Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αίτησης: 1/2021
Αναφορικά με τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο 66(Ι)/1997
και
Αναφορικά με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμο 22(Ι)/2016
και
Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113
και
Αναφορικά με την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
26 Αυγούστου, 2024
Εμφανίσεις:
Για Αιτητή: κα Στυλιάνα Μιχαήλ για Ε. Μιχαήλ & Συνεργάτες ΔΕΠΕ
Για Καθ’ ης η Αίτηση: κ. Κωνσταντίνου για Τορναρίτης & Σια Δ.Ε.Π.Ε.
ΑΠΟΦΑΣΗ
στην αίτηση του Χρίστου Στυλιανίδη (στο εξής ο «Αιτητής») ημερομηνίας 18.9.2023 για άδεια έγερσης αγωγή
Με την υπό κρίση Αίτηση, ο Αιτητής ζητά να του χορηγηθεί άδεια για να καταχωρήσει αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας Cyprus Popular Bank Public Company Limited (στο εξής η «Λαϊκή Τράπεζα»), δια του εκκαθαριστή αυτής.
Σύμφωνα με το αντίγραφο της προτεινόμενης έκθεσης απαίτησης αλλά και της μαρτυρίας που έχει παρουσιαστεί μέσω της Αίτησης και ένστασης, ο Αιτητής διετέλεσε διευθύνων σύμβουλος της Λαϊκής Τράπεζας δυνάμει συμφωνίας εργοδότησης η οποία τερματίστηκε από τον εργοδότη στις 21.12.2012. Είναι η θέση του Αιτητή ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του ήταν παράνομος και σε σχέση με αυτόν καταχώρησε την αγωγή 6281/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση. Σύμφωνα με τον Αιτητή, μετά τον τερματισμό της απασχόλησης του, δικαιούτο σε ποσό €869.052,21 ως δικαιώματα Ταμείου Προνοίας. Παρότι ζήτησε την πληρωμή του ποσού αυτού, η Λαϊκή Τράπεζα δεν του το είχε πληρώσει μέχρι τις 29.3.2013 που τέθηκε σε εξυγίανση. Σε μεταγενέστερο στάδιο, έλαβε €456.252,41 ήτοι ποσοστό 52,5% του εν λόγω ποσού, ως οι υπόλοιποι δικαιούχοι του Ταμείου Προνοίας. Είναι η θέση του ότι παραμένει οφειλόμενο προς αυτόν ποσό €412.799,80 που αντιστοιχεί στο εναπομείναν 47,5% και ότι, ως δικαίωμα εργαζόμενου, το ποσό αυτό συνιστά προνομοιούχα υποχρέωση στην εκκαθάριση.
Στις ένορκες δηλώσεις του Αιτητή που συνοδεύουν την Αίτηση, επισυνάπτεται προσχέδιο της αγωγής που προτίθεται να καταχωρήσει εάν του χορηγηθεί άδεια. Σύμφωνα με το προσχέδιο αυτό, εδράζει το αγώγιμο δικαίωμα του σε αμέλεια, δόλο, απάτη και παράβαση θέσμιου καθήκοντος. Παρότι δεν το αναφέρει ρητά, συνάγεται επίσης πρόθεση να επικαλεστεί την παράβαση όρων της συμφωνίας εργοδότησης του ως βάση για τις αξιώσεις που εγείρει. Με την αγωγή έχει πρόθεση να ζητήσει να του αποδοθεί ποσό €412.799,80 ή δηλωτική απόφαση ότι δικαιούται στον συμψηφισμό του ποσού αυτού με δάνειο που διατηρούσε στην Λαϊκή Τράπεζα και που στα πλαίσια της εξυγίανσης μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου. Ζητά επίσης τόκο και τιμωρητικές αποζημιώσεις.
Η πλευρά του εκκαθαριστή έχει εγείρει ένσταση στη χορήγηση της αιτούμενης άδειας. Μεταξύ άλλων λόγων ένστασης που εγείρονται, ο εκκαθαριστής υποστηρίζει ότι δεν πρέπει να χορηγηθεί άδεια για έγερση της αγωγής γιατί τα αγώγιμα δικαιώματα που επικαλείται ο Αιτητής έχουν παραγραφεί.
Θα ξεκινήσω από αυτό τον λόγο ένστασης που, όπως θα εξηγήσω, είναι καθοριστικός για την έκβαση της Αίτησης.
Όπως σημείωσα, σύμφωνα με το προσχέδιο του εντύπου απαίτησης που έχει παρουσιάσει η πλευρά του Αιτητή, οι αξιώσεις που εγείρονται βασίζονται σε «αμέλεια και/ή βαρεία αμέλεια και/ή δόλο και/ή εξαπάτηση (deceipt) και/ή παράβαση νόμιμου και/ή θέσμιου καθήκοντος». Λεπτομέρειες αυτών παρατίθεται στην παράγραφο 19 του δικογράφου. Όλες οι λεπτομέρειες που παρατίθενται αναφέρονται σε γεγονότα που συντελέστηκαν το 2012 και 2013.
Σύμφωνα με το άρθρο 6(2) του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012 (Ν. 61(Ι)/2012):
«6.-(1) Τηρουμένων των εδαφίων (2), (3) και (4) καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα μετά την πάροδο έξι ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.
(2) Αν η αξίωση στην αγωγή αφορά αποζημιώσεις για αμέλεια, οχληρία ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος, καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την πάροδο τριών ετών από την ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής, εκτός αν το πρόσωπο που υπέστη την σωματική βλάβη έλαβε γνώση της βλάβης μεταγενέστερα, οπότε ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που έλαβε γνώση.»
Σχετικό με το ζήτημα της παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων που εδράζονται σε ισχυριζόμενο αστικό αδίκημα είναι και το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 που προβλέπει ότι:
«68. Καμιά αγωγή δεv εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αv αυτή εγερθεί-
(α) εvτός τριών ετώv αμέσως μετά τηv πράξη ή παράλειψη για τηv oπoία εγέρθηκε η αγωγή…»
Στην περίπτωση που ενάγοντας ισχυρίζεται παράβαση συμφωνίας ως τη βάση αγωγής του, σχετικό είναι το άρθρο 7(1) του Ν. 61(Ι)/2012 που προνοεί ότι:
«7.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3), καμιά αγωγή που αφορά σύμβαση δεν εγείρεται μετά την πάροδο έξι ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.»
Όπως σημείωσα, όλα τα σχετικά γεγονότα που επικαλείται ο Αιτητής συντελέστηκαν το 2012 και 2013. Μεταξύ άλλων, αναφέρομαι στον τερματισμό της απασχόλησης του, τα αιτήματα του για πληρωμή των δικαιωμάτων του σε σχέση με το Ταμείο Προνοίας, τα διατάγματα που έθεσαν σε εξυγίανση τη Λαϊκή Τράπεζα, την πληρωμή 52,5% του ποσού Ταμείου Προνοίας που δικαιούτο, τη μεταφορά του δανείου του στην Τράπεζα Κύπρου κτλ. Όλα αυτά τα γεγονότα ήταν εις γνώση του έκτοτε.
Η συνήγορος του Αιτητή, στην αγόρευση της αναφορικά με αυτό το ζήτημα διαφωνεί ότι τίθεται θέμα παραγραφής. Είναι η θέση της ότι «το αγώγιμο δικαίωμα δημιουργήθηκε την 31.5.2022 όταν εκδόθηκε το διάταγμα με το οποίο ο Αυγουστίνος Παπαθωμά διορίστηκε ως εκκαθαριστής της [Λαϊκής Τράπεζας]… Από τα γεγονότα του Μαρτίου 2013 μέχρι την 31.5.2022 η [Λαϊκή Τράπεζα] δεν είχε δικαίωμα πληρωμής απαίτηση και γι΄αυτό τον λόγο δεν έκανε αποδεκτές επαληθεύσεις και απαιτήσεις πληρωμής χρεών.»
Δεν συμφωνώ με τη θέση αυτή. Το αγώγιμο δικαίωμα δεν δημιουργήθηκε όταν η Λαϊκή Τράπεζα τέθηκε σε καθεστώς εκκαθάρισης. Η βάση αγωγής εδράζεται στο σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα[1]. Αυτά τα γεγονότα χρονολογούνται, όπως ήδη εξήγησα, στο 2012 και 2013. Η πλευρά του Αιτητή εστιάζει σε γραπτές απαιτήσεις που απέστειλε προς τον εκκαθαριστή το 2023 με τις οποίες ζητούσε από αυτόν την πληρωμή του ποσού των €412.799,80. Το καθοριστικό όμως σε ότι αφορά την παραγραφή δεν είναι ο χρόνος που υποβλήθηκε αίτημα προς πληρωμή αλλά ο χρόνος που συμπληρώθηκε η βάση αγωγής.
Διαφωνώ επίσης με τη θέση ότι ενόσω η Λαϊκή Τράπεζα ήταν σε καθεστώς εξυγίανσης ο Αιτητής δεν είχε δικαίωμα να απαιτήσει την πληρωμή του επίδικου ποσού. Κανένα εμπόδιο υπήρχε ένεκα της εξυγίανσης για έγερση απαιτήσεων ή αγωγών εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας.
Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113:
«Όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει.»
Ο λόγος που απαιτείται άδεια από το Δικαστήριο Εκκαθάρισης επεξηγείται στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα The Principles of Company Law, Robert Pennington, 1959 edition, σελ. 524. To απόσπασμα αυτό αφορά το section 231 του Companies Act 1948 που είναι αντίστοιχο του άρθρου 220 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113. Αναφέρονται τα εξής:
« The purpose of this is to ensure that all claims against the company which can be determined by the cheap, summary procedure available in a winding up are not made the subject of extensive litigation. But the court will always give a plaintiff leave to proceed against a company if he has a prima facie case and his claim could not be dealt with in the winding up, or the remedy he seeks could not be given him therein.»
Δηλαδή, από την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, όλες οι αξιώσεις εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας που μπορούν να τύχουν χειρισμού μέσω της σχετικά ανέξοδης και συνοπτικής διαδικασίας της επαλήθευσης, πρέπει να προωθούνται με αυτή τη διαδικασία αντί μέσω αντιδικίας στο Δικαστήριο. Για αυτό το λόγο καμία διαδικασία ξεκινά ή συνεχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τη νομολογία, άδεια δίδεται εάν ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο (α) ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της εταιρείας αλλά και (β) ότι η απαίτηση του δεν μπορεί να τύχει χειρισμού στα πλαίσια της εκκαθάρισης.
Έχω την άποψη ότι για να δείξει ένας Αιτητής «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» εναντίον υπό εκκαθάριση εταιρείας πρέπει να παρουσιαστεί μαρτυρία που να συνθέτει ένα συζητήσιμο υπόβαθρο για τις διεκδικήσεις του. Εδώ, τα ενώπιον μου στοιχεία δείχνουν ότι το αγώγιμο δικαίωμα του Αιτητή έχει παραγραφεί προ πολλού, είτε αυτό αφορά σε αστικό αδίκημα, είτε αφορά σε παράβαση της συμφωνίας εργοδότησης του.
Αυτή η διαπίστωση καθορίζει το αποτέλεσμα. Ο λόγος για τον οποίο ένας αιτητής πρέπει να δείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον υπό εκκαθάριση εταιρείας για να δοθεί άδεια για προώθηση ή έγερση της αγωγής εναντίον της είναι απλός. Το Δικαστήριο εκκαθάρισης έχει καθήκον να διασφαλίσει ότι η εκκαθάριση θα ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατό. Έχει επίσης καθήκον να διαφυλάξει την περιουσία της υπό εκκαθάριση εταιρείας στην οποία προσβλέπουν όλοι οι πιστωτές για να εισπράξουν το λαβείν τους. Η υπεράσπιση μιας αγωγής δημιουργεί και προϋποθέτει δικηγορικά έξοδα. Είναι επίσης διαδικασία χρονοβόρα μέχρι την τελεσιδικία. Το Δικαστήριο, από τη μια, οφείλει να έχει αυτά κατά νου. Από την άλλη, δεν πρέπει να αποστερήσει σε κάποιο αιτούντα διάδικο που διαθέτει συζητήσιμη, ουσιαστική και μη επαληθεύσιμη, αξίωση εναντίον της εταιρείας τη δυνατότητα να την προωθήσει στο Δικαστήριο. Στην προσπάθεια εξισορρόπησης των συμφερόντων και δικαιωμάτων όλων των εμπλεκομένων, μέσα από τη νομολογία έχει εδραιωθεί ότι δεν χορηγείται άδεια για συνέχιση αγωγής εκτός εάν το Δικαστήριο Εκκαθάρισης ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία που να στοιχειοθετεί μια εκ πρώτης όψεως πιθανότητα επιτυχίας στην αξίωση που εγείρεται. Στην παρούσα περίπτωση, η παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος του Αιτητή συνιστά εμπόδιο στην καταχώρηση της αγωγής.
Καταλήγω επομένως ότι δεν θα ήταν ορθό ούτε θα εξυπηρετούσε τους σκοπούς της εκκαθάρισης να δοθεί άδεια για έγερση της αγωγής από τον Αιτητή εναντίον της Λαϊκής Τράπεζας. Συνεπώς η Αίτηση απορρίπτεται.
Αναφορικά με τα έξοδα της Αίτησης, ακολουθώντας το αποτέλεσμα, επιδικάζονται εναντίον του Αιτητή και υπέρ της Καθ΄ης η Αίτηση ως θα υπολογιστούν και εγκριθούν.
(Υπ.) ……………………………………….…………..
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής