ECLI:CY:EDLEM:2015:A226
ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής׃ 483/15
Μεταξύ:
1. Βαλεντίνας-Τζωρτζίνας Πολίτη, ανήλικης διά μέσου της μητέρας της Θεοδώρας Σαμιώτου η οποία ασκεί τη γονική μέριμνα αυτής
2. Αμαλίας-Σοφίας Πολίτη, ανήλικης διά μέσου της μητέρας της Θεοδώρας Σαμιώτου η οποία ασκεί τη γονική μέριμνα αυτής
Εναγουσών Και
1. Citypol Entrprises Ltd
2. Γρηγόριος Καραπατάκης
3. Παύλος Παυλίδης
4. P.N.Prismatec Ltd
5. Ελένης Γεωργίου Παρούτη
6. Σωτήρη Παρούτη
7. Χαράλαμπου-Χάρη Πολίτη
Εναγομένων
Ημερομηνία: 21/8/2015
Εμφανίσεις :
Για αιτήτριες/ενάγουσες׃ κ. Θωμάς Χριστοδούλου
Για καθ’ ων η αίτηση/εναγόμενους 1, 2 και 3 ׃ Π. Παυλίδης (για την απαγγελία της απόφασης κ. Α. Παπαδόπουλος)
Για καθ’ ων η αίτηση/εναγόμενους 4, 5 και 6 ׃ κ. Μ. Βορκάς (για την απαγγελία της απόφασης κ. Π. Βορκάς)
Για καθ’ ου η αίτηση/εναγόμενο 7 ׃ κα Αιμιλιανίδου (για την απαγγελία της απόφασης κ. Γ. Πετραλλής)
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Μετά από μονομερή αίτηση των εναγουσών ημερομηνίας 30/1/2015, το Δικαστήριο την ίδια ημερομηνία, εξέδωσε μονομερώς τα ακόλουθα διατάγματα τα οποία ζητούνταν με τις παραγράφους Α, Β και Γ της αίτησης.
« A. Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο απαγορεύει οποιαδήποτε αλλαγή στους μετόχους και/ή στους Διοικητικούς Συμβούλους και/ή στον Γραμματέα των Εναγομένων Εταιρειών 1 και/ή 4 καθώς και των θυγατρικών εταιρειών αυτών, χωρίς την γραπτή εξουσιοδότηση και/ή συμφωνία της Θεοδώρας Σαμιώτου η οποία ασκεί τη γονική μέριμνα των Εναγουσών 1 και 2, μέχρι ακροάσεως της υπό το ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
Β. Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 2, 3, 5 και 6 και/ή τους αντιπροσώπους αυτούς από το να προβούν, άμεσα ή έμμεσα, σε οποιαδήποτε μεταβίβαση και/ή πώληση και/ή διάθεση και/ή δωρεά και/ή αποξένωση και/ή επιβάρυνση των μετοχών των οποίων παρουσιάζονται ως εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες και/ή κατέχουν στις Εναγόμενες εταιρείες 1 και/ή 4, χωρίς την γραπτή εξουσιοδότηση και/ή συμφωνία της Θεοδώρας Σαμιώτου η οποία ασκεί τη γονική μέριμνα των Εναγουσών 1 και 2, μέχρι ακροάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
Γ. Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου που απαγορεύει στους Εναγόμενους 2, 3, 5, 6 και 7 και/ή τους αντιπροσώπους αυτούς και/ή οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο λάβει γνώση του διατάγματος από του να λάβει οποιαδήποτε απόφαση και/ή να ψηφίσει και/ή να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια η οποία να αφορά ή να επηρεάζει τα περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων Εταιρειών 1 και/ή 4 και/ή να αφορά ή να επηρεάζει τις θυγατρικές των Εναγομένων εταιρειών 1 και/ή 4 και/ή να αφορά ή να επηρεάζει τα περιουσιακά στοιχεία ή τον τρόπο διαχείρισης των θυγατρικών των Εναγομένων εταιρειών 1 και/ή 4, χωρίς την γραπτή εξουσιοδότηση και/ή συμφωνία της Θεοδώρας Σαμιώτου η οποία ασκεί τη γονική μέριμνα των Εναγουσών 1 και 2, μέχρι ακροάσεως της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου».
Τα αιτούμενα στις παραγράφους (Δ) και (Ε) της αίτησης διατάγματα, δεν εκδόθηκαν μονομερώς αλλά σε σχέση με αυτά διατάχθηκε η επίδοση της αίτησης, η οποία με τον τρόπο αυτό κατέστη διά κλήσεως. Οι αιτούμενες στις παραγράφους αυτές θεραπείες είναι οι ακόλουθες ׃
« Δ. Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου που να αναστέλλει την ισχύ οποιουδήποτε ψηφίσματος και/ή απόφασης και/ή πληρεξούσιου εγγράφου αφορά ή σχετίζεται με τις Εναγόμενες εταιρείες 1 και/ή 4 και/ή τα περιουσιακά στοιχεία και/ή τις θυγατρικές αυτών, που έχουν ληφθεί και/ή εκδοθεί και/ή υπογραφτεί μετά τις 8.5.2014.
Ε. Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διορίζεται ως Ενδιάμεσος Παραλήπτης (Interim Receiver) των Εναγομένων εταιρειών 1 και 4 η κα Θεοδώρα Σαμιώτου, από την Ελλάδα, οδός Πανός αρ.2, Εκάλη, Αττική, Αθήνα με εξουσία όπως (α) εξασκήσει όλα τα δικαιώματα ψήφου των μετοχών των Εναγομένων εταιρειών 1 και/ή 4, (β) αντικαταστήσει το Διοικητικό Συμβούλιο και τον Γραμματέα των Εναγομένων εταιρειών 1 και/ή 4 και (γ) λάβει οποιαδήποτε απόφαση αφορά τις Εναγόμενες εταιρείες 1 και/ή 4 η οποία κατά την άποψη της θα έχει ως αποτέλεσμα τη διαφύλαξη της αξίας των περιουσιακών στοιχείων των εν λόγω εταιρειών και/ή τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων των Εναγουσών».
Κατά συνέπεια το αντικείμενο της παρούσας απόφασης έχει δύο πτυχές. Την οριστικοποίηση ή όχι των ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων που εκδόθηκαν στις 30/1/2015 και την εξέταση για έκδοση των λοιπών. Και αυτό γιατί τα εκδοθέντα διατάγματα, αλλά και η αίτηση για έκδοση των υπολοίπων, συνάντησαν την ένσταση όλων των εναγομένων/καθ’ ων η αίτηση, οι οποίοι και καταχώρησαν σχετικές ειδοποιήσεις ένστασης. Κατά την ακροαματική διαδικασία, η πλευρά των εναγομένων 1-3, προχώρησε με τη σύμφωνη γνώμη της άλλης πλευράς και μετά από εξασφάλιση σχετικού διατάγματος, σε αντεξέταση της Θεοδώρας Σαμιώτου που ορκίσθηκε την ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση και ολοκληρώθηκε με τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Επειδή όσα προέκυψαν από την αντεξέταση, είναι καταγραμμένα στα πρακτικά, ενώ επίσης οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, τις ενστάσεις και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, δεν θεωρώ απαραίτητο να κάμω σε αυτά οποιαδήποτε λεπτομερή αναφορά, αλλά θα περιορισθώ στη συνέχεια σε όσα σημεία κριθούν σημαντικά ως προς την οριστικοποίηση ή όχι των εκδοθέντων διαταγμάτων και την έκβαση όσων διατάχθηκε η επίδοση.
Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32, έχουν καθορισθεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Οδυσσέως v. Πιερής Estates (1982) 1 AAΔ 557, Μ. Δημητρίου κ.α. v. Royal Ris Ltd (2002) 1 (B) AAΔ.1164, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd (2002) 1 (B) AAΔ.1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού (2002) 1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου (2003) 1 ΑΑΔ 741).
Στην κλασσική για το θέμα απόφαση Οδυσσέως πιο πάνω, επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32, απαιτείται να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι ακόλουθες τρείς προϋποθέσεις:
(α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση,
(β) να υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και
(γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα.
Αναλύοντας το Ανώτατο Δικαστήριο τις πιο πάνω προϋποθέσεις ανάφερε ότι, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, ενώ η τρίτη προϋπόθεση είναι η αδυναμία απόδοσης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο.
Στην υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση (1990) 1 ΑΑΔ 704, αποφασίσθηκε ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο και ότι το πρόσωπο που επιζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για εκδίκαση κάποιου συντηρητικού διατάγματος, η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων βαρύνει πάντοτε τους ώμους του αιτητή (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd (2000) 1 (B) AAΔ.1377).
Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ούτε και προχωρεί στην εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με την αξιοπιστία (βλ. Jonitexo v. Adidas (1984) 1 CLR 263). Κατά την εκδίκαση αιτήσεων αυτής της φύσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων (βλ. C.T.Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α. (2003) 1(Β) ΑΑΔ 853). Η ύπαρξη απλώς των θεσμικών αυτών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή αλλά το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο θα πρέπει πρόσθετα να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others (1982) 2 CLR 557, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Θεωρή (1989) ΑΑΔ 1(Ε) 255), το οποίο πάντοτε στοχεύει στην εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης και θα κριθεί με βάση πάντα τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.
Εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης (1989) 1(Ε) ΑΑΔ 152, Bacardi v. Vinko (1996) ΑΑΔ 788, C.T. Tobacco v. Εταιρεία Εκδόσεων Αρκτίνος (2003) 1 ΑΑΔ 853 και Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos (2002) 1(B) ΑΑΔ 136).
Η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατό να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος. Στην υπόθεση Bacardi, πιο πάνω αναλύονται οι συνέπειες της καθυστέρησης για έναρξη διαδικασίας σε αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Στην υπόθεση αυτή παρότι βρέθηκε ότι συνέτρεχαν οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης.
Με τις ενστάσεις που καταχωρήθηκαν εγείρονται δύο πολύ ουσιαστικά ζητήματα τα οποία λόγω της σημασίας τους θα πρέπει να εξεταστούν κατά προτεραιότητα. Αυτά είναι πρώτον το ζήτημα της νομιμοποίησης των εναγουσών στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και δεύτερο και όσο αφορά τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς το ζήτημα της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Παρόλο που το ζήτημα της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων εξετάζεται συνήθως κατά προτεραιότητα αφού η αποδοχή τέτοιας εισήγησης καθιστά αχρείαστη την εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd (1996), 1 Α.Δ.Δ. 597), στην εξεταζόμενη περίπτωση κρίνεται ότι πρώτιστα και λόγω της φύσης της πρέπει να εξετασθεί η εισήγηση των εναγομένων κατά πόσον οι ενάγουσες νομιμοποιούνται στην καταχώρηση της αγωγής και συνεπακόλουθα και της παρούσας αίτησης.
Αποτέλεσε λοιπόν εισήγηση όλων, ότι τα εκδοθέντα διατάγματα αλλά και η αίτηση θα πρέπει να ακυρωθούν και απορριφθούν αντίστοιχα, γιατί την παρούσα αγωγή, αλλά βεβαίως και την παρούσα αίτηση, θα έπρεπε να καταχωρήσουν όχι οι ενάγουσες, αλλά ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση οι ενάγουσες και πέρα από την διεκδίκηση κάποιων αναγνωριστικών δηλώσεων, αυτό που επιδιώκουν ουσιαστικά με την αγωγή τους είναι την μεταβίβαση των μετοχών που ο αποβιώσαντας πατέρας τους κατέχει σε Κυπριακές εταιρείες. Αντικείμενο δηλαδή της διεκδίκησης τους, αποτελούν περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στην Κύπρο και συνεπώς εφαρμογή έχει ο Περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμος, Κεφ. 189.
Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 34 του Νόμου αυτού, κανένα πρόσωπο δεν μπορεί να αντιπροσωπεύει την κληρονομιά αποβιώσαντα παρά μόνο ο προσωπικός του αντιπρόσωπος. Και αυτός δεν είναι άλλος παρά μόνο ο διαχειριστής ή ο εκτελεστής της περιουσίας του, ανάλογα με την περίπτωση της εξ’ αδιαθέτου ή της εκ διαθήκης διαδοχής (βλ. Φιλίππου v. Στυλιανού (1992) 1 ΑΑΔ 448, Χριστοδούλου v. Λοϊζου (2005) 1 ΑΑΔ 887).
Στην ECLI:CY:AD:2014:A536, Πολ. Εφ. 13/2010 ημερομηνίας 17.7.2014 Μιχαλάκης Π. Λοϊζιάς δια της πληρεξουσίου αντιπροσώπου του Προκοπίας Σάββα v. Loizias and Sons Constracting Building (Overseas) Ltd λέχθηκε ότι,
«Σύμφωνα με το άρθρο 25 του περί Διαχείρισης Περιουσιών Νόμου, ΚΕΦ. 189, το δικαίωμα των κληρονόμων για τη διεκδίκηση περιουσίας αποβιώσαντος δυνάμει κληρονομικού δικαιώματος, που είχε αναγνωριστεί με προηγούμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου καταργήθηκε. Στην απόφαση Φιλίππου ν. Στυλιανού (1992) 1 Α.Α.Δ. 448, 455-456 με την οποία αξιώνονταν περιουσιακά δικαιώματα αποθανόντος σε ακίνητη ιδιοκτησία λόγω εχθρικής κατοχής, ρητά διατυπώθηκε ότι:
«Μετά τη θέσπιση του περί Διαχειρίσεων Περιουσιών Νόμου του 1954 – Κεφ. 189, καταργήθηκε και το δικαίωμα των κληρονόμων για τη διεκδίκηση περιουσίας του αποβιώσαντος κληρονομικώ δικαιώματι που είχε αναγνωριστεί στην Α.G. Patiki & Co and others v. Demetra Georghiou Patiki, XX (II) 77, και στην Demetra G. Patiki v. A.G. Patiki & Co and others, XX (I) C.L.R. 36. H κατάληξη αυτή καταρρίπτει κάθε διεκδίκηση των εφεσειόντων για την εγγραφή του διαφιλονικούμενου κτήματος επ΄ ονόματι τους λόγω εχθρικής κατοχής.»
Για την εμβέλεια της εφαρμογής του άρθρου 25 απολύτως σχετικά είναι όσα παρατίθενται στην Cacoyiannis v. Republic (1988) 3 A.A.Δ. 1860, σύμφωνα δε με το άρθρο 34(7) του ιδίου Κεφαλαίου, προνοείται ότι για τους σκοπούς λήψης δικαστικού μέτρου κανένα πρόσωπο δεν δύναται να αντιπροσωπεύει την περιουσία του αποθανόντος προσώπου εκτός από τον προσωπικό αντιπρόσωπο.
Στη βάση των πιο πάνω νομοθετικών προνοιών και τη νομολογία ανωτέρω είναι προφανές ότι μετά το θάνατο του πατέρα του εφεσείοντος και τη χορήγηση εγγράφων διαχείρισης στον κατονομαζόμενο εκτελεστή της, τα όποια δικαιώματα και υποχρεώσεις που πηγάζουν από την εν λόγω περιουσία περιήλθαν στον διαχειριστή από την ημέρα του θανάτου του αποβιώσαντος».
Σχετική είναι επίσης και η Αίτηση του Γιάγκου Γ. Δημητριάδη (2011) 1Γ Α.Α.Δ 2148, στην οποία αποφασίσθηκε ότι,
«………….. τα όποια κληρονομικά δικαιώματα ανηλίκου τυγχάνουν διαχείρισης κατά τις πρόνοιες του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195, και του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ. 189, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν και εκληφθούν ως “περιουσία” και “περιουσιακά στοιχεία” κατά την ημερομηνία θανάτου του αποβιώσαντα, όπως εισηγήθηκε ο αιτητής, ή οποτεδήποτε πριν από τη συμπλήρωση της διαχείρισης και μεταβίβασή τους επ’ ονόματι ανηλίκου».
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, την αγωγή δεν την έχει εγείρει ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα, αλλά οι ανήλικες θυγατέρες αυτού διά μέσου της μητέρας τους, η οποία ασκεί τη γονική μέριμνα. Σε καμία δε περίπτωση οι ενάγουσες δεν έχουν ισχυριστεί ότι οποιοδήποτε πρόσωπο έχει διορισθεί ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος.
Οι ενάγουσες επικαλούνται ως πηγή της νομιμοποίησης τους για έγερση των αξιώσεων τους, τη Διάταξη του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου Αρ.573/14 ημερομηνίας 15/11/2014. Αυτό προκύπτει από την παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση και στην οποία περαιτέρω αναφέρεται ότι δυνάμει προνοιών διμερούς συμφωνίας, αυτό «αναγνωρίζεται αυτόματα» και στην Κύπρο.
Η διμερής συμφωνία την οποία οι ενάγουσες επικαλούνται είναι αυτή που κυρώθηκε με τον Κυρωτικό της Σύμβασης Νομικής Συνεργασίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας σε θέματα Αστικού, Οικογενειακού Εμπορικού και Ποινικού Δικαίου Ν.55/1984και του οποίου το άρθρο 29 παραθέτουν στη νομική βάση της αίτησης τους. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό,
«Το Κληρονοµητήριο, το έγγραφο διορισµού διαχειριστή ή εκκαθαριστή κληρονοµιάς ή εκτελεστή διαθήκης και το έγγραφο επικύρωσης ή δηµοσίευσης της διαθήκης που εκδίδονται από την αρµόδια δικαστική ή άλλη αρχή του ενός Συµβαλλόµενου Μέρους ισχύουν και στο έδαφος του άλλου Συµβαλλόµενου Μέρους, εφόσο δε θίγονται οι διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του τελευταίου».
Αυτό δηλαδή που προβλέπει το συγκεκριμένο άρθρο είναι ότι τα έγγραφα που εκτίθενται σε αυτό, αναγνωρίζονται και ισχύουν και στο έδαφος του άλλου συµβαλλόµενου μέρους, υπό την προϋπόθεση πάντα ότι δεν θίγονται οι διατάξεις του ιδιωτικού διεθνούς δικαίου του τελευταίου. Σε καμία όμως περίπτωση δεν περιλαμβάνεται άλλη πρόνοια που να παρέχει τη δυνατότητα στους κληρονόμους κάποιου αποβιώσαντα να εγείρουν οι ίδιοι αγωγή ενώπιον Κυπριακού Δικαστηρίου χωρίς να έχει εκδοθεί παραχωρητήριο, κάτι το οποίο όπως προκύπτει από το Κεφ. 189 και τη νομολογία είναι απαραίτητο.
Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει κάποιος λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες των άρθρων 1, 21 και 22 του ίδιου Νόμου. Στο άρθρο 1 προνοείται ότι οι υπήκοοι των δύο κρατών, απολαµβάνουν στο έδαφος του άλλου συµβαλλόµενου μέρους την ίδια νοµική προστασία µε τους υπηκόους του όσο αφορά τα προσωπικά ή περιουσιακά τους δικαιώµατα σε θέµατα αστικού, οικογενειακού, εµπορικού και ποινικού δικαίου και μπορούν να εµφανίζονται, να υποβάλλουν αιτήσεις και να εγείρουν αγωγές ενώπιον των πιο πάνω αρχών, µε τους ίδιους όρους που παρέχεται η δυνατότητα αυτή στους υπηκόους του άλλου συµβαλλόµενου μέρους και όχι με διαφορετικούς.
Στο δε άρθρο 21 το οποίο προνοεί για την αναγνώριση και εκτέλεση δικαστικών αποφάσεων αναφέρεται ότι μεταξύ αυτών για τις οποίες χρειάζεται να γίνει αναγνώριση και εκτέλεση, περιλαμβάνονται και αποφάσεις και διατάγµατα Δικαστηρίων σε θέµατα κληρονοµιάς και διαδοχής. Αυτή η αναγνώριση και εκτέλεση τους γίνεται εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 22 του Νόμου.
Επικαλέσθηκαν περαιτέρω οι ενάγουσες ως νομική βάση της αίτησης τους και τον Κανονισμό 650/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ημερομηνίας 4/7/2012. Ούτε και αυτός όμως είναι ικανός να διασώσει την κατάσταση. Και αυτό γιατί αυτός τέθηκε σε ισχύ στις 17/8/2015 και θα εφαρμόζεται στις περιπτώσεις κληρονομικής διαδοχής προσώπων των οποίων ο θάνατος έχει επέλθει κατά ή μετά τις 17/8/2015 κάτι βεβαίως που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση.
Με βάση τα πιο πάνω, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί ούτε η πρώτη, ούτε και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου, αφού οι ενάγουσες δεν νομιμοποιούνται στην καταχώρηση της αγωγής και βέβαια και της υπό κρίσης αίτησης.
Παρόλο που μετά την κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς τη νομιμοποίηση των εναγουσών η τύχη των εκδοθέντων διαταγμάτων αλλά και των λοιπών αιτούμενων θεραπειών έχει πλέον κριθεί, θεωρώ απαραίτητο να εξετάσω και την εισήγηση των εναγομένων ότι τα εκδοθέντα μονομερώς διατάγματα θα έπρεπε να ακυρωθούν και για τον πρόσθετο λόγο ότι οι αιτήτριες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αφού όχι μόνο απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα, αλλά και παραπλάνησαν το Δικαστήριο παραθέτοντας με τρόπο ελλιπή αλλά και νεφελώδη την εικόνα των γεγονότων.
Είναι νομολογημένο ότι η διαδικασία έκδοσης διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης, επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου, (1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein ν. Καμπανέλλα Λτδ, (2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος από το Δικαστήριο, διασαλεύει την ίδια τη βάση του διατάγματος.
Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Επειδή η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον αιτητή, αυτός οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στο Δικαστήριο όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις που ο καθ΄ ου η αίτηση θα μπορούσε να προβάλει ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστηρίου να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης (βλ. το σύγγραμμα «The Mareva Injunction and Related Orders», Mark S.W. Hoyle, 1997, 3η έκδοση, σελ. 71 υπό τον τίτλο «Lack of full disclosure»).
Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού (2001), 1 Α.Α.Δ. 1168).
Οι παράμετροι και οι διαστάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκαν στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd πιο πάνω όπου στις σελίδες 601 – 602 λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση την χορήγηση θεραπείας πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου».
Όπως υποδεικνύεται στην ίδια υπόθεση:
«το καθήκον για αποκάλυψη συναρτάται προς τη καλή πίστη που πρέπει να επιδεικνύεται όποτε επιδιώκεται η παροχή θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Το κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλυφθούν είναι αντικειμενικό. Το ηθελημένο ή μη της παράλειψης δεν είναι σημαντικό ούτε η πρόθεση εξαπάτησης αποτελεί προυπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος για τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου γνώσης ουσιωδών γεγονότων για την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ουσιώδες για τους σκοπούς αυτούς, είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ’ αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Επιπλέον, σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος».
Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου (1998), 1 Α.Α.Δ. 598, στις σελίδες 602 – 603:
«Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Ltd κ.α. (1996) 1(Α) ΑΑΔ 597, πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ’ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής».
Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Λτδ κ.α. ν. The Timberland Co of USA (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1791, αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα. Ό, τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι:
«…….…γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με:
(α) το βάσιμο του δικαιώματος του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του,
(β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και
(γ) την πιθανότητα επιτυχίας».
Στην υπόθεση Βασιλική Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α. (2004), 1(Γ) Α.Α.Δ. 1953, κρίθηκε ότι ορθά ακυρώθηκε το προσωρινό διάταγμα που είχε εκδοθεί αφού η Έκθεση Απαίτησης και η ένορκος δήλωση που συνόδευε τη μονομερή αίτηση για προσωρινό διάταγμα έδιδαν την εντύπωση ότι η ενάγουσα ήταν κάτοχος εγγεγραμμένου σήματος. Λέχθηκαν στην υπόθεση αυτή τα ακόλουθα:
«Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικρυστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας».
Σε περιπτώσεις μονομερών αιτήσεων ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος για τη χορήγηση θεραπείας (βλ. M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co of Usa, (1998) 1 Α.Α.Δ. 1180. Όπως λέχθηκε στην απόφαση αυτή:
«Γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος ενέχουν άμεση σημασία για τη χορήγηση θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Απόκρυψη γεγονότων, που καθιστούν το αίτημα μη επείγον, αναιρούν τη βασική προϋπόθεση για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας στη απουσία του εναγομένου».
Αποτέλεσε εισήγηση των καθ’ ων η αίτηση ότι οι αιτήτριες απέκρυψαν από το Δικαστήριο κατά την μονομερή έκδοση των διαταγμάτων των παραγράφων (Α), (Β) και (Γ) της αίτησης, ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα. Για κάποια από αυτά η εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων των εναγομένων ήταν κοινή και για άλλα ξεχωριστή. Κοινό έδαφος αποτέλεσε μεταξύ των εναγομένων η εισήγηση τους για απόκρυψη ύπαρξης ιδιωτικού συμφωνητικού ημερομηνίας 3.9.2014, μεταξύ της Σαμιώτου η οποία ενεργούσε προσωπικά αλλά και για λογαριασμό των δύο ανήλικων θυγατέρων της και του καθ’ ου η αίτηση/εναγομένου 7 για διαμοιρασμό κάποιων περιουσιακών στοιχείων του αποβιώσαντα και παραπλάνησης του Δικαστηρίου.
Με βάση όλα τα πιο πάνω, θα προχωρήσω να εξετάσω τη θέση των καθ’ ων η αίτηση ότι οι αιτήτριες δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια όπως προστάζουν οι αρχές της επιείκειας, αφού κατά το στάδιο της μονομερούς αίτησης και έκδοσης των διαταγμάτων, δεν αποκάλυψαν το ουσιώδες αυτό γεγονός, ενώ παράλληλα έγινε από αυτές προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου.
Η εμβέλεια του αξιώματος αυτού, είναι ευρεία και το Δικαστήριο με αναφορά στην προηγούμενη συμπεριφορά του αιτητή, όπως αυτή αποκαλύπτεται από τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς, μπορεί να τη θεωρήσει τόσο απρεπή που να καθιστά ανάξιο τον αιτητή της βοήθειας του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Duches of Argyll v. Duke of Argyll and others (1965) 1 All ER 611:
«A person coming to eguity for relief-and this is equitable relief which the plaintiff seeks- must come with clean hands? But the cleanliness required is to be judged in relation to the relief that is sought».
Το ζήτημα, θα πρέπει να κριθεί με βάση τη δύναμη των ισχυρισμών που περιέχονται στις καταχωρηθείσες εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις αλλά και τα όσα διαφάνηκαν μέσα από την αντεξέταση της Σαμιώτου.
Όπως έχει διαφανεί, έχει πράγματι υπογραφεί στις 3/9/2014 μεταξύ της Σαμιώτου και του εναγομένου 7, ιδιωτικό συμφωνητικό. Σύμφωνα με τα όσα καταγράφονται σε αυτό, τα δύο αυτά πρόσωπα, της πρώτης να ενεργεί τόσο προσωπικά όσο και για λογαριασμό των δύο ανήλικων θυγατέρων της, συμφώνησαν μεταξύ τους, υπό τον όρο «εκκαθάρισης των κάτωθι περιουσιακών στοιχείων από πάσης φύσεως βάρη και ελαττώματα και υποχρεώσεις», με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει, τον διαμοιρασμό κάποιων περιουσιακών στοιχείων, τα οποία και χωρίς ρητά να αναγράφεται σε αυτό, ανήκουν στην περιουσία του αποβιώσαντα. Μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων που δυνάμει του συμφωνητικού αυτού φαίνεται να λαμβάνει ο εναγόμενος 7, συγκαταλέγονται και όλες οι εταιρείες που έχουν παραγωγική δραστηριότητα. Το γεγονός λοιπόν της ύπαρξης του ιδιωτικού αυτού συμφωνητικού το οποίο υπογράφηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μετά το θάνατο του αποβιώσαντα και στο οποίο γίνεται ρητή πρόβλεψη ότι όλες τις εταιρείες που έχουν παραγωγική δραστηριότητα λαμβάνει ο εναγόμενος 7, κρίνεται ότι αποτελεί ουσιώδες γεγονός το οποίο οι ενάγουσες είχαν την υποχρέωση να το θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου. Και αυτό γιατί έχει άμεση σχέση με τις αξιώσεις των εναγουσών στην περιουσία του αποβιώσαντα και οι οποίες ουσιαστικά επικεντρώνονται στην διεκδίκηση μετοχών εταιρειών και γι’ αυτό κάλλιστα το στοιχείο αυτό θα μπορούσε να προβληθεί ως υπεράσπιση.
Αγνοώντας την υποχρέωση τους αυτή, οι ενάγουσες απέκρυψαν την ύπαρξη του ιδιωτικού αυτού συμφωνητικού το οποίο φαίνεται να έχει υπογραφεί μόλις δύο μήνες περίπου πριν την έκδοση της καλούμενης Διάταξης του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου και με την οποία οι ενάγουσες φέρεται να αναγνωρίζονται ως οι μοναδικές κληρονόμοι του αποβιώσαντα και στην ύπαρξη του οποίου έδωσαν ιδιαίτερη βαρύτητα. Οι ενάγουσες όχι μόνο απέκρυψαν το ουσιώδες αυτό γεγονός, αλλά αντίθετα και όπως προκύπτει από το σύνολο της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση προσπάθησαν και πέτυχαν να δημιουργήσουν μια πεπλανημένη εικόνα ως προς την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων και για την συμπεριφορά των εναγομένων. Η εικόνα που δίδεται με την ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση περιστρέφεται γύρω από τρεις άξονες. Ότι οι ενάγουσες έχουν αναγνωριστεί ως οι μοναδικές κληρονόμοι του αποβιώσαντος. Ότι σκόπιμα οι εναγόμενοι δεν προχωρούν σε μεταβίβαση των μετοχών και ότι η άρνηση αυτή των εναγομένων, γίνεται για να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα του εναγομένου 7 ο οποίος και παρά το ότι έχει αποποιηθεί την περιουσία του αποβιώσαντα πατέρα του, προσπαθεί ουσιαστικά να την υφαρπάξει με έλεγχο κυπριακών εταιρειών οι οποίες είναι μέτοχοι ελληνικών εταιρειών.
Αφήνεται να νοηθεί μέσα από το σύνολο του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση ότι οι εναγόμενοι εντελώς αυθαίρετα και αδικαιολόγητα αρνούνται τη μεταβίβαση των μετοχών (βλ. Β. Χαραλάμπους v. P. Michael Exclusive). Όμως και όπως έχει προκύψει από την αντεξέταση της Σαμιώτου, αλλά και από τα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις που στηρίζουν τις αντίστοιχες ενστάσεις των εναγομένων, για τη μη μεταβίβαση των μετοχών, οι εναγόμενοι επικαλούνται διάφορους λόγους στους οποίους όμως και πάλι οι ενάγουσες απέφυγαν επιμελώς να αναφερθούν ενώ όφειλαν να το πράξουν, έτσι ώστε να στρέψουν την προσοχή του Δικαστηρίου στην εξέταση τους. Μεταξύ αυτών είναι ο μη διορισμός διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα και η μη εξασφάλιση απαλλαγής φόρου.
Τα πιο πάνω, είναι γεγονότα απόλυτα σχετικά και κατ’ επέκταση αποτελούν ουσιώδη γεγονότα, τα οποία οι ενάγουσες όφειλαν και είχαν υποχρέωση να αποκαλύψουν, όταν μονομερώς είχαν αποταθεί στο Δικαστήριο ζητώντας την έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων. Αυτά ήταν πολύ σημαντικά και σίγουρα θα επενεργούσαν στη διαμόρφωση της δικαστικής κρίσης. Τα γεγονότα όπως τέθηκαν από τις ενάγουσες αναμφίβολα είχαν επίδραση στην κρίση του Δικαστηρίου και συνέτειναν ώστε να σχηματισθούν λανθασμένες εντυπώσεις.
Όπως λέχθηκε στην απόφαση Βασιλική Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α. πιο πάνω,
«Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικριστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν, όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας».
Όπως λέχθηκε και στην υπόθεση Αναφ. με την Αίτηση της Εταιρείας Αρκτίνος Λτδ, κ.α. (2006) 1Β ΑΑΔ 1013,
«Ο κ. Χριστοφόρου δεν αντεξετάστηκε πάνω στο περιεχόμενο της ένορκής του δήλωσης και έτσι οι ισχυρισμοί του οι οποίοι παρέμειναν ακλόνητοι δεν μπορούν παρά να γίνουν αποδεκτοί. (Βλ. Phipson “On Evidence”, 12th Edition, para 1593, p. 657, Adrian Keane “The modern law of evidence” 1985 Edition, p.125, P. Murphy “On evidence”, Fifth Edition, p.468)».
Έτσι λοιπόν και στην παρούσα περίπτωση, οι πιο πάνω, αλλά και άλλοι ισχυρισμοί των καθ’ ων η αίτηση με τους οποίους απορρίπτονται ισχυρισμοί που τέθηκαν από τις ενάγουσες, παρέμειναν αναπάντητοι και συνεπώς αναντίλεκτοι και ως εκ τούτου δεν μπορούν παρά να γίνουν αποδεκτοί. Τα όσα οι ενάγουσες έχουν επικαλεσθεί, έχουν εξουδετερωθεί από τους αντίστοιχους ισχυρισμούς των εναγομένων και κατά συνέπεια τα εκδοθέντα διατάγματα θα έπρεπε και για το λόγο αυτό να ακυρωθούν αφού δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ότι όντως υπήρξε εκτός της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου.
Ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου ως προς την έλλειψη νομιμοποίησης των εναγουσών αλλά και σε σχέση με την παράλειψη τους να προσέλθουν ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια δεν θεωρώ αναγκαίο να προχωρήσω και να εξετάσω ένα προς ένα τις θέσεις των εναγομένων για τα υπόλοιπα γεγονότα που οι ενάγουσες έχουν κατά τον ισχυρισμό τους αποκρύψει, ούτε και κανένα άλλο ζήτημα.
Συνακόλουθα τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς στις 30/1/2015 ακυρώνονται. Οι αιτούμενες υπό στοιχεία (Δ) και (Ε) θεραπείες της αίτησης απορρίπτονται. Τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1-7/καθ’ ων η αίτηση και εναντίον των εναγουσών/αιτητριών και να είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής.
(Υπ.) ……………………….
Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
Civil/interim
Subject /interim order