανουαρίου, 2023 

Εμφανίσεις: 

Για τους Ενάγοντες 1 - 52/Αιτητές: Ο κ. Ανδρέας Κουάλης και κ. Ιωάννα Μιχαήλ  για A.G. Erotocritou LLC

Για την Εναγόμενη 1/Καθ’ ης η αίτηση 1: Η κ. Βικτώρια - Ζωή Παπαγιάννη και κ. Χριστοδούλου για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

Για την Εναγόμενη 2/Καθ’ ης η αίτηση 2: Η κ. Αγγελίνα Φωκά για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

Για τους Εναγόμενους 3 και 4/Καθ’ ων η αίτηση 3 & 4: Ο κ. Χριστόφορος Ιωσήφ για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η    Α Π Ο Φ Α Σ Η

(αίτηση για έκδοση διαταγμάτων Αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal  και Φίμωσης

(Gagging Order) ημερ. 29.03.2022)


ΕΙΣΑΓΩΓΗ:

Με την υπό κρίση αίτησή τους οι Ενάγοντες/Αιτητές αιτούνται την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal και Φίμωσης (Gagging Order) εναντίον των Εναγόμενων/Καθ’ ων η αίτηση η οποία έχει καταχωριστεί στα πλαίσια της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Συγκεκριμένα, η αποκάλυψη των πληροφοριών που ζητούν οι Αιτητές καθίσταται κατ’ αυτούς αναγκαία στη βάση των γεγονότων τα οποία παραθέτουν στην αίτηση και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει κατά τρόπο ώστε:

1)    Να εξακριβωθεί η ταυτότητα των φυσικών προσώπων που βρίσκονται πίσω από τον Όμιλο QBF

2)    Να εξακριβωθεί η ταυτότητα των προσώπων που έχουν συμμετάσχει σε αδικοπραξία, ως επίσης και ο βαθμός συμμετοχής τους∙

3)    Να εξακριβωθεί τι περιουσιακά στοιχεία κατέχουν οι αδικοπραγούντες, περιλαμβανομένων των εταιρειών και των δικαιούχων του Ομίλου QBF και

4)    Να αποκαλυφθούν πληροφορίες αναφορικά με το που βρίσκονται τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία.

Οι πιο πάνω πληροφορίες είναι αναγκαίες για να μπορέσουν οι Αιτητές να εγείρουν νομικές διαδικασίες εναντίον των προσώπων που εμπλέκονται στην απάτη που διαπράχθηκε εναντίον τους, ως επίσης και να λάβουν τα κατάλληλα νομικά διαβήματα για την ανάκτηση των κεφαλαίων που υπεξαίρεσαν οι αδικοπραγούντες.

            Για σκοπούς εύκολης αναφορά παραθέτω αυτούσια τα αιτητικά της αίτησης:

«Α.  Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους 1 όπως εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος ετοιμάσουν, καταχωρήσουν και επιδώσουν στους δικηγόρους των Εναγόντων ένορκη δήλωση από εξουσιοδοτημένο αξιωματούχο και/ή υπάλληλο των Εναγόμενων 1, η οποία:

(i)            Να δηλώνει και/ή να αποκαλύπτει το όνομα και/ή την ταυτότητα και/ή τη διεύθυνση των νομικών και/ή φυσικών προσώπων που σύμφωνα με τα αρχεία τους είναι και/ή ήταν ιδιοκτήτες και/ή τελικοί και/ή ωφέλιμοι δικαιούχοι των εταιρειών που αναγράφονται στο Παράρτημα Β’ που επισυνάπτεται στην παρούσα (στο εξής οι «Εμπλεκόμενες Εταιρείες») και/ή των νομικών και/ή φυσικών προσώπων που έλεγχαν και/ή  διαχειρίζονταν και/ή έδιδαν οδηγίες και/ή υπέγραφαν για και/ή σε σχέση με τις Εμπλεκόμενες Εταιρείες και/ή των νομικών και/ή φυσικών προσώπων προς όφελος των οποίων υπάρχουν και/ή υπήρχαν πληρεξούσια έγγραφα από τις Εμπλεκόμενες Εταιρείες και/ή των νομικών και/ή φυσικών προσώπων που σύμφωνα με τα αρχεία των Εναγόμενων 1 ήταν άλλως πως συνδεδεμένα με τις Εμπλεκόμενες Εταιρείες, σε οποιοδήποτε χρόνο από το 2008 μέχρι την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος που ήθελε εκδοθεί βάσει της παρούσας αίτησης, αποκαλύπτοντας ρητά τον ρόλο και/ή την ιδιότητα τέτοιων προσώπων.

(ii)           Να δηλώνει και/ή να αποκαλύπτει το όνομα και/ή τον αριθμό εγγραφής και/ή τη διεύθυνση των νομικών οντοτήτων που σύμφωνα με τα αρχεία των Εναγόμενων 1 σε οποιοδήποτε χρόνο από το 2008 μέχρι την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος που ήθελε εκδοθεί βάσει της παρούσας αίτησης ανήκαν και/ή ελέγχονταν και/ή ήταν άλλως πως συνδεδεμένα με τα φυσικά πρόσωπα που αναγράφονται στο Παράρτημα Γ’ που επισυνάπτεται στην παρούσα (στο εξής τα «Εμπλεκόμενα Πρόσωπα»).

(iii)          Να δηλώνει και/ή να αποκαλύπτει σύμφωνα με τα αρχεία των Εναγόμενων 1 όλα τα λογιστικά αρχεία και/ή όλα τα περιουσιακά στοιχεία και/ή συναλλαγές και/ή τραπεζικούς λογαριασμούς που σε οποιοδήποτε χρόνο από το 2008 μέχρι την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος που ήθελε εκδοθεί βάσει της παρούσας αίτησης ανήκαν και/ή ελέγχονταν από τις Εμπλεκόμενες Εταιρείες και/ή τα πρόσωπα και/ή νομικές οντότητες που θα αποκαλυφθούν δυνάμει των παραγράφων Α(i) και (ii) της παρούσας αίτησης.

Νοείται ότι για σκοπούς της παρούσας παραγράφου, τα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνουν όλα τα περιουσιακά στοιχεία ανά το παγκόσμιο, είτε κατέχονται εξ ολοκλήρου ή από κοινού με άλλους, (solely or jointly owned) και/ή επί των οποίων τα πιο πάνω πρόσωπα έχουν ή είχαν δικαίωμα να υπογράφουν (signatory), ανεξαρτήτου εάν το συμφέρον επί αυτών είναι επ’ ονόματι τους, είναι ωφέλιμο ή κατέχεται άλλως πως (legally, beneficially or otherwise).

Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους 1 όπως αποκαλύψουν και παραδώσουν στους δικηγόρους των Εναγόντων αντίγραφα όλων των εγγράφων τα οποία ευρίσκονται κάτω από τον έλεγχο, κατοχή και εξουσία τους, και/ή των υπαλλήλων και/ή των αντιπροσώπων αυτών και το οποία αποδεικνύουν όλα τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο Α της παρούσας αίτησης, τα οποία να επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που θα ετοιμαστεί και παραδοθεί στους δικηγόρους των Εναγόντων ως η παράγραφος Α της παρούσας αίτησης.

Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους 2 έως 4 όπως εντός δεκαπέντε (15) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος ετοιμάσουν, καταχωρήσουν και επιδώσουν στους δικηγόρους των Εναγόντων ένορκη δήλωση από εξουσιοδοτημένο αξιωματούχο και/ή υπάλληλο των Εναγόμενων 2 και/ή 3 και/ή 4, η οποία:

(i)            Να δηλώνει και/ή να αποκαλύπτει το όνομα και/ή την ταυτότητα και/ή τη διεύθυνση των νομικών και/ή φυσικών προσώπων που σύμφωνα με τα αρχεία τους είναι και/ή ήταν ιδιοκτήτες και/ή τελικοί και/ή ωφέλιμοι δικαιούχοι των εταιρειών που αναγράφονται στο Παράρτημα Β’ που επισυνάπτεται στην παρούσα (στο εξής οι «Εμπλεκόμενες Εταιρείες») και/ή των νομικών και/ή φυσικών προσώπων που έλεγχαν και/ή  διαχειρίζονταν και/ή έδιδαν οδηγίες και/ή υπέγραφαν για και/ή σε σχέση με τις Εμπλεκόμενες Εταιρείες και/ή των νομικών και/ή φυσικών προσώπων προς όφελος των οποίων υπάρχουν και/ή υπήρχαν πληρεξούσια έγγραφα από τις Εμπλεκόμενες Εταιρείες και/ή των νομικών και/ή φυσικών προσώπων που σύμφωνα με τα αρχεία των Εναγόμενων 2 και/ή 3 και/ή 4 ήταν άλλως πως συνδεδεμένοι με τις Εμπλεκόμενες Εταιρείες, σε οποιοδήποτε χρόνο από το 2008 μέχρι την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος που ήθελε εκδοθεί βάσει της παρούσας αίτησης, αποκαλύπτοντας ρητά τον ρόλο και/ή την ιδιότητα τέτοιων προσώπων.

(ii)           Να δηλώνει και/ή να αποκαλύπτει το όνομα και/ή την ταυτότητα και/ή τη διεύθυνση των νομικών και/ή φυσικών προσώπων που σύμφωνα με τα αρχεία τους είναι και/ή ήταν συνδεδεμένα με τα πρόσωπα που αναγράφονται στο Παράρτημα Γ’ που επισυνάπτεται στην παρούσα (στο εξής τα «Εμπλεκόμενα Πρόσωπα»), σε οποιοδήποτε χρόνο από το 2008 μέχρι την ημερομηνία επίδοσης του παρόντος Διατάγματος, αποκαλύπτοντας ρητά τον ρόλο και/ή την ιδιότητα τέτοιων προσώπων.

(iii)          Να δηλώνει και/ή να αποκαλύπτει όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς και/ή διευκολύνσεις και/ή θυρίδες ασφαλούς φύλαξης (safe deposit boxes) και/ή άλλα περιουσιακά στοιχεία, που σύμφωνα με τα αρχεία τους σε οποιοδήποτε χρόνο από το 2008 μέχρι την ημερομηνία επίδοσης του παρόντος Διατάγματος ήταν και/ή είναι συνδεδεμένα και/ή ελέγχονταν και/ή ανήκαν στις Εμπλεκόμενες Εταιρείες και/ή στα Εμπλεκόμενα Πρόσωπα και/ή στα πρόσωπα και/ή νομικές οντότητες που θα αποκαλυφθούν δυνάμει των παραγράφων Γ (i) και (ii) του διατάγματος που ήθελε εκδοθεί βάσει της παρούσας αίτησης, είτε αυτά είναι ή ήταν επ’ ονόματι τους, είτε εξ’ ολοκλήρου είτε από κοινού με άλλους (solely or in joint names), και/ή επί των οποίων τα εν λόγω πρόσωπα έχουν ή είχαν δικαίωμα να υπογράφουν (signatory) και/ή τα οποία κατέχονταν από αντιπρόσωπο εκ μέρους και/ή προς όφελος των εν λόγω προσώπων και/ή επί των οποίων τα εν λόγω πρόσωπα με άλλο τρόπο έχουν ή είχαν εξουσία να ελέγχουν μεταφορές, ανεξαρτήτως εάν τέτοιοι λογαριασμοί, διευκολύνσεις, θυρίδες ασφαλούς φύλαξης (safe deposit boxes) και άλλα περιουσιακά στοιχεία υπάρχουν σήμερα και να δηλώνει και/ή να αποκαλύπτει την πλήρη περιγραφή των λογαριασμών, διευκολύνσεων, θυρίδων ασφαλούς φύλαξης (safe deposit boxes) και άλλων περιουσιακών στοιχείων, περιλαμβανομένου του αριθμού του λογαριασμού ή διευκόλυνσης, του ονόματος και τα στοιχεία του κατόχου, την κατάσταση του λογαριασμού (bank statement), τη σύνδεση με τα πιο πάνω πρόσωπα, το υπόλοιπο του λογαριασμού και/ή της διευκόλυνσης και/ή την αξία του περιουσιακού στοιχείου κατά την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος που ήθελε εκδοθεί βάσει της παρούσας αίτησης.

(iv)          Να δηλώνει και/ή να αποκαλύπτει κάθε πληρωμή και/ή συναλλαγή και/ή μεταφορά χρημάτων από και/ή προς τις Εμπλεκόμενες Εταιρείες και/ή τα Εμπλεκόμενα Πρόσωπα και/ή τα πρόσωπα και/ή νομικές οντότητες που θα αποκαλυφθούν δυνάμει των παραγράφων Γ(i) και (ii) της παρούσας αίτησης, σε οποιοδήποτε χρόνο από το 2008 μέχρι την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος που ήθελε εκδοθεί βάσει της παρούσας αίτησης, αποκαλύπτοντας τα στοιχεία του μεταφορέα και παραλήπτη της πληρωμής και/ή της μεταφοράς των χρημάτων και/ή τις λεπτομέρειες της συναλλαγής.

Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους 2 και/ή 3 και/ή 4 όπως αποκαλύψουν και παραδώσουν στους δικηγόρους των Εναγόντων αντίγραφα όλων των εγγράφων τα οποία ευρίσκονται κάτω από τον έλεγχο, κατοχή και εξουσία τους, και/ή των υπαλλήλων και/ή των αντιπροσώπων αυτών και το οποία αποδεικνύουν όλα τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται στην παράγραφο Γ της παρούσας, τα οποία να επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που θα ετοιμαστεί και παραδοθεί στους δικηγόρους των Εναγόντων ως η παράγραφος Γ της παρούσας αίτησης.

Ε. Περαιτέρω διάταγμα και/ή οδηγίες του Δικαστηρίου που να καθορίζουν ότι οι Εναγόμενοι δύνανται να συμφωνήσουν με τους δικηγόρους των Εναγόντων όπως διαφοροποιηθεί το διάταγμα που ήθελε εκδοθεί δυνάμει της παρούσας αίτησης με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, νοουμένου ότι η εν λόγω συμφωνία θα είναι γραπτή.

Στ. Άδεια του Δικαστηρίου όπως οι πληροφορίες και έγγραφα που θα αποκαλυφθούν από τους Εναγόμενους στα πλαίσια της διαδικασίας με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο χρησιμοποιηθούν για σκοπούς έγερσης και/ή προώθησης νομικών διαδικασιών στην Κύπρο και/ή στο εξωτερικό, αναφορικά με την απάτη και τη συνομωσία που διενεργήθηκε σε βάρος των Εναγόντων.

Ζ. Ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα του Δικαστηρίου τύπου Gagging Order που να απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Εναγόμενους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών από του να πληροφορήσουν, άμεσα ή έμμεσα, καθ’ οιονδήποτε τρόπον τις Εμπλεκόμενες Εταιρείες και/ή τα Εμπλεκόμενα Πρόσωπα και/ή τα πρόσωπα και/ή νομικές οντότητες που δύναται να αποκαλυφθούν δυνάμει του διατάγματος που ήθελε εκδοθεί βάσει της παρούσας αίτησης και/ή οποιαδήποτε συνδεδεμένα με αυτά πρόσωπα, για την έγερση και/ή προώθηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο διαδικασίας από τους Ενάγοντες μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι τελείας ακροάσεως της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο».

Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 29, 31, 32 και 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1-9 και Δ.64, στα άρθρα 58 – 68Γ του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου Ν. 188(I)/07, στη νομολογία, στις αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου Gagging Order και Norwich Pharmacal, στις αποφάσεις των Δικαστηρίων, στις αρχές του Κοινοδικαίου και της επιείκειας, στη διακριτική ευχέρεια και τις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ουσιαστικά σε παρόμοια νομική βάση  με κάποιες επί μέρους διαφοροποιήσεις βασίζονται και οι ενστάσεις που καταχωρίστηκαν από τις Καθ’ ων η αίτηση 1, 3 και 4.

Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης τίθεται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η κ. Ελευθερία Φούττη («η Ε/Δ Φούττη»). Οι Εναγόμενοι/Καθ’ ων η αίτηση 1, 3 και 4 προέβαλαν ξεχωριστά ο καθένας ενστάσεις στις οποίες επικαλούνται διάφορους λόγους. Η εναγόμενη 2/Καθ’ ης η αίτηση 2 Τράπεζα δεν καταχώρισε ένσταση και σύμφωνα με δήλωση της η οποία καταγράφεται σε ηλεκτρονικό μήνυμα των δικηγόρων της με ημερομηνία 12.07.2022 θα αποδεχτούν το όποιο αποτέλεσμα θα έχει η εκδίκαση της αίτησης σε σχέση με τους Εναγόμενους 3 και 4/Καθ’ ων η αίτηση 3 και 4 οι οποίες είναι επίσης τράπεζες.   Η ένσταση των Εναγόμενων/Καθ’ ων η αίτηση 1  υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. Απόλλωνας Αθανασιάδης («η Ε/Δ Αθανασιάδη»). Η ένσταση των Εναγόμενων/Καθ’ ων η αίτηση 3 υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει η κ. Ξένια Τσαγγαρίδου («η Ε/Δ Τσαγγαρίδου) και τέλος η ένσταση των Εναγόμενων/Καθ’ ων η αίτηση 4 υποστηρίζεται με ένορκη δήλωση την οποία υπογράφει ο κ. Μιχάλη Στυλιανού («η Ε/Δ Στυλιανού»). Τόσο η αίτηση όσο και οι ενστάσεις συνοδεύονται από σειρά εγγράφων/ τεκμηρίων, το περιεχόμενο των οποίων επικαλούνται προς επίρρωση των ισχυρισμών τους. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι που εκπροσωπούν τους ως άνω διαδίκους προέβησαν σε γραπτές αγορεύσεις και τους δόθηκε επίσης η ευκαιρία μετά από αίτημα τους να επισημάνουν και κάποια σημεία και προφορικά. Η επιχειρηματολογία των μεν συνηγόρων των Αιτητών εν ολίγοις εστιάστηκε σε σημεία που συνηγορούν υπέρ του αιτήματος των Αιτητών, αυτών δε των Καθ’ ων η αίτηση, όπου οι Καθ’ ων η αίτηση 3 και 4 υπέβαλαν από κοινού γραπτή αγόρευση, στο ανυπόστατο των αιτητικών και ως εκ τούτου την απόρριψη της αίτησης. Οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί θα τύχουν σχολιασμού όπου απαιτηθεί στη συνέχεια, στο κατάλληλο μέρος της απόφασης μου και η εδώ συμπερίληψη τους ή έστω προσπάθεια σύνοψης τους θεωρώ ότι θα ήταν πλεονασμός. Όπου χρειαστεί θα γίνει λεπτομερής αναφορά σε αυτούς ή ακόμα και αυτούσια παράθεση τους. Προς υποστήριξη των θέσεων τους επικαλούνται περαιτέρω σειρά νομολογίας και αυθεντιών οι οποίες σε πλείστα ζητήματα συμπίπτουν, με τη διαφορετική οπτική γωνία και διάσταση που η κάθε πλευρά δίδει σε αυτές και ασφαλώς την αντικρίζει. Σε κάθε περίπτωση στάθηκαν αρκούντως βοηθητικές για την εξαγωγή των συμπερασμάτων μου. Όλα τα ανωτέρω έχουν τεθεί ενώπιον μου τα έχω κατά νουν και έτσι προχωρώ ευθύς αμέσως στην ανάλυση και στην παράθεση των συμπερασμάτων μου και σε όσα  από αυτά επιδρούν στην κατάληξη μου.  

Ανάλυση - Εφαρμογή των νομικών αρχών στα γεγονότα της υπόθεσης:

            Όπως προανέφερα στην εισαγωγή η αίτηση αφορά την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal  και Φίμωσης εναντίον των Εναγόμενων/Καθ’ ων η αίτηση.

Σύμφωνα με τον φάκελο της υπόθεσης παρόλο ότι η αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς, κατά τη μονομερή ακρόαση της, οι Αιτητές ζήτησαν μονομερώς μόνο την έκδοση του αιτητικού Ζ της αίτησης, αυτό δηλαδή που αφορά το διάταγμα φίμωσης (Gagging Order), με το οποίο εμποδίζονται οι Καθ’ ων η αίτηση από του να πληροφορήσουν συγκεκριμένα πρόσωπα για την έγερση και προώθηση της Αγωγής. Σε ό,τι αφορά τα υπόλοιπα αιτητικά, ήτοι τα αιτητικά Α έως ΣΤ που αφορούν διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal και Bankers Trust, διατάχθηκε η επίδοση τους στους Καθ’ ων η αίτηση ως ήταν και το αίτημα των Αιτητών.

Οι Αιτητές ισχυρίζονται εν ολίγοις ότι είναι θύματα μιας τεραστίων διαστάσεων διασυνοριακής απάτης, αναφορικά με την οποία έχουν καταχωριστεί ποινικές και αστικές διαδικασίες στο εξωτερικό, έχουν γίνει συλλήψεις, ενώ ο κύριος αδικοπραγήσας ο οποίος παρουσιάζεται ως ο ενορχηστρωτής της απάτης έχει συμπεριληφθεί στις λίστες διεθνών καταζητούμενων, και επί του παρόντος είναι φυγόδικος στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Οι Αιτητές ουσιαστικά ζητούν την αποκάλυψη στοιχείων με σκοπό να ταυτοποιήσουν τα πρόσωπα που συμμετείχαν στην ισχυριζόμενη απάτη και να εντοπίσουν τα χρήματα της απάτης, ούτως ώστε να μπορέσουν να εγείρουν διαδικασίες για την ανάκτηση τους. Η αίτηση για την αποκάλυψη πληροφοριών εγείρεται εναντίον:

(α) της Καθ’ ης η αίτηση 1, Noa Circle Ltd η οποία είναι πάροχος διοικητικών υπηρεσιών συγκεκριμένων κυπριακών εταιρειών που χρησιμοποιήθηκαν για τη διενέργεια της κατ’ ισχυρισμό απάτης, και

(β) των Καθ’ ων η αίτηση 2 έως 4, που είναι  κυπριακές τράπεζες, ήτοι η Astrobank Public Company Limited, η Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ και η Bank of Cyprus Public Company Limited εφόσον προκύπτει ότι τα χρήματα της απάτης διοχετεύτηκαν μέσω τραπεζικών λογαριασμών που διατηρούνται σε αυτές.

            Στην Ε/Δ Φούττη οι Αιτητές εξηγούν πως κατέληξαν να είναι τα θύματα της απάτης, την εμπλοκή των Καθ’ ων η αίτηση και την ανάγκη για την αποκάλυψη των πληροφοριών που ζητούνται με την αίτηση, ώστε να υπάρχει προοπτική ανάκτησης της ζημιάς που υπέστησαν. Όπως αναφέρει η κ. Φούττη η απάτη ήταν πολυδιάστατη, εκτελέστηκε μέσω αριθμού εταιρειών και είχε ως αποτέλεσμα την απόσπαση χρημάτων που οι Αιτητές είχαν καταβάλει με σκοπό την επένδυση σε διάφορες χρηματιστηριακές αγορές. Για χρόνια οι Αιτητές τελούσαν υπό την εντύπωση ότι οι επενδύσεις τους ήταν κερδοφόρες και ότι οι επενδυτικές μερίδες τους επαναεπενδύονταν, μέχρις ότου τα χρήματα εξαφανίστηκαν, μέσω διαφόρων δομών στην Κύπρο και μέσω των κυπριακών τραπεζών.

            Σταχυολογώ από την Ε/Δ Φούττη τα γεγονότα που κατά τον ισχυρισμό των Αιτητών συνιστούν την απάτη σε βάρος τους:

(1)  Το απατηλό σχέδιο που διαπράχθηκε από τον επενδυτικό Όμιλο QBF έχει περιγραφεί ως ένα από τα μεγαλύτερα απατηλά σχέδια στην ιστορία της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Υπολογίζεται ότι περισσότεροι από 2,000 επενδυτές είναι θύματα της απάτης, οι οποίοι έχασαν περισσότερα από 7 δισ. ΡΟΥΒΛΙΑ (περίπου ΕΥΡΩ 83,5 εκατομμύρια) (σχ. η παρ. 61 και Τεκμ. 20 Ε/Δ Φούττη).

 

(2)  Οι Αιτητές ήταν πρόσωπα που επένδυσαν χρήματα, μέσω ενός επενδυτικού Ομίλου γνωστού ως QBF, ο οποίος παρουσιαζόταν ως ένας χρηματοοικονομικός όμιλος που ξεκίνησε τις δραστηριότητες του το 2008 στη Ρωσία, και ο οποίος παρείχε επενδυτικές υπηρεσίες μέσω εταιρειών στη Ρωσία, την Κύπρο και αριθμό άλλων δικαιοδοσιών περιλαμβανομένων των Νήσων Κέιμαν, το Χόνγκ Κονγκ, το Λουξεμβούργο και το Ηνωμένο Βασίλειο (σχ. οι παρ.19 και 20 Ε/Δ Φούττη). Τελικός δικαιούχος του Ομίλου QBF πιστεύεται ότι είναι ο κ. Shpakov Roman Valerievich (σχ. οι παρ. 33 έως 37 και Τεκμ. 5 και 6 Ε/Δ Φούττη).

(3)  Η ύπαρξη της απάτης φαίνεται να είναι παραδεκτή από τους Καθ’ ων η Αίτηση 1, ήτοι τη Noa Circle, εναντίον της οποίας εγείρεται η παρούσα διαδικασία υπό την ιδιότητα της ως ο πάροχος διοικητικών υπηρεσιών συγκεκριμένων Κυπριακών εταιρειών που χρησιμοποιήθηκαν για τη διενέργεια της απάτης, η οποία αναφέρει στην Ε/Δ Αθανασιάδη ότι είχε λάβει γνώση δημοσιευμάτων αναφορικά με την απάτη της QBF και του κ. Shpakov και ότι ένεκα αυτών αποφάσισαν να κλείσουν τους λογαριασμούς πελατών εταιρείας συνδεδεμένης με τη QBF και να την θέσουν σε καθεστώς ανενεργίας μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Σχετική μάλιστα παραδοχή γίνεται, κατά τους δικηγόρους των Αιτητών στην παρ. 96 της Ε/Δ Αθανασιάδη η οποία καταχωρίστηκε προς υποστήριξη της ένστασης της Καθ’ ης η αίτηση 1 Noa Circle  και η οποία έχει ως ακολούθως:

«Εξ όσων γνωρίζω λόγω της προσωπικής μου εμπλοκής με την Constance, όπως εξηγήθηκε ανωτέρω, ο κ. Roman Shpakov (Παράρτημα Γ – Αριθμός 1) υπήρξε στο παρελθόν ιδιοκτήτης της Constance. Μετά τη δημοσίευση διάφορων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια του 2021 κατά της QBF και προσωπικά κατά του κ. Shpakov, το Διοικητικό Συμβούλιο της Constance αποφάσισε, ενεργώντας προς το συμφέρον της εταιρείας και των πελατών της, να κλείσει όλους τους λογαριασμούς πελατών και να θέσει την εταιρεία σε καθεστώς ανενεργίας μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση».

(4)  Περαιτέρω οι Αιτητές μέσω της Ε/Δ Φούττη (σχ. οι παρ. 45 - 60), ισχυρίζονται ότι από έρευνες στη Ρωσία αποκαλύφθηκε ότι, o Όμιλος QBF αποτελούσε ένα όχημα εξαπάτησης των διάφορων επενδυτών, αφού λειτουργούσε υπό μορφή πυραμίδας (ponzι scheme). Δηλαδή τα χρήματα ορισμένων επενδυτών χρησιμοποιούνταν για να αποδώσουν εικονικά κέρδη σε άλλους επενδυτές, ενώ στη συνέχεια οι αδικοπραγούντες εξαφανίστηκαν με όλα τα χρήματα. 

(5)  Οι επενδυτικές υπηρεσίες του Ομίλου QBF παρέχονταν μέσω πολυάριθμων εταιρειών, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, και κυπριακών εταιρειών. Ανάλυση των εταιρειών του Ομίλου QBF και της εταιρικής δομής του ομίλου γίνεται στο Τεκμ. 2 της Ε/Δ Φούττη.

(6)  Οι Αιτητές είναι 52 φυσικά πρόσωπα από τη Ρωσία, τα οποία εμπιστεύτηκαν τα χρήματα τους σε εταιρείες του Ομίλου QBF για να τα επενδύσουν, κατόπιν παραστάσεων της QBF ότι οι επενδυτές θα απολάμβαναν τεράστια κέρδη (σχ. επίσης οι παρ. 45 έως 60 της Ε/Δ Φούττη).  Το Τεκμ. 12 της Ε/Δ Φούττη περιλαμβάνει παρουσιάσεις εταιρειών της QBF αναφορικά με τις επενδυτικές επιλογές των επενδυτών που επέλεγαν να εμπιστευτούν τα χρήματα τους στην QBF. Επισημαίνεται ενδεικτικά, η τελευταία σελίδα του Τεκμ. 12 όπου αναφέρονταν σε αναμενόμενα κέρδη ύψους 82% από επενδύσεις στη ξένη αγορά.

(7)  Οι πελάτες της QBF, περιλαμβανομένων των Αιτητών, καθοδηγήθηκαν να εκτελέσουν συμφωνίες διαχείρισης των περιουσιακών τους στοιχείων με ξένες εταιρείες εντός του Ομίλου QBF, οι οποίες όπως διαπιστώθηκε εκ των υστέρων λειτουργούσαν χωρίς να έχουν τις απαραίτητες άδειες από τις σχετικές ρυθμιστικές αρχές (σχ. η παρ. 47 της Ε/Δ Φούττη). Ανάμεσα σε αυτές τις εταιρείες ήταν και η QCCI Ltd, εκ Λευκωσίας, η οποία σύμφωνα με το αρχείο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (ΕΚΚ) δεν φαίνεται να είναι ή να υπήρξε ποτέ ρυθμιζόμενη εταιρεία στην Κύπρο (σχ. το Τεκμ. 13 της Ε/Δ Φούττη). Αντίστοιχα, οι υπόλοιπες ξένες οντότητες που εκτελούσαν συμφωνίες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων με τους πελάτες της QBF λειτουργούσαν χωρίς τις απαραίτητες άδειες και δεν συμμορφώνονταν με τις απαραίτητες απαιτήσεις που επιβάλλονταν στους ξένους παρόχους χρηματοοικονομικών υπηρεσιών στη Ρωσία. Τα πιο πάνω δεν ήταν σε γνώση των Αιτητών κατά τον ουσιώδη χρόνο (σχ. οι παρ. 47 και 48 της Ε/Δ Φούττη).

(8)  Κατά τα πρώτα χρόνια δραστηριοποίησης της QBF, οι επενδυτές, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων από τους Αιτητές, λάμβαναν αποδόσεις που δήθεν προέρχονταν από τα κέρδη της επένδυσης τους (σχ. η παρ. 50 Ε/Δ Φούττη). Αυτές οι αποδόσεις δεν ήταν πραγματικές, αφού τα χρήματα των επενδυτών δεν επενδύονταν. Στα πλαίσια της απάτης (ponzi scheme), η QBF χρησιμοποιούσε χρήματα από επενδυτές για να παρουσιάσει εικονικά κέρδη σε άλλους επενδυτές, μέχρι που τα κεφάλαια των επενδυτών εξαφανίστηκαν.

(9)  Περαιτέρω, η QBF δήθεν παρείχε εκθέσεις στους επενδυτές αναφορικά με την πρόοδο των επενδύσεων τους σε μηνιαία βάση, οι οποίες, όπως αναφέρθηκε αργότερα, ήταν ψεύτικες. Οι εκθέσεις παρέχονταν με τη μορφή πίνακα excel, οι οποίοι αλλοιώνονταν με το χέρι από τους διαχειριστές και δήθεν έδειχναν ότι οι επενδύσεις χρησιμοποιούνταν για την αγορά συγκεκριμένων επενδυτικών προϊόντων (σχ. η παρ. 49 και Τεκμ. 14 της Ε/Δ Φούττη).

(10)  Όταν οι Αιτητές ζήτησαν να τους επιστραφούν οι επενδύσεις τους, η QBF δεν είχε τη δυνατότητα να πουλήσει τα επενδυτικά προϊόντα που δήθεν αγοράστηκαν εκ μέρους των Αιτητών αφού στην πραγματικότητα οι επενδύσεις δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ, ενώ οι εκθέσεις που παρέχονταν ήταν ψεύτικες (σχ. η παρ. 49 Ε/Δ Φούττη). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τους όρους των συμφωνιών που συνάφθηκαν ανάμεσα στους Αιτητές και τις εταιρείες του Ομίλου QBF, οι Αιτητές είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν την επιστροφή των κεφαλαίων τους ανά πάσα (ή σχεδόν ανά πάσα στιγμή) χωρίς καμία (ή σε ορισμένες περιπτώσεις με μικρή) ζημιά. Ακολουθώντας τη διαδικασία που προβλεπόταν στις σχετικές συμφωνίες, οι Αιτητές υπέβαλαν ειδοποίηση για την πώληση των περιουσιακών τους στοιχείων, ούτως ώστε να τους επιστραφεί το υπόλοιπο μετά την πώληση (σχ. η παρ. 54 Ε/Δ Φούττη).

(11)  Τα αιτήματα των Αιτητών αγνοήθηκαν στην πλειοψηφία τους, αφού η QBF είτε απαντούσε αόριστα και ζητούσε παράταση για την αποπληρωμή των κεφαλαίων των Αιτητών βρίσκοντας διάφορες δικαιολογίες για την καθυστέρηση που είχε προκληθεί, είτε δεν απαντούσε καθόλου (σχ. τα Τεκμ. 17 και 26 της Ε/Δ Φούττη).

Σύμφωνα με την κ. Φούττη η QBF μέχρι σήμερα δεν έχει επιστρέψει τα κεφάλαια των Αιτητών ούτε εν μέρει ούτε ολόκληρα (σχ. η παρ. 56 Ε/Δ Φούττη).

Η ενόρκως δηλούσα κα Φούττη αναφέρεται και στν αποκάλυψη της απάτης η οποία οδήγησε στην ανάκληση της Άδειας της QBF, σε συλλήψεις & νομικές διαδικασίες. Αναφέρει χαρακτηριστικά:

(1)  Η απάτη ξεκίνησε να αποκαλύπτεται στα μέσα του 2021. Τον Απρίλιο του 2021 ξεκίνησε ποινική διαδικασία αναφορικά με την απάτη, η οποία ωστόσο έγινε γνωστή στο κοινό μόλις περί τα τέλη Μαΐου 2021, όταν η Ρωσική εφημερίδα Kommersant δημοσίευσε το πρώτο άρθρο σχετικά με αυτήν (σχ. το Τεκμ. 15 ΕΔ Φούττη). Μετά από αυτό, κατά τη διάρκεια του 2021, τα μέσα ενημέρωσης κάλυψαν ευρέως την απάτη της QBF.

 

(2)  Οι ποινικές διαδικασίες στη Ρωσία σε σχέση με την απάτη ξεκίνησαν στις 8 Απριλίου 2021 εναντίον του κ. Zelikham Munaev, της κ. Evgenia Rossieva, του κ. Vladimir Pahomov, του κ. Alexey Golubev και του κ. Shpakov για εγκληματικές δραστηριότητες σύμφωνα με το Άρθρο 160(4) του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα (υπεξαίρεση ή κατάχρηση, δηλαδή κλοπή περιουσίας που ανατέθηκε στον δράστη σε συνωμοσία ή σε ιδιαίτερα μεγάλη κλίμακα). Ο κ. Zelikham Munaev είναι ο εν ενεργεία ή πρώην διευθυντής ορισμένων Ρωσικών και Κυπριακών εταιρειών QBF (συγκεκριμένα της QCCI Ltd, της QFS Ltd και της QCM LTD), η κ. Evgenia Rossieva είναι επικεφαλής του νομικού τμήματος της QBF, ο κ. Vladimir Pahomov, είναι επικεφαλής διευθυντής παραρτήματος της QBF και ο κ. Alexey Golubev είναι διευθυντής παραρτήματος της QBF στην Αγία Πετρούπολη. Στο παρόν στάδιο, ο κ. Zelikham Munaev, η κ. Evgenia Rossieva, ο κ. Vladimir Pahomov και ο κ. Alexey Golubev είναι υπό σύλληψη (σχ. η παρ. 63 Ε/Δ Φούττη). Ο κ. Shpakov, ο οποίος φαίνεται να είναι ο δικαιούχος της QBF και το πρόσωπο που ενορχήστρωσε την απάτη συνελήφθη ερήμην και στο παρόν στάδιο φαίνεται να είναι φυγόδικος στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (σχ. το Τεκμ. 6  της Ε/Δ Φούττη).

(3)  Στις 25 Μαΐου 2021, η QBF σταμάτησε να επιστρέφει χρήματα σε πελάτες της. Συγκεκριμένοι πελάτες της QBF, άλλοι από τους Αιτητές, καταχώρισαν αξιώσεις εναντίον εταιρειών του Ομίλου QBF και ορισμένοι από αυτούς έχουν ήδη εξασφαλίσει αποφάσεις υπέρ τους (σχ. η παρ. 65 ΕΔ Φούττη).

(4)  Τον Ιούνιο και Ιούλιο του 2021, η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας (CBR), απαγόρευσε αρχικά ορισμένες συναλλαγές της “IC QBF” LLC, κύριας επενδυτικής εταιρείας του Ομίλου QBF και στη συνέχεια ανακάλεσε τις άδειες της (σχ. τα Τεκμ.25 και 27 Ε/Δ Φούττη). H ανακοίνωση της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας ημερομηνίας 25.01.2022 (σχ. το Τεκμ. 25 της Ε/Δ Φούττη) ανέφερε χαρακτηριστικά τα εξής:

«On 3 June 2021, the [Central] Bank of Russia made a decision to prohibit Investment Company QBF Limited Liability Company […] to carry out the following operations through 29 November 2021: entering into new brokerage contracts; accepting and executing private clients’ orders to make contracts qualifying as derivative in the OTC market. The decision was based on the Company’s actions that threatened the rights and legitimate interests of the Company’s client investors when carrying out professional activities in the securities market that put the rights and legitimate interests of investors (company clients) at risk».

Και σε μετάφραση:

«Στις 3 Ιουνίου 2021, η [Κεντρική] Τράπεζα της Ρωσίας έλαβε την απόφαση να απαγορεύσει στην Investment Company QBF Limited Liability Company […] να διεξάγει τις εξής υπηρεσίες μέχρι τις 29 Νοέμβρη 2021: σύναψη νέων συμβάσεων αντιπροσώπευσης, αποδοχή και εκτέλεση οδηγιών μεμονωμένων πελατών για τη σύναψη συμβάσεων οι οποίες είναι παράγωγα χρηματοοικονομνικά μέσα στην εξωχρηματιστηριακή αγορά. Η απόφαση λήφθηκε ένεκα των ενεργειών της Εταιρείας που απειλούσαν τα δικαιώματα και έννομα συμφέροντα των πελατών επενδυτών της Εταιρείας κατά τη διεκπεραίωση επαγγελματικών δραστηριοτήτων στην αγορά κινητών αξιών που έθεταν σε κίνδυνο τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντα των επενδυτών (πελατών της εταιρείας)».

(5)  Στις 8 Ιουλίου 2021, η CBR ανακάλεσε τις άδειες της “IC QBF” LLC για τη διεξαγωγή χρηματιστηριακής δραστηριότητας, δραστηριότητας αντιπροσώπου, δραστηριότητας θεματοφύλακα και δραστηριότητας διαχείρισης τίτλων. Η αιτιολογία για την ανάκληση της άδειας ήταν οι επανειλημμένες παραβιάσεις της νομοθεσίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας αναφορικά με κινητές αξίες (securities) (σχ. το Τεκμ. 27 της ΕΔ Φούττη).

(6)  Στις 21 Σεπτεμβρίου 2021, η “IC QBF” LLC αναγνωρίστηκε ως αφερέγγυα και εισήχθη σε προσωρινή διαχείριση. Εκκρεμούν επί του παρόντος αιτήσεις για την πτώχευση δυο άλλων εταιρειών του Ομίλου QBF, ενώ η Ομοσπονδιακή Φορολογική Υπηρεσία έχει παγοποιήσει τραπεζικούς λογαριασμούς τουλάχιστον οκτώ εταιρειών συνδεδεμένων με την QBF (σχ. η παρ. 70 της Ε/Δ Φούττη).

(7)  Στις 11 Οκτωβρίου 2021, οι τίτλοι που εκδόθηκαν από την “Center Venctchurnogo Finansirovania” PJSC, εταιρεία του Ομίλου QBF, εξαιρέθηκαν από τον κατάλογο κινητών αξιών που εισήχθησαν προς διαπραγμάτευση στο Τμήμα Χρηματιστηριακής Αγοράς (Stock Market Section) του Χρηματιστηρίου της Αγίας Πετρούπολης (σχ. το Τεκμ. 28 της Ε/Δ Φούττη).

(8)  Στις 15.02.2022, το Ρωσικό Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση εναντίον της “F-Management” LLC, εταιρείας συνδεδεμένης με την QBF, αφού έκρινε ότι η εν λόγω εταιρεία από τον Απρίλιο του 2021 (δηλαδή από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας) σταμάτησε να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις της για την καταβολή ενοικίου (σχ. το Τεκμ. 30 της Ε/Δ Φούττη), πράγμα που σημαίνει ότι η QBF δεν είναι καν σε θέση να εξυπηρετήσει τα χρέη της έναντι του εκμισθωτή της.

(9)  Από τη διερεύνηση της απάτης προκύπτει ότι οι δικαιούχοι της QBF διοχέτευσαν τα χρήματα των επενδυτών σε υπεράκτιες δομές και χρησιμοποίησαν κατασκευαστικά έργα ανάπτυξης της QBF που διαχειριζόταν ο κ. Shpakov και άλλοι δικαιούχοι της QBF για να ξεπλύνουν τα κεφάλαια αυτά.

Η  κ. Φούττη ως προς την ζημιά που υπέστηκαν οι Ενάγοντες/Αιτητές και τις ανεπιτυχείς προσπάθειες ανάκτησης των κεφαλαίων τους όπως και τις ιδιαιτερότητες της κάθε περίπτωσης παραθέτει λεπτομέρειες στο Τεκμ. 7. Όπως εξηγεί, διάφοροι επενδυτές της QBF ως επίσης και κρατικοί φορείς ήγειραν διάφορες διαδικασίες εναντίον εταιρειών του Ομίλου QBF για σκοπούς ανάκτησης οφειλόμενων ποσών και παρόλο που κάποιοι από αυτούς ήταν επιτυχείς, οι περισσότεροι από αυτούς δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσουν τις αποφάσεις που εκδόθηκαν υπέρ τους. Συγκεκριμένα, οι διαδικασίες εκτέλεσης τερματίστηκαν κυρίως λόγω ανεπαρκών περιουσιακών στοιχείων και αδυναμίας εντοπισμού της ίδιας της εξ αποφάσεως οφειλέτιδας εταιρείας της QBF ή των περιουσιακών της στοιχείων (σχ. η παρ. 75 και Τεκμ. 31 της Ε/Δ Φούττη). Περαιτέρω, ως αναφέρεται ανωτέρω, πολλές εταιρείες του Ομίλου QBF έχουν ήδη εκκαθαριστεί ή βρίσκονται στη διαδικασία εκκαθάρισης (σχ. η παρ. 70 της Ε/Δ Φούττη). Ορισμένοι δε από τους Αιτητές υπέβαλαν καταγγελία στην Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας σχετικά με τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της QBF, εφόσον κάποιες από της εταιρείες του Ομίλου QBF είναι ελεγχόμενες εταιρείες (σχ. το Τεκμ.  32Α της Ε/Δ Φούττη). Η απάντηση της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας ήταν, μεταξύ άλλων, ότι το ζήτημα δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της εφόσον πρόκειται για αξίωση αστικού δικαίου που πρέπει να αποφασιστεί από αρμόδιο δικαστήριο (σχ. το Τεκμ. 32Β της Ε/Δ Φούττη).

Τώρα ως προς τα πρόσωπα που συμμετείχαν στην απάτη  καταγράφονται τα ακόλουθα στην Ε/Δ Φούττη:

(i)    Roman Shpakov

O κ. Roman Shpakov φέρεται ως ο επικεφαλής της απάτης. Ο κ. Shpakov πιστεύεται ότι είναι ο δικαιούχος της QBF, ο οποίος σύμφωνα με Ρωσικά μέσα ενημέρωσης που αναφέρονται στις ερευνητικές αρχές ήταν ο επικεφαλής της απάτης (σχ. οι παρ. 33 έως 37 και Τεκμ.  4 της Ε/Δ Φούττη). Ο κ. Shpakov είναι ο δικαιούχος των εταιρειών της QBF, ενώ ήταν επίσης μέτοχος και διευθυντής σε ορισμένες εταιρείες εντός του Ομίλου QBF. Όπως φαίνεται από την Εταιρική Δομή της QBF (σχ. το Τεκμ. 2 Ε/Δ Φούττη), από το 2018 μέχρι το 2021 παραιτήθηκε από τις διάφορες θέσεις του σε όλες σχεδόν τις εταιρείες της QBF. Περί τον Ιανουάριο 2021, αφού ανακάλυψε ότι βρισκόταν σε εξέλιξη ποινική έρευνα στη Ρωσία σε σχέση με την απάτη της QBF, ο κ. Shpakov έφυγε από τη χώρα και σύμφωνα με δημοσιεύματα, στο παρόν στάδιο εκτιμάται ότι βρίσκεται στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (σχ. το Τεκμ. 6 της Ε/Δ Φούττη). Ο κ. Shpakov κατηγορήθηκε ερήμην για το αδίκημα που τιμωρείται σύμφωνα με το Άρθρο 160(4) του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα (υπεξαίρεση ή κατάχρηση, δηλαδή κλοπή περιουσίας που ανατέθηκε (entrusted) στον αυτουργό σε συνωμοσία ή σε ιδιαίτερα μεγάλη κλίμακα). Περιλαμβάνεται σε λίστα καταζητούμενων προσώπων τόσο σε ομοσπονδιακό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Την 1 Οκτωβρίου 2021, το επαρχιακό δικαστήριο Τβερ Μόσχας έκανε δεκτό το αίτημα της εισαγγελίας να προφυλακιστεί ο κ. Shpakov ερήμην (σχ. είναι  το ίδιο ως άνω Τεκμ. 6).

(ii)  Oι Εμπλεκόμενες Εταιρείες:

Η QBF δραστηριοποιείται μέσω τριών ομάδων εταιρειών στη Ρωσία (σχ. η παρ. 21 της Ε/Δ Φούττη) ως ακολούθως:

(1)      εταιρείες που παρέχουν επενδυτικές και συναφείς υπηρεσίες, υπογράφουν συμφωνίες με τους πελάτες και λαμβάνουν κεφάλαια από αυτούς∙

(2)      εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον κατασκευαστικό τομέα που ενδεχομένως να έχουν ξεπλύνει τα κεφάλαια που οι Αιτητές εμπιστεύθηκαν στην QBF όπως περιγράφεται κατωτέρω∙ και

(3)      εταιρείες που δεν εμπίπτουν εντός των δύο πρώτων κατηγοριών αλλά συνδέονται με την QBF μέσω των διευθυντών/μετόχων τους και μπορεί να εμπλέκονται στη δόλια υπεξαίρεση των κεφαλαίων των Αιτητών.

Οι Ρωσικές εταιρείες επενδυτικών υπηρεσιών του Ομίλου QBF είναι οι ακόλουθες: “QBFJSC, “QBFLLC, “IC QBFLLC, “KBF UALLC, “GSELLC, “Q.BrokerLLC, “QB CreditLLC, “QBF AdvisoryLLC, “Center Venctchurnogo FinansirovaniaPJSC, “Finansovaya Gruppa QBFJSC, “VL ConsultingLLC, “YurmasterLLC και “FinBoutiqueLLC (σχ. η παρ.  22 της Ε/Δ Φούττη).

Οι Ρωσικές εταιρείες του Ομίλου QBF που δραστηριοποιούνται στον κατασκευαστικό κλάδο είναι οι ακόλουθες: “KGLLC, “M4 InvestLLC, “168 KvartalLLC, “M1 InvestLLC, “KF Estate SPBLLC, “S-ControlLLC, “NortonStroiLLC, “Simon JessoLLC, “SeverspetsstroiLLC και “Format DevelopmentLLC (σχ. η παρ. 23 της Ε/Δ Φούττη).

Άλλες Ρωσικές εταιρείες που συνδέονται με την QBF είναι οι ακόλουθες: “F-TehnologiiLLC και “F-ManagementLLC (σχ. η παρ. 24  της Ε/Δ Φούττη).

Επιπρόσθετα, η QBF χρησιμοποιούσε εταιρείες που συστάθηκαν στην Κύπρο, τις Νήσους Κέιμαν, το Χονγκ Κονγκ, το Λουξεμβούργο και το Ηνωμένο Βασίλειο, για να προσφέρει επενδυτικές υπηρεσίες σε ξένες αγορές, για να υπογράψει συμφωνίες και να λάβει πληρωμές από τους πελάτες της QBF σε διάφορες δικαιοδοσίες (σχ. η  παρ. 25 της Ε/Δ Φούττη).

Οι βασικές Κυπριακές εταιρείες QBF που πιστεύεται ότι εμπλέκονται στην κατ’ ισχυρισμό απάτη ή συνδέονται με την QBF είναι οι ακόλουθες (σχ. η παρ. 26 και Τεκμ. 3Α έως 3Ι της Ε/Δ Φούττη):

α)    QCCI Ltd (που ονομαζόταν προηγουμένως QB Capital CY Ltd)∙

β)    Durmitor Investments Limited∙

γ)    QFS Ltd (η οποία προηγουμένως ονομαζόταν QB Financial Services Limited)∙

δ)    QCM Ltd (η οποία προηγουμένως ονομαζόταν QB Capital Management Ltd)∙

ε)    Constance Investment Ltd (η οποία προηγουμένως ονομαζόταν QBF Investment Ltd)∙

στ)  La Casa International (CY) Ltd∙

ζ)    BE1 Fund Management RV Ltd∙

η)    A.I. Purity Fund AIF V.C.I.C. Plc∙

θ)    Falco Umbrella Fund AIF V.C.I.C. Ltd∙ και

ι)     UFG Capital Investment Management Ltd.

Οι εταιρείες της QBF στο Χονγκ Κονγκ είναι οι ακόλουθες: Simtelligence Company Ltd και Lamera Holdings Limited (σχ. η παρ. 27 της Ε/Δ Φούττη).

Οι εταιρείες της QBF στις Νήσους Κέιμαν είναι οι ακόλουθες: White Lake Management Ltd και WLM Ltd (σχ. η παρ. 28 της Ε/Δ Φούττη).

Εταιρεία της QBF στο Λουξεμβούργο είναι η Aurum Access SARL(Σχ. η παρ. 29 Ε/Δ Φούττη).

Εταιρεία της QBF στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι η Cryptopay Ltd (σχ. η παρ. 30 της Ε/Δ Φούττη).

(iii) Άλλα  Εμπλεκόμενα Φυσικά Πρόσωπα

Πέραν από τον κ. Shpakov, στην απάτη φαίνεται να εμπλέκονται και οι κ.κ. Zelikham Munaev, Evgenia Rossieva, Vladimir Pahomov, και Alexey Golubev, εναντίον των οποίων προωθούνται οι ποινικές διαδικασίες που ξεκίνησαν τον Απρίλιο του 2021. Ο κ. Zelikham Munaev είναι ο εν ενεργεία ή πρώην διευθυντής ορισμένων ρωσικών και κυπριακών εταιρειών QBF (συγκεκριμένα της QCCI Ltd, της QFS Ltd και της QCM LTD), η κ. Evgenia Rossieva είναι επικεφαλής του νομικού τμήματος της QBF, ο κ. Vladimir Pahomov, είναι επικεφαλής διευθυντής παραρτήματος της QBF και ο κ. Alexey Golubev είναι διευθυντής παραρτήματος της QBF στην Αγία Πετρούπολη. Στο παρόν στάδιο, ο κ. Zelikham Munaev, η κ. Evgenia Rossieva, ο κ. Vladimir Pahomov και ο κ. Alexey Golubev είναι υπό σύλληψη (σχ. η παρ. 63 της Ε/Δ Φούττη).

Η κα Φούττη υποστηρίζει περαιτέρω ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα τα ακόλουθα πρόσωπα να εμπλέκονται επίσης στην απάτη που διενεργήθηκε από την QBF και τον κ. Shpakov:

(1)  Gramza Ekaterina Valerievna: Πιστεύεται ότι είναι η επικεφαλής λογίστρια της QBF η οποία εκτελούσε όλες τις οικονομικές συναλλαγές, περιλαμβανομένων των μεταφορών χρημάτων στο εξωτερικό. Περιγράφεται ως πρόσωπο κοντά στους δικαιούχους της QBF (σχ. το Τεκμ.21 της Ε/Δ Φούττη).

(2)  Margarita Gorsheneva: Γίνεται αναφορά σε αυτήν ως η Διευθύντρια Ανάπτυξης της QBF (QBF Development Director) και αποτελεί πρόσωπο το οποίο πιστεύεται ότι συμμετείχε στην απάτη και είχε στενή σχέση με τον κ. Shpakov (σχ. το Τεκμ. 22 της Ε/Δ Φούττη).

(3)  Shpakov Valeriy Fedorovich: Ο κ. Valeriy Shpakov είναι ο πατέρας του κ. Shpakov ο οποίος πιστεύεται ότι εμπλέκεται στα σχέδια ξεπλύματος (laundering schemes) της QBF στο Severodvinsk (σχ. το Τεκμ. 23  της Ε/Δ Φούττη).

(4)  Shpakova Irina Nikolaevna: Η κ. Shpakova είναι η μητέρα του κ. Shpakov η οποία διατηρούσε εκτελεστικές θέσεις σε διάφορες εταιρείες της QBF. Για παράδειγμα, μέχρι τις 14 Αυγούστου 2020 διατηρούσε 100% της “68 Kvartal” LLC μετά από τον κ. Shpakov και ήταν διευθύντρια της εταιρείας μέχρι τις 11 Μαρτίου 2021. Διατηρεί επίσης 5% της Center Venctchurnogo Finansirovania PJSC ως επίσης και άλλων συνδεδεμένων εταιρειών (σχ. η παρ. 64.4 της Ε/Δ Φούττη).

Με τα ως άνω υπ’ όψη προχωρώ με την εξέταση των περιστάσεων της υπό κρίση υπόθεσης και του κατά πόσο αυτές δικαιολογούν την έκδοση των διαταγμάτων αποκάλυψης πληροφοριών τύπου Norwich Pharmacal και Bankers Trust, σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου της επιείκειας και τις σχετικές προϋποθέσεις που έχουν τεθεί και εξελιχθεί από τη νομολογία.

Αποτελεί καθιερωμένη αρχή ότι το με βάση την δικαιοδοσία Norwich Pharmacal το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την αποκάλυψη πληροφοριών ώστε να εντοπιστούν οι αδικοπραγούντες και να τεκμηριωθεί η αδικοπραξία.

Δυνάμει της νομολογίας που έχει τεθεί με την υπόθεση Bankers Trust Co. v. Shapira & Others (1980) 3 All E.R. 353 το Δικαστήριο έχει περαιτέρω την εξουσία να εκδίδει διατάγματα με σκοπό τον εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων.

Αναφορά στην απόφαση Bankers Trust Co. (ανωτέρω) γίνεται στην πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Rosgosstrakh Insurance Company (Public Joint Stock Company) ν. Eurobank Cyprus Ltd, Aρ. Aγωγής: 1816/19 του Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 21.10.2019, την οποία εξέδωσε η κ. Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου (Π.Ε.Δ.) (όπως ήταν τότε), η οποία αφορούσε αίτηση για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων αποκάλυψης η οποία σ’ ότι επηρεάζει τα γεγονότα της παρούσας υιοθετείται και για τους σκοπούς αυτής. Παρατίθεται σχετικό απόσπασμα:

«Είναι νομολογημένο, έχοντας υπόψη ιδιαίτερα τις αγγλικές αποφάσεις, ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διατάγματα με σκοπό τον εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων και για το σκοπό αυτό υπάρχει πληθώρα αγγλικών αποφάσεων, μεταξύ των οποίων και η υπόθεση Bankers Trust Co. ν. Shapira & Others (1980) 3 All E.R. 353.

[…]

Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης, ικανοποιούμαι ότι οι πληροφορίες που ζητούνται με τα αιτούμενα Διατάγματα είναι αναγκαίες για να καταδείξουν τη συμμετοχή και τον βαθμό αυτής καθενός από τους πρώην αξιωματούχους των Εναγόντων/Αιτητών της εταιρείας Mobilus Re Sia σε αυτή τη αδικοπραξία εις βάρος των Εναγόντων. Τα αιτούμενα Διατάγματα αποσκοπούν στη λήψη των απαραίτητων πληροφοριών αναφορικά με τον τρόπο και τον βαθμό συμμετοχής του καθενός των αδικοπραγήσαντων. Βασικά μέσω αυτών των πληροφοριών επιδιώκεται η ταυτοποίηση των προσώπων εκείνων στα οποία κατέλεξαν τα χρήματα των Εναγόντων/Αιτητών καθώς και ο εντοπισμός, αν όχι όλων των χρημάτων, μέρους αυτών ώστε να επανακτηθούν με τη λήψη των κατάλληλων και/ή αναγκαίων διαβημάτων εναντίον όλων των προσώπων, φυσικών και νομικών, τα οποία έχουν εμπλακεί στη συνομωσία και/ή αδικοπραξία που έλαβε χώρα εναντίον τους τόσο στην Κύπρο όσο και ενδεχομένως και σε άλλες χώρες. Επίσης επιδιώκεται ο εντοπισμός των φυσικών και/ή νομικών προσώπων που κρύβονται πίσω από την εταιρεία Mobilus Re Sia τα οποία είχαν τον πραγματικό έλεγχο αυτής και τα οποία οργάνωσαν και/ή συμμετείχαν και/ή έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην αδικοπραξία σε βάρος των Εναγόντων/Αιτητών».

Η έκδοση διαταγμάτων Norwich Pharmacal δεν περιορίζεται απλά στην εξεύρεση του ονόματος του αδικοπραγήσαντα αλλά επεκτείνεται και στις περιπτώσεις όπου υπάρχει καλή ένδειξη περί ύπαρξης αδικοπραξίας, η οποία όμως δεν μπορεί να τεκμηριωθεί χωρίς την αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Penderhill Holdings Limited κ.ά. ν. Κλουκίνα, (2014) 1A Α.Α.Δ. σελ. 118 το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε τα εξής:

«Προσεκτική εξέταση όλων των γεγονότων και δεδομένων της υπόθεσης υποστηρίζει εμφαντικά ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εξήσκησε ορθώς τη διακριτική του ευχέρεια.  Τα γεγονότα όπως είχαν τεθεί ενώπιον του επίτασσαν την χρήση του διατάγματος Norwich Pharmacal, ως βοηθητικού μέσου για την ανεύρεση και εξιχνίαση εκείνων των σχετικών πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των αδικοπραγούντων, όσο και την υποβοήθηση και ανεύρεση γεγονότων και μαρτυρίας για την πιθανότητα έγερσης αγωγής στην ημεδαπή».

Στην υπόθεση Avila Management Services Limited κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά. (2012) 1 Α.Α.Δ. 1403 διευκρινίστηκε ότι τα διατάγματα Norwich Pharmacal δύναται να εκδίδονται και προς υποβοήθηση έγερσης διαδικασιών σε δικαιοδοσία άλλη από αυτή που εκδίδεται το διάταγμα. Συγκεκριμένα, λέχθηκαν τα ακόλουθα:

«Δεν υπάρχει όμως κώλυμα ως θέμα αρχής τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal να είναι δυνατόν να εκδοθούν και προς υποβοήθηση λήψης στοιχείων και πληροφοριών για έγερση αγωγής εκτός δικαιοδοσίας. Με την πολυπλοκότητα των σύγχρονων εμπορικών δραστηριοτήτων, κατά τη διεξαγωγή των οποίων δυνατό να εμπλέκονται διάφορα φυσικά και νομικά πρόσωπα εντός και εκτός δικαιοδοσίας, θα ήταν πολύ περιοριστική η εμβέλεια του διατάγματος εάν αποφασιζόταν να ισχύει μόνο για τις εντός της δικαιοδοσίας προστιθέμενες αγωγές. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί πάνω σε οποιαδήποτε νομική ή ακόμη και λογική βάση».

Τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν εξουσία βάσει του Άρθρου 29(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60), να εφαρμόζουν τις αρχές της επιείκειας και να εκδίδουν βάσει του Άρθρου 32 του ίδιου Νόμου παρεμπίπτοντα διατάγματα. Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal και Bankers Trust που έχουν καθιερωθεί νομολογιακά στην Αγγλία εμπίπτουν στο δίκαιο της επιείκειας και εφαρμόζονται και από τα Κυπριακά Δικαστήρια.

Οι ειδικές προϋποθέσεις που διέπουν το ζήτημα της αποκάλυψης έχουν αναλυθεί σε δύο πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις υποθέσεις Avila Management Services Limited (ανωτέρω) και Penderhill Holdings Limited (ανωτέρω), οι οποίες υιοθέτησαν τις προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων Norwich Pharmacal, ως αυτές σημειώθηκαν στη γνωστή Αγγλική υπόθεση Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd (2005) EWHC 625, και οι οποίες είναι οι εξής:

(i)    Θα πρέπει να έχει λάβει χώρα, ή κατ’ ισχυρισμό, να έχει λάβει χώρα μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα∙

(ii)  Πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση του διατάγματος, ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντα∙

(iii) Το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και να είναι σε θέση ή πιθανό να είναι σε θέση να παρέχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντα.

Αναφορικά με τη δυνατότητα έκδοσης διατάγματος εναντίον αθώου μέρους για την αποκάλυψη στοιχείων και πληροφοριών βάσει της δικαιοδοσίας Norwich Pharmacal, λέχθηκαν τα εξής στην απόφαση Penderhill Holdings Limited (ανωτέρω):

«Στην υπόθεση Upmann v. Elkan (1871) L.R. 12 Eq. 140,  στην οποία γίνεται αναφορά στην Avila Management (ανωτέρω), αναγνωρίστηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει το καθήκον σε πρόσωπο που έχει αναμιχθεί σε αδικοπραξία άλλων ώστε να διευκολύνει την εκτέλεση τους, παρά το γεγονός ότι μπορεί το ίδιο να μην είχε προσωπική ευθύνη, να δώσει βοήθεια με παροχή πληροφοριών και αποκάλυψη των ονομάτων των αδικοπραγούντων, αρχή που υιοθετήθηκε στην Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners and Custom Excise (1973) 2 All E.R. 943, η οποία ακολουθήθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων στις οποίες κάνει αναφορά και το πρωτόδικο Δικαστήριο».

Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε υποθέσεις που σχετίζονται με αστικά αδικήματα, αλλά εκτείνονται και σε άλλης φύσεως υποθέσεις (βλ. Ashworth Hospital Authority v. M.G.N Ltd (2002) 4 All ER 194).

Στην πολύ πρόσφατη απόφαση CAT GMBH Consulting Agency Trade & Company (Cyprus) κ.ά. ν. ΑΒ PCO Investment Limited Πολιτική Έφεση Αρ. Ε9/2017, 11.07.2022, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι διατάγματα Norwich Pharmacal δύνανται να εκδοθούν όχι μόνο για σκοπούς έγερσης αγωγής, αλλά και για την καταχώριση δικογράφων στην πορεία.

Ερχόμενος τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και εξετάζοντας αν αυτά είναι τέτοια που συνάδουν με τις ως άνω νομικές αρχές,  παρατηρώ ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου προκύπτει αβίαστα ότι εναντίον των Αιτητών έχει λάβει χώρα, ή κατ’  ισχυρισμό, να έχει λάβει χώρα μια αδικοπραξία. Οι Αιτητές εξαπατήθηκαν στο να εμπιστευτούν τα χρήματα τους στον Όμιλο QBF για σκοπούς επένδυσης τους και ο Όμιλος QBF αντί να επενδύσει τα χρήματα, τα υπεξαίρεσε προς όφελος των φυσικών προσώπων πίσω από τον Όμιλο QBF και τα διοχέτευσε στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα οι Αιτητές να μην είναι σε θέση ανακτήσουν τα κεφάλαια τους. Πρόκειται για μια απάτη τεραστίων διαστάσεων, όπως χαρακτηρίζεται από την πλευρά των Αιτητών, η οποία έχει οδηγήσει σε ποινικές και αστικές διαδικασίες, συλλήψεις, ως επίσης και ανακλήσεις αδειών εταιρειών από την Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας.

Η δε απάτη η οποία διαπράχθηκε εναντίον των Αιτητών έγκειται στα εξής:

i.      Ο Όμιλος QBF συμφώνησε να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες στους Αιτητές μέσω συγκεκριμένων εταιρειών της στη Ρωσία και στο εξωτερικό∙

ii.    Στηριζόμενοι στις παραστάσεις των αδικοπραγούντων, οι Αιτητές εμπιστεύτηκαν τα χρήματα τους στον Όμιλο QBF για να επενδυθούν σε διάφορα επενδυτικά προϊόντα∙

iii.   Οι αδικοπραγούντες, αντί να επενδύσουν τα χρήματα των Αιτητών ως οι οδηγίες τους, τα υπεξαίρεσαν και δεν τα επένδυσαν ποτέ, ενώ φαίνεται να παρείχαν στους Αιτητές ψεύτικες εκθέσεις αναφορικά με τις επενδύσεις τους σε μηνιαία βάση∙

iv.   Χρησιμοποιώντας μια αδιαφανή εταιρική δομή και μέσω υπεράκτιων εταιρειών που δεν κατείχαν τις απαραίτητες άδειες για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, οι αδικοπραγούντες έλαβαν τα χρήματα των Αιτητών και τα διοχέτευσαν στο εξωτερικό για ίδιο όφελος∙

v.    Παρά τις συνεχείς απαιτήσεις των Αιτητών για την επιστροφή των χρημάτων τους, τα χρήματα αυτά δεν επιστράφηκαν ποτέ∙

vi.   Ο Όμιλος QBF έχει πλέον σταματήσει να παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες, δεν ανταποκρίνεται πλέον σε οποιαδήποτε αιτήματα για επιστροφές κεφαλαίων, ενώ μεγάλος αριθμός εταιρειών του έχει τεθεί ή πρόκειται να τεθεί σε εκκαθάριση. Επιπλέον, διάφοροι αξιωματούχοι του Ομίλου QBF βρίσκονται υπό σύλληψη ενώ το πρόσωπο που πιστεύεται ότι είναι ο δικαιούχος της, ήτοι ο κ. Shpakov είναι φυγόδικος και καταζητείται από διεθνείς αρχές∙ 

vii.  Όπως διαφάνηκε εκ των υστέρων, τα χρήματα διοχετεύθηκαν μέσω υπεράκτιων εταιρειών και ξεπλύθηκαν μέσω κατασκευαστικών έργων ανάπτυξης προς όφελος των δικαιούχων του Ομίλου QBF.

Η ύπαρξη της απάτης υποστηρίζεται  από την ακόλουθη μαρτυρία που έχει προσκομιστεί:

1.    Έχουν εγερθεί ποινικές διαδικασίες στη Ρωσία εναντίον διαφόρων προσώπων που συνδέονται με τον Όμιλο QBF, οι οποίες βρίσκονται σε εξέλιξη∙

2.    Τρία άτομα που σχετίζονται με τον Όμιλο QBF συμπεριλαμβανομένων διευθυντών των βασικών εταιρειών του Ομίλου QBF και της επικεφαλής του νομικού τμήματος του έχουν συλληφθεί∙

3.    Το πρόσωπο που πιστεύεται ότι είναι ο τελικός δικαιούχος του Ομίλου QBF και επικεφαλής της απάτης έχει συμπεριληφθεί στις λίστες ομοσπονδιακών και διεθνών καταζητούμενων και πλέον είναι φυγόδικος∙

4.    Η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας αρχικά απαγόρευσε συγκεκριμένες συναλλαγές της βασικής επενδυτικής εταιρείας του Ομίλου QBF και εν τέλει ανακάλεσε τις άδειες του∙

5.    Αριθμός εταιρειών του Ομίλου QBF έχουν πλέον αναγνωριστεί ως αφερέγγυες ή εκκρεμούν εναντίον τους αιτήσεις πτώχευσης∙

6.    Έχει εγερθεί αριθμός αστικών διαδικασιών εναντίον προσώπων που συνδέονται με τον Όμιλο QBF και έχουν εκδοθεί σχετικές αποφάσεις σε βάρος τους.

Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως πιο πάνω έχω εξηγήσει, κρίνω ότι πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις τις οποίες έχει θέσει η νομολογία μας και ότι δικαιολογείται καθώς υπάρχει πράγματι η ανάγκη για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθώς η έκδοσή τους και η εξασφάλιση από τους Αιτητές των πληροφοριών που βρίσκονται στην κατοχή της Noa Circle και των κυπριακών τραπεζών είναι απαραίτητη ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η ταυτοποίηση των αδικοπραγούντων και η έγερση διαδικασιών για την ανάκτηση των ποσών που έχουν ιδιοποιηθεί οι αδικοπραγούντες. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι ανάλογα με τις πληροφορίες που θα αποκαλυφθούν, έχουν πρόθεση να εγείρουν διαδικασίες εναντίον των εμπλεκόμενων προσώπων, ως επίσης και να λάβουν διαβήματα για την ανάκτηση των κεφαλαίων που έχουν υπεξαιρεθεί.

Σύμφωνα με αναμφισβήτητη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου οι Καθ’ ων η αίτηση έχουν, έστω και αθώα, εμπλακεί στις παράνομες πράξεις του Ομίλου QBF και των δικαιούχων του για εξαπάτηση των Αιτητών και ιδιοποίηση των κεφαλαίων τους. Συγκεκριμένα η Noa Circle ως η πάροχος διοικητικών υπηρεσιών εταιρειών του Ομίλου QBF και οι κυπριακές τράπεζες ένεκα της διατήρησης λογαριασμών προς όφελος εταιρειών του Ομίλου QBF. Προς τούτο οι Αιτητές παρέθεσαν τα ακόλουθα  στοιχεία ως προς την εμπλοκή καθεμιάς από τις Καθ’ ων η αίτηση.

Η εμπλοκή της Noa Circle:

Η Noa Circle είναι πάροχος διοικητικών υπηρεσιών με έδρα την Κύπρο, η οποία παρέχει διοικητικές υπηρεσίες σε αριθμό κυπριακών εταιρειών του Ομίλου QBF. Η Noa Circle έχει εμπλακεί στην αδικοπραγία καθώς παρείχε ένα ευρύ φάσμα εταιρικών, διοικητικών, γραμματειακών και άλλων σχετικών υπηρεσιών σε διαφορετικές εταιρείες του ομίλου QBF με έδρα την Κύπρο. Όπως δε προκύπτει από τα αρχεία του Έφορου Εταιρειών Κύπρου όπως αυτά παρατίθενται στα Τεκμ. 3 και 8 της Ε/Δ Φούττη) ειδικότερα:

α)      Η Noa Circle είναι γραμματέας της QFS LTD και ήταν επίσης διευθυντής και μοναδικός μέτοχος της εταιρείας μέχρι τις 28.11.2017∙

β)      Η Noa Circle είναι γραμματέας της Durmitor Investments Limited και ήταν επίσης διευθυντής και μοναδικός μέτοχος της εταιρείας μέχρι τις 13.08.2018∙

γ)       Η Noa Circle ήταν διευθυντής και γραμματέας της QCCI Ltd  μέχρι τις 30.10.2017 (τώρα έχει διαλυθεί)∙

δ)      Η Noa Circle ήταν γραμματέας της QCM Ltd μέχρι τη διάλυση της στις 14.06.2018 και ήταν επίσης διευθυντής της εταιρείας μέχρι τις 28.11.2017 και μοναδικός μέτοχος της εταιρείας μέχρι την 01.06.2017∙ και

ε)       Η Noa Circle έχει την ίδια εγγεγραμμένη διεύθυνση με την Durmitor Investments Limited, την QFS Ltd και την QCCI Ltd (κατά το χρόνο της διάλυσης της).

Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται με την Ε/Δ Αθανασιάδη, ο οποίος στην παρ. 90 αναφέρει συγκεκριμένα ότι «η Καθ’ ης η Αίτηση 1, ως παροχέας διοικητικών υπηρεσιών, παρείχε στο παρελθόν υπηρεσίες διευθυντή ή γραμματέα ή μετόχου στις εν λόγω εταιρείες για περιορισμένο χρονικό διάστημα».

Επιπρόσθετα, στην παρ.  94 της Ε/Δ Αθανασιάδη γίνεται παραδεκτό ότι ο μοναδικός εν ενεργεία διευθυντής και μέτοχος των Κυπριακών Εταιρειών που σύμφωνα με τους Αιτητές συνδέονται με την QBF είναι ο κ. Zelimkhan Munaev, ο οποίος βρίσκεται υπό σύλληψη αναφορικά με την απάτη της QBF μετά την έγερση ποινικών διαδικασιών εναντίον του στη Ρωσία (σχ. η παρ. 63 της Ε/Δ Φούττη).

Όσον αφορά την εταιρεία QCCI Ltd (η οποία ονομαζόταν προηγουμένως QB Capital CY Ltd), με την Ε/Δ Αθανασιάδη προσκομίζεται ως Τεκμ. 1 νομική γνωμοδότηση η οποία είχε ζητηθεί αναφορικά με την εταιρεία προκειμένου να αξιολογηθεί κατά πόσο χρειαζόταν οποιεσδήποτε άδειες λειτουργίας στη Ρωσία. Τόσο η εν λόγω γνωμοδότηση (σχ. το Τεκμ. 1 στην Ε/Δ Αθανασιάδη) όσο και η γνωμοδότηση που επισυνάπτεται ως Τεκμ. 5 στην Ε/Δ Αθανασιάδη επιβεβαιώνουν τη σύνδεση της Noa Circle με την QCCI Ltd, η οποία μέχρι τη διάλυση της ήταν κύρια εταιρεία του Ομίλου QBF στην Κύπρο. Από την εν λόγω γνωμοδότηση προκύπτει και η σύνδεση της QCCI Ltd με τις εταιρείες OOO QB Group και QB Finance, οι οποίες φαίνεται να είναι Ρωσικές εταιρείες εντός του Ομίλου QBF, η δε QB Finance φαίνεται (σύμφωνα με τη γνωμοδότηση) να είναι εταιρεία μέσω της οποίας διενεργούνταν επενδύσεις. Τα ως άνω που αναφέρονται στην εν λόγω γνωμοδότηση που παρουσίασε η Noa Circle επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς των Αιτητών ότι η Noa Circle έχει στην κατοχή της πληροφορίες και έγγραφα αναφορικά με εταιρείες εντός του Ομίλου QBF που μπορεί να καταστούν χρήσιμα στις προσπάθειες των Αιτητών να ανακτήσουν τα χρήματα τους που τους έχουν αποσπάσει.

Περαιτέρω, ο κ. Αθανασιάδης, ο οποίος είναι διευθυντής της Noa Circle, διετέλεσε επίσης διευθυντής της Constance Investment Ltd μαζί με την κα Λίντα Αθανασιάδη και στο παρόν στάδιο είναι ο γραμματέας της εταιρείας (σχ. το Τεκμ. 3Ε στην Ε/Δ Φούττη). Στην Ε/Δ Αθανασιάδη,  ο ίδιος ο κ. Αθανασιάδης παραδέχεται στην παρ. 96 ότι ο κ. Shpakov υπήρξε στο παρελθόν ιδιοκτήτης της Constance Investment Ltd και ότι το 2021, μετά την κυκλοφορία δημοσιευμάτων κατά της QBF και του κ. Shpakov, το διοικητικό συμβούλιο της Constance Investment Ltd αποφάσισε να κλείσει τους λογαριασμούς πελατών της εταιρείας και να τη θέσει σε καθεστώς ανενεργίας, μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Προκύπτει, δηλαδή, αναμφισβήτητα ότι ο κ. Shpakov μέχρι το 2021 ήταν ο ιδιοκτήτης της Constance Investment Ltd, μέχρι που δημοσιεύματα αναφορικά με την απάτη ήρθαν σε γνώση του κ. Αθανασιάδη, με αποτέλεσμα η εταιρεία να τεθεί σε ανενεργία.

Πέραν των πιο πάνω, ο κ. Αθανασιάδης και η ως άνω κα Λίντα Αθανασιάδη μαζί με τους υπόλοιπους αξιωματούχους της Constance Investment Ltd, δηλαδή την κ. Marina Chernenko και τον κ. Χρήστο Χριστοφή είναι επίσης αξιωματούχοι άλλων εταιρειών συνδεδεμένων με τον Όμιλο QBF, συμπεριλαμβανομένης της A.I. Purity Fund AIF V.C.I.C. Plc και της Falco Umbrella Fund AIF V.C.I.C. Ltd, οι οποίες παρουσιάστηκαν σε πελάτες της QBF ως ποσοτικά επενδυτικά κεφάλαια που ξεκίνησε η Constance Investment Ltd, καθώς και η UFG Capital Investment Management Ltd, η οποία παρουσιάστηκε ως συνέταιρος της QBF στην παρουσίαση των δύο εταιρειών (σχ. η παρ. 85  της Ε/Δ Φούττη).

Παρόλο ότι στην Ε/Δ Αθανασιάδη, η Noa Circle απορρίπτει ότι οι εταιρείες Constance Investment Ltd, UFG Capital Investment Management Ltd και Falco Umbrella Fund AIF V.C.I.C. Ltd έχουν οποιαδήποτε σχέση με τη Noa Circle (σχ. παρ.100 έως 102 της Ε/Δ Αθανασιάδη), εντούτοις καμία τέτοια δήλωση δεν γίνεται αναφορικά με τις υπόλοιπες εταιρείες στις οποίες η Noa Circle παρείχε διοικητικές και άλλες υπηρεσίες, αναφορικά με τις οποίες προφανώς υπάρχουν στοιχεία και πληροφορίες στην κατοχή της Noa Circle.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου μέχρι το 2018, για να αποκτήσουν πρόσβαση σε ξένες αγορές οι Αιτητές συνήπταν συμφωνίες με τις κυπριακές εταιρείες QCCI Ltd και QFS Ltd. Οι Αιτητές μετέφεραν κεφάλαια απευθείας στις εταιρείες αυτές στους λογαριασμούς τους σε τράπεζες του εξωτερικού ή κατέθεταν μετρητά στα ρωσικά γραφεία της QBF. Αργότερα, τα κεφάλαια που έλαβαν η QCCI Ltd και η QFS Ltd μεταφέρθηκαν εκ νέου σε συνδεδεμένες εταιρείες σε άλλες δικαιοδοσίες (σχ. το Τεκμ. 33 της Ε/Δ Φούττη).

Επίσης,  η Noa Circle φαίνεται να έλαβε πληρωμές από την QCCI Ltd (σχ. το Τεκμ. 34 στην Ε/Δ Φούττη). To γεγονός αυτό γίνεται παραδεκτό με την Ε/Δ Αθανασιάδη, η οποία αναφέρει στην παρ. 110(α) ότι: «ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι η Καθ’ ης η Αίτηση 1 έλαβε κεφάλαια από την QCCI δεν είναι καθόλου παράλογος, καθώς η Καθ’ ης η Αίτηση 1 παρείχε μέχρι και τις 15.05.2017 διοικητικές υπηρεσίες στην QCCI, για τις οποίες όφειλε να αποζημιωθεί. Δεν υπάρχει τίποτα το παράξενο ή το παράνομο σε αυτό. Πράγματι επιβεβαιώνω ότι η Καθ’ ης η αίτηση 1 έλαβε αμοιβή από την QCCI, σύμφωνα και στη βάση σχετικής σύμβασης παροχής υπηρεσιών που οι δύο εταιρείες είχαν υπογράψει».

Συνεπεία των πιο πάνω,  βρίσκω ότι η Noa Circle αναμένεται να έχει στην κατοχή της αρχεία και πληροφορίες τόσο σε σχέση με τους λογαριασμούς των κυπριακών εταιρειών του Ομίλου QBF όσο και με τη ροή των κεφαλαίων που πιθανό να έχουν μεταφερθεί μέσω αυτών των κυπριακών εταιρειών που διαχειρίζεται ή διαχειριζόταν η Noa Circle με σκοπό να διοχετευθούν σε ξένες δικαιοδοσίες, για να χρησιμοποιηθούν προς όφελος των απατεώνων και πιθανώς για σκοπούς ξεπλύματος χρημάτων.

Η εμπλοκή των κυπριακών τραπεζών:

Στην υπόθεση Melouskia Commercial Ltd κ.α. ν. Chumachenko Alisa κ.α., (2014) 1Γ Α.Α.Δ.2110 το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι η εμπλοκή μιας τράπεζας για σκοπούς έκδοσης διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal εναντίον της τεκμηριώνεται όταν «στους επίδικους λογαριασμούς κατέληξε σημαντικό ποσό από το προϊόν της αδικοπραξίας». 

(α) Σε σχέση με την Καθ’ ης η αίτηση 2, Astrobank Public Company Limited, η οποία είναι τραπεζικό ίδρυμα, σύμφωνα με τη μαρτυρία, διάφορες εταιρείες της QBF διατηρούσαν σ’ αυτήν τραπεζικούς λογαριασμούς σ’ αυτήν οι οποίοι χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη της ισχυριζόμενης απάτης. Συγκεκριμένα, εταιρείες της QBF διατηρούσαν τραπεζικούς λογαριασμούς στην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ στους οποίους λάμβαναν πληρωμές από πελάτες της QBF. Περαιτέρω, η Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, φαίνεται να είναι τράπεζα συνδεδεμένη με τις εταιρείες QCM Ltd και QFS Ltd οι οποίες είναι εταιρείες εντός του Ομίλου QBF (σχ. οι παρ. 90 έως 93 της Ε/Δ Φούττη). Οι λογαριασμοί της Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ έχουν μεταφερθεί τώρα στην Καθ’ ης η αίτηση 2, καθώς η τελευταία εξαγόρασε την Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ). Ως εκ τούτου, η Καθ’ ης η αίτηση 2 έχει στην κατοχή της τα αρχεία της Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ και συνέχισε τις εργασίες της Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ (σχ. η παρ. 94  της Ε/Δ Φούττη). 

(β) Η Καθ’ ης η αίτηση 3, Κυπριακή Τράπεζα Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, είναι τραπεζικό ίδρυμα στο οποίο σύμφωνα με τη μαρτυρία, εταιρείες της QBF διατηρούσαν τραπεζικούς λογαριασμούς που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη της κατ’ ισχυρισμό απάτης. Συγκεκριμένα, η Καθ’ ης αίτηση 2 φαίνεται να είναι τράπεζα που εξυπηρετούσε την εταιρεία QCCI Ltd, η οποία είναι εταιρεία εντός του Ομίλου QBF (σχ. η παρ. 95 και 96 της Ε/Δ Φούττη).

(γ) Η Καθ’ ης η αίτηση 4, Bank of Cyprus Public Company Limited, είναι επίσης τραπεζικό ίδρυμα στο οποίο εταιρείες της QBF, σύμφωνα με τη μαρτυρία, διατηρούσαν τραπεζικούς λογαριασμούς που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη της  κατ’ ισχυρισμό απάτης. Συγκεκριμένα, η Καθ’ ης αίτηση 2 φαίνεται να είναι τράπεζα που εξυπηρετούσε την εταιρεία Constance Investment Ltd, η οποία είναι εταιρεία εντός του Ομίλου QBF (σχ. η παρ. 97 και 98 της Ε/Δ Φούττη).

Τα ως άνω καταδεικνύουν κατά την αντίληψη μου την εμπλοκή των Καθ’ ων η αίτηση στην αδικοπραξία έστω και αθώα, ώστε να δικαιολογείται η έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal εναντίον τους [βλ. Melouskia Commercial Ltd κ.α. (ανωτέρω)].

Όσα κατέγραψα πιο πάνω προερχόμενα από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου συνηγορούν στο ότι εκπληρώνονται και οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του Ν. 14/1960.  Κρίνω ότι η μαρτυρία που προέρχεται από την Ε/Δ Φούττη αποκαλύπτει συζητήσιμη υπόθεση και ορατή πιθανότητα οι Αιτητές να δικαιούνται τη θεραπεία που επιζητείται με την Αγωγή, ήτοι την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal και Bankers Trust όπως αναλύθηκε και πιο πάνω. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32, κρίνω ότι και αυτή πληρείται εφόσον σε περίπτωση που τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδοθούν σε αυτό το στάδιο, θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη μεταγενέστερα. Σχετική είναι η υπόθεση Avila Management Services Limited (ανωτέρω), όπου το Δικαστήριο απέρριψε την εισήγηση για μη ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης του Άρθρου 32 αναφέροντας τα εξής:

«Όσον αφορά ιδιαιτέρως το ζήτημα της μη ικανοποίησης του τρίτου κριτηρίου για την ύπαρξη πιθανότητας πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος, εύλογη ήταν η κρίση του ότι χωρίς τα διατάγματα θα είναι δύσκολη, αν όχι αδύνατη, η προώθηση των διαδικασιών στην Τσεχία. Κατά συνέπεια, θα είναι δύσκολο και να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Προς τούτο ευστόχως παρέπεμψε στην Κυρίσαββα ν. Κίζη (2001) 1 Α.Α.Δ. 1245, ως νομολογία που λαμβάνει υπόψη προς ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου και παράγοντες άλλους από χρηματικούς, όπως τυχόν εκδηλωθείσα παρανομία».

Στην παρούσα υπόθεση, χωρίς τη λήψη των αιτούμενων πληροφοριών σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, δεν θα υπάρχουν πιθανότητες να μπορέσουν οι Αιτητές να προωθήσουν διαδικασίες εναντίον των προσώπων που εμπλέκονται στην κατ’ ισχυρισμό απάτη που έχει διαπραχθεί εναντίον τους και να ανακτήσουν τα ποσά που έχουν χάσει.

Σε σχέση με το ισοζύγιο της ευχέρειας, κρίνω ότι γέρνει υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον σε περίπτωση μη έκδοσης τους θα είναι εξαιρετικά δύσκολο για τους Αιτητές να εγείρουν τις απαραίτητες νομικές διαδικασίες για τη διεκδίκηση και διασφάλιση των δικαιωμάτων τους. Αντίθετα, τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν αναμένεται να προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στις Καθ’ ων η αίτηση.

Επομένως καταλήγω ότι πληρούνται τόσο οι προϋποθέσεις του Νόμου όσο και οι νομολογιακές  αρχές για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης ως η αίτηση.

Όπως προανέφερα εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα Φίμωσης ως το αιτητικό Ζ της αίτησης. Η έκδοση και των πιο πάνω διαταγμάτων ως τα υπόλοιπα αιτητικά κρίνω ότι καθιστά αναγκαία πλέον και την οριστικοποίηση του Διατάγματος Φίμωσης το οποίο έχει εκδοθεί μονομερώς, καθώς σε αντίθετη περίπτωση, υπάρχει πραγματικός κίνδυνος οι Καθ’ ων η αίτηση να ενημερώσουν τους πελάτες τους για την ύπαρξη της παρούσας αίτησης και της αγωγής και ελλοχεύει ο κίνδυνος να λάβουν διαβήματα για να καταστήσουν το έργο των Αιτητών ακόμη πιο δύσκολο.

Στην υπόθεση Aldi Marine Ltd κ.α. ν. Rual Trade Ltd κ.α., (2016) 1A ΑΑΔ 70, το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε τα εξής σχετικά:

«Διατάγματα φίμωσης συνήθως εκδίδονται ταυτόχρονα με διατάγματα αποκάλυψης ή έρευνας, για να δοθεί η ευκαιρία στον ενάγοντα να εξετάσει τις πληροφορίες ή τα έγγραφα που θα αποκαλυφθούν ή άλλα στοιχεία που θα του δοθούν, προτού αυτός κινηθεί για την έκδοση διαταγμάτων παγοποίησης εναντίον των εις βάρος του αδικοπραγούντων».

            Αν και τα όσα έχουν καταγραφεί πιο πάνω απαντούν στους λόγους ένστασης των Καθ’ ων η αίτηση, εντούτοις στο βαθμό που αυτά δεν καλύπτουν κάποιους από αυτούς θα επιχειρήσω στη συνέχεια να τους σχολιάσω.

    1.        ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΤΡΑΠΕΖΩΝ

Εκ μέρους των Τραπεζών όπως και από την Καθ’ ης η αίτηση 1, προβλήθηκε ως λόγος ένστασης η καθυστέρηση στην έγερση της διαδικασίας. Συγκεκριμένα ισχυρίζονται με τις ενστάσεις τους ότι η παρούσα διαδικασία καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση, καθότι η κατ’ ισχυρισμό απάτη είχε έρθει στην αντίληψη των Αιτητών από τον Απρίλιο – Μάιο του 2021 και αμέλησαν να καταχωρίσουν την παρούσα διαδικασία για περίπου ένα χρόνο.

Η εξήγηση για τον χρόνο που καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση δίδεται στην Ε/Δ Φούττη η οποία αναφέρει ότι η απάτη αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά στο κοινό περί τα τέλη Μαΐου 2021, όταν η Ρωσική εφημερίδα Kommersant δημοσίευσε το πρώτο άρθρο σχετικά με αυτήν (σχ. το Τεκμ.15 της Ε/Δ Φούττη), οπόταν και η QBF σταμάτησε να επιστρέφει χρήματα σε πελάτες της (σχ. η παρ. 65 της Ε/Δ Φούττη). Η έκταση της απάτης έγινε γνωστή ακόμα πιο μετά, περί τον Ιούλιο του 2021, όταν η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας (CBR), ανακάλεσε την άδεια της κύριας εταιρείας του Ομίλου QBF για τη διεξαγωγή χρηματιστηριακών και συναφών δραστηριοτήτων (σχ. η παρ. 70 της Ε/Δ Φούττη).

Στην απόφαση Seamark Consultancy Services Limited v Joseph P. Lasala κ.ά. (2007) 1 ΑΑΔ 162 στην οποία ομοίως με την παρούσα ζητούνταν, μεταξύ άλλων, διατάγματα για τον εντοπισμό ποσών που αποσπάστηκαν συνεπεία δόλου, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι σε υποθέσεις διασυνοριακής απάτης κάποια καθυστέρηση με σκοπό τη διερεύνηση της απάτης είναι αναμενόμενη εν όψει της πολυπλοκότητας των επίδικων θεμάτων και της ανάγκης συλλογής επαρκών στοιχείων και λεπτομερειών της απάτης. Αναφέρθηκαν σχετικά τα εξής:

«Στους πρόσθετους λόγους έφεσης των εφεσειόντων-εναγομένων 1, 2 και 6 προβάλλονται οι θέσεις ότι οι εφεσίβλητοι καθυστέρησαν στην προώθηση της υπόθεσης τους […].  Ο ισχυρισμός των προαναφερομένων εφεσειόντων είναι ότι τα ουσιώδη γεγονότα ήταν γνωστά στους εφεσίβλητους από το 2002 όταν εκδόθηκαν τα σχετικά διατάγματα του Αμερικανικού Δικαστηρίου, τα οποία οδήγησαν στην καταχώριση αγωγών εναντίον του εφεσείοντα-πρώτου εναγομένου και του προαναφερόμενου κ. Πογιατζή στο εξωτερικό.  Το ζήτημα της καθυστέρησης απασχόλησε  τον ευπαίδευτο πρωτόδικο Δικαστή ο οποίος, αφού εξέτασε τα ενώπιόν του στοιχεία, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση εκ μέρους των εφεσιβλήτων.  Συναφώς το πρωτόδικο δικαστήριο υπογράμμισε ότι τα γεγονότα που περιστοιχίζουν τις αξιώσεις των αιτητών είναι εξαιρετικά περίπλοκα, οι ένορκες δηλώσεις πολυσέλιδες και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν πάρα πολλά.  Στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης των εφεσιβλήτων για παρεμπίπτοντα διατάγματα αναγράφεται ότι ο κ. Lefton ασχολείται με την υπόθεση αυτή από το Μάρτιο του 2004 πάνω σε σχεδόν αποκλειστική βάση και δίδει εξηγήσεις στην ένορκη δήλωση του για τα όσα προηγήθηκαν, από το 2002.  Συναφώς, αναφέρει, ότι έγιναν εκτεταμένες και επίπονες έρευνες σε διάφορες χώρες μεταξύ των οποίων οι Η.Π.Α., η Αγγλία, το Isle of Man, η Ελβετία, η Κύπρος, η Ολλανδία και η Ινδία.  Ήταν κατά το πρώτο ήμισυ του 2005 που έγινε συμβιβασμός μεταξύ της Κυβέρνησης των Η.Π.Α. και του καταπιστεύματος του οποίου οι εφεσίβλητοι είναι συνδιαχειριστές, από τη μια και του κ. Πογιατζή και προσώπων και εταιρειών συνδεδεμένων με αυτόν, από την άλλη και είναι ως αποτέλεσμα του συμβιβασμού εκείνου που οι εφεσίβλητοι έλαβαν σημαντικές σχετικές πληροφορίες για την ανάμειξη του εφεσείοντα-εναγομένου 1 στον κατ' ισχυρισμό δόλο εις βάρος της εταιρείας.  Η κατάληξη του πρωτοδίκου δικαστηρίου, το οποίο εξέτασε το ζήτημα της καθυστέρησης εκτενώς, ήταν ότι η πολυπλοκότητα των επιδίκων θεμάτων αλλά και των όσων τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου στο μονομερές στάδιο, δικαιολογούσαν την καταχώριση, μονομερώς, της αιτήσεως τον Ιούλιο του 2005, δηλαδή δύο μήνες μετά τη συλλογή και συμπλήρωση των στοιχείων που είχαν ήδη αρχίσει να διαφαίνονται από το 2002 με τις δικαστικές διαδικασίες στις Η.Π.Α. Το πρωτόδικο δικαστήριο ακόμα συσχετίζει το ζήτημα της καθυστέρησης και με τις θεραπείες που ζητούν οι εφεσίβλητοι, μεταξύ των οποίων, εκτός από τις αποζημιώσεις, είναι και τα δηλωτικά διατάγματα καθώς και διατάγματα που σχετίζονται με τον εντοπισμό (tracing) των ποσών που αποσπάστηκαν ως συνέπεια του δόλου.  Η θεραπεία αυτή απαιτεί τη συλλογή επαρκών στοιχείων και λεπτομερειών έτσι ώστε να είναι δυνατός ο εντοπισμός των χρημάτων και αποτελεσματική η σχετική θεραπεία. Με βάση αυτά τα στοιχεία το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε, ορθά κατά την εκτίμηση μας, πως ο χρόνος στην παρούσα υπόθεση, πρέπει να υπολογιστεί από τις αρχές ή τον Μάιο του 2005 και όχι από το 2002, δεδομένου ότι τα στοιχεία για τη συμμετοχή και ανάμειξη του εφεσείοντα-πρώτου εναγομένου αλλά και των συνδεδεμένων με αυτόν φυσικών και νομικών προσώπων, τότε προέκυψαν.  Με αυτή τη θεώρηση των πραγμάτων δεν φαίνεται ότι οι εφεσίβλητοι ενήργησαν με καθυστέρηση, εκτελώντας τα καθήκοντα που τους είχαν ανατεθεί για να καταχωρήσουν αγωγή το συντομότερο δυνατό με σκοπό την προάσπιση των συμφερόντων των δικαιούχων και της εταιρείας.  Συμφωνούμε με το συλλογισμό του πρωτοδίκου δικαστηρίου καθώς και με τα συμπεράσματα του και επ' αυτού του σημείου».

Με αυτά υπ’ όψιν και ανατρέχοντας και πάλι στην Ε/Δ Φούττη, από την αποκάλυψη της απάτης μέχρι σήμερα, προκύπτει ότι οι Αιτητές σε καμία περίπτωση δεν αμέλησαν, αλλά το αντίθετο, έλαβαν διάφορα διαβήματα για να εξακριβώσουν το πως έγινε η απάτη και από ποιους, ώστε να ανακτήσουν τα χρήματα τους. Συγκεκριμένα:

1)     υποβλήθηκαν σχετικές καταγγελίες στην Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας σχετικά με τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων της QBF

2)     μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2021 η QBF ζητούσε επανειλημμένα παράταση από τους πελάτες της για την αποπληρωμή των κεφαλαίων τους (σχ. οι παρ.  56 και 67 και τα  Τεκμ. 17 και 26 στην Ε/Δ Φούττη)∙

3)     μετά την αποκάλυψη της απάτης, η QBF προσπάθησε να συμψηφίσει τα χρέη που οφείλονταν στους Αιτητές και πρότεινε σε ορισμένους από αυτούς να συμμετέχουν σε μια αδιαφανή συναλλαγή, η οποία τελικά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ (σχ. η παρ. 73 της Ε/Δ Φούττη)∙

4)     όταν κατέστη ξεκάθαρο στους Αιτητές ότι ήταν θύματα μιας διεθνούς απάτης, χρειάστηκε χρόνος για να συντονίσουν μια έρευνα μεταξύ τους, να διορίσουν δικηγόρους στη Ρωσία και την Κύπρο, να διερευνήσουν τα δημόσια αρχεία σε σχέση με την ισχυριζόμενη απάτη, ως επίσης και να προβούν στις απαραίτητες μεταφράσεις για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας (σχ. οι παρ. 107 και 108 της Ε/Δ Φούττη).

Πέραν των πιο πάνω, υπογραμμίζεται ότι ακόμα και τα πρόσωπα που ήγειραν απαιτήσεις και εξασφάλισαν δικαστικές αποφάσεις εναντίον της QBF, δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσουν τις αξιώσεις τους καθώς οι διαδικασίες εκτέλεσης τερματίστηκαν λόγω ανεπαρκών περιουσιακών στοιχείων και αδυναμίας εντοπισμού είτε των αδικοπραγούντων, είτε της περιουσίας τους προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους (σχ. η παρ. 75 της ΕΔ Φούττη). Έχοντας υπ’ όψιν περαιτέρω ότι διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal μπορούν να εκδοθούν όχι μόνο για την τεκμηρίωση μιας αδικοπραξίας και την υποβοήθηση έγερσης δικαστικών διαδικασιών, αλλά και για τον εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων [βλ. Bankers Trust Co (ανωτέρω) και Rosgosstrakh Insurance Company (Public Joint Stock Company (ανωτέρω)], τα οποία εν προκειμένω, μέχρι σήμερα και παρά τις προσπάθειες των πελατών της QBF δεν έχουν εντοπιστεί προκύπτει η ανάγκη καταχώρισης και προώθησης της παρούσας διαδικασίας.

Κρίνω, στη βάση των πιο πάνω, ότι οι Αιτητές καμία αμέλεια δεν επέδειξαν, ενόψει των ενεργειών τους που μεσολάβησαν από την αποκάλυψη της απάτης μέχρι την καταχώριση της παρούσας διαδικασίας, ως επίσης και της πολυπλοκότητας της ισχυριζόμενης  απάτης που διενεργήθηκε και των δυσκολιών ταυτοποίησης των αδικοπραγούντων και εντοπισμού των περιουσιακών τους στοιχείων. Ο πιο πάνω λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.

Προβλήθηκε επίσης από τις Τράπεζες ως λόγος ένστασης ότι υπάρχουν άλλοι διαθέσιμοι τρόποι λήψης αιτούμενων πληροφοριών και συγκεκριμένα ότι μπορούν να ληφθούν από την Καθ’ ης η αίτηση 1, Noa Circle, υπό την ιδιότητα της ως παροχέας εταιρικών, διοικητικών και γραμματειακών υπηρεσιών των εταιρειών του Ομίλου QBF.

Σε σχέση με αυτόν τον λόγο ένστασης, εύλογα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών εισηγούνται ότι οι κυπριακές τράπεζες δεν γνωρίζουν εάν η Noa Circle, κατέχει πληροφορίες και ο λόγος ένστασης προωθείται καθαρά στη βάση εικασιών.  Το γεγονός δε ότι οι Αιτητές ζητούν την αποκάλυψη πληροφοριών και από τη Noa Circle η οποία αναμένεται να έχει στην κατοχή της αρχεία και πληροφορίες αναφορικά με συγκεκριμένες εταιρείες του Ομίλου QBF στις οποίες παρείχε υπηρεσίες, και κατά την αντίληψη μου δεν αναιρεί την ανάγκη λήψης πληροφοριών και από τις τράπεζες, οι οποίες αναμένεται επίσης να έχουν στην κατοχή τους πληροφορίες για τη στοιχειοθέτηση της απάτης και τη ροή των κεφαλαίων των Αιτητών.  Θα πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η Noa Circle παρείχε υπηρεσίες σε συγκεκριμένες εταιρείες εντός του Ομίλου QBF και ως εκ τούτου, εάν οι ροές κεφαλαίων έγιναν από πρόσωπα άλλα από αυτά στα οποία η Noa Circle παρείχε υπηρεσίες, οι Αιτητές δεν θα λάβουν πληροφορίες αναφορικά με αυτές τις συναλλαγές παρά μόνο εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και εναντίον των κυπριακών τραπεζών. Περαιτέρω, ενδέχεται για οποιοδήποτε λόγο η Noa Circle να μην έχει διατηρήσει ολοκληρωμένο αρχείο αναφορικά με τα τραπεζικά και άλλα στοιχεία των εταιρειών στις οποίες παρείχε διοικητικές υπηρεσίες, σε αντίθεση με τις κυπριακές τράπεζες οι οποίες αναμένεται να έχουν λεπτομερή στοιχεία αναφορικά με τις ροές κεφαλαίων που έχουν διέλθει από τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς. Επιπρόσθετα, οι κυπριακές τράπεζες έχουν νομική υποχρέωση να συλλέγουν και να διατηρούν πληροφορίες σχετικά με την ταυτότητα των τελικών δικαιούχων των πελατών τους και των προσώπων που ελέγχουν τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούν.

Ως εκ των πιο πάνω κρίνω ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αποκάλυψης και εναντίον των κυπριακών τραπεζών δικαιολογείται πλήρως. Ούτε αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί και απορρίπτεται.

Οι τράπεζες εγείρουν επίσης ως λόγο ένστασης την ύπαρξη του τραπεζικού απορρήτου και την ύπαρξη σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ των τραπεζών και των πελατών τους, εν όψει των οποίων δεν δύνανται να αποκαλύψουν οτιδήποτε σχετικό με τους πελάτες τους.

Ο πιο πάνω λόγος ένστασης δεν ευσταθεί και απορρίπτεται καθώς σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, τα διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal δύναται να εκδίδονται εναντίον τραπεζών και το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι του τραπεζικού απορρήτου, όταν η σκοπούμενη αποκάλυψη πληροφοριών ή δεδομένων αφορά σε δόλιες πράξεις ή εγκληματικές συμπεριφορές. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Penderhill (ανωτέρω) είναι κατατοπιστικό σε σχέση με τη δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων αποκάλυψης εναντίον τραπεζών: 

«Το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης Τράπεζας - πελάτη ή  Πελάτη - παροχέα υπηρεσιών καθιερώθηκε στην Τournier ν. Νational Provincial and Union Bank of England Ltd (1923) All E.R. 550, στην οποία παραπέμπει και το Δικαστήριο. Στην τελευταία απόφαση η επιδίωξη σκοπού καταστολής δολίων πράξεων ή εγκλημάτων είναι στοιχείο που συνάδει με το δημόσιο συμφέρον και απαιτεί ή επιβάλλει αποκάλυψη. Το συμφέρον της δικαιοσύνης ως έκφανση του δημοσίου συμφέροντος υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων. Η υπερίσχυση του δημοσίου συμφέροντος έναντι της αρχής της εμπιστευτικότητας, όπως προκύπτει από την αρχή του τραπεζικού απορρήτου, τονίστηκε, όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε, και στην Ι.Β.L. v. Planet (1990) J.L.R. 294.  Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της αρχής του απορρήτου όταν σκοπείται η αποκάλυψη πληροφοριών ή δεδομένων που αφορά σε δόλιες πράξεις ή εγκληματικές συμπεριφορές όπως και στην υπό κρίση υπόθεση αποδίδονται στους εφεσείοντες.   Σε πιο πρόσφατη υπόθεση Omar v. Omar (1995) 1 W.L.R. 1428, το Δικαστήριο επέτρεψε τη χρήση των εγγράφων όχι μόνο για τους σκοπούς της αξίωσης των εναγόντων για εντοπισμό των περιουσιακών τους στοιχείων αλλά και για άλλες απαιτήσεις με παράλληλες αγωγές σε άλλες χώρες».

Παρόμοια, στην πρωτόδικη απόφαση Open Joint-Stock Company Promsvyazbank ν. RCB Bank Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 4414/17 Ε.Δ. Λευκωσίας ημερ. 27.06.2018 την οποία  εξέδωσε η κ. Στ. Χατζηγιάννη Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε) και η οποία ανέφερε τα εξής σχετικά τα οποία υιοθετούνται και για τους σκοπούς της παρούσας:

«Κατά συνέπεια, η προσοχή του Δικαστηρίου θα πρέπει να στραφεί στις πρόνοιες του άρθρου 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66(Ι)/1997, το οποίο, όπως έγινε εισήγηση, απαγορεύει την αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών λόγω τραπεζικού απορρήτου. 

[…]

Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 29(1) (ανωτέρω) είναι σαφές ότι η απαγόρευση αφορά πληροφορίες που δίδονται από λειτουργούς της Τράπεζας προς ίδιο όφελος, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση.  Επιπρόσθετα, με την παρούσα Αίτηση, ζητούνται στοιχεία και πληροφορίες αναφορικά με τους λογαριασμούς τρίτων προσώπων, […]. Κατά την άποψη μου, υπό τα περιστατικά της υπόθεσης, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 29(2)(η).  Κι αυτό γιατί η φύση των ζητούμενων πληροφοριών - στη βάση των όσων οι Αιτητές ισχυρίζονται - εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον που είναι η καταστολή δόλιων πράξεων ή εγκλημάτων και σε τέτοιες περιπτώσεις το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας - πελάτη (βλ. Tournier v. National Provincial and Union Bank of England (1923) All E.R. 550).  Σχετικά παραπέμπω και στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση I.B.L. v. Planet (1990) J.L.R. 294:

«The issue of confidentiality was considered in the Norwich Pharmacal case.  The court was entitled to order discovery of documents for the purpose of legal proceedings if the public interest in the administration of justice required it.  The court found that in the circumstances of the case the public interest in the confidentiality of the information was outweighed by the interests of justice.

The court applies the incidental test in the present case. Of course, we have weighed confidentiality in the balance in reaching our decision. But we do not share Mr. O'Connell's fears for the future of the finance industry. Confidentiality depends upon legitimate private business affairs being properly conducted.  Here, there is a strong prima facie case to the contrary».

Κατ' ακολουθία των πιο πάνω, η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι δεν μπορούν να δώσουν τις αιτούμενες πληροφορίες λόγω τραπεζικού απορρήτου ή λόγω της δέσμευσης τους από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης, δεν ευσταθεί. Αντίθετα, στη βάση των ισχυρισμών των αιτητών, προβάλλονται ισχυροί λόγοι ότι αυτοί έχουν δικαίωμα να πάρουν τις αιτούμενες πληροφορίες, που έχουν άμεση σχέση με τους λογαριασμούς των πιο πάνω εταιρειών που διατηρούν στους Καθ' ων η αίτηση 1 και 2, χωρίς οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 να χρειάζονται τη συγκατάθεση τους. Σχετικά παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bankers Trust Co v. Sharipa & Others (1980) 3 All E.R. 358:-

«The Plaintiff, who has been defrauded, has a right in equity to follow the money.  He is entitled, in Atkin LJ's words, to lift the latch of the banker's door:  see Banque Belge Pour L'Etranger v. Hambrouck (1921) 1 K.B. 321 at 325.  The Customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him.  Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank see Initial Services Ltd v. Putterill (1968) 1 Q.B. 396, 405 if the plaintiffs equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and documents -- for that is the only way of tracing the money or knowing what has happened to it».

Όσον δε αφορά την προστασία προσωπικών δεδομένων των πελατών των τραπεζών, σχετική είναι η πρόνοια του Άρθρου 5(α) του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων Αυτών, Νόμος του 2018 (Ν. 125(I)/2018), δυνάμει του οποίου η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων επιτρέπεται και είναι νόμιμη όταν διενεργείται από τα Δικαστήρια στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής τους αρμοδιότητας για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης. Το σχετικό άρθρο παρατίθεται αυτούσιο:

«5. Άνευ επηρεασμού των διατάξεων του στοιχείου (ε) της παραγράφου (1) του άρθρου 6 του Κανονισμού, η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων επιτρέπεται και είναι νόμιμη όταν διενεργείται-

(α) Από τα δικαστήρια στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής τους αρμοδιότητας για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης, περιλαμβανομένης της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων που είναι αναγκαία για το σκοπό δημοσίευσης ή έκδοσης απόφασης οποιουδήποτε δικαστηρίου, και

(β) […]».

Επιπρόσθετα του Άρθρου 5 ανωτέρω, τα όσα έχουν επισημανθεί στην απόφαση Penderhill (ανωτέρω) σε σχέση με την υπεροχή του δημοσίου συμφέροντος όταν υφίσταται ανάγκη καταστολής παράνομων και δόλιων πράξεων ισχύουν κατ’ αναλογία και σε περιπτώσεις που η αποκάλυψη ενδεχόμενα να συνιστά επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, εφόσον η απονομή της δικαιοσύνης εξυπηρετεί σε κάθε περίπτωση και την προστασία του δημοσίου συμφέροντος.

Στη βάση της πιο πάνω νομολογίας, η σχέση εμπιστοσύνης των Τραπεζών με τους πελάτες τους, ως επίσης και το τραπεζικό απόρρητο δεν αποτελούν λόγο μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, εφόσον η αιτούμενη αποκάλυψη σχετίζεται με ισχυριζόμενες δόλιες και παράνομες πράξεις του κ. Shpakov και του Ομίλου QBF και ως εκ τούτου, συνάδει με την προστασία του δημοσίου συμφέροντος.

Προβλήθηκε επίσης εκ μέρους των τραπεζών και ως λόγος ένστασης ότι οι θεραπείες που ζητούνται με την αίτηση είναι πανομοιότυπες με τις τελικές αιτούμενες θεραπείες με το κλητήριο ένταλμα της Αγωγής, επομένως σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, η Αγωγή θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν γίνεται αποδεκτός και απορρίπτεται καθώς σε υποθέσεις Norwich Pharmacal αναγνωρίζεται από την νομολογία η ανάγκη καταχώρισης αγωγής με την οποία ζητούνται πανομοιότυπες θεραπείες με την αίτηση αποκάλυψης.

Σχετική είναι η απόφαση Avila Management Services Ltd (ανωτέρω) όπου αναφέρθηκαν τα εξής:

«Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτουμένων διαταγμάτων εφόσον μ' αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή.  Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos) (1969) 1 C.L.R 578).  Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση.  Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα.  Κατ’ αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -).  Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd (2002) 1 Α.Α.Δ 2015)».

Για σκοπούς πληρότητας, στην Κύπρο σε υποθέσεις Norwich Pharmacal προκύπτει η ανάγκη για καταχώριση αγωγής με την οποία ζητούνται πανομοιότυπες θεραπείες με την ενδιάμεση αίτηση αποκάλυψης, καθότι δεν είναι δυνατή η εξασφάλιση διατάγματος πριν την έγερση αγωγής με αποτέλεσμα να αναγκάζονται οι αιτητές να καταχωρούν αγωγές τις οποίες δεν έχουν πρόθεση να προωθήσουν.

Περαιτέρω ως αναφέρεται στη σελίδα 260 στο σύγγραμμα Διατάγματα (Injunctions) του Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη (πρώτη έκδοση):

«Στην Αγγλία υπάρχουν δικονομικές πρόνοιες οι οποίες καλύπτουν την διαδικασία εξασφάλισης διατάγματος πριν την έγερση αγωγής. Στην Κύπρο δεν υπάρχουν τέτοιες πρόνοιες και τα διατάγματα έρευνας τύπου Norwich Pharmacal γενικά εξασφαλίζονται εναντίον του εμπλεκόμενου προσώπου με την έγερση αγωγής στα πλαίσια της οποίας ζητούνται διατάγματα αποκάλυψης».  

Επομένως ούτε αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί.

    2.        ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΝΣΤΑΣΗΣ ΤΗΣ NOA CIRCLE

Με την ένσταση  της η Noa Circle και την Ε/Δ Αθανασιάδη που την υποστηρίζει και ενώ παραδέχεται ότι παρείχε υπηρεσίες σε εταιρείες συνδεδεμένες με τον Όμιλο QBF (σχ. η παρ.  90 της Ε/Δ Αθανασιάδη), και παραδέχεται περαιτέρω ότι έλαβε πληρωμές από τον Όμιλο QBF για τις υπηρεσίες που παρείχε (σχ. η παρ.110(α) της Ε/Δ Αθανασιάδη), και μάλιστα ισχυρίζεται ότι όταν περιήλθε στην προσοχή της η απάτη του Ομίλου QBF και του κ. Shpakov σταμάτησε την παροχή υπηρεσιών σε εταιρεία του Ομίλου QBF (σχ. η παρ. 96 της Ε/Δ Αθανασιάδη) εντούτοις προβαίνει σε μια υπέρμετρη, δυσανάλογη και ακατανόητη, πράγματι, όπως χαρακτηρίζεται στην εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Αιτητών, προσπάθεια να αμφισβητήσει τις θέσεις των Αιτητών, αμφισβητώντας ακόμη και εάν έχει αποδειχθεί ότι έλαβε χώρα μια απάτη.

Η πιο πάνω προσπάθεια της Noa Circle, χαρακτηρίζεται από κενά και  αντιφάσεις και έχει δίκαιο η πλευρά των Αιτητών στην εισήγηση της ότι δημιουργεί σοβαρά ερωτηματικά ως προς το ρόλο της. Ενδεικτική των χειρισμών της Noa Circle, είναι η προσπάθεια αμφισβήτησης των Ρωσικών δημοσιευμάτων που προσκομίζουν οι Αιτητές προς απόδειξη της ύπαρξης της απάτης, με την προσκόμιση ακόμα και γνωμοδότησης ως  το Τεκμ. 2 στην Ε/Δ Αθανασιάδη, η οποία καταλήγει ότι τα Ρωσικά μέσα ενημέρωσης δεν είναι αξιόπιστα, χωρίς όμως η Noa Circle να ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε χώρα κάποια απάτη.  Πρέπει να αναφερθεί ότι με την Ε/Δ Αθανασιάδη δεν τίθεται οποιοδήποτε νέο υπόβαθρο γεγονότων ή επιπρόσθετη μαρτυρία επί της ουσίας της υπόθεσης, με αποτέλεσμα, η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από τους Αιτητές να παραμένει αναντίλεκτη.

H εμπλοκή της Noa Circle στην αδικοπραξία

Η εμπλοκή της Noa Circle στην αδικοπραξία προκύπτει από την εξής μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου:

(α) Η Noa Circle είναι πάροχος διοικητικών υπηρεσιών, η οποία παρέχει ή παρείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο, διοικητικές υπηρεσίες σε αριθμό Κυπριακών εταιρειών του Ομίλου QBF. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα αρχεία του Έφορου Εταιρειών Κύπρου (σχ. τα Τεκμ. 3 και 8 στην Ε/Δ Φούττη)∙

(β) Η Noa Circle είναι γραμματέας της QFS LTD και ήταν επίσης διευθυντής και μοναδικός μέτοχος της εταιρείας μέχρι τις 28.11.2017∙

(γ) Η Noa Circle είναι γραμματέας της Durmitor Investments Limited και ήταν επίσης διευθυντής και μοναδικός μέτοχος της εταιρείας μέχρι τις 13.08.2018∙

(δ) Η Noa Circle ήταν διευθυντής και γραμματέας της QCCI Ltd (τώρα έχει διαλυθεί) μέχρι τις 30.10.2017∙

(ε) Η Noa Circle ήταν γραμματέας της QCM Ltd μέχρι τη διάλυση της στις 14.06.2018 και ήταν επίσης διευθυντής της εταιρείας μέχρι τις 28.11.2017 και μοναδικός μέτοχος της εταιρείας μέχρι τις 01.06.2017∙ και

(στ) Η Noa Circle έχει την ίδια εγγεγραμμένη διεύθυνση με την Durmitor Investments Limited, την QFS Ltd και την QCCI Ltd (κατά τον χρόνο της διάλυσης της).

Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται με την Ε/Δ Αθανασιάδη, όπου στην παρ. 90 αναφέρει συγκεκριμένα ότι «η Καθ’ ης η αίτηση 1, ως παροχέας διοικητικών υπηρεσιών, παρείχε στο παρελθόν υπηρεσίες διευθυντή ή γραμματέα ή μετόχου στις εν λόγω εταιρείες για περιορισμένο χρονικό διάστημα».

Επιπρόσθετα, στην παρ. 94 της Ε/Δ Αθανασιάδη γίνεται παραδεκτό ότι ο μοναδικός εν ενεργεία διευθυντής και μέτοχος των Κυπριακών Εταιρειών που σύμφωνα με τους Αιτητές συνδέονται με την QBF, είναι ο κ. Zelimkhan Munaev, ο οποίος βρίσκεται υπό σύλληψη αναφορικά με την απάτη του Ομίλου QBF μετά την έγερση ποινικών διαδικασιών εναντίον του στη Ρωσία (σχ. η παρ. 63 στην Ε/Δ Φούττη).

Σε σχέση με την εταιρεία QCCI Ltd (η οποία ονομαζόταν προηγουμένως QB Capital CY Ltd), με την Ε/Δ Αθανασιάδη προσκομίζεται ως Τεκμ. 1 νομική γνωμοδότηση η οποία είχε ζητηθεί αναφορικά με την εταιρεία προκειμένου να αξιολογηθεί κατά πόσο χρειαζόταν οποιεσδήποτε άδειες λειτουργίας στη Ρωσία. Τόσο η εν λόγω γνωμοδότηση όσο και η γνωμοδότηση που επισυνάπτεται ως Τεκμ. 5 στην Ε/Δ Αθανασιάδη επιβεβαιώνουν τη σύνδεση της Noa Circle με την QCCI Ltd, η οποία μέχρι τη διάλυση της ήταν η κύρια εταιρεία του Ομίλου QBF στην Κύπρο. Από την εν λόγω γνωμοδότηση προκύπτει και η σύνδεση της QCCI Ltd με τις εταιρείες OOO QB Group και QB Finance, οι οποίες φαίνεται να είναι ρωσικές εταιρείες εντός του Ομίλου QBF, η δε QB Finance φαίνεται (σύμφωνα με τη γνωμοδότηση) να είναι εταιρεία μέσω της οποίας διενεργούνταν επενδύσεις. Είναι δε υποστηρικτική της θέσης των Αιτητών ότι η παρουσίαση της εν λόγω γνωμοδότησης από τη Noa Circle επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς των Αιτητών ότι η Noa Circle έχει στην κατοχή της πληροφορίες και έγγραφα αναφορικά με εταιρείες εντός του Ομίλου QBF που μπορεί να καταστούν χρήσιμα στις προσπάθειες των Αιτητών να ανακτήσουν τα χρήματα που κατ’ ισχυρισμό  τους έχουν αποσπάσει.

Περαιτέρω ο κ. Αθανασιάδης, ο οποίος είναι διευθυντής της Noa Circle, διετέλεσε επίσης διευθυντής της Constance Investment Ltd μαζί με την κ. Λίντα Αθανασιάδη και στο παρόν στάδιο είναι ο γραμματέας της εταιρείας (σχ. είναι το Τεκμ. 3Ε στην Ε/Δ Φούττη). Με την Ε/Δ Αθανασιάδη,  ο ίδιος ο κ. Αθανασιάδης παραδέχεται στην παρ. 96 ότι ο κ. Shpakov υπήρξε στο παρελθόν ιδιοκτήτης της Constance Investment Ltd και ότι το 2021, μετά την κυκλοφορία δημοσιευμάτων κατά της QBF και του κ. Shpakov, το διοικητικό συμβούλιο της Constance Investment Ltd αποφάσισε να κλείσει τους λογαριασμούς πελατών της εταιρείας και να τη θέσει σε καθεστώς ανενεργίας, μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση. Προκύπτει, δηλαδή, ξεκάθαρα ότι ο κ. Shpakov μέχρι το 2021 ήταν ο ιδιοκτήτης της Constance Investment Ltd, μέχρι που δημοσιεύματα αναφορικά με την απάτη ήρθαν σε γνώση του κ. Αθανασιάδη, με αποτέλεσμα η εταιρεία να τεθεί σε ανενεργία.

Περαιτέρω, ο κ. Αθανασιάδης και η κ. Λίντα Αθανασιάδη μαζί με τους υπόλοιπους αξιωματούχους της Constance Investment Ltd, δηλαδή την κ. Marina Chernenko και τον κ. Χρήστο Χριστοφή είναι επίσης αξιωματούχοι άλλων εταιρειών συνδεδεμένων με τον Όμιλο QBF, συμπεριλαμβανομένης της A.I. Purity Fund AIF V.C.I.C. Plc και της Falco Umbrella Fund AIF V.C.I.C. Ltd, οι οποίες παρουσιάστηκαν σε πελάτες του Ομίλου QBF ως ποσοτικά επενδυτικά κεφάλαια που ξεκίνησε η Constance Investment Ltd, καθώς και η UFG Capital Investment Management Ltd, η οποία παρουσιάστηκε ως συνέταιρος του Ομίλου QBF στην παρουσίαση των δύο εταιρειών.

Σημειώνεται ότι με την Ε/Δ Αθανασιάδη, η Noa Circle απορρίπτει ότι οι εταιρείες Constance Investment Ltd, UFG Capital Investment Management Ltd και Falco Umbrella Fund AIF V.C.I.C. Ltd έχουν οποιαδήποτε σχέση με τη Noa Circle και ως εκ τούτου, η Noa Circle δεν είναι σε θέση να παράσχει οποιαδήποτε στοιχεία ή πληροφορίες αναφορικά με τις εν λόγω εταιρείες και τις δραστηριότητές τους (σχ. οι παρ. 100 έως 102 στην Ε/Δ Αθανασιάδη). Ωστόσο, καμία τέτοια δήλωση δεν γίνεται αναφορικά με τις υπόλοιπες εταιρείες στις οποίες η Noa Circle παρείχε διοικητικές και άλλες υπηρεσίες, αναφορικά με τις οποίες προφανώς και θα υπάρχουν στοιχεία και πληροφορίες στην κατοχή της Noa Circle.

Σύμφωνα με την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου μέχρι το 2018, για να αποκτήσουν πρόσβαση σε ξένες αγορές οι Αιτητές συνήπταν συμφωνίες με τις Κυπριακές Εταιρείες QCCI Ltd και QFS Ltd. Οι Αιτητές μετέφεραν κεφάλαια απευθείας στις εταιρείες αυτές στους λογαριασμούς τους σε τράπεζες του εξωτερικού ή κατέθεταν μετρητά στα ρωσικά γραφεία του Ομίλου QBF. Αργότερα, τα κεφάλαια που έλαβαν η QCCI Ltd και η QFS Ltd μεταφέρθηκαν εκ νέου σε συνδεδεμένες εταιρείες σε άλλες δικαιοδοσίες (σχ. το Τεκμ. 33 στην Ε/Δ Φούττη).

Πέραν των πιο πάνω η Noa Circle φαίνεται να έλαβε επίσης πληρωμές από την QCCI Ltd (σχ. το Τεκμ. 34  στην Ε/Δ Φούττη). To γεγονός αυτό γίνεται παραδεκτό με την Ε/Δ Αθανασιάδη, ο οποίος αναφέρει στην παρ. 110 (α) ότι: «ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι η Καθ’ ης η Αίτηση 1 έλαβε κεφάλαια από την QCCI δεν είναι καθόλου παράλογος, καθώς η Καθ’ ης η Αίτηση 1 παρείχε μέχρι και τις 15/05/2017 διοικητικές υπηρεσίες στην QCCI, για τις οποίες όφειλε να αποζημιωθεί. Δεν υπάρχει τίποτα το παράξενο ή το παράνομο σε αυτό. Πράγματι επιβεβαιώνω ότι η Καθ’ ης η Αίτηση 1 έλαβε αμοιβή από την QCCI, σύμφωνα και στη βάση σχετικής σύμβασης παροχής υπηρεσιών που οι δύο εταιρείες είχαν υπογράψει».

Συνεπεία όλων των πιο πάνω η Noa Circle αναμένεται να έχει στην κατοχή της αρχεία και πληροφορίες τόσο σε σχέση με τους λογαριασμούς των κυπριακών εταιρειών του Ομίλου QBF όσο και με τη ροή των κεφαλαίων που πιθανό να έχουν μεταφερθεί μέσω αυτών των Κυπριακών Εταιρειών που διαχειρίζεται ή διαχειριζόταν η Noa Circle με σκοπό να διοχετευθούν σε ξένες δικαιοδοσίες, για να χρησιμοποιηθούν προς όφελος τους και πιθανώς για σκοπούς ξεπλύματος χρημάτων.

Η Καθ’ ης η αίτηση 1 με την Ε/Δ Αθανασιάδη θέτει υπό αμφισβήτηση τη μαρτυρία των Αιτητών και προβάλλει ισχυρισμούς για μη αποκάλυψη. Εξετάζοντας τη μαρτυρία που προσκομίζει όμως η Noa Circle μέσω της Ε/Δ Αθανασιάδη, βρίσκω ότι οι θέσεις των Αιτητών παραμένουν αναντίλεκτες και δεν προκύπτει ότι υπήρξε μη αποκάλυψη. Επισημαίνεται ότι η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τους Αιτητές αναφορικά με την ισχυριζόμενη απάτη που έχει διεξαχθεί εναντίον τους, παραμένει αναντίλεκτη εφόσον η Noa Circle δεν παραθέτει οποιαδήποτε γεγονότα για την αντίκρουση τους, ενώ αρκείται στην κατά την άποψη τους επισήμανση κενών στην υπόθεση των Αιτητών.

Όμως σε σχέση με το βάρος απόδειξης που έχουν οι Αιτητές σε σχέση με την απάτη που διενεργήθηκε εναντίον τους, αυτό που πρέπει οι Αιτητές να αποδείξουν είναι ότι έχει κατ’ ισχυρισμόν λάβει χώρα μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα [βλ. ενδεικτικά Avila Management Services Limited (ανωτέρω)].

Οι Αιτητές ισχυρίζονται αφενός ότι έχει διενεργηθεί μια αδικοπραξία σε βάρος τους αναφορικά με την οποία ζητούνται οι αιτούμενες με την Αγωγή θεραπείες και αφετέρου, από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει αβίαστα ότι εναντίον των Αιτητών έχει εκτελεστεί μια αδικοπραξία. Οι Αιτητές  σύμφωνα με τη μαρτυρία που παρουσίασαν φαίνεται να εξαπατήθηκαν στο να εμπιστευτούν τα χρήματα τους στον Όμιλο QBF για σκοπούς επένδυσης τους και αντί επένδυσης τα χρήματα τους υπεξαιρέθηκαν. Πρόκειται  κατά τους Αιτητές για μια απάτη τεραστίων διαστάσεων, η οποία  σύμφωνα με στοιχεία που παρέθεσαν οι Αιτητές έχει οδηγήσει σε ποινικές και αστικές διαδικασίες, συλλήψεις, ως επίσης και ανακλήσεις αδειών εταιρειών από την Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας.

Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της Noa Circle περί μη επαρκούς στοιχειοθέτησης της αδικοπραξίας, αυτοί εστιάζουν στο γεγονός ότι:

1)    Οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίσει υποστηρικτικά έγγραφα προς υποστήριξη της μαρτυρίας που έχει προσφερθεί (όπως για παράδειγμα, αποσπάσματα των εταιρικών μητρώων των εταιρειών του Ομίλου QBF στη Ρωσία, Χονγκ Κονγκ, Νήσους Κέιμαν, του Η. Βασιλείου και του Λουξεμβούργου, τις εκθέσεις excel που λάμβαναν οι Αιτητές αναφορικά με τις επενδύσεις τους, τις συμβάσεις που έχουν υπογραφεί ανάμεσα στους Αιτητές και τις εταιρείες του Ομίλου QBF και άλλα), και ότι  

2)    Τα έγγραφα που έχουν προσκομίσει οι Αιτητές δεν είναι ικανοποιητικά επειδή είτε είναι ανυπόγραφα, είτε δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί η προέλευση τους ή η εγκυρότητα τους, είτε λείπει η σφραγίδα και ούτω καθεξής.

Όμως οι πιο πάνω ισχυρισμοί της Noa Circle περί της ύπαρξης δήθεν κενών στη μαρτυρία των Αιτητών δεν ευσταθούν και τούτο καθώς  σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας οι Αιτητές δεν είχαν καμία υποχρέωση να αποδείξουν την ύπαρξη και τις λεπτομέρειες της απάτης που διενεργήθηκε εναντίον τους προσκομίζοντας όλη τη μαρτυρία που δυνατό να ήταν διαθέσιμη για το σκοπό αυτό. Κρίνω ότι οι Αιτητές έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης που απαιτείτο σε αυτό το στάδιο, εφόσον έχουν καταδείξει την ύπαρξη μιας κατ’ ισχυρισμό αδικοπραξίας εναντίον τους. Οι ισχυρισμοί περί μη παρουσίασης αρκετών υποστηρικτικών εγγράφων ή παρουσίασης εγγράφων που δεν είναι πρωτότυπα ή δεν φέρουν τις απαραίτητες υπογραφές δεν συνάδουν με αυτό το στάδιο της διαδικασίας  και ως εκ τούτου απορρίπτονται.

Σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς περί μη αποκάλυψης, κρίνω ότι αυτοί δεν τεκμηριώνονται καθώς:

(1) Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί μη αποκάλυψης λεπτομερειών και υποστηρικτικών στοιχείων των αξιώσεων και της ζημιάς των Αιτητών ένεκα της αδικοπραξίας, πρέπει να αναφερθούν τα εξής:

(2) Οι Αιτητές έχουν προσκομίσει ως Τεκμ. 7 στην Ε/Δ Φούττη πίνακα ο οποίος συνοψίζει τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης κάθε Αιτητή, συμπεριλαμβανομένων λεπτομερειών για το χρόνο της κάθε επένδυσης, τον αντισυμβαλλόμενο της επένδυσης, το ποσό που επενδύθηκε, καθώς και την τελική ζημιά (σχ. η παρ. 39 της Ε/Δ Φούττη). Ως αναφέρεται ανωτέρω, οι Αιτητές δεν είχαν την υποχρέωση σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας να προσκομίσουν περαιτέρω μαρτυρία προς υποστήριξη του πιο πάνω ισχυρισμού τους, ο οποίος σε κάθε περίπτωση παραμένει αναντίλεκτος, ενώ σε κάθε περίπτωση επεξηγείται στην Ε/Δ Φούττη ότι τα έγγραφα δεν επισυνάπτονται λόγω του όγκου τους και ότι μπορούν να προσκομιστούν στο Δικαστήριο εάν αυτό καταστεί απαραίτητο κάτι που στο παρόν στάδιο θεωρώ περιττό.

(2α) Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί ύπαρξης παραπλανητικής αναφοράς στις αποφάσεις ρωσικών δικαστηρίων εναντίον της QBF οι οποίες δεν εκδόθηκαν προς όφελος των Αιτητών και δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη της απάτης εναντίον των Αιτητών, πρέπει να αναφερθούν τα εξής:

(2αα) Οι αποφάσεις Ρωσικών Δικαστηρίων στις οποίες γίνεται αναφορά στην Ε/Δ Φούττη έχουν επισυναφθεί καθότι καταδεικνύουν ότι προσπάθειες που έχουν λάβει χώρα για την ανάκτηση κεφαλαίων από την QBF ήταν ανεπιτυχείς. Το γεγονός ότι οι αποφάσεις δεν εκδόθηκαν προς όφελος των Αιτητών αποκαλύπτεται ρητά (σχ. η παρ.74  στην Ε/Δ Φούττη), ενώ σε κάθε περίπτωση είναι άσχετο με τα όσα οι Ρωσικές αποφάσεις καταδεικνύουν. Ουδεμία παραπλάνηση έχει γίνει εν προκειμένω.

(2αβ) Σε σχέση με τον ισχυρισμό περί ύπαρξης παραπλανητικής αναφοράς στα αποτελέσματα του μητρώου SPAK αντί σε αναφορά στο μητρώο EGRUL, οι Αιτητές εξηγούν ότι το γεγονός ότι οι Αιτητές έχουν προσκομίσει προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους τα αποτελέσματα του μητρώου SPARK αντί του μητρώου EGRUL σε καμία περίπτωση δεν είναι παραπλανητικό ή άλλως πως μεμπτό, αφού η Noa Circle, δεν ισχυρίζεται ότι τα στοιχεία που προσκομίστηκαν ήταν λανθασμένα.

Επαναλαμβάνεται ότι αυτό το στάδιο της διαδικασίας δεν προσφέρεται για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο έχει ή όχι προσφερθεί η καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Αυτό που αρκεί είναι να καταδειχθεί η ύπαρξη μιας κατ’ ισχυρισμόν αδικοπραξίας, πράγμα το οποίο κρίνω στη βάση των στοιχείων που έχουν κατατεθεί  ενώπιον μου ότι έχει γίνει.

Οι αντιφατικοί ισχυρισμοί της Noa Circle:

Παρά τους ισχυρισμούς της Ε/Δ Αθανασιάδη περί δήθεν μη στοιχειοθέτησης της απάτης του Ομίλου QBF εναντίον των Αιτητών, παρατηρώ ότι η ισχυριζόμενη απάτη θα μπορούσε να πει κάποιος ότι γίνεται παραδεκτή από τη Noa Circle, η οποία μάλιστα υποστηρίζει ότι έλαβε διαβήματα μετά την αποκάλυψη της απάτης για να διαφυλάξει τα συμφέροντα της και τα συμφέροντα των πελατών της. Δηλαδή από τη μια η Noa Circle ισχυρίζεται ότι δεν έχει καταδειχθεί από τους Αιτητές η ύπαρξη αδικοπραξίας σε βάρος τους, υποστηρίζοντας ότι η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί είναι ελλιπής και ότι τα δημοσιεύματα που έχουν προσκομιστεί από τους Αιτητές προς υποστήριξη της ύπαρξης της απάτης του Ομίλου QBF και του κ. Shpakov εναντίον τους δήθεν δεν είναι αξιόπιστα, λόγω του μεροληπτικού χαρακτήρα των ρωσικών μέσων ενημέρωσης, σύμφωνα με νομική γνωμάτευση από Ρώσο καθηγητή που ετοιμάστηκε βάσει των οδηγιών της Noa Circle (σχ. το Τεκμ. 2 της Ε/Δ Αθανασιάδη). Από την άλλη, η Noa Circle παραδέχεται ότι:

1)    Μετά την κυκλοφορία δημοσιευμάτων το 2021 αναφορικά με τον Όμιλο QBF και τον κ. Shpakov, το διοικητικό συμβούλιο της Constance Investment Ltd αποφάσισε να κλείσει όλους τους λογαριασμούς πελατών της εταιρείας και να την θέσει σε καθεστώς ανενεργίας μέχρι να ξεκαθαρίσει η κατάσταση (σχ. η παρ. 96 της Ε/Δ Αθανασιάδη).

2)    Μετά την κυκλοφορία των εν λόγω δημοσιευμάτων, η Noa Circle προσέλαβε ανεξάρτητους νομικούς συμβούλους για να ελέγξουν όλες τις τραπεζικές της συναλλαγές και να της προσφέρουν νομική γνωμάτευση σχετικά με τη νομιμότητα των συναλλαγών και των εισπράξεων της (σχ. η παρ. 112 της Ε/Δ Αθανασιάδη).

Από τα πιο πάνω προκύπτει εύλογα το ακόλουθο ερώτημα: Αφού η Noa Circle υποστηρίζει ότι δεν έχει πειστεί ότι έλαβε χώρα οποιαδήποτε αδικοπραξία από τον Όμιλο QBF και τον κ. Shpakov και τα δημοσιεύματα του Ρωσικού τύπου δεν είναι αξιόπιστα λόγω του μεροληπτικού χαρακτήρα τους, τότε γιατί μετά τα δημοσιεύματα εναντίον του Ομίλου QBF και του κ. Shpakov θορυβήθηκε και έλαβε μέτρα για την προστασία της, περιλαμβανομένου του διορισμού δικηγόρων να γνωματεύσουν επί των συναλλαγών της εταιρείας και της νομιμότητας τους, του κλεισίματος τραπεζικών λογαριασμών και της θέσης της εταιρείας Constance Investment Ltd σε καθεστώς ανενεργίας;

Τα πιο πάνω καταδεικνύουν πράγματι ότι εν προκειμένω οι ισχυρισμοί της Noa Circle χαρακτηρίζονται από αντιφατικότητα  και έτσι ο σχετικός λόγος ένστασης παραμένει μετέωρος, κάτι που συνηγορεί στο ότι υπάρχει ανάγκη να διαταχθεί η αποκάλυψη που επιζητούν οι Αιτητές.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ/ΤΑ ΕΞΟΔΑ:

Για όλους τους πιο πάνω λόγους τους οποίους προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως εγκριθεί η αίτηση. Οι περί του αντιθέτου λόγοι ένστασης όπως και οι εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των Καθ’ ων η αίτηση, όπως έχω εξηγήσει πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχουν έρεισμα στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης αυτής και δεν γίνονται δεκτές.

Το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα υπό το αιτητικό Ζ της αίτησης διά του παρόντος οριστικοποιείται.

Εκδίδονται περαιτέρω διατάγματα ως τα αιτητικά Α – Στ προσθέτοντας στο λεκτικού του αιτητικού Στ την λέξη «αποκλειστικά» μετά τη λέξη «χρησιμοποιηθούν».

Δεν κρίνω σκόπιμο να θέσω οποιουσδήποτε περαιτέρω όρους για τη δραστικότητα των διαταγμάτων εφόσον τα αιτητικά Ε και Στ καλύπτουν την όποια ανησυχία για τη χρήση τους. Τυχόν έξοδα τα οποία δύνανται να προκύψουν προς συμμόρφωση με τις πρόνοιες των ως άνω διαταγμάτων και γενικά αν ήθελαν προκύψουν δαπάνες από τη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του διατάγματος τότε, αν ήθελαν αποδειχθεί τέτοιες και ευθύνονται γι’ αυτές οι Αιτητές θα βαρύνουν αυτούς.

Βρίσκω εύλογο και δίκαιο το αίτημα υπό των τραπεζών Εναγόμενων/Καθ’ ων η αίτηση 3 και 4 όπως προτού δοθούν οι πληροφορίες προς συμμόρφωση με τα διατάγματα παράσχουν γραπτή δέσμευση ότι δεν θα χρησιμοποιήσουν τα αποκαλυφθέντα έγγραφα και πληροφορίες εναντίον της Τράπεζας, των υπαλλήλων, διευθυντών και αντιπροσώπων τους για καταχώριση οποιασδήποτε διαδικασίας (ποινικής, αστικής ή άλλως πως) είτε εντός είτε εκτός της δικαιοδοσίας των κυπριακών δικαστηρίων. Παρόμοια δέσμευση θα αναληφθεί και σε σχέση με την Εναγόμενη 2/Καθ’ ης η αίτηση 2.

O χρόνος συμμόρφωσης καθορίζεται στις 60 ημέρες από της ημερομηνίας επίδοσης του διατάγματος στις Καθ’ ων η αίτηση.

Δεν βρίσκω λόγο να μην ακολουθήσω τον κανόνα ότι ο επιτυχών διάδικος δικαιούται και στα έξοδα του. Τα έξοδα  της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα.

(Υπ.) ........................................

                                                                          Χρ. Γ. Φιλίππου, Π.Ε.Δ.

Πιστό αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

 

 

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α’: ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ

1.            Burlaka Alina Evgenievna, εκ Ρωσίας

2.            Miniailo Igor Vitalievich, εκ Ρωσίας

3.            Kazachok Mikhail Vladimirovich, εκ Ρωσίας

4.            Tarkov Ivan Alexandrovich, εκ Ρωσίας

5.            Travin Viacheslav Iurevich, εκ Ρωσίας

6.            Medvedev Rostislav Vladimirovich, εκ Ρωσίας

7.            Marchenko Vladislav Anatolievich, εκ Ρωσίας

8.            Kushkov Sergey Valentinovich, εκ Ρωσίας

9.            Karlysheva Tatiana Pavlovna, εκ Ρωσίας

10.         Liubarskii Iulii Vladimirovich, εκ Ρωσίας

11.         Svetlov Denis Anatolievich, εκ Ρωσίας

12.         Perevozkin Vadim Valeryevich, εκ Ρωσίας

13.         Medvedev Sergey Vitalievich, εκ Ρωσίας

14.         Yakimoν Aleksei Anatolievich, εκ Ρωσίας

15.         Yakimova Elvira Raisovna, εκ Ρωσίας

16.         Ozherelkov Pavel Sergeevich, εκ Ρωσίας

17.         Vetrova Nadezhda Sergeevna, εκ Ρωσίας

18.         Smirnov Aleksandr Yuryevich, εκ Ρωσίας

19.         Vyalkov Sergey Alexandrovich, εκ Ρωσίας

20.         Pistol Vladimir Borisovich, εκ Ρωσίας

21.         Popov Viktor Nikolaevich, εκ Ρωσίας

22.         Potapov Anatolii Vladimirovich, εκ Ρωσίας

23.         Bogodelov Vladimir Aleksandrovich, εκ Ρωσίας

24.         Shemet Alexey Rostislavovich, εκ Ρωσίας

25.         Kalinin Aleksei Mikhailovich, εκ Ρωσίας

26.         Podkorytov Vladimir Yuryevich, εκ Ρωσίας

27.         Parfenov Alexandr Yuryevich, εκ Ρωσίας

28.         Kantemirov Mikhail Borisovich, εκ Ρωσίας

29.         Bayanov Sergey Zotikovich, εκ Ρωσίας

30.         Gervasev Anton Mikhailovich, εκ Ρωσίας

31.         Kosorukov Svyatoslav Yulievich, εκ Ρωσίας

32.         Zhukov Aleksey Borisovich, εκ Ρωσίας

33.         Bakirov Daniyar Lyabipovich, εκ Ρωσίας

34.         Sartakov Anatoliy Mikhailovich, εκ Ρωσίας

35.         Yavkin Dmitriy Petrovich, εκ Ρωσίας

36.         Menshchikov Valentin Aleksandrovich, εκ Ρωσίας

37.         Kondratyev Konstantin Vladimirovich, εκ Ρωσίας

38.         Merkel Valeriy Karlovich, εκ Ρωσίας

39.         Kopichnikov Yurii Ivanovich, εκ Ρωσίας

40.         Egorov Sergei Gennadyevich, εκ Ρωσίας

41.         Savushkina Angelina Sergeevna, εκ Ρωσίας

42.         Kolesnikova Zulfira Mirgaleyevna, εκ Ρωσίας

43.         Stepanov Sergey Aleksandrovich, εκ Ρωσίας

44.         Russo Yuriy Vasilievich, εκ Ρωσίας

45.         Krechetova Tatyana Olegovna, εκ Ρωσίας

46.         Belov Konstantin Gennadyevich, εκ Ρωσίας

47.         Strukov Sergei Nikolayevich, εκ Ρωσίας

48.         Abankin Evgenii Nikolayevich, εκ Ρωσίας

49.         Abankin Alexey Nikolayevich, εκ Ρωσίας

50.         Boiarskaia Inna Nikolaevna, εκ Ρωσίας

51.         Protasov Vladimir Petrovich, εκ Ρωσίας

52.         Strokov Gennadii Ivanovich, εκ Ρωσίας

 


 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Β’: ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΕΣ ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ

1)    QCCI Ltd (ΗΕ 221325), εκ Λευκωσίας

2)    Durmitor Investments Limited (HE 286374), εκ Λευκωσίας

3)    QCM Ltd (HE 266397), εκ Λευκωσίας

4)    QFS Ltd (HE 264787), εκ Λευκωσίας

5)    Constance Investment Ltd (HE 333743), εκ Λευκωσίας

6)    LaCasa International (CY) Ltd (HE 405961), εκ Λευκωσίας

7)    BE1 Fund Management RV Ltd (HE 361951), εκ Λευκωσίας

8)    A.I. Purity Fund AIF V.C.I.C. Plc (ΗΕ 406523), εκ Λευκωσίας

9)    Falco Umbrella Fund AIF V.C.I.C. Ltd (ΗΕ 406713), εκ Λεμεσού

10)  UFG Capital Investment Management Ltd (ΗΕ 330109), εκ Λευκωσίας

11)  QBF JSC (TIN 7703399818), εκ Ρωσίας

12)  QBF LLC (TIN 7703458823), εκ Ρωσίας

13)  IC QBF LLC (TIN 7733673955), εκ Ρωσίας

14)  KBF UA LLC (TIN 7704835400), εκ Ρωσίας

15)  GSE LLC (TIN 7701367553), εκ Ρωσίας

16)  Q.Broker LLC (TIN 9703003668), εκ Ρωσίας

17)  QB Credit LLC (TIN 7703740234), εκ Ρωσίας

18)  QBF Advisory LLC (TIN 7703426941), εκ Ρωσίας

19)  Center Venctchurnogo Finansirovania PJSC (TIN 7734682254), εκ Ρωσίας

20)  Finansovaya Gruppa QBF JSC (TIN 7703466327), εκ Ρωσίας

21)  VL Consulting LLC (TIN 7706463476), εκ Ρωσίας

22)  Yurmaster LLC (TIN 7708786218), εκ Ρωσίας

23)  “FinBoutique” LLC (TIN 7731610156), εκ Ρωσίας

24)  KG LLC (TIN 7701876374), εκ Ρωσίας

25)  M4 Invest LLC (TIN 7701973890), εκ Ρωσίας

26)  168 Kvartal LLC (TIN 7703769272), εκ Ρωσίας

27)  M1 Invest LLC (TIN 7701367560), εκ Ρωσίας

28)  KF Estate SPB LLC (TIN 7840472851), εκ Ρωσίας

29)  S-Control LLC (TIN 5047245990), εκ Ρωσίας

30)  NortonStroi LLC (TIN 5047246489), εκ Ρωσίας

31)  Simon Jesso LLC (TIN 7703769586), εκ Ρωσίας

32)  Severspetsstroi LLC (TIN 7703769579), εκ Ρωσίας

33)  Format Development LLC (TIN 7708243109), εκ Ρωσίας

34)  F-Tehnologii LLC (TIN 7703448769), εκ Ρωσίας

35)  F-Management LLC (TIN 7703448776), εκ Ρωσίας

36)  White Lake Management Ltd (SE-330557), εκ Νήσους Κέιμαν

37)  WLM Ltd (CR-347210), εκ Νήσους Κέιμαν

38)  Cryptopay Ltd (08730592), εκ Ηνωμένου Βασιλείου

39)  Argento Access SARL (B174898), εκ Λουξεμβούργου

40)  Simtelligence Company Ltd (1570903), εκ Χονγ Κονγκ

41)  Lamera Holdings Ltd (2991386), εκ Χονγ Κονγκ

 

 

 

 


 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Γ’: ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

1)    Roman Shpakov με αριθμό Ρωσικού Διαβατηρίου [ ], εκ Ρωσίας

2)    Zelikham Munaev, εκ Ρωσίας

3)    Vladimir Pahomov, εκ Ρωσίας

4)    Evgenia Rossieva, εκ Ρωσίας

5)    Alexey Golubev, εκ Ρωσίας

6)    Gramza Ekaterina Valerievna, εκ Ρωσίας

7)    Margarita Gorsheneva, εκ Ρωσίας

8)    Shpakov Valeriy Fedorovich, εκ Ρωσίας

9)    Shpakova Irina Nikolaevna, εκ Ρωσίας

                                                            


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο