ECLI:CY:EDLEM:2016:A188

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 1007/09

Μεταξύ:

Λευκή Παναγιωτοπούλου

 

Και

 

Γιώργος Χριστοφίδης

----------------

Αίτηση Για Τροποποίηση της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην ανταπαίτηση ημερ.15.4.16

 

Ημερομηνία: 26 Απριλίου, 2016

Για Ενάγουσα: κα. Λ. Χ΄ Λοίζου

Για Εναγόμενο: κα. Ασσιώτου

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

            Με  Ενδιάμεση αίτηση της η Ενάγουσα αιτείται την τροποποίηση της απάντησης στην υπεράσπιση και της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση δια της προσθήκης συγκεκριμένων παραγράφων με την οποία απορρίπτει ισχυρισμούς που περιέχονται στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση του εναγομένου, καταγράφοντας συγκεκριμένες απαντήσεις που άπτονται της ορθής άσκησης του επαγγέλματος της ενάγουσας και πιο συγκεκριμένα στις θεραπείες της οδοντιατρικής φύσεως που παρείχε στον εναγόμενο, υπερασπιζόμενη την ορθότητα, το ενδεδειγμένο των θεραπειών της και την επίδειξη επαγγελματικής επάρκειας και επιμέλειας από την ίδια, ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων που αφορούσαν την κατάσταση της υγείας του εναγομένου.

            Περαιτέρω δίνει σχετικές λεπτομέρειες για τις θεραπείες που παρείχε, την κατάσταση της υγείας του εναγομένου και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του ιδίου και γινεται ειδική αναφορά για το συμφωνηθέν ποσό των οδοντιατρικών υπηρεσιών καθώς επίσης και του τρόπου αποπληρωμής τους.

            Εν κατακλείδι σε περαιτέρω υπεράσπιση στην ανταπαίτηση απορρίπτει τους ισχυρισμούς που υποστηρίζουν την ανταπαίτηση εναντίον της καλώντας τον εναγόμενο σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών του υιοθετώντας εκ νέου τους ισχυρισμούς στην έκθεση απαίτησης.

            Νομικό έρεισμα της αίτησης αποτέλεσε η Δ.19 Θ.1-27, Δ.25 Θ.1-6, Δ.48 Θ.1-4, Γενικές αρχές του νόμου και οι Κανόνες της επιείκειας και μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Πέτρου Χ΄Λοίζου. 

Ο ενόρκως δηλών αρχικά κάνει αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης του αλλά και της γνώσης του αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης.  Ακολούθως αναφέρει ότι δικηγόρος που χειριζόταν την υπόθεση κάνει αναφορά για τον λόγο που ζητείται η παρούσα τροποποίηση και συγκεκριμένα ότι πρόσφατα η δικηγόρος ενώ μελετούσε τον φάκελο της υπόθεσης λόγω της αλλοίωσης του πρωτότυπου φακέλου που είχε σχιστεί και αλλοιωθεί δεν βρήκε την απάντηση στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση.

 Ακολούθως απέδωσε τα πιο πάνω σε λάθος και αβλεψία της δικηγόρου και ενόψει του ότι η ενάγουσα δεν αποδέχεται τους ισχυρισμούς που αποδίδονται στην υπεράσπιση και ανταπαίτηση ενώ η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση είχε την βοήθεια της ενάγουσας κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του εναγομένου.  Ακολούθως η δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση αντιλήφθηκε ότι χρειάζεται τροποποίηση επειγόντως των συγκεκριμένων δικογράφων για να συμβαδίζουν οι θέσεις της ενάγουσας που υποβλήθηκαν στον εναγόμενο και στην μάρτυρα υπεράσπισης 1 και που δεν έχουν δικογραφηθεί. 

Ακολούθως αιτιολόγησε την ανάγκη να τροποποιηθεί το συγκεκριμένο δικόγραφο για να συνάδει η πιο πάνω μαρτυρία που αναφέρθηκε και να έχει το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα, οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι εις γνώση του εναγομένου και έχουν τεθεί ήδη στο Δικαστήριο και υποβλήθηκαν οι συγκεκριμένες θέσεις στην άλλη πλευρά τονίζοντας ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας για έγκριση της αίτησης, υπάρχει ετοιμότητα στην καταχώρηση του τροποποιημένου δικογράφου, το ιστορικό της διαδικασίας επιτρέπει την εν λόγω τροποποίηση και για το οποίο έκανε ρητή αναφορά. Αντιθέτως ο εναγόμενος δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την ανάλογη διαταγή εξόδων, δεν αλλάξει η βάση του δικογράφου αλλά αντιθέτως δίνεται περισσότερη λεπτομέρεια, ο εναγόμενος θα έχει την ευκαιρία να κλητεύσει μάρτυρες ο οποίος έχει ήδη υπερασπιστεί τον εαυτό του αλλά και αντεξέτασε την ενάγουσα και σε περίπτωση μη έγκρισης της αίτησης η πλευρά της ενάγουσας θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά.

Ο εναγόμενος προέβαλε 7 λόγους ένστασης που επικεντρώνονται στην κατάχρηση της διαδικασίας, στο καθυστερημένο στάδιο που υποβλήθηκε η αίτηση και στο ότι τα γεγονότα ήταν ήδη γνωστά στην ενάγουσα, στο κακόπιστο της αίτησης, στη μη πλήρωση των προϋποθέσεων για έγκριση του διατάγματος και ότι σε περίπτωση έγκρισης θα προβληθεί βλάβη και ζημιά στον εναγόμενο που δεν είναι δυνατόν να αποζημιωθεί σε χρήμα.

Νομικό έρεισμα της αίτησης αποτέλεσε η Δ.25 Θ1-6, Δ.48 Θ.1-4, 8 και 9, Δ.64 Θ.1 και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.

Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του εναγόμενου.  Ο εναγόμενος απορρίπτει την αίτηση και τους ισχυρισμούς που την υποστηρίζουν τονίζοντας το προχωρημένο στάδιο που βρίσκεται η διαδικασία λέγοντας ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά την αποστολή της γραπτής δήλωσης του μάρτυρα που θα κλητεύσει ο εναγόμενος κάνοντας ρητή αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης συνδυάζοντας και επικεντρώνοντας το γεγονός ότι θα ακολουθούσε μαρτυρία του επόμενου μάρτυρα υπεράσπισης.  Αντικρούοντας ταυτόχρονα το δικαιολογημένο του αιτήματος και των λόγων που έχουν προβληθεί που υποστηρίζουν την αίτηση.  Ακολούθως ο εναγόμενος τοποθετείται επί της αξίωσης και γενικά των ισχυρισμών που προβάλει η ενάγουσα αναφέροντας ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα επηρεάσει σοβαρά την γραμμή πλεύσης της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του ενόψει και του χρόνου που έχει διαρρεύσει αλλά και το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας.

Περαιτέρω ο εναγόμενος τοποθετείται επί νομικών θεμάτων μετά από νομική συμβουλή που έλαβε και που δεν δικαιολογούν την αίτηση για τροποποίηση όπως είναι π.χ. η κατάθεση ενός τεκμηρίου χωρίς ένσταση, τον εκτροχιασμό της διαδικασίας σε περίπτωση έγκριση της αίτησης και των επηρεασμό των δικαιωμάτων του αλλά και του κινδύνου απώλειας του μάρτυρα του ενόψει και του προγράμματος του εν λόγω μάρτυρα αλλά και ενδεχόμενο να επηρεαστεί ο μάρτυρας από την ίδια την ενάγουσα ενόψει και προηγούμενου ιστορικού που έλαβε χώρα με άλλο μάρτυρα.

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

Η Δ.25, Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (ως ισχύει για την παρούσα αγωγή, εν΄ όψει του χρόνου καταχώρησης της, καθ΄ ότι σε μεταγενέστερο στάδιο έχει τροποποιηθεί) προνοεί:

«Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφα του με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων, για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές».

Οι αρχές της νομολογίας συνοψίζονται ως ακολούθως:

Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation (1989) 1Ε 33 σελ. 36-37, Clive Preece κ.α. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου, (2011) 1Γ ΑΑΔ 2138 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4/5/2012).

 

Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω).

 

Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω και Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά (1992) 1 ΑΑΔ 704 σελ 707).

 

Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co. (1993) 1 ΑΑΔ 726 σελ 730, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, 20/3/2014).

 

Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents (1994) 1 AΑΔ 426 στη σελ 432, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω)

 

Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. (βλ. Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd (1995) 1 ΑΑΔ 607, United Sea Transport Ltd v. Zakou (1980) 1 AΑΔ 501, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω).

 

Η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά πιο πάνω).

 

Η σύγχρονη τάση (πριν την τροποποίηση βεβαίως της διαταγής 25 και 30, καθ΄ ότι με την τροποποίηση των εν λόγω διατάξεων, το όλο πνεύμα έχει αλλάξει άρδην) είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1991) 1 ΑΑΔ 934 στη σελ 939 και Evripidou v. Kannaourou (1985) 1 CLR 21 στην σελ. 27). Ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω).

 

Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου (1995) 1 ΑΑΔ 560).

 

Το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ’ εαυτού ότι η τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents πιο πάνω, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω).

 

Όπου τα γεγονότα που ο αιτητής προτίθεται να εισαγάγει με την αίτησή του είναι γνωστά στον καθ’ ου η αίτηση τότε το πλαίσιο της δίκης δεν μεταβάλλεται και ούτε επιφέρονται ζημιογόνες συνέπειες στα δικαιώματά του (βλ. BAUER SPEZIALTIENFBAU GMBH και άλλος ν. DIVNOGORSK SHIPPING CO LTD (2002) 1Α ΑΑΔ 618 σελ. 625) ή όπου θα συγκεκριμενοποιηθούν υφιστάμενοι ισχυρισμοί που θα θέσουν τα δικόγραφα σε τάξη Federal Bank of Lebanon v.  Σιακόλα (1999) 1 ΑΑΔ 44 ή όπου θα εισαχθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες υφιστάμενου ισχυρισμού (βλ. Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου (1992) 1 ΑΑΔ 111).

 

Περαιτέρω και ειδικότερα το Δικαστήριο παραπέμπει και σε σχετικά πρόσφατη νομολογία όπου εν μέρει έχει αναφερθεί και πιο πάνω και πιο συγκεκριμένα:

Στην υπόθεση KAYAT TRADING LIMITED – v - GENZYME CORPORATION Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 , 4 Μαρτίου, 2013 αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω:

<< Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece:

 ΄΄ Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα (2002) 1(Α) ΑΑΔ 237.

 Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1991) 1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.”

Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου:

 “Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.”>>

Στην υπόθεση D. J. KARAPATAKIS & SONS LTD – v - ΔΗΜΟΥ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 135/2011 ημερομηνίας 13/6/2013, αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω:

<< Σειρά αποφάσεων διαμόρφωσε τις αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων κάτω από τη Δ.25 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η τροποποίηση ή μη δικογράφου, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με πρωταρχικό μέλημα, το συμφέρον της δικαιοσύνης. Οι παράγοντες που επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης είναι πολλοί, όπως πολλοί είναι και οι παράγοντες που θα μπορούσαν να επιδράσουν στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το βέβαιο είναι ότι δεν μπορούν να καθοριστούν εξαντλητικά. Στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 4/5/12, αναφέρονται τ’ ακόλουθα:

 «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.»  

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ – ΕΝΣΤΑΣΕΩΝ – ΕΥΡΗΜΑΤΑ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

        Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω εκτεθέν νομικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση και έχοντας μελετήσει με εξαιρετικά μεγάλη προσοχή την αίτηση και τις ενστάσεις που έχουν καταχωρηθεί και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, ως επίσης και τις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων οι οποίες ήταν εμπεριστατωμένες, ασκεί την διακριτική του ευχέρεια και κρίνει ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν δύναται να τύχει έγκρισης για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω.

     Θα ήταν εξαιρετικά άδικο  στο παρόν στάδιο αφού η ενάγουσα έκλεισε ήδη την υπόθεση της και ο εναγόμενος αντεξέτασε την ενάγουσα υπερασπιζόμενος τον εαυτό του και υποβάλλοντας τις ανταπαιτήσεις του ως επίσης ο εναγόμενος ήδη αντεξετάστηκε από την ενάγουσα και κάλεσε ήδη ένα μάρτυρα υπεράσπισης να κληθεί να αντιμετωπίσει ένα δικόγραφο στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι πιο πάνω ισχυρισμοί, από την στιγμή μάλιστα όπου ο εναγόμενος έχει ήδη αντεξεταστεί και απαντήσει σε υποβληθείσες θέσεις κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ως επίσης κάλεσε και μια μάρτυρα υπεράσπισης και έχει ήδη χαράξει και τροχιοδρομήσει την γραμμή πλεύσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης του.

Ο λόγος που έχει προβληθεί και που αφορά την φθορά του πρώτου φακέλου της διαδικασίας δεν κρίνεται ικανοποιητικός για το δικαστήριο, διότι σε όλα τα στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας η δικηγόρος που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση είχε στη διάθεση της την βοήθεια της ενάγουσας η οποία ως εμπειρογνώμονας την βοηθούσε ιδίως κατά το στάδιο της αντεξέτασης του εναγόμενου και της ΜΥ1 και είχε στην διάθεση της και μπορούσε να διαπιστώσει σε εκείνα τα στάδια την απόκλιση ή τουλάχιστον το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας δεν συνάδουν με το δικόγραφο που επιχειρείται η τροποποίηση και μάλιστα αυτό θα μπορούσε να γίνει κάλλιστα όταν η ίδια η ενάγουσα εξεταζόταν ή τουλάχιστον αντεξεταζόταν υπερασπιζόμενη τον εαυτό της στις υποβληθείσες θέσεις υπεράσπισης και ανταπαίτησης του εναγομένου και για τις οποίες επιχειρείται σε αυτό το στάδιο η τροποποίηση του σχετικού δικογράφου. 

   Παρόλα αυτά αυτό δεν έχει γίνει σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας, ενώ θα μπορούσε να γίνει και ιδίως θα μπορούσε να γίνει όταν έδιδε μαρτυρία η ενάγουσα ή το αργότερο όταν ολοκλήρωνε την μαρτυρία της.  Το κλείσιμο της υπόθεσης της ενάγουσας σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο εναγόμενος σχεδόν ολοκλήρωσε την υπόθεση του απομένοντας η παράθεση της μαρτυρίας μόνο ενός μάρτυρα, θα αποδυνάμωνε την υπόθεση του εναγόμενου και κυρίως θα ελλόχευε σοβαρούς κινδύνους στην υπερασπιστική του γραμμή, κινδύνους και ζημιά που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

        Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση δεν δύναται να τύχει έγκρισης και συνακόλουθα απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον της ενάγουσας ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

                                          (Υπ.) ……………………………..

                                                                                              Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ.

 

Πιστόν αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

…/Κ.Κ.

 

 

Αναφορά: Ενδ. Απόφαση/ τροποποίηση

Subjectl: Interim/ tropopioisi


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο