ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Α. ΛΟΥΚΑ, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 4529/2015
Sky Cac Limited
Εναγόντων
-και-
1. Ε. Μ.
2. Ν. Civil Construction Limited, πρώην Fakas Constructions & Developments Ltd, πρώην Fakas Investments & Developments Ltd
Εναγόμενων
Αίτηση ημ. 15/9/2022 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης
Ημερομηνία: 2/11/2023
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντες Αιτητές: κα. Κέντελη
Για Εναγόμενους Καθ’ ων η αίτηση: κ. Αδαμίδης
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την αγωγή τους οι Ενάγοντες αξιώνουν καταβολή ποσών δυνάμει απλήρωτων δανείων των Εναγομένων. Τούτες οι θεραπείες τους αποδόθηκαν σε σχέση με τον Εναγόμενο 1 την 4/12/2015, μετά από αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Η απόφαση συντάχθηκε την 29/12/2015, μετά από σχετικό αίτημα των Εναγόντων. Επόμενη εμπλοκή του Εναγόμενου 1 στην υπόθεση είναι η επίδοση σε αυτόν της υπό εξέταση αίτησης, την 23/9/2022.
Συγκεκριμένα η παράγραφος 9 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται σε Συμφωνία Εκχώρησης Δικαιωμάτων Αγοραπωλητηρίου Συμβολαίου, του αγοραστή Εναγόμενου 1, όπως πηγάζουν από συμβόλαιο ημ. 9/11/2004 μεταξύ Εναγόμενου 1 και Εναγόμενης 2. Ο Εναγόμενος 1 είχε αγοράσει το εν λόγω διαμέρισμα και εκχώρησε τα δικαιώματα του για ειδική εκτέλεση της σύμβασης και εγγραφής του, αλλά και το δικαίωμα αγωγής για παράβαση σύμβασης και αξίωση αποζημίωσης, στους Ενάγοντες Αιτητές.
Με την παρούσα οι Ενάγοντες Αιτητές (στο εξής «οι Αιτητές») επιζητούν την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης τους ώστε να προστεθούν σε αυτήν 14 αιτητικά που αφορούν τη Συμφωνία Εκχώρησης. Ενδεικτικά επιδιώκεται να προστεθούν αιτητικά που: να διατάζουν την ειδική εκτέλεση του αγοραπωλητηρίου όταν εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος για το ακίνητο, αναγνώριση τους ως οι αποκλειστικοί δικαιούχοι των δικαιωμάτων των αγοραστών, αναγνώριση του δικαιώματος τους και εξουσιοδότηση να υποθηκεύσουν το ακίνητο όταν μεταβιβαστεί στον Εναγόμενο 1, αναγνώριση και εξουσιοδότηση τους για ακύρωση του πωλητηρίου, διάταγμα που να τους επιτρέπει να πωλήσουν ή να διαθέσουν το ακίνητο, διάταγμα που να τους επιτρέπει μεταβίβαση του τίτλου, όταν εκδοθεί, στο όνομα τους, ανάκτηση κενής κατοχής του ακινήτου και διορισμό τους ως πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι του Εναγόμενου 1 για τον σκοπό την εκχώρησης, πώλησης ή μεταβίβασης του ακινήτου.
Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Ν. Φ., υπαλλήλου των Αιτητών. Μετά την αναφορά στην οποία προβαίνει ως προς το ιστορικό της αγωγής, αναφέρει ότι μετά από προσεκτικότερη μελέτη της υπόθεσης παρατηρήθηκε ότι εκ παραδρομής, παράλειψης ή αμέλειας δεν συμπεριλήφθηκαν στην αξίωση οι ως άνω αναφερόμενες θεραπείες. Αυτές δεν συνοδεύονται με νέους ισχυρισμούς αλλά στηρίζονται σε παράγραφο της Έκθεσης Απαίτησης, η οποία υφίστατο εξ αρχής. Κατόπιν συμβουλής που έλαβε αναφέρει ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις δεν θα επηρεάσουν τους Εναγόμενους, αφού η ακρόαση δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Οι αιτούμενες θεραπείες είναι αναγκαίες και καλόπιστες και θα ήταν εύλογο και δίκαιο να εγκριθεί η αίτηση τους.
Οι Εναγόμενοι Καθ’ ων η αίτηση καταχώρησαν ξεχωριστή ένσταση. Ο Εναγόμενος Καθ΄ ου η αίτηση 1 στους λόγους ένστασης του εγείρει το ανεπίτρεπτο, αβάσιμο και παράτυπο της αιτήσεως, παραβίαση του Κανονισμού 4 των Περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικοί) (Τροποποιητικοί) (Αρ. 1) Διαδικαστικών Κανονισμών του 2022, 163 (Ι)/2022. Τονίζει την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, παραγραφή των θεραπειών που επιδιώκεται να προστεθούν και ότι για τον ίδιο έχει ήδη εκδοθεί απόφαση. Σε ένορκη του δήλωση επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης του. Ανάλογους λόγους ένστασης εγείρει και η Εναγόμενη Καθ’ ης η αίτηση 2.
Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών με τις ικανές αγορεύσεις τους, ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους και σχετική αναφορά στις αγορεύσεις τους θα γίνεται όπου κριθεί σκόπιμο.
Για την εξέταση της παρούσας αίτησης ανατρέχουμε στην Διαταγή 25 όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση της, αφού αγωγή καταχωρήθηκε πριν την 1.1.15, η οποία αναφέρει τα ακόλουθα:
«Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή να τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων».
Οι νομολογιακές αρχές που διέπουν το θέμα συγκεφαλαιώνονται στην πρόσφατη Λαμπη ν. Alpha Bank Limited, Πολιτική Έφεση ΑΡ.: 372/2012, 26/3/2019 ως εξής:
«Σύμφωνα με τον πιο πάνω θεσμό και τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφων και μάλιστα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν αναγκαία. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου (βλ. Kayat Trading Ltd v. Genzyme Corporation, (2013) 1 (Α) Α.ΑΔ. 543). Υπάρχει πληθώρα αποφάσεων τόσον των αγγλικών Δικαστηρίων όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου επί του θέματος. Η σύγχρονη τάση, όπως προκύπτει από την νομολογία, είναι ότι τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις δικογράφων ακόμη και στην περίπτωση που αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά, που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1991) 1 Α.Α.Δ 934) στην οποία υιοθετήθηκε η Αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd. v. Associated Newspapers Ltd (1970) 1 All E.R. 754). Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (1999) 1(Α) Α.Α.Δ. 44 λέχθηκε, μεταξύ άλλων, για το θέμα της καθυστέρησης, ότι ως προς το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου, πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δίκης.»
Στη συνέχεια της Λάμπη, αναφέρεται ότι: «Έχει νομολογηθεί επίσης ότι ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης ή της υπεράσπισης και εμφανής κακοπιστία εκ μέρους του αιτητή, δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Εκεί όπου εγείρεται ζήτημα κακοπιστίας, ο διάδικος που την επικαλείται έχει και το βάρος απόδειξης της (Βλ. Astor Co κ.ά. v. A & G Leventis Ltd κ.ά. (1993) 1 Α.Α.Δ. 726 και Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (1994) 1 Α.Α.Δ. 426).»
Αρχικά αξίζει να αναφερθεί ότι η αίτηση καταχωρήθηκε πριν την δημοσίευση των Κανονισμών που αφορούν την εκδίκαση καθυστερημένων υποθέσεων. Συγκεκριμένα όπως αναφέρουν και οι Καθ’ ων η αίτηση, αυτοί ψηφίστηκαν την 23/12/2022, ενώ η αίτηση καταχωρήθηκε την 15/9/2022. Δεν θα μπορούσε δηλαδή να απαιτηθεί η λήψη άδειας για καταχώρηση της παρούσας από τους Αιτητές, αφού δεν είχαν τεθεί ακόμη σε ισχύ οι σχετικοί Κανονισμοί.
Ούτε μπορεί να τεθεί ζήτημα παραγραφής. Συμφωνώ με τους Καθ’ ων η αίτηση ότι αν τα όσα θα εισάγονταν με την τροποποίηση εγείρουν αξίωση που έχει παραγραφεί θα έπρεπε να μην επιτραπεί η τροποποίηση. Αυτό άλλωστε αναφέρεται και obiter στην Αρακελιάν Ανδριανή, διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν. Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών και Άλλων (2016) 1 ΑΑΔ 412. Ότι δηλαδή όπου εισάγεται αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει παραγραφεί δημιουργείται βλάβη στον Καθ’ ου η αίτηση, συνεπώς δεν εγκρίνεται η αίτηση. Εν προκειμένω οι Αιτητές είχαν θέσει τα γεγονότα στα οποία στηρίζουν τις θεραπείες που επιδιώκουν να προσθέσουν, με την καταχώρηση της αγωγής. Δεν στηρίζουν δηλαδή τις εν λόγω θεραπείες, σε παραγεγραμμένα γεγονότα που επιχειρείται να προστεθούν, αλλά σε γεγονότα που εξ’ αρχής υπήρχαν στο κείμενο της Έκθεσης Απαίτησης και δη στην παράγραφο 9 αυτής.
Εκείνο που προβλημάτισε ιδιαίτερα το Δικαστήριο και προς τούτο έλαβε και διευκρινίσεις από τους διάδικους ήταν το γεγονός ότι έχει ήδη εκδοθεί απόφαση εναντίον του Εναγόμενου Καθ’ ου η αίτηση 1. Ζητείται δηλαδή τροποποίηση, η οποία αφορά κυρίως τον Εναγόμενο Καθ’ ου η αίτηση 1, αφού οι θεραπείες που επιδιώκεται να προστεθούν αφορούν σύμβαση που εκχωρεί στους Αιτητές δικαιώματα του Εναγόμενου Καθ΄ ου η Αίτηση 1. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών αποδέχτηκε ότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του Εναγόμενου Καθ’ ου η αίτηση 1, αυτή ζητήθηκε, έγινε drown up και τους δόθηκε. Σκοπός των Αιτητών, είπε, είναι η έκδοση περαιτέρω απόφασης εναντίον του Εναγόμενου Καθ’ ου η αίτηση 1, αν εγκριθεί η υπό εξέταση αίτηση. Ο συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση ήταν ότι δεν επιτρέπεται τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης 8 έτη μετά την έκδοση απόφασης.
Η απάντηση βρίσκεται στο Annual Practice 1958, όπου στη σελίδα 625 διαβάζουμε ότι:
«After final decree or judgment the Judge of first instance cannot, or at all events will not, amend the pleadings or add new parties»
Αυτή η αρχή κάμπτεται σε ορισμένες περιπτώσεις. Για παράδειγμα ένα διάταγμα το οποίο απαγγέλλεται από Δικαστή μπορεί πάντα να ανακληθεί ή να μεταβληθεί ή να τροποποιηθεί από τον ίδιο προτού συνταχθεί, διαβιβασθεί και καταχωρηθεί, ενώ μέχρι τότε τελεί προσωρινά σε ισχύ (Re Harrison's Share under a Settlement [1955] 1 All E.R. 185, Aspis Liberty Life Insurance Public Co. Ltd v. Σιακατίδου (2011) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1816). Εν προκειμένω όμως η απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 1 όχι μόνο έχει καταχωρηθεί, αλλά ζητήθηκε ετοιμάστηκε και δόθηκε στους Αιτητές. Επομένως δεν μπορεί να λάβει χώρα τροποποίηση που να αφορά τον Εναγόμενο 1, αφού έχει εκδοθεί, συνταχθεί και δοθεί απόφαση εναντίον του.
Ακόμα όμως και αν δεν υπήρχε ο ως άνω κανόνας, ο οποίος να απαγορεύει την τροποποίηση μετά την έκδοση απόφασης, πάλι η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα μπορούσε να επιτύχει. Στην Stewart v Engel [2000] 1 WLR 2268, απόφαση που εκδόθηκε μετά την τροποποίηση των παλαιών Θεσμών στην Αγγλία, ο Sir Christopher Slade στην πλειοψηφούσα απόφαση αναφέρει:
«entirely different principles in my judgment apply to a case where an application to the court for permission to amend a pleading is made after judgment from those which apply in a case where it is made before judgment- and a fortiori where the possibility of an amendment has been extensively considered and canvassed before judgment.»
Η εν λόγω επισήμανση είναι σημαντική. Εν προκειμένω δικογραφήθηκε σύμβαση με την οποία εκχωρούνταν δικαιώματα του Εναγόμενου Καθ’ ου η αίτηση 1 στους Αιτητές. Καμία θεραπεία δεν ζητείτο ως προς αυτά, ο Εναγόμενος 1 δεν καταχώρησε εμφάνιση και εκδόθηκε εναντίον του απόφαση. 8 χρόνια μετά επιδιώκεται ουσιαστικά αναβίωση της αγωγής για τον Εναγόμενο 1, ώστε να προστεθούν νέες θεραπείες που να αφορούν την εν λόγω εκχώρηση και μάλιστα να εκδοθεί περαιτέρω απόφαση ως προς αυτές.
Δεν ισχύει αυτό που αναφέρει ο κ. Φ. ότι δεν έχει ξεκινήσει ακρόαση και δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα των Καθ’ ων η αίτηση. Για τον Εναγόμενο Καθ’ ου η αίτηση 1 έχει ήδη εκδοθεί απόφαση. Είναι τα δικαιώματα του που εκχωρήθηκαν στους Αιτητές, ενώ η Εναγόμενη Καθ’ ης η αίτηση 2 για την οποία δεν εκδόθηκε ακόμα απόφαση, δεν προκύπτει από τα δικόγραφα να είναι συμβαλλόμενη στην εν λόγω συμφωνία, της Αιτήτριας και του Εναγόμενου Καθ’ ου η αίτηση 1. Επιχειρείται λοιπόν μέσω της αίτησης για τροποποίηση η κατά κάποιο τρόπο επαναφορά της αγωγής σε σχέση με τον Εναγόμενο 1, ώστε να τεθούν και να εξεταστούν ζητήματα, τα οποία ενώ είχαν την ευκαιρία οι Αιτητές δεν ήγειραν στο στάδιο της έκδοσης απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. Τούτο είναι ανεπίτρεπτο δικονομικά, όπως τέθηκε παραπάνω. Ακόμα δεν είναι ζήτημα για το οποίο θα μπορούσε να αποζημιωθεί μέσω της επιδίκασης εξόδων ο Εναγόμενος Καθ’ ου η αίτηση 1, αφού νέα, περιουσιακά του δικαιώματα θα τεθούν ως επίδικα, χρόνια μετά την εναντίον του απόφαση.
Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα €800 εναντίον των Αιτητών και υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση.
(Υπ.)………………………………
Α. Λουκά Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής