ECLI:CY:EDLEM:2016:A57
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ.
Αρ. αγωγής: 934/2015
ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΟΥΜΟΥΔΙΟΥ
Ενάγων
εναντίον
ΦΩΤΙΟΣ ΣΑΒΒΑ
Εναγόμενος
----------------------------------
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:5/2/2016
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για τον ενάγοντα - αιτητή: κος Φλώρου
Για εναγόμενο – καθ΄ ου η αίτηση: κα Ιωσηφάκη
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Με ενδιάμεση αίτηση του ενάγοντας αιτείται την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης δια της προσθήκης παραγράφου, με την ανάλογη αναρρίθμηση των υπολοίπων παραγράφων, στην οποία να αναγράφεται η εκτιμώμενη αξία της επίδικης κατοικίας, σύμφωνα με το πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας του τμήματος κτηματολογίου και χωρομετρίας και που ανέρχεται στο ποσό των €830,000. Νομική βάση της αίτησης αποτέλεσε η Δ.12 θ.4-5, Δ.25 θ.1, Δ.48 θ.8(υ) και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Πόλας Καλυβίτου, η οποία αρχικά αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ακολούθως, προβαίνει σε μια σύντομη αναδρομή της πορείας της υπόθεσης, η οποία αρχικώς καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων και ακολούθως παραπέμφθηκε στο παρόν Δικαστήριο λόγω αναρμοδιότητας. Λόγω της μεταφοράς αυτής και της σύγχυσης που δημιουργήθηκε, εκ παραδρομής δεν προστέθηκε η αξία του ακινήτου ως προβλέπεται από την Δ.2 θ.10, την οποία θεωρεί ουσιώδη για την όλη διαδικασία και δεν θα επηρεάσει.
Η αίτηση αντίκρυσε την ένσταση του εναγομένου, με νομική βάση την Δ.2 θ.10, Δ.25 θ.1-5, Δ.48 θ.1-4 και 9, Δ.63.1 και 2 και προβλήθηκαν συνολικά 5 λόγοι ένστασεις. Οι λόγοι αφορούν στο ότι δεν προβλήθηκαν οι λόγοι για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, στο ότι δεν επισυνάφθηκε κάποιο τεκμήριο που να καταδεικνύει την αξία της επίδικης κατοικίας, στο ότι η κλίμακα των εξόδων θα αναπροσαρμοστεί ανάλογα με αποτέλεσμα το παρόν Δικαστήριο να καθίσταται αναρμόδιο και στο ότι η παρούσα αίτηση είναι άνευ αντικειμένου και επηρεασμού της αγωγής. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του ιδίου του εναγομένου, ο οποίος επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Η Δ.25, Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (ως ισχύει για την παρούσα αγωγή, εν΄ όψει του χρόνου καταχώρησης της, καθ΄ ότι σε μεταγενέστερο στάδιο έχει τροποποιηθεί) προνοεί:
«Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφα του με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων, για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές».
Οι αρχές της νομολογίας συνοψίζονται ως ακολούθως:
Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation (1989) 1Ε 33 σελ. 36-37, Clive Preece κ.α. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου, (2011) 1Γ ΑΑΔ 2138 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4/5/2012).
Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω).
Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω και Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά (1992) 1 ΑΑΔ 704 σελ 707).
Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co. (1993) 1 ΑΑΔ 726 σελ 730, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, 20/3/2014).
Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents (1994) 1 AΑΔ 426 στη σελ 432, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω)
Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. (βλ. Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd (1995) 1 ΑΑΔ 607, United Sea Transport Ltd v. Zakou (1980) 1 AΑΔ 501, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω).
Η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά πιο πάνω).
Η σύγχρονη τάση (πριν την τροποποίηση βεβαίως της διαταγής 25 και 30, καθ΄ ότι με την τροποποίηση των εν λόγω διατάξεων, το όλο πνεύμα έχει αλλάξει άρδην) είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1991) 1 ΑΑΔ 934 στη σελ 939 και Evripidou v. Kannaourou (1985) 1 CLR 21 στην σελ. 27). Ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω).
Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου (1995) 1 ΑΑΔ 560).
Το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ’ εαυτού ότι η τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents πιο πάνω, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω).
Όπου τα γεγονότα που ο αιτητής προτίθεται να εισαγάγει με την αίτησή του είναι γνωστά στον καθ’ ου η αίτηση τότε το πλαίσιο της δίκης δεν μεταβάλλεται και ούτε επιφέρονται ζημιογόνες συνέπειες στα δικαιώματά του (βλ. BAUER SPEZIALTIENFBAU GMBH και άλλος ν. DIVNOGORSK SHIPPING CO LTD (2002) 1Α ΑΑΔ 618 σελ. 625) ή όπου θα συγκεκριμενοποιηθούν υφιστάμενοι ισχυρισμοί που θα θέσουν τα δικόγραφα σε τάξη Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (1999) 1 ΑΑΔ 44 ή όπου θα εισαχθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες υφιστάμενου ισχυρισμού (βλ. Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου (1992) 1 ΑΑΔ 111).
Περαιτέρω και ειδικότερα το Δικαστήριο παραπέμπει και σε σχετικά πρόσφατη νομολογία όπου εν μέρει έχει αναφερθεί και πιο πάνω και πιο συγκεκριμένα:
Στην υπόθεση KAYAT TRADING LIMITED – v - GENZYME CORPORATION Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 , 4 Μαρτίου, 2013 αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω:
<< Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece:
΄΄ Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα (2002) 1(Α) ΑΑΔ 237.
Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1991) 1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.”
Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου:
“Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.”>>
Στην υπόθεση D. J. KARAPATAKIS & SONS LTD – v - ΔΗΜΟΥ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 135/2011 ημερομηνίας 13/6/2013, αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω:
<< Σειρά αποφάσεων διαμόρφωσε τις αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων κάτω από τη Δ.25 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η τροποποίηση ή μη δικογράφου, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με πρωταρχικό μέλημα, το συμφέρον της δικαιοσύνης. Οι παράγοντες που επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης είναι πολλοί, όπως πολλοί είναι και οι παράγοντες που θα μπορούσαν να επιδράσουν στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το βέβαιο είναι ότι δεν μπορούν να καθοριστούν εξαντλητικά. Στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 4/5/12, αναφέρονται τ’ ακόλουθα:
«Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.»
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ – ΕΝΣΤΑΣΗΣ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω αναφερθέν νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, κρίνει ότι πληρούνται οι αρχές για να εγκριθεί η υπό εξέταση αίτηση. Ο ενάγοντας με την παρούσα αίτηση, επιδιώκει την συμμόρφωση του με τις πρόνοιες της Δ.2 θ.10 και μάλιστα είναι απορίας άξιο, αλλά και παράδοξο, ο εναγόμενος να φέρει ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση, από την στιγμή που ο ίδιος στην έκθεση υπεράσπισης του στην παράγραφο 2, εγείρει αυτό το ζήτημα περί της ανυπαρξίας αναφοράς ως προς την αξία της επίδικης κατοικίας και αυτή η στάση του εναγομένου, επηρεάζει την απόφαση του Δικαστηρίου ως προς το ζήτημα των εξόδων, τα οποία θα επιδικαστούν μεν υπέρ του εναγομένου, αλλά κατά το ήμισυ.
Το θέμα της αξίας της επίδικης κατοικίας, εγέρθηκε από τον εναγόμενο με την καταχώρηση στις 22/10/2015 της έκθεσης υπεράσπισης του και η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε δύο εβδομάδες αργότερα και συνακόλουθα, ουδεμία καθυστέρηση σημειώθηκε στην καταχώρηση της αίτησης, αλλά απεναντίας σημειώθηκε σπουδή για άμεση καταχώρηση της, μόλις αυτό έγινε αντιληπτό με την ανάγνωση του εν λόγω δικογράφου και συνακόλουθα ο πρώτος λόγος ένστασης δεν είναι βάσιμος. Η σημασία της προσθήκης αυτής της παραγράφου, λόγω της ρητής πρόνοιας της Δ.2 θ.10, αυτομάτως καταρρίπτει και τον πέμπτο λόγο ένστασης.
Ούτε ο δεύτερος λόγος είναι βάσιμος, διότι η απόδειξη της αξίας της επίδικης κατοικίας είναι θέμα επίδικο το οποίο θα εξεταστεί στα πλαίσια της αγωγής και όχι στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας.
Ούτε ο τρίτος και τέταρτος λόγος ένστασης είναι βάσιμος, διότι η αξία της επίδικης κατοικίας, ουδόλως επηρεάζει την κλίμακα εξόδων και ουδόλως επηρεάζει την αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου, για τον απλούστατο λόγο ότι με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 22(3)(β) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, δεν διαδραματίζει οποιοδήποτε ρόλο και δεν λαμβάνεται υπ΄ όψη η αξία της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας και ο νομοθέτης, εν τη σοφία του, έθεσε αυτήν την Διάταξη, διότι θα οδηγούσε ίσως στο παράδοξο αποτέλεσμα, οι πλείστες αγωγές να εκδικάζοντας από Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή ή Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου, λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι οι ακίνητες ιδιοκτησίες, στις πλείστες των περιπτώσεων, θα είχαν αξία μεγαλύτερη από το όριο εκδικάσεως υποθέσεων από Επαρχιακούς Δικαστές.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση είναι βάσιμη και συνακόλουθα εκδίδεται Διάταγμα ως η αίτηση, το Διάταγμα να πληρωθεί αυθημερόν, τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την σύνταξη του Διατάγματος, τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 14 ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και τροποιημένη απάντηση στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης. Τα έξοδα της αίτησης και τα έξοδα που θα προκύψουν από την τροποποίηση, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντα ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο κατά το ήμισυ, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. Η παρούσα αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 31/3/2015.
(Υπ.)…………………………………………
ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο,
Πρωτοκολλητής