ECLI:CY:EDLEM:2018:A231
EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 2354/2017
ΜΕΤΑΞΥ:
XXXXX Στυλιανίδης
Αιτητή
1. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
[για Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού]
2. XXXXX Ευαγγέλου
3. XXXXX Χαρτζιώτη
Καθ’ ων η Αίτηση
-----------------------------------------------
Ημερομηνία: 1 Ιουνίου, 2018
Εμφανίσεις:
Για Αιτητή: Ο κ. Λ. Γ. Λουκαΐδης για Λουκής Γ. Λουκαΐδης & Σία ΔΕΠΕ
Για Καθ’ ου η αίτηση 1: Ο κ. Α. Μελάς
Για Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3: Ο κ. Ν. Χ”Λοΐζου για Χατζηλοΐζου, Χατζηνικολάου & Σία ΔΕΠΕ
Α Π Ο Φ Α Σ Η
(σε αίτηση για αναστολή της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου)
Ο Ενάγων ήγειρε την παρούσα αγωγή σε Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (O.2 r.1) την 8.08.2017. Ταυτόχρονα αιτήθηκε με μονομερή αίτηση του και πέτυχε την έκδοση από το Δικαστήριο - με διαφορετική σύνθεση - προσωρινού διατάγματος ως το Α της αίτησης αυτό δηλαδή με το οποίο διατασσόταν η αναστολή της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου να προχωρήσει στην ακύρωση του Memo προς όφελος του Ενάγοντα με αριθμό ΕΒ2269/2006 και στη μεταβίβαση του ακινήτου επ’ ονόματι του αγοραστή σύμφωνα με την επιστολή του της 12.07.2017.
Για παροχή ολοκληρωμένης της εικόνας για το τι επιδίωξε ο Αιτητής καταγράφω και τo αιτητικό Β με το οποίο αξίωνε διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού να προχωρήσει στην καταναγκαστική πώληση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 4XXXXX5, Φ/Σχ. 4711ΕΙΕ, Τεμάχιο ΕΠΙ 8XXXXX4 στις Πάνω Πλάτρες, Αρ. Φακέλου ΑΝΠ 54/2015 σύμφωνα με το αίτημα του δικαιούχου του memo, μια διαδικασία που είναι ήδη σε προχωρημένο στάδιο. Το ως άνω αιτητικό Β απορρίφθηκε από την ημερομηνία κατά την οποία είχε εγκριθεί το ως άνω αιτητικό Α.
Η ως άνω αίτηση του Ενάγοντος/Αιτητή βρήκε τη σθεναρή αντίδραση των Καθ’ ων η αίτηση οι οποίοι καταχώρησαν στη συνέχεια ενστάσεις και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακροαματική διαδικασία στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν τις εκατέρωθεν θέσεις και με τους ευπαίδευτους συνηγόρους στις αγορεύσεις τους να τις υποστηρίζουν με παραπομπή στο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει τέτοιας φύσης αιτήματα πως και σε νομολογία και αυθεντίες. Στην ανάλυση που θα ακολουθήσει όπου χρειαστεί θα γίνει αναφορά και παραπομπή σε αυτές τις εισηγήσεις.
Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 θ.1, 2 και 9 και το άρθρο 9 του Περί Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, Άρθρο 9 του Νόμου 81(Ι)/2011, Άρθρο 44 του Νόμου 139(Ι)/2015 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου.
Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης βασίζεται σε ένορκη δήλωση του ίδιου του Ενάγοντος/Αιτητή κ. XXXXX Στυλιανίδη, ο οποίος πέραν της ιδιότητας υπό την οποία υπογράφει την ένορκη δήλωση, δηλώνει ότι είναι δικαιούχος του memo με αριθμό ΕΒ2269/2006 κατόπιν δικαστικής απόφασης με ημερομηνία 21.06.1993 στην Αγωγή 4271/93 (Τεκμ.1), για δανεισμό που έχει κάνει προς όφελος της εταιρείας InterRex Developments Ltd με προσωπικά του χρήματα και εγγυήσεις. Το memo καταχωρήθηκε στις 20.10.2006 (Τεκμ. 2). Στις 2.10.2006 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας διέταξε την εκτέλεση (Τεκμ. 3) της Απόφασης στην Αγωγή με αριθμό 4271/93 γι’ αυτό και καταχωρήθηκε το memo το οποίο σύμφωνα με το Νόμο προηγείται έναντι της υλοποίησης της ειδικής εκτέλεσης.
Αναφέρει στη συνέχεια ότι το 2015 ζήτησε την αναγκαστική πώληση του εν λόγω κτήματος βάσει του πιο πάνω memo και η διαδικασία αυτή ενώ βρισκόταν σε προχωρημένο στάδιο (αριθμός ΑΝΠ 54/2015) (Τεκμ. 4), αναστάληκε λόγω της εν τω μεταξύ υποβληθείσης αίτησης για ειδική εκτέλεση (Τεκμ. 5).
O ενόρκως δηλών αναφέρει ότι το 2007 οι ενάγοντες (υπονοεί τους εναγομένους 2 και 3), κίνησαν αγωγή εναντίον της εταιρείας InterRex Developments Ltd η οποία κατέληξε σε διάταγμα για ειδική εκτέλεση στην περιουσία η οποία ήταν ήδη βεβαρημένη με το πιο πάνω memo. Το διάταγμα της εκτέλεσης έχει ημερομηνία 29.11.2013 και ζητήθηκε για εκτέλεση από τον Επίσημο Παραλήπτη και την εναγόμενη εταιρεία InterRex Developments Ltd στην Αγωγή με αριθμό 380/2007. Ακολούθησε αμέσως μετά αλληλογραφία (Τεκμ. 6 και 7) μεταξύ του δικηγόρου του και του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου η οποία κατέληξε με σύμφωνη γνώμη του Κτηματολογίου και του δικηγόρου του ότι δεν μπορεί το memo να διαγραφεί εκτός αν αποσυρθεί από τον ενδιαφερόμενο ή με απόφαση του Δικαστηρίου.
Αναφέρει περαιτέρω ότι το Κτηματολόγιο Λεμεσού αποδέχθηκε το πωλητήριο έγγραφο με τη μορφή αντιγράφου και χωρίς πλήρη στοιχεία που οδήγησε αργότερα στην σχετική Δικαστική Απόφαση για ειδική εκτέλεση κατά παράβαση του Νόμου, ο οποίος απαιτεί όπως τέτοιο πωλητήριο έγγραφο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης καταχωρείται υπό την αρχική του μορφή. Παρά τις προηγούμενες διαβεβαιώσεις και παρόλο που το memo προηγείται της Απόφασης για ειδική εκτέλεση, το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο της Λεμεσού αγνοώντας και τις πιο πάνω απαράδεκτες παραλείψεις σχετικά με την ειδική εκτέλεση, απέστειλε στους δικηγόρους του Aιτητή επιστολή ημερομηνίας 12.07.2017 που ανάφερε ότι θα προχωρήσει στην ακύρωση του memo με αριθμό ΕΒ2269/2006 και στην μεταβίβαση του ακινήτου επ’ ονόματι του αγοραστή, εκτός εάν προσκομιστεί εντός 30 ημερών διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει διαφορετικά (Τεκμ. 8). Ο Aιτητής δηλώνει περαιτέρω ότι ο αγοραστής που επιδιώκει την ειδική εκτέλεση δεν εκπλήρωσε πλήρως τις συμβατικές υποχρεώσεις του έναντι του πωλητή. Υπό αυτές τις συνθήκες, η σύμβαση μεταξύ του πωλητή και του αγοραστή, υποστηρίζει ότι είναι άκυρη. Επισυνάπτει βεβαίωση ότι δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές υποχρεώσεις του (Τεκμ. 9) και βεβαίωση του λογιστή της εταιρείας ημερομηνίας 24.05.2013 (Τεκμ. 10).
Εκφράζει την πίστη ότι η εν λόγω πρόθεση του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού για ακύρωση του memo είναι παράνομη, άδικη και ζητεί από το Δικαστήριο τον παραμερισμό της. Αν αφεθεί το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο να προχωρήσει στην πρόθεση του θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά διότι με την μεταβίβαση του σχετικού ακινήτου σε τρίτα πρόσωπα που μπορεί και να το πουλήσουν θα στερηθεί το αντικείμενο της Απόφασης του που οδήγησε στο memo. Σημειώνει περαιτέρω ότι το εν λόγω γραφείο με την επιστολή του ημερομηνίας 12.07.2017 (Τεκμ. 8), προτίθεται σύντομα να προχωρήσει στην ακύρωση του memo, γεγονός το οποίο καθιστά την αίτηση για προσωρινό διάταγμα αναστολής της εν λόγω πράξης κατ’ επείγουσα.
Ο Καθ’ ου η αίτηση 1 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας καταχώρησε εκ μέρους του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού ένσταση την οποία βασίζει στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 30 και 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.39, Δ.48 Θ. 1 – 4, 7, 8 και 9, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο, άρθρα 44ΙΗ έως 44ΚΖ και 51, στον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, άρθρα 80 και 81, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Προστασία Αγοραστών) Κανονισμούς του 2015, στους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956 άρθρα 5 (1) και 7, στη νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
Προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
«
1. Η Ενάγουσα καταχώρησε λανθασμένο ένδικο μέσο.
2. Με την παρούσα αίτηση ο Ενάγων προσπαθεί να αναστείλει απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου, η οποία προωθήθηκε με βάση το Μέρος VIB Προστασία Αγοραστών του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν.9/1965, όπως τροποποιήθηκε), χωρίς να έχει καταχωρήσει πρώτα σχετική Αίτηση/Έφεση.
3. Δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
4. Δεν συνενώθηκαν όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι στην αγωγή.
5. Η αγωγή καταχωρήθηκε με λανθασμένο τίτλο.»
Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την ένσταση που καταχωρήθηκε εκ μέρους του Καθ’ ου η αίτηση 1 Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας παρατίθενται σε ένορκη δήλωση του Κτηματολογικού Λειτουργού κ. XXXXX Στυλιανού ο οποίος δηλώνει τα ακόλουθα:
«
1. Εργάζομαι ως Κτηματολογικός Λειτουργός στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού και γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από μελέτη του σχετικού φακέλου και των μητρώων που τηρεί το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Για τα νομικά ζητήματα στα οποία αναφέρομαι, έχω συμβουλευτεί το Δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Είμαι δε δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
2. Έχω διαβάσει την Αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 08/08/2017 καθώς και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και αρνούμαι και απορρίπτω τους ισχυρισμούς που περιέχονται σε αυτές, εκτός όπου προβαίνω ρητά σε παραδοχή τους.
3. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 είναι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Σωτηρίου. Το έγγραφο διαχείρισης που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α. Ως εκ τούτου, λανθασμένα ενάγονται στην παρούσα αγωγή υπό την προσωπική τους ιδιότητα.
4. Κατά την 25/07/1987 ο αποβιώσας XXXXX Σωτηρίου σύναψε σύμβαση πώλησης με την εταιρεία InterRex Developments Ltd για αγορά του διαμερίσματος 10Α που βρισκόταν υπό ανέγερση επί του τεμαχίου 7XXXXX0 του Φύλλου/Σχεδίου 41/11ΕΙΕ με αριθμό εγγραφής 4XXXXX2 στις Πάνω Πλάτρες. Η εταιρεία InterRex Developments Ltd είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του εν λόγω ακινήτου.
5. Η σύμβαση πώλησης κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο την 23/01/2012 μετά από σχετικό διάταγμα που εξασφαλίστηκε από το Δικαστήριο από τους Εναγόμενους 2 και 3, ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Σωτήρη Σωτηρίου. Η σύμβαση πώλησης έλαβε τον αριθμό ΠΩΕ135/2012 και επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β.
6. Το επίδικο διαμέρισμα έχει σήμερα τα ακόλουθα στοιχεία: αριθμό εγγραφής 4XXXXX5, Φύλλου/Σχεδίου 41/11ΕΙΕ, επί του τεμαχίου 8XXXXX4 στις Πάνω Πλάτρες και διαθέτει ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας.
7. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 έχουν προωθήσει στο Κτηματολόγιο, ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Σωτήρη Σωτηρίου, τη διαδικασία που προβλέπεται στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο για τους εγκλωβισμένους αγοραστές, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί δυνάμει του Νόμου 139(Ι)/2015 (στο εφεξής «ο Νόμος»). Η αίτηση ΑΕΑ616/2016 επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ.
8. Με βάση τα στοιχεία που προσκομίστηκαν από τους πιο πάνω Εναγομένους, έχουν εξοφλήσει το τίμημα πώλησης του επίδικου ακινήτου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ) και έχουν πληρώσει και όλους τους σχετικούς φόρους (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε).
9. Ως εκ των πιο πάνω, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου έκρινε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις του Νόμου για να εγγραφούν τα επίδικα ακίνητα επ’ ονόματι των αγοραστών. Συνεπώς, στάληκαν οι σχετικές επιστολές (Τύπος ΙΕ) στα επηρεαζόμενα πρόσωπα, σύμφωνα με το άρθρο 44ΚΒ του Νόμου. Η επιστολή που στάληκε στον Ενάγοντα επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΣΤ.
10. Ο Ενάγων, μέσω του δικηγόρου του, υπέβαλε ένσταση στην προτιθέμενη μεταβίβαση, η οποία επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ζ. Ο Διευθυντής απέρριψε την ένσταση του Ενάγοντα με την επιστολή του ημερομηνίας 12/07/2017, η οποία επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Η.
11. Ο Ενάγων δεν έχει ακολουθήσει την νενομισμένη διαδικασία ένστασης, όπως προβλέπεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 44ΚΒ. Ο Αιτητής όφειλε να καταχωρήσει Αίτηση/Έφεση με βάση το άρθρο 51 του Νόμου εντός τριάντα (30) ημερών από την απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 12/07/2017 με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση του, και όχι να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Δηλαδή, ο Ενάγων κινήθηκε με λανθασμένο ένδικο μέσο.
12. Η μη έκδοση των διαταγμάτων δεν θα επιφέρει την ζημιά που ισχυρίζεται ο Ενάγων, αφού με την αγωγή του αξιώνει αποζημιώσεις και όχι την κυριότητα του επίδικου ακινήτου. Ο Ενάγων μπορεί να διεκδικήσει τις αποζημιώσεις που αξιώνει με άλλη διαδικασία.
13. Ενόψει των πιο πάνω, εισηγούμαι όπως απορριφθεί η αίτηση του Ενάγοντος για έκδοση προσωρινού διατάγματος.»
Στη βάση της ίδιας νομικής βάσης οι καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
«
1. Το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής και/ή διαδικασίας δεν διαθέτει δικαιοδοσία και/ή εξουσία και/ή αρμοδιότητα να παράσχει και/ή εκδώσει την διεκδικούμενη θεραπεία και/ή Διάταγμα.
2. Ο Ενάγοντας καταχώρησε λανθασμένο ένδικο μέσο και/ή παρέλειψε να καταχωρήσει Αίτηση/Έφεση εναντίον της Απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας ημερομηνίας 12.07.2017 διά της οποίας απερρίφθη η ένσταση του Ενάγοντα στην Αίτηση Εγκλωβισμένων Αγοραστών (Α.Ε.Α) που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού στις 18.10.2016.
3. Η σχετική Απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 12.07.2017 έχει μείνει αλώβητη και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν διαθέτει δικαιοδοσία και/ή εξουσία να επέμβει στην υλοποίηση της και/ή να την αναστείλει και/ή ανατρέψει.
4. Άνευ βλάβης των πιο πάνω ενστάσεων, η παρούσα ένσταση στηρίζεται και εις τους ακόλουθους και/ή επιπρόσθετους λόγους:
5. Η Αίτηση συνοδεύεται από ανύπαρκτη μαρτυρία και/ή ένορκη δήλωση μη δυνάμενη να ληφθεί υπόψιν και/ή η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση φέρει ημερομηνία προγενέστερη της Αίτησης και της Αγωγής.
6. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση περιλαμβάνει ισχυρισμούς άσχετους με τα επίδικα και/ή προς εκδίκαση θέματα και/ή τη φύση της Αίτησης και/ή μη δυνάμενους να ληφθούν υπόψιν από το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο και/ή εν πάση περιπτώσει στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης.
7. Ο Ενάγοντας διά της ένορκης δήλωσής του εγείρει θέματα και/ή θέσεις χωρίς να διαθέτει locus standi και/ή να νομιμοποιείται προς τούτο.
8. Ο Ενάγοντας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και/ή παραπλάνησε το Δικαστήριο κατά την έκδοση του Διατάγματος μονομερώς.
9. Η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από πλευράς Ενάγοντα προς υποστήριξη της Αίτησης είναι ψευδής και/ή παραπλανητική και/ή δεν είναι ικανοποιητική και/ή επαρκής έστω και εις αυτό το στάδιο της παρούσας διαδικασίας, έτσι ώστε να δικαιολογεί την έκδοση και/ή διατήρηση του Προσωρινού Διατάγματος.
10. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση δεν δείχνει καλό λόγο γιατί να εκδοθούν ή να διατηρηθούν τα αιτούμενα Διατάγματα.
11. Η παρούσα Αγωγή και Αίτηση καταχωρήθηκε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και εν πάση περιπτώσει ο Ενάγοντας παρέλειψε να δικαιολογήσει την καθυστέρηση του αυτή.
12. Εν πάση περιπτώσει ο Ενάγοντας παρέλειψε να εξηγήσει για ποιο λόγο παρέλειψε να ζητήσει την έκδοση Διατάγματος ως η επιστολή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 12.07.2017 και να προσκομίσει αυτό στην καθορισθείσα προθεσμία των 30 ημερών.
13. Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.
14. Δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία.
15. Ο Ενάγοντας διά της Αγωγής και/ή Αίτησης του εγείρει και/ή διεκδικεί θεραπείες και/ή ζητήματα που καλύπτονται από δεδικασμένο.
16. Σε κάθε περίπτωση οι Εναγόμενοι 2 και 3 κακώς ενάγονται προσωπικώς και όχι ως Διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα Σωτήρη Σωτηρίου ο οποίος είχε αγοράσει το επίδικο ακίνητο.
17. Η παρούσα Αγωγή και/ή Αίτηση είναι ενοχλητική και/ή αόριστη καταχρηστική και/ή καταπιεστική και/ή κακόπιστη και/ή θέτει σε αμηχανία τους Εναγομένους.»
18. Πλήρης δικαιοσύνη μπορεί να απονεμηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή ο Ενάγοντας δεν έχει καταδείξει και/ή υποδείξει ότι είναι αδύνατον ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
19. Αντιθέτως η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή συνέχιση της ισχύος του διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στους κληρονόμους του αποβιώσαντα ο οποίος ενώ αγόρασε το επίδικο ακίνητο προς τριακονταετίας και παρά το ότι εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, εντούτοις προκύπτει αδυναμία να μεταβιβαστεί ο τίτλος με σκοπό να διανεμηθεί στους νόμιμους κληρονόμους, συνεπεία των κακόπιστων και κακόβουλων ενεργειών και/ή της επιμονής του Ενάγοντα να θέτει προσκόμματα στην διαδικασία μεταβίβασης του τίτλου.
20. Η Αίτηση δεν είναι κατάλληλη περίπτωση για να ασκήσει το Δικαστήριο την ευχέρεια του υπέρ του Αιτητή.
21. Η Αίτηση στηρίζεται σε ανύπαρκτη και/ή λανθασμένη νομική βάση.
22. Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και ή απαράδεκτη και γενικώς δεν πληρούνται και ή συνυπάρχουν και ή ικανοποιούνται οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις για την έκδοση και/ή διατήρηση των εκζητουμένων Διαταγμάτων.»
Την ένσταση εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο κ. Σπύρος Ευαγγέλου, δικηγόρος και ένας εκ των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Σωτήρη Σωτηρίου, ο οποίος εκθέτει σε αυτή άνευ βλάβης των ενστάσεων του για το νομότυπο της έγερσης αγωγής αντί έφεσης εναντίον της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου, της μη συμπερίληψης των ορθών διαδίκων σε αυτή εφόσον ενάγονται οι εναγόμενοι υπό την προσωπική τους ιδιότητα ενώ θα έπρεπε να είχαν εναχθεί ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος αγοραστή του ακινήτου, όσο και της μη κατάλληλης υποστήριξης της αίτησης, εφόσον η ένορκη δήλωση υπογράφτηκε στις 4.08.2017 ενώ η αίτηση που την υποστηρίζει καταχωρήθηκε στις 8.08.2017, εκθέτει τα κατ’ αυτούς πραγματικά και αληθινά γεγονότα της υπόθεσης απορρίπτοντας τους σχετικούς ισχυρισμούς επί των γεγονότων του Αιτητή. Αποφεύγω να καταγράψω αυτά τα γεγονότα σε αυτό το μέρος της απόφασης μου εφόσον θα τύχουν εξέτασης στο κατάλληλο σημείο της στη συνέχεια κατά την εξέταση των λόγων ένστασης.
ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ:
Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξήχθη, μετά που αποσύρθηκαν σχετικές αιτήσεις από πλευράς του Aιτητή για καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων που υποστηρίζουν τις ενστάσεις, στη βάση των πιο πάνω ενόρκων δηλώσεων τις οποίες διεξήλθα με προσοχή όπως και τα τεκμήρια τα οποία επισυνάφθηκαν σε αυτές. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους τις οποίες επίσης διεξήλθα με προσοχή και τις έλαβα υπόψη μου για την εξαγωγή των δικών μου συμπερασμάτων. Ομολογώ ότι αυτές ήταν αρκούντως εμπεριστατωμένες και επεξηγηματικές των θέσεων των δύο πλευρών και υπήρξαν πολύ υποβοηθητικές στο έργο μου και αυτό θα καταδειχθεί από την παράθεση στο κατάλληλο σημείο της ανάλογης επιχειρηματολογίας που αναπτύχθηκε την οποία και υιοθετώ ως τη συνάδουσα με τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως και της σχετικής νομολογίας που την υποστηρίζει ακόμα και των πρωτόδικων αποφάσεων στις οποίες παραπέμφθηκα για τον πειστικό χαρακτήρα που αυτές ενέχουν.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΑΝΑΛΥΣΗ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:
Με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/1960), το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια σε κάθε πολιτική διαδικασία να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο, εφόσον βέβαια συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
(α) Να υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση,
(β) να υπάρχει πιθανότητα ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία και
(γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα.
Το άρθρο αυτό ερμηνεύτηκε σε πληθώρα αποφάσεων. Ενδεικτικά αναφέρω την κλασσική για το θέμα Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd and Another (1982) 1 CLR 557, και την Parico Aluminium Designs ν. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015.
Σύμφωνα με τη νομολογία μας η ύπαρξη απλώς των πιο πάνω τριών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση Οδυσσέως ανωτέρω, στη σελίδα 570, στην Κούνουνα ν. Simonos (2002) 1.A.A.Δ 1361 και στην Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλης Χατζηβασίλης (1989) 1 (Ε) Α.Α.Δ. 152.
Ο ρόλος του Δικαστηρίου στα πλαίσια εκδίκασης ενδιάμεσης αίτησης, όπως η παρούσα, διακρίνεται από το ρόλο του Δικαστηρίου όταν εκδικάζει την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή την αγωγή. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicontory Trading Co Ltd (1998) 1 Α.Α.Δ. 1653
«… Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης……». Επίσης όπως τονίστηκε στην υπόθεση Κυρίλλου ν. Λάμπρου (2004) 1 Α.Α.Δ. 1528 και ειδικότερα στη σελίδα 1532 «…. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32….».
Θα πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Μαίρη Νίκου Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού (2002) 1 Α.Α.Δ. 1980, από τη στιγμή που διαπιστώνεται ότι δεν συντρέχει η πρώτη εκ των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, περιττεύει η εξέταση των δύο άλλων προϋποθέσεων. Συγκεκριμένα στη σελίδα 1988 αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Θα προσθέταμε μόνο ότι από τη στιγμή που διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει συζητήσιμο θέμα, περιττεύει η εξέταση των άλλων κριτηρίων και είναι αχρείαστος ο προβληματισμός για το που κλίνει το ισοζύγιο ευχέρειας. Θα ήταν αντιφατικό να μην υφίσταται η προϋπόθεση αυτή και να εξετάζεται θέμα προοπτικής επιτυχίας ή τα άλλα θέματα που συνάπτονται με το ζήτημα………….».
Εν προκειμένω ο Ενάγων στρέφεται εναντίον της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 12.07.2017, με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση του και ταυτόχρονα αποφασίστηκε να εγγραφεί το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 4XXXXX5, Φύλλου/Σχεδίου 41/11ΕΙΕ, επί του τεμαχίου 8XXXXX4 στις Πάνω Πλάτρες στους Εναγόμενους 2 και 3, ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντα XXXXX Σωτηρίου.
Η απόφαση του Διευθυντή στηρίζεται στο Νόμο περί Εγκλωβισμένων Αγοραστών Ακινήτων, ο οποίος εισήχθη στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65 δυνάμει του άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015. Ως γνωστό, οι αποφάσεις του Διευθυντή προσβάλλονται με Αίτηση/Έφεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Το άρθρο 51 του Νόμου 9/65 προνοεί τα ακόλουθα:
«51.-(1) Παν πρόσωπον ούτινος τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλη έφεσιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω ( επί τούτω αι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών θα τυγχάνωσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής επί της τοιαύτης εφέσεως ως και επί εφέσεως ασκηθείσης δυνάμει των διατάξεων του ειρημένου Νόμου.
Νοείται ότι το Ανώτατον Δικαστήριον δύναται να εκδώση Κανονισμούς δι’ οιονδήποτε ζήτημα ή διαδικασίαν αγομένην ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44, ουδέν δικαστήριον επιλαμβάνεται αγωγών ή διαδικασιών εφ’ οιουδήποτε ζητήματος αναφορικώς προς ο ο Διευθυντής κέκτηται εξουσίαν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πλην της περιπτώσεως καθ’ ην ασκείται έφεσις ως προνοείται εν εδαφίω (1).»
Σύμφωνα με αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης ο Διευθυντής του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας με την επιστολή του με ημερομηνία 12.07.2017, απέρριψε την ένσταση που ο Αιτητής είχε υποβάλει εναντίον της Αίτησης που είχαν εν προκειμένω υποβάλει οι διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Σωτηρίου Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 στην αίτηση Α.Ε.Α.616/2016 στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού στις 18.10.2016 για μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου.
Είναι επίσης αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο Ενάγων παρέλειψε να καταχωρήσει Έφεση δυνάμει του Νόμου εναντίον της ρηθείσας απόφασης του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας όπως και η ίδια η απόφαση του Διευθυντή καθόριζε, στα πλαίσια της οποίας (Έφεσης) και μόνον, πιθανόν να μπορούσε να διεκδικήσει τυχόν οποιαδήποτε ενδιάμεση θεραπεία για αναστολή της αίτησης εγκλωβισμένου αγοραστή.
Ειδικότερα με την αίτηση του ο Αιτητής με μονομερή αίτηση του επεδίωξε και πέτυχε την αναστολή της Απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου να προχωρήσει στην ακύρωση του επίδικου ΜΕΜΟ μέχρι την διεκπεραίωση της παρούσας Αγωγής ή νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Στηρίζει δε την Αίτησή του αυτή στον στο Νόμο αρ. 139(Ι)/2015 ο οποίος έχει τροποποιήσει τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65. Το άρθρο 51 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965, Ν. 9/1965(στο εξής καλούμενος «ο Νόμος 9/1965») προνοεί, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«(1) Παν πρόσωπον ούτινος τα νόμιμα συμφέροντα παραβλάπτονται εξ οιασδήποτε διαταγής, γνωστοποιήσεως ή αποφάσεως του Διευθυντού δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται εντός τριάκοντα ημερών από της κοινοποιήσεως εις αυτόν των άνω να υποβάλη έφεσιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω (επί τούτω αι διατάξεις των άρθρων 80 και 81 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών θα τυγχάνωσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής επί της τοιαύτης εφέσεως ως και επί εφέσεως ασκηθείσης δυνάμει των διατάξεων του ειρημένου Νόμου.»
Ο Ενάγων ενεργώντας δυνάμει των προνοιών άρθρου 44ΚΒ του Νόμου κατέθεσε ένσταση εντός της ταχθείσας υπό του Νόμου προθεσμίας των 45 ημερών εναντίον της ρηθείσας Αίτησης ΑΕΑ616/2016 η οποία και απερρίφθη από τον Διευθυντή του Κτηματολογίου την 12.07.2018. Η εκ μέρους του αμφισβήτηση της ως άνω απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου κατά τα ως άνω θα έπρεπε να είχε εκδηλωθεί με την καταχώρηση του ορθού δικονομικού μέτρου, αυτού της Έφεσης/Αίτησης κατά της ως άνω απόφασης δυνάμει του άρθρου 51 του Ν.9/1965, διαδικασία με την οποία θα μπορούσαν να διεκδικηθούν. Για τη δυνατότητα αίτησης για επιδίωξη ενδιάμεσου διατάγματος και σε αυτής της φύσης τις αιτήσεις (βλ. Χριστοφή Νίκος για εκκαθάριση της εταιρείας Christofi Bros Trading Ltd (Petition) (2013) 1 ΑΑΔ 1710). Παρόλα αυτά η ως άνω απόφαση του Διευθυντή δεν έχει προσβληθεί με το ορθό δικονομικό μέτρο. Το Δικαστήριο όμως δεν έχει αρμοδιότητα να παραγνωρίσει την ως άνω απόφαση εξετάζοντας την ισχύ της στα πλαίσια της παρούσας αγωγής.
Σημαντική για την παρούσα υπόθεση είναι η Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Mιχαήλ Mιχαήλ Aριστοδήμου ν. Aντωνίας Aνδρέα Aντωνίου κ.ά (1998) 1 ΑΑΔ 1376 όπου λέχθηκαν τα εξής:
«….με βάση τις διατάξεις του άρθρ. 80 του Κεφ. 224, ο εφεσείων θα μπορούσε να αμφισβητήσει την απόφαση του Διευθυντή μόνο με έφεση στο δικαστήριο. Δε θα μπορούσε όμως να παρακάμψει την απόφαση με απευθείας αγωγή ή άλλη δικαστική διαδικασία».
Τα γεγονότα και η νομική πτυχή της Ενδιάμεσης Απόφασης του αδελφού δικαστού κ. Μ. Α. Ματθαίου Α.Ε.Δ. με ημερομηνία 14.10. 2016 στην Αγωγή Υπ. Αρ. 881/2016 Ε. Δ. Πάφου Societe Generale Bank-Cyprus Ltd ν. 1. ∆ιευθυντή Τµήµατος Κτηµατολογίου και Χωροµετρίας δια του Γενικού Εισαγγελέα κ.α. την οποία έθεσε υπ’ όψιν μου ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3, είναι απόλυτα σχετικά με αυτά της παρούσας:
Μετά που στην παράγραφο 25 της απόφασής του το Δικαστήριο εκφράζει τον προβληματισμό του τόσο αναφορικά με το ένδικο μέσο το οποίο επέλεξε η ενάγουσα όσο και σε σχέση με το ερώτημα κατά πόσο όντως υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ή η πιθανότητα η ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία (παράγραφος 25 απόφασης) στην συνέχεια καταγράφει τα εξής σημαντικά:
«[39] Σαφώς δηλαδή προκύπτουν διάφορα νομικά ερωτήματα και τα οποία δεν είναι δυνατό να εξεταστούν εξαντλητικά σε αυτή την ενδιάμεση διαδικασία καθώς αυτά εύλογα θα μπορούσαν να αποτελούσαν θέματα προς εξέταση σε σχέση με την ουσία της αγωγής, ιδιαίτερα δε σε σχέση με την καταλληλότητα του ένδικου μέσου το οποίο η ενάγουσα επέλεξε αλλά και την τήρηση της οποιασδήποτε προβλεπόμενης προθεσμίας σύμφωνα με το σχετικό Νόμο.
[40] Όμως ακόμη και εντός του πλαισίου εκδίκασης αυτής της αίτησης αναφορικά με τη διατήρηση ή μη του επίδικου προσωρινού διατάγματος σε ισχύ δεν είναι δυνατό αυτά τα θέματα να μην ληφθούν καθόλου υπόψη αναφορικά με το ερώτημα κατά πόσο υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ή η πιθανότητα η ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία όχι μόνο από τους εναγόμενους 3 και 4 αλλά ακόμη και των εναγόμενων 1 και 2. Καθώς βεβαίως αυτό το οποίο διατηρείται σταθερά υπόψη του Δικαστηρίου είναι πως εξετάζεται με αυτή την απόφαση η προσπάθεια εφαρμογής μίας διαδικασίας η οποία προβλέπεται από το Μέρος VIB του σχετικού Νόμου και σε σχέση με την οποία οι ρόλοι όχι μόνο του Διευθυντή αλλά τόσο του πωλητή (δηλαδή της εναγόμενης 2) όσο και του αγοραστή (των εναγόμενων δηλαδή 3 και 4) καθορίζονται ρητά από σχετική νομοθεσία.»
Για να προχωρήσει στην συνέχεια και να αναφέρει τα εξής σημαντικά θέτοντας και ανάλογα συναφή ερωτήματα:
«Όντως η επιλογή της ενάγουσας να καταχωρήσει αγωγή όχι μόνο θα πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με το κατά πόσο έχει επιλέξει το ορθό ένδικο μέσο σε σχέση με τη συγκεκριμένη περίπτωση αλλά επιπλέον και κατά πόσο, διατηρώντας υπόψη έστω αυτή την επιλογή, είναι δυνατό να κριθεί πως ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις τις οποίες θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν. 14/60όπως αυτός τροποποιήθηκε) αναφορικά με το προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε προς όφελος της ενάγουσας.
[67] Εάν δε ληφθεί υπόψη το άρθρο 51 του σχετικού Νόμου και θεωρηθεί, έστω και εάν αυτό δεν αναφέρεται ρητά είτε στο τεκμήριο 7 είτε στο τεκμήριο 9, πως οι πράξεις του Διευθυντή θα πρέπει να αντιμετωπιστούν από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αγωγής ως μία μορφή είτε γνωστοποίησης είτε απόφασης του Διευθυντή, τότε το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι το εξής. Εάν και εφόσον η ενάγουσα ουσιαστικά ισχυριζόταν με την επιστολή ή ένσταση της πως παραβλάπτονται τα νόμιμα συμφέροντα της τότε γιατί δεν υπέβαλε έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου σύμφωνα με το άρθρο 51;
[68] Εύλογα, τίθεται το εξής βασικό ερώτημα. Είναι δυνατό να θεωρηθεί πως το ζήτημα σχετικά με το οποίο έχει καταχωρηθεί αγωγή από την ενάγουσα δεν είναι ζήτημα αναφορικά με το οποίο ο Διευθυντής έχει εξουσία δυνάμει των διατάξεων του σχετικού Νόμου; Αναμφίβολα το ερώτημα αυτό δεν μπορεί παρά να απαντηθεί αρνητικά. Καθώς το οποιοδήποτε ζήτημα βάσει του Μέρους VIB του σχετικού Νόμου σε σχέση με το οποίο ο Διευθυντής είχε εξουσία να ενεργήσει και όντως ενήργησε είναι ζήτημα για το οποίο ο Διευθυντής είχε και εξακολουθεί να έχει εξουσία σύμφωνα με τις διατάξεις του σχετικού Νόμου. Επομένως, το επακόλουθο ερώτημα είναι, πως μπορεί το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αγωγής κατά τη διάρκεια της οποίας θα εξετάζεται η ουσία της να κρίνει πως είναι σε θέση να επιλαμβάνεται μίας αγωγής σε σχέση με αυτό το ζήτημα;
[70] Θέτοντας το πολύ απλά εάν ακόμη και σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο οι ενδείξεις είναι ότι ολόκληρη η δικονομική βάση επί της οποίας θεμελιώνεται η έκδοση του επίδικου προσωρινού διατάγματος είναι αντίθετη με τα όσα προνοούνται από το σχετικό Νόμο τότε πως είναι δυνατό να κριθεί ότι τηρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις έτσι ώστε να παραμείνει σε ισχύ το προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε προς όφελος της ενάγουσας;»
Περαιτέρω για το θέμα της διάκρισης των εξουσιών ο ως άνω αδελφός Δικαστής αναφέρει και τα εξής:
«[91] Ο νομοθέτης έχει ψηφίσει ένα Νόμο τον οποίο ο εναγόμενος 1 έχει καθήκον να εφαρμόσει ενώ και το Δικαστήριο, διατηρώντας υπόψη την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, δεν έχει δικαίωμα να αγνοήσει αυτό το Νόμο παρά μόνο να ελέγξει την ορθή εφαρμογή του».
Oι ως άνω επισημάνσεις του Πρωτόδικου Δικαστηρίου θα μπορούσαν να ισχύσουν απόλυτα στα ταυτόσημα με την παρούσα υπόθεση ζητήματα.
Καταλήγω ότι ο Ενάγων όφειλε να καταχωρήσει Αίτηση/Έφεση με βάση το άρθρο 51 του Νόμου εντός τριάντα (30) ημερών από την απόφαση του Διευθυντή ημερομηνίας 12.07.2017 με την οποία απορρίφθηκε η ένσταση του, και όχι να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Δηλαδή, ο Ενάγων κινήθηκε με λανθασμένο ένδικο μέσο και, ως εκ τούτου, οι πιθανότητες επιτυχίας των θεραπειών που επιδιώκει με την αγωγή είναι μηδαμινές. Τα ως άνω απαντούν και στην επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή κ. Λ. Λουκαΐδης τα οποία βρίσκουν έρεισμα και στην πρόσφατη απόφαση Τασούλα Αυγουστή κ.ά. v. Μαρία Σπυρίδου, Πολ. Έφεση αρ. 114/2012 με ημερομηνία 24.04.2018 όπως και στην σημαντική απόφαση για την κρίση του επίδικου θέματος Μιχαήλ v. Αντωνίου κ.α. (1998) 1 ΑΑΔ 1376 στην οποία έγινε επίσης επίκληση όπως και εδώ της απόφασης Fatsita v. Fatsita and Another (1988) 1 CLR 210 η οποία έτυχε του ανάλογου σχολιασμού από τον Δικαστή Νικήτα όπως ήταν τότε με σχολιασμό ως προς το εύρος της απόφασης Fatsita με παραπομπή στην μεταγενέστερη απόφαση που εκδόθηκε από τον ίδιο Δικαστή Στυλιανίδη (όπως ήταν τότε) στην Παναγιώτου v. Χ» Κυριάκου (1991) 1 ΑΑΔ 362.
Στη βάση επομένως των ανωτέρω, ο Ενάγων κρίνω ότι δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της αίτησης ημερομηνίας 08.08.2017 για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Για αυτό και οι λόγοι ένστασης (1,2 και 3) έχουν έρεισμα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και πετυχαίνουν. Ως εκ τούτου η αίτηση του θα απορριπτόταν γι’ αυτόν τον λόγο. Παρόλο όπως τονίζεται στην απόφαση Μιχαήλ v. Αντωνίου κ.α. (ανωτέρω) μια τέτοια κατάληξη θα μπορούσε να σημαίνει και το τέλος της υπόθεσης και κάθε περαιτέρω ενασχόληση είναι άσκοπη και μάταιη εντούτοις θα προχωρήσω στην εξέταση και των άλλων λόγων ένστασης οι οποίοι με οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα.
Η αίτηση όμως θα πρέπει να απορριφθεί και για τον λόγο ότι η ένορκος δήλωσης η οποία υποστηρίζει την αίτηση έχει προχρονολογηθεί. Αυτή υπογράφτηκε την 4.08.2017 ενώ η αγωγή αλλά και η αίτηση την οποία υποστηρίζει έχει ημερομηνία 8.08.2017 (5ος λόγος ένστασης).
Σύμφωνα με τη νομολογία μας μια ένορκη δήλωση για προσωρινό Διάταγμα που υπογράφεται πριν την ημερομηνία Αγωγής δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν. Σχετική είναι και η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ίβρου ν. Μαυροκωνσταντή κ.ά. (Πολιτική Έφεση Αρ. Ε126/0213) ημερομηνίας 01.02.2017 (απόφαση πλειοψηφίας) που επιβεβαίωσε για μια άλλη φορά την ρηθείσα Αρχή και όπου μεταξύ άλλων αναφέρονται τα εξής:
«….στην Stavros Hotels Apartments Ltd κ.α. (Αρ. 1) (1994) 1 Α.Α.Δ. 389 Ένορκη Δήλωση που συνόδευε αίτηση για έκδοση Προσωρινού Διατάγματος και χρονικά προηγείτο του χρόνου καταχώρισης της αγωγής θεωρήθηκε αντικανονική ως αντίθετη με τις πρόνοιες της Δ.39 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η ίδια αρχή ακολουθήθηκε και στην Nikolaou Bros Tourist Enterprises Ltd (1999) 1 Α.Α.Δ. 201 όπου αποφασίστηκε ότι Ένορκη Δήλωση που υπεγράφη μια μέρα πριν την καταχώρηση της αγωγής προς υποστήριξη αίτησης δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη και δεν θα μπορούσε να θεραπευθεί με την νέα Δ.64 (βλ. επίσης Tandum Ltd Πολ. ECLI:CY:AD:2014:D556, Αίτ. 131/2014, ημερομηνίας 22.07.2014).
Στην υπό εξέταση αίτηση παρατηρείται ότι η αίτηση για επαναφορά έφεσης γίνεται μεν με τον τίτλο και αριθμό της απορριφθείσας έφεσης αλλά χωρίς αυτή να βρίσκεται εν ζωή. Συναρτάται δηλαδή η Ένορκη Δήλωση με ανύπαρκτη, κατά τον χρόνο που έγινε η όρκιση, αίτηση επαναφοράς ή Έφεση. Σύμφωνα με την Δ.39 θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, κάθε Ένορκη Δήλωση θα τιτλοφορείται “in the cause or matter in which it is sworn”. Εδώ κατά τον χρόνο που έγινε η Ένορκη Δήλωση, δεν ευρίσκετο εν ζωή ούτε η Έφεση αλλά ούτε και η αίτηση για επαναφορά της ».
Επομένως το εκδοθέν Προσωρινό Διάταγμα εξεδόθη στη βάση μη νόμιμα αποδεκτής μαρτυρίας και/ή πραγματικού υπόβαθρου και/ή εν πάση περιπτώσει στη βάση ένορκης δήλωσης που δεν δύναται να ληφθεί υπόψιν και το οποίο μόνο αφ’ εαυτού του λόγου, θα πρέπει να ακυρωθεί. Πολύ σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ρουβήμ ν. Laiki Cyprialife Linited (2011) 1Β Α.Α.Δ 1300:
«Το δικαστήριο διατηρεί την ευχέρεια αναθεώρησης ενδιάμεσων αποφάσεων του σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, εφόσον βέβαια τεθούν υπόψη του στοιχεία που δικαιολογούν τέτοια ενέργεια. Το καθήκον του δικαστηρίου να αποφασίζει επί νόμιμα αποδεκτής μαρτυρίας, αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα που θέλει το δικαστήριο να μην ενεργεί ως εφετείο του εαυτού του. Το δικαστήριο έχει καθήκον να αναψηλαφήσει το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και να καταλήξει σε ευρήματα και συμπεράσματα στη βάση νόμιμα αποδεκτής μαρτυρίας».
Για τον πιο πάνω λόγο κρίνω ότι το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί και εξ αυτού του λόγου.
Με τους λόγους ένστασης 5,6,7,8,9,10 και 15 οι Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 εισηγούνται ότι ο Αιτητής δεν προσήλθε με καθαρά χέρια ενώπιον του Δικαστηρίου όταν εξασφάλισε μονομερώς προσωρινό διάταγμα, απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και δεδικασμένο και ότι η μαρτυρία με την οποία υποστηρίχθηκε η αίτηση είναι ελλιπής και άσχετη.
Εισηγούνται ότι αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι στις 29.11/2013 κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας εξεδόθη υπέρ των κ.κ. Σπύρου Ευαγγέλου και του Μάριου Χαρτσιώτη, ως Διαχειριστών της περιουσίας του Αποβιώσαντα και εναντίον του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, υπό την ιδιότητα του ως Προσωρινού Εκκαθαριστή της υπό εκκαθάριση Εταιρείας InterRex Developments Ltd, Απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην Αγωγή αρ. 380/2007, σύμφωνα με την οποία δηλώθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο Αποβιώσας ήταν ο νόμιμος δικαιούχος (beneficial owner) του επίδικου ακινήτου στις Πάνω Πλάτρες, Λεμεσού το οποίο ο αποβιώσας είχε αγοράσει από την Εταιρεία δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 25.07.1987 ενώ διατάχθηκε η ειδική εκτέλεση της ρηθείσας συμφωνίας ημερομηνίας 25/07/1987 που είχε συναφθεί μεταξύ του αποβιώσαντα και της Εταιρείας για την αγορά του ρηθέντος ακινήτου και για μεταβίβαση του ρηθέντος ακινήτου επί ονόματι των Διαχειριστών. Η ρηθείσα Απόφαση ημερομηνίας 29.11.2013 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του Σπύρου Ευαγγέλου/Εναγομένου 2.
Παρόλο ότι ο Ενάγων κάνει μεν κάποια αναφορά σε Διάταγμα ειδικής εκτέλεσης στην Αγωγή 380/2007 εντούτοις δεν επισύναψε το κείμενο της Απόφασης ημερομηνίας 29.11.2013 στην ένορκη δήλωσή του. Η Απόφαση ημερομηνίας 29/11/2013 ήταν ασφαλώς εις γνώση του αφού ο ίδιος επιχείρησε ανεπιτυχώς να την προσβάλει μέσω Προνομιακού Εντάλματος και κατόπιν σχετικής Έφεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο. (βλ. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΕΛΙΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗ, Πολιτική Αίτηση Αρ. 7/2014, ημερομηνίας 17.01.2017, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΕΛΙΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗ, Πολιτική Έφεση Αρ. 20/2014 ημερομηνίας 17.03.2015.
Ο Ενάγων σκοπίμως παρέλειψε να αποκαλύψει, μέσω της Αίτησής του, την Απόφαση ημερομηνίας 29.11.2013 κατά τον χρόνο μονομερούς έκδοσης του Διατάγματος. Διότι ακριβώς αν το Δικαστήριο είχε ενώπιoν του, το κείμενο της Απόφασης ημερομηνίας 29.11.2013 στην Αγωγή 380/2007 θα διαπίστωνε ότι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα στις παραγράφους 5 και 7 της ένορκης δήλωσής του δήθεν περί ουσιαστικά παρατυπίας στην αποδοχή του πωλητηρίου εγγράφου από το Κτηματολόγιο και περί δήθεν μη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων του αγοραστή καταρρίπτονται και διαψεύδονται από την Απόφαση ημερομηνίας 29.11.2013. Παρεμβάλλω εδώ ότι στα πλαίσια της Α.Ε.Α. αρ. 616/2016 (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση του Σπύρου Ευαγγέλου) που οι Σπύρος Ευαγγέλου και Μάριος Χαρτσιώτης καταχώρησαν ως Διαχειριστές της περιουσίας του Αποβιώσαντα XXXXX Σωτηρίου, επισύναψαν και την Δικαστική Απόφαση ημερομηνίας 29/11/2013 που πιστοποιούσε και/ή αποδείκνυε μεταξύ άλλων την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του αγοραστή σε σχέση με την αγορά του επίδικου Ακινήτου.
Ειδικότερα στην ρηθείσα Απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στην σελίδα 44 ξεκάθαρα καταγράφεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι η σύμβαση κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο δυνάμει των προνοιών του Νόμου, ενώ στις σελίδες 38, 39 και 40 της Απόφασης το Δικαστήριο έκρινε ότι ο αποβιώσας/αγοραστής εκπλήρωσε τις συμβατικές υποχρεώσεις του έναντι της πωλήτριας Εταιρείας εξ’ ου και το Δικαστήριο εξέδωσε τις αιτούμενες θεραπείες, μεταξύ άλλων Δηλωτική Απόφαση ότι ο αποβιώσας είναι ο νόμιμος δικαιούχος (beneficial owner) του πιο πάνω διαμερίσματος καθώς και Διάταγμα ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας.
Σε κάθε περίπτωση δεν θα πρέπει να διαφεύγει το γεγονός ότι ο Ενάγων κωλύεται λόγω Δεδικασμένου το οποίο προκύπτει από την Δικαστική Απόφαση ημερομηνίας 29/11/2013 να επικαλείται παρατυπία στην κατάθεση της σύμβασης αλλά και μη εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων του αποβιώσαντα. Εξ’ άλλου ανεπιτυχώς επιχείρησε να ανατρέψει την Απόφαση ημερομηνίας 29/11/2013 μέσω Προνομιακού Εντάλματος, τόσο σε Πρώτο όσο και σε Δεύτερο Βαθμό ως αναφέρεται πιο πάνω.
Περαιτέρω το ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο στην Έφεση που καταχώρησε ο Ενάγοντας/Αιτητής Αναφορικά με την αίτηση του Στέλιου Στυλιανίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 20/2014 ημερομηνίας 17/03/2015 όπου είχε εκπροσωπηθεί από τον ίδιο δικηγόρο που εκπροσωπεί σήμερα στην παρούσα Αγωγή τον Ενάγοντα, αναφέρονται τα εξής:
«Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η συμφωνία για την αγορά του διαμερίσματος από τον αποβιώσαντα ημερ. 25 Ιουλίου 1987, είχε κατατεθεί, για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης, με βάση τις πρόνοιες του περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου του 2011 (Ν. 81(Ι)/2011)».
Παρακάτω το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει τα εξής σε σχέση με τον Ενάγοντα/Αιτητή:
«Πέραν τούτου, από το 2007 που κατατέθηκε η αγωγή 380/2007, που στόχευε στην εφαρμογή της συμφωνίας αγοράς και έλαβε μέρος ως μάρτυρας της InterRex, ως την έκδοση απόφασης στις 29 Νοεμβρίου 2013, δεν έδρασε ούτε έκαμε οποιαδήποτε ενέργεια για προστασία των δικαιωμάτων του».
Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι ο ενάγων δεν αποκάλυψε όλα αυτά τα ουσιώδη στοιχεία κατά την έκδοση του μονομερούς Προσωρινού Διατάγματος όπως είχε υποχρέωση να κάνει για να μην παραπλανηθεί το Δικαστήριο κατά το στάδιο της μονομερούς εξέτασης της αίτησης.
Τα πιο πάνω δεν είναι τα μοναδικά στοιχεία παραπλάνησης του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του Προσωρινού Διατάγματος. Ειδικότερα ο Ενάγοντας/Αιτητής προκειμένου να επιτύχει μονομερώς την έκδοση του Διατάγματος παρουσίασε στο Δικαστήριο, μια εικόνα «αντιφατικής στάσης του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού» (στην Αγωγή την χαρακτηρίζει και ως «ασυμβίβαστη») στη βάση του ότι δήθεν – κατά τον Ενάγοντα - ενώ το Κτηματολόγιο αρχικώς μέσω επιστολής ημερομηνίας 16.01.2014 και επιστολής 11.04.2014 (Τεκμήρια 6 και 7 στην ένορκη δήλωσή του) είχε εκφράσει την θέση ότι το ΜΕΜΟ δεν μπορούσε να διαγραφεί στα πλαίσια της ειδικής εκτέλεσης εν συνεχεία το ίδιο το Κτηματολόγιο αγνοώντας δήθεν – κατά τον Ενάγοντα- τις προηγούμενες «διαβεβαιώσεις» του αποφάσισε να προβεί σε άρση του ΜΕΜΟ και μεταβίβαση του Ακινήτου στο όνομά των Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3.
Ο Ενάγων όμως μέσω της ένορκης δήλωσής του και/ή άλλως πως να παρέλειψε όπως προκύπτει να επιστήσει την προσοχή του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του Διατάγματος ότι οι πιο πάνω επιστολές του Κτηματολογίου απεστάλησαν εντός του έτους 2014 ήτοι πριν να τεθεί σε ισχύ ο Νόμος για τους εγκλωβισμένους αγοραστές, ήτοι ο N. 139(I)/2015, ο οποίος δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα την 04/09/2015 και ο οποίος έκτοτε δίδει πλέον την εξουσία στο Κτηματολόγιο να μεταβιβάσει ένα ακίνητο δυνάμει γραπτής κατατεθείσας σύμβασης, ανεξαρτήτως προγενέστερων εμπραγμάτων βαρών επί αυτού. Σχετικά είναι το άρθρο 44ΚΒ(1) και το άρθρο 44ΚΓ(5):
«Τηρουµένων των διατάξεων των εδαφίων (3) και (4), υφιστάµενη υποθήκη, εµπράγµατο βάρος ή απαγόρευση η οποία βαρύνει το ακίνητο διαγράφεται από το ∆ιευθυντή πριν από τη µεταβίβαση του ακινήτου».
Κρίνω στη βάση των πιο πάνω ότι η μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από πλευράς του Ενάγοντος προς υποστήριξη της Αίτησης είναι ελλιπής και μη ικανοποιητική κατά τρόπο που μπορούσε να οδηγήσει σε παραπλάνηση έτσι ώστε να μη δικαιολογεί την έκδοση και εν πάση περιπτώσει διατήρηση του Προσωρινού Διατάγματος (βλ. μεταξύ άλλων Αθανάσιος Κυριάκου κ.α. v. Πραξούλα Αντωνιάδου Κυριάκου, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε301/2016, 26.09.2017, Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. ν. Adeona Holdings Limited (Πολιτική Έφεση Αρ. Ε6/2014) 27.02.2015, Delincyp Company Limited ν. Zronek Wolfgang κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 206/2011, 4/4/2017). Στην Εκκλησία Παναγίας Αγίας Νάπας κ.α. ν. Δήμου Αγίας Νάπας Ποινική Έφεση Αρ. 189/2012, 11.09.2013 όπου αναφέρθηκε ότι απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων σε μονομερή Αίτηση στην ουσία ισοδυναμεί με εξαπάτηση του Δικαστηρίου ενώ στην Αθανάσιος Κυριάκου κ.α. v. Πραξούλα Αντωνιάδου Κυριάκου (ανωτέρω), λέχθηκε ότι απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος ισοδυναμεί με ακύρωση του εκδοθέντος Διατάγματος.
Θα εξετάσω στη συνέχεια τους λόγους ένστασης 11 και 12 των Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 οι οποίοι άπτονται της καθυστέρησης και της έλλειψης δικαιολόγησης της.
Η δυνατότητα του Ενάγοντος να προβεί ενωρίτερα σε λήψη μέτρων καταγράφεται και διαπιστώνεται και από το Ανώτατο Δικαστήριο (πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια) στις αναφερόμενες ανωτέρω αποφάσεις του (Τεκμ. 3 & 4) στις οποίες σημειώθηκε η πολύχρονη αδράνεια του Ενάγοντος να προστατεύσει τα όποια έννομα συμφέροντα ο ίδιος ισχυρίζεται ότι διαθέτει. Ο Ενάγων παρέλειψε σκοπίμως να αποκαλύψει τις πιο πάνω Αποφάσεις στο Δικαστήριο μέσω της μονομερούς του Αίτησης.
Το γεγονός ότι εξεδόθη μονομερώς το Προσωρινό Διάταγμα δεν εμποδίζει το Δικαστήριο από του να επανεξετάσει το θέμα του επείγοντος, ιδιαιτέρως εκεί όπου υπάρχει θέμα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Στην υπόθεση Χαράλαμπος Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λίμιτεδ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/2010, 17.07.2014 αναφέρθηκαν σε σχέση με αυτά μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα :
«το στοιχείο του «κατεπείγοντος» μπορεί να επανεξεταστεί εφόσον εγείρεται στην ένσταση κατά της συνέχισης της ισχύος του διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς, ώστε να υπάρχει συμμόρφωση στο θεμελιώδη κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που δεν επιτρέπει να παρεμποδίζεται το επηρεαζόμενο από το διάταγμα πρόσωπο να ακουστεί εφ’ όλης της ύλης».
Επιπλέον στην ίδια ως άνω απόφαση Κουππά v. Τσαδιώτης αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά σε σχέση με την καθυστέρηση σε μονομερείς αιτήσεις:
«Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. C. Phasarias (Automotive Center) Ltd v. Σκυροποιϊα «ΛΕΩΝΙΚ» (2001) 1 A.A.Δ. 785 που παραπέμπει στις Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ. 1) (1992) 1 Α.Α.Δ. 54 και Τσολάκη κ.α. ν. Στυλιανίδη (1992) 1 Α.Α.Δ. 782, Aspis Liberty Life Insurance, ανωτέρω) εκείνο που πρωτίστως μετρά στην ικανοποίηση του κατεπείγοντος σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση - εφόσον γίνουν – στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδέχεται να εκδοθεί. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ανεξήγητη καθυστέρηση στην προώθηση αιτήματος για χορήγηση θεραπείας παύει να αποτελεί εμπόδιο στη χορήγηση της».
Ο Ενάγων στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι παρέλειψε να εξηγήσει για ποιο λόγο καθυστέρησε να λάβει τα δέοντα μέτρα για προστασία των δικαιωμάτων του. Κάτι τέτοιο άλλωστε διαπίστωσε και το Ανώτατο Δικαστήριο τόσο σε πρώτο όσο και δεύτερο βαθμό στα πλαίσια της Αίτησης του Ενάγοντα/Αιτηητή για προνομιακό Ένταλμα εναντίον της Απόφασης ημερ. 29/11/2013.
Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι και οι ως άνω λόγοι ένστασης έχουν έρεισμα οι οποίοι με οδηγούν επίσης στην απόρριψη της αίτησης.
Οι Καθ’ ων η αίτηση εισηγούνται ότι ο Αιτητής δεν έχει καταδείξει με την αίτηση του σοβαρό θέμα προς εκδίκαση ούτε και πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και επιπρόσθετα ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 ενάγονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα και όχι αυτή των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος Σωτήρη Σωτηρίου (λόγοι ένστασης 13,14 και 16).
Περαιτέρω ο Ενάγοντας διά της Αγωγής του, εγείρει, διεκδικεί θεραπείες και/ή ζητήματα που είναι αόριστες, ασαφείς, μη ορθώς δικογραφημένες και που εν πάση περιπτώσει αφορούν την ειδική εκτέλεση της σύμβασης που έχουν ήδη κριθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην Αγωγή αρ. 380/2007 και που ως εκ τούτου καλύπτεται από δεδικασμένο και ειδικότερα από την Δικαστική Απόφαση ημερομηνίας 29/11/2013 – (Τεκμ. 2).
Είναι κατά την αντίληψη μου ορθό να τονιστεί ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ενάγονται υπό την προσωπική ιδιότητά τους όχι ως Διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος. Αφ’ ης στιγμής όμως όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του Κλητηρίου Εντάλματος και της Αίτησης του Ενάγοντος/Αιτητή ο Ενάγων δεν διεκδικεί ουδεμία αξίωση για αποζημίωση εναντίον των Εναγομένων 2 & 3 προσωπικώς και όχι ως Διαχειριστών, τότε κακώς η παρούσα Αγωγή στρέφεται εναντίον τους προσωπικώς (βλ. Βαθούλλα Δημήτρη Δημητριάδη προσωπικά και υπό την ιδιότητα της ως Διαχειρίστριας της περιουσίας του Δημήτρη Ανδρέα Δημητριάδη, αποβιώσαντος v. Kravtchenko (2013) 1 ΑΑΔ 1133 και την υπόθεση Λάκη Βασιλείου, προσωπικά και/ή υπό την ιδιότητα του ως Διαχειριστή της περιουσίας του Περικλή Δημητρίου ν. Αρέστη Βροντή Πολιτική Έφεση Αρ. 12/2011 20.11. 2015).
Περαιτέρω εν προκειμένω, ισχύει απόλυτα, το πιο κάτω σχόλιο του Έντιμου Α.Ε.Δ. κου Μ. Α. Ματθαίου στην παρόμοια με την παρούσα υπόθεση Societe Generale Bank-Cyprus Ltd ν. 1. Διευθυντή Τµήµατος Κτηµατολογίου και Χωροµετρίας δια του Γενικού Εισαγγελέα κ.α. (ανωτέρω):
«[97] Κατ΄ αρχάς πραγματικά έχοντας υπόψη τους ισχυρισμούς της ενάγουσας αλλά διατηρώντας παράλληλα υπόψη και το θέμα της επιλογής του ένδικου μέσου, το Δικαστήριο δεν έχει καν ικανοποιηθεί πως αποκαλύπτεται από την έκθεση απαίτησης συζητήσιμη υπόθεση. Ούτε και στοιχειοθετείται συζητήσιμη υπόθεση σε σχέση με όλους τους εναγόμενους ως προς την ύπαρξη παράβασης συμφωνίας ή παρακίνησης παράβασης συμφωνίας ή αδικοπραξίας ή καταδολίευσης (σχετική είναι η παράγραφος 16 (Δ) της έκθεσης απαίτησης).
[98] Κατ΄ επέκταση σε σχέση και με τη δεύτερη προϋπόθεση το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί πως υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής».
Θα εξετάσω στην συνέχεια τους λόγους ένστασης 18,19 και 20 που άπτονται του παράγοντα της απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή ο Ενάγων ο οποίος εν πάση περιπτώσει δεν διεκδικεί την κυριότητα του επίδικου ακινήτου δεν έχει καταδείξει και/ή υποδείξει ότι είναι αδύνατον ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αντιθέτως η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή συνέχιση της ισχύς του διατάγματος θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη στους κληρονόμους του αποβιώσαντος ο οποίος ενώ είχε αγοράσει το επίδικο ακίνητο προ τριακονταετίας και παρά το ότι εκπλήρωσε πλήρως τις συμβατικές του υποχρεώσεις (ως πιστοποιείται και μέσω της Δικαστικής Απόφασης ημερομηνίας 29.11.2013), εντούτοις μέχρι σήμερα παρουσιάζονται δυσκολίες στο να μεταβιβαστεί ο τίτλος με σκοπό να διανεμηθεί στους νόμιμους κληρονόμους και να περατωθεί επιτέλους η Διαχείριση της περιουσίας η οποία εκκρεμεί εδώ και πολλά έτη, συνεπεία των ενεργειών του Ενάγοντος οι οποίες στάθηκαν τροχοπέδη στη διαδικασία μεταβίβασης του τίτλου και στην προάσπιση των εννόμων συμφερόντων του αγοραστή και κατ’ επέκταση των κληρονόμων του. Επομένως οδηγούμαι στο συμπέρασμα ότι και οι λόγοι ένστασης 18,19 και 20 έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και ως εκ τούτου και γι’ αυτούς τους λόγους θα απέρριπτα την αίτηση.
Σε σχέση με τον λόγο ένστασης 16 με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση. Στην προκείμενη περίπτωση η αρχή ότι ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo και ότι η διατήρηση του status quo ειδικώς ευνοεί την χορήγηση προσωρινού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει την εμπλοκή του στην επίδικη πράξη (BACARDI Co. LTD ν. VINCO LTD ανωτέρω) κάτι που ασφαλώς δεν ισχύει με την παρούσα υπόθεση αφού ήδη η επίδικη Αίτηση εγκλωβισμένου αγοραστή όπως είναι η κληρονομική περιουσία που εκπροσωπούν οι Καθ’ ων η αίτηση 2 και 3 έχει δρομολογηθεί προς υλοποίηση. Και εδώ εν προκειμένω ισχύουν απόλυτα τα εξής σχόλια του αδελφού Δικαστή Μ. Α. Ματθαίου Α.Ε.Δ. στην ως άνω ρηθείσα απόφασή του Societe Generale Bank-Cyprus Ltd ν. 1. ∆ιευθυντή Τµήµατος Κτηµατολογίου και Χωροµετρίας δια του Γενικού Εισαγγελέα κ.α. (ανωτέρω) όπου αναφέρει:
«[99] Ακόμη όμως και να κατέληγε διαφορετικά το Δικαστήριο ως προς την ύπαρξη όντως των συγκεκριμένων προϋποθέσεων, σταθμίζοντας όλα τα στοιχεία τα οποία έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και εξετάζοντας το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων, πραγματικά δεν θα ήταν δυνατό να μην ληφθεί υπόψη όχι μόνο ο σκοπός του νομοθέτη σε σχέση με την προστασία αγοραστών και η εφαρμογή του σχετικού Νόμου αλλά επιπλέον, σύμφωνα με την εκδοχή των εναγόμενων 3 και 4 και η πολυετής αναμονή τους έτσι ώστε να προχωρήσει η διαδικασία μεταβίβασης του ενυπόθηκου ακινήτου…».
Θα πρέπει να επισημάνω ότι οι ισχυρισμοί των Καθ’ ων η αίτηση όπως αυτοί προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του κ. Σπύρου Ευαγγέλου παρέμειναν αναντίλεκτοι. Τίποτε δεν έχει αμφισβητηθεί από τους ισχυρισμούς του οι οποίοι εδράζονται σε γεγονότα τα οποία προέρχονται ως επί το πλείστον σε δικαστικές αποφάσεις.
Σχετικό είναι το απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Τ. Ηλιάδη στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α. (2006) 1Β Α.Α.Δ 1013 η οποία αφορούσε διαδικασία έκδοσης ενδιάμεσου απαγορευτικού Διατάγματος:
«Ο κ. Χριστοφόρου δεν αντεξετάστηκε πάνω στο περιεχόμενο της ένορκής του δήλωσης και έτσι οι ισχυρισμοί του οι οποίοι παρέμειναν ακλόνητοι δεν μπορούν παρά να γίνουν αποδεκτοί. (Βλ. Phipson “On Evidence”, 12th Edition, para 1593, p. 657, Adrian Keane “The modern law of evidence” 1985 Edition, p.125, P. Murphy “On evidence”, Fifth Edition, p.468)».
«Βεβαίως, ανεξάρτητα και από την παρούσα σύνθεση του, το Δικαστήριο ήδη όντως όχι µόνο έχει επιληφθεί αυτής της αγωγής αλλά έχει εκδώσει και το επίδικο προσωρινό διάταγµα. Βασισµένο βεβαίως το Δικαστήριο σε µία εκ πρώτης όψεως εκτίµηση τόσο της αγωγής όσο και του αιτήµατος της ενάγουσας για την έκδοση του επίδικου προσωρινού διατάγµατος. Δηλαδή, η έκδοση αυτή δεν σηµαίνει πως στη συνέχεια, έχοντας πλέον καλύτερη αντίληψη τόσο της πραγµατικής πτυχής της αίτησης όσο και των επίδικων θεµάτων της αγωγής από την ηµεροµηνία κατά την οποία είχε τεθεί για πρώτη φορά ενώπιον του η αίτηση για την έκδοση του συγκεκριµένου προσωρινού διατάγµατος, το Δικαστήριο θα πρέπει να συνεχίσει να επιλαµβάνεται αυτού του ζητήµατος, απλά και µόνο διότι έχει εκδοθεί το συγκεκριµένο διάταγµα βάσει µίας εκ πρώτης όψεως εντύπωσης των επίδικων θεµάτων και χωρίς προηγουµένως να είχε παρασχεθεί και η ευκαιρία στους εναγόµενους 3 και 4 να παρουσιάσουν τη δική τους εκδοχή αναφορικά µε τα γεγονότα επί των οποίων η ενάγουσα βασίστηκε έτσι ώστε να εξασφαλίσει το επίδικο προσωρινό διάταγµα. Διαφορετικά δεν θα είχε και νόηµα βεβαίως το προσωρινό διάταγµα να οριζόταν επιστρεπτέο…».
ΚΑΤΑΛΗΞΗ:
Με όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω να απορρίψω την αίτηση και να ακυρώσω το προσωρινό εκδοθέν διάταγμα της 9.08.2017. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα.
(Υπογρ.)……………………………….
Χρήστος Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
Subject: Civil/Other Actions/Interim
Αναφορά: Αίτηση για αναστολή της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου