ECLI:CY:EDLEM:2020:A137
ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ.
Αρ. Αγωγής: 5873/12
Μεταξύ:
ΧΧΧΧΧΧΧ Γεωργίου
και
American Life Insurance Company Limited
Ημερομηνία: 6.10.20
Εμφανίσεις:
Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κ. Άρης Παπαδόπουλος για κκ Καραπατάκης Παυλίδης LLC
Για την Εναγόμενη/Καθ’ ης η αίτηση: κκ Κώστας Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση η κα Παρασκευή Κτίστη)
--------------------------------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε από τον Ενάγοντα/Αιτητή στις 29.6.20 με την οποία εξαιτείται τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησής του. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του ιδίου του Αιτητή και στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην Δ.25, θθ.1-6 και Δ.48, θθ.1-9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Σημειώνεται ότι την υπό κρίση αίτηση διέπει η Δ.25 ως είχε πριν την τροποποίηση της.
Οι ισχυρισμοί του Αιτητή όπως αυτοί εκτίθενται στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση έχουν συνοπτικά ως ακολούθως. Κατά την προετοιμασία των δικηγόρων του για την δίκη διαπιστώθηκε από τους τελευταίους ότι η παράγραφος 4 της Έκθεσης Απαίτησης δεν συνάδει με όσα ο Αιτητής τους είχε αναφέρει κατά το στάδιο ετοιμασίας της αγωγής, αλλά ούτε και με έγγραφα τα οποία ο ίδιος τους είχε παραδώσει ή με έγγραφα τα οποία τους είχαν παραδώσει οι δικηγόροι της Καθ’ ης η αίτηση. Σημειώνεται ότι στα πλαίσια σύνταξης της αγωγής από τους δικηγόρους του ο Αιτητής είχε συνάντηση μαζί τους κατά την οποία τους εξήγησε πώς είχε λάβει χώρα ο επίδικος τραυματισμός του και τους ανέφερε όλες τις συναφείς λεπτομέρειες, όπως τις επισκέψεις του στους θεράποντες ιατρούς του, τις θεραπευτικές μεθόδους που οι ιατροί του ακολούθησαν, τα ιατρικά τους ευρήματα και τις χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε. Οι δικηγόροι του αντιλήφθηκαν, λοιπόν, ότι εκ λάθους και/ή εκ παραδρομής έγινε αναφορά στην πιο πάνω παράγραφο σε περιστατικό που έλαβε χώρα στις 4.2.09 και όχι στις 9.6.11 αν και στην εν λόγω παράγραφο γίνεται αναφορά στην ορθή ημερομηνία του τραυματισμού και συγκεκριμένα στις 9.6.11. Εκείνο που αναγράφηκε λανθασμένα είναι ότι στις 9.6.11 ο Αιτητής εν ώρα υπηρεσίας σε καφετέρια στην επαρχία Λεμεσού έπεσε από τις σκάλες καθώς σφουγγάριζε με αποτέλεσμα να τραυματιστεί. Αυτό είναι που συνέβηκε στις 4.2.09. Το ορθό είναι ότι στις 9.6.11 ο Αιτητής βρισκόταν στον πρώτο όροφο της κατοικίας του και έπεσε από την σκάλα του σπιτιού του στην προσπάθεια του να αρπάξει το παιδί του που κινείτο προς την σκάλα που οδηγεί στο ισόγειο. Γλίστρησε γιατί το πάτωμα ήταν σφουγγαρισμένο. Έπεσε από την σκάλα με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στο δεξί του γόνατο. Άλλωστε το περιστατικό της 4.2.09 ήταν η αιτία που στο ασφαλιστικό του συμβόλαιο με την Καθ’ ης η αίτηση υπήρχε όρος εξαίρεσης για τον οποίο ο Αιτητής, επίσης, είχε πληροφορήσει τους δικηγόρους του κατά το στάδιο ετοιμασίας της αγωγής. Κατά το περιστατικό δε της 4.2.09 είχε τραυματισθεί σε άλλα μέρη του σώματός του και συγκεκριμένα στον δεξιό ώμο και δεξιό αστράγαλο.
Ο Αιτητής επιθυμεί την διαγραφή της παραγράφου 4 της Έκθεσης Απαίτησης και την αντικατάστασή της με την παράγραφο που υποδεικνύεται στην παράγραφο 1(Α) της υπό κρίση αίτησης ώστε να συμπεριλάβει στην Έκθεση Απαίτησής του τα πραγματικά γεγονότα που είναι ως ανωτέρω αναφέρθηκαν. Είναι η πεποίθησή του ότι η παράγραφος 4 διατυπώθηκε λανθασμένα λόγω λάθους και/ή παραδρομής και/ή ασυνεννοησίας και/ή σύγχυσης. Το περιστατικό δε της 9.6.11 είναι γνωστό στην Καθ’ ης η αίτηση αφού αναφέρεται στα έντυπα απαίτησης που είχε παραδώσει σε αυτήν.
Ο Αιτητής εξαιτείται τροποποιήσεων και στις παραγράφους 5, 6 και 7 της Έκθεσης Απαίτησης. Επιδίωξή του είναι η διόρθωση του ονόματος ενός εκ των θεραπόντων ιατρών του, η διόρθωση ημερομηνιών, η προσθήκη ιατρικών ευρημάτων (παράγραφος 5), η διόρθωση των περιόδων αδειών ασθενείας που έλαβε από τους θεράποντες ιατρούς του (παράγραφος 6) και η διαγραφή του ισχυρισμού ότι η Καθ’ ης η αίτηση του πλήρωσε το ποσό των Ευρώ 3.075,00 σεντ ως αποζημίωση και η αντικατάστασή του με τον ισχυρισμό ότι η Καθ’ ης η αίτηση του πλήρωσε την άδεια ασθενείας του (παράγραφος 7).
Οι τροποποιήσεις είναι απαραίτητες ώστε να συνάδει η μαρτυρία που ο Αιτητής θα παρουσιάσει στο Δικαστήριο με τις δικογραφημένες του θέσεις. Επίσης, με τις αιτούμενες τροποποιήσεις δεν διαφοροποιείται η ουσία της απαίτησης παρά μόνο προστίθενται απαραίτητες λεπτομέρειες οι οποίες εκ λάθους και/ή εκ παραδρομής και/ή από σύγχυση δεν περιλήφθηκαν κατά το αρχικό στάδιο της σύνταξης της αγωγής. Είναι, επομένως, προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να επιτραπούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις. Το Δικαστήριο μόνο τότε θα έχει την δυνατότητα να έχει ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων της υπόθεσης. Η έγκριση της υπό κρίση αίτησης δεν θα προκαλέσει ζημία στην Καθ’ ης η αίτηση, ούτε θα την φέρει σε δυσμενή θέση αφ’ ης στιγμής η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Αντίθετα μη έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον Αιτητή καθότι δεν θα δύναται να προωθήσει την απαίτησή του.
Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Εναγόμενης/Καθ’ ης η αίτηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους της προβάλλονται οκτώ λόγοι ένστασης. Η Ειδοποίηση Ένστασης συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της XXXXXXX Γιαννακού, δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Καθ’ ης η αίτηση, και δεόντως εξουσιοδοτημένης από την τελευταία να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
1. δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Νομολογία για τροποποίηση δικογράφων (1ος λόγος ένστασης)
2. τα όσα επιχειρεί ο Αιτητής να εισάξει στο δικόγραφο του αποτελούν γεγονότα και/ή ισχυρισμούς που ήταν πολύ καλά γνωστά σε αυτόν εξαρχής αφού αφορούν τον κατ’ ισχυρισμό τρόπο με τον οποίο τραυματίσθηκε (2ος λόγος ένστασης). Ο 4ος λόγος ένστασης είναι πανομοιότυπος γι’ αυτό και δεν θα τον επαναλάβω
3. η ένορκη δήλωση στην οποία στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση περιέχει σκόπιμα αοριστίες και/ή ασάφειες όσον αφορά τους λόγους και/ή την ανάγκη για τροποποίηση. Ο Αιτητής επιδεικτικά παραλείπει να αναφέρει πότε προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση της αγωγής ιδιαίτερα έχοντας υπόψη το γεγονός ότι η κύρια τροποποίηση αφορά τον τρόπο που, όπως ισχυρίζεται, τραυματίσθηκε (3ος λόγος ένστασης)
4. στην παράγραφο 9 της Υπεράσπισης γίνεται ρητή αναφορά στο ότι η απαίτηση του Αιτητή προς την Καθ’ ης η αίτηση αφορούσε κατ’ ισχυρισμό τραυματισμό που προέκυψε με τον τρόπο που τώρα επιχειρεί να δικογραφήσει ο Αιτητής. Συνεπώς με εύλογη επιμέλεια και απλά διαβάζοντας την Υπεράσπιση ο Αιτητής θα μπορούσε να αντιληφθεί την ανάγκη για τροποποίηση (5ος λόγος ένστασης)
5. η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη καθυστέρηση και συγκεκριμένα 7½ χρόνια μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης και της Υπεράσπισης και ενώ η υπόθεση ορίσθηκε για πρώτη φορά για ακρόαση το 2014 και έκτοτε επαναορίσθηκε για ακρόαση άλλες 11 φορές και είναι πλέον στην τελική ευθεία προς εκδίκαση χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε βάσιμη και/ή επαρκής δικαιολογία για την καθυστέρηση αυτή (6ος λόγος ένστασης)
6. ο Αιτητής έχει αυξημένο βάρος σύμφωνα με την Νομολογία να δικαιολογήσει επαρκώς τον λόγο της μεγάλης καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης πλην όμως απέτυχε εντελώς να το αποσείσει (7ος λόγος ένστασης)
7. η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται πολύ αργά και με τρόπο και υπό συνθήκες που αποτελούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και τείνουν να προκαλέσουν περαιτέρω αδικαιολόγητη καθυστέρηση εις βάρος της Καθ’ ης η αίτηση και της ορθής και ταχείας απονομής της δικαιοσύνης και/ή θα πληγεί το συνταγματικό της δικαίωμα για έγκαιρη και γρήγορη εκδίκαση της υπόθεσης και/ή θα υποστεί βλάβη και/ή δυσμενείς επιπτώσεις που δεν αποζημιώνονται με χρήμα (8ος λόγος ένστασης).
Στην ένορκό της δήλωση η Γιαννακού υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Ο Αιτητής σε κανένα σημείο της ένορκής του δήλωσης δεν αναφέρει πότε οι δικηγόροι του αντιλήφθηκαν την ανάγκη για τροποποίηση. Κάνει αόριστα αναφορά σε προετοιμασία των δικηγόρων του για την ακρόαση, αλλά πουθενά δεν αναφέρει πότε έλαβε χώρα αυτή η προετοιμασία. Η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση για πρώτη φορά στις 10.6.14. Ήταν πριν τις 10.6.14 που προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση; Ερωτήματα τέτοιου τύπου δεν θα έπρεπε να αιωρούνται σε αιτήσεις τέτοιας φύσεως.
Η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε με υπερβολική καθυστέρηση και υπό αυτές τις συνθήκες το βάρος του Αιτητή να δικαιολογήσει την καθυστέρηση αυτή είναι αυξημένο. Στην παράγραφο 9 της Υπεράσπισης η οποία καταχωρήθηκε στις 29.3.13 γίνεται σαφής αναφορά στο ότι στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης δικογραφείται τρόπος τραυματισμού διάφορος από αυτόν που αναφέρθηκε από τον Αιτητή στην απαίτηση του προς την Καθ’ ης η αίτηση. Κατά συνέπεια ο Αιτητής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει από τις 29.3.13 την ανάγκη για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης του. Καμία, όμως, απολύτως εξήγηση δεν έδωσε γιατί άφησε να μεσολαβήσει τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα από την καταχώρηση της Υπεράσπισης μέχρι τον χρόνο υποβολής της υπό κρίση αίτησης.
Το ότι η Καθ’ ης η αίτηση γνωρίζει όσα επιχειρεί με την υπό κρίση αίτηση ο Αιτητής να εισάξει στην Έκθεση Απαίτησής του είναι ακόμα ένας λόγος που συνηγορεί με απόρριψη της αίτησης εφόσον όλα εκείνα ήταν καλά γνωστά στον Αιτητή εξ αρχής και ουδεμία εξήγηση δεν δόθηκε από αυτόν γιατί η υπό κρίση αίτηση δεν καταχωρήθηκε έγκαιρα. Ο Αιτητής παρέλειψε να εξηγήσει γιατί ενώ τα γεγονότα που θέλει να εισάξει στην Έκθεση Απαίτησης του ήταν εις γνώση του ουδέν έπραξε τόσα χρόνια για να τροποποιήσει την Έκθεση Απαίτησής του. Παρέλειψε να εξηγήσει γιατί η ανάγκη προέκυψε τώρα ενώ η υπόθεση ορίσθηκε για πρώτη φορά για ακρόαση το 2014 και έκτοτε επαναορίζεται για ακρόαση κάθε φορά. Στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να απορρίψει την υπό κρίση αίτηση.
Η καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης θα προκαλέσει ζημία και βλάβη στην υπόθεση της Καθ’ ης η αίτηση καθότι η Καθ’ ης η αίτηση θα αναγκασθεί να επαναδιατυπώσει την υπεράσπιση της ενώ για 8 χρόνια υπερασπιζόταν τις θέσεις της στην βάση των όσων ο Αιτητής είχε δικογραφήσει από το 2012. Η δικογράφηση των νέων γεγονότων και ισχυρισμών θα προκαλέσει τέτοια βλάβη στην Καθ’ ης η αίτηση που δεν θα μπορεί να καλυφθεί με ανάλογη διαταγή για έξοδα.
Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν ο καθένας την θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί.
Η παλαιά Δ.25, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η αίτηση προβλέπει πως:
«Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να μεταβάλει ή να τροποποιήσει την οπισθογράφηση του ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες αυτές οι τροποποιήσεις θα γίνουν αν είναι αναγκαίες για σκοπούς καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων που αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων».
Το αίτημα τροποποίησης εγγράφων προτάσεων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αναλύθηκαν εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές έχουν καλά θεμελιωθεί και αποτελεί πλέον αξίωμα ότι ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε αμέλεια ή απροσεξία που έχει επιδειχθεί στα δικόγραφα ή το καθυστερημένο της προτεινόμενης τροποποίησης, αυτή κατά κανόνα επιτρέπεται, όταν μπορεί να γίνει χωρίς να επέλθει αδικία στην άλλη πλευρά.
Θεωρείται ότι δεν υπάρχει αδικία αν μπορεί να υπάρξει ικανοποιητική αποζημίωση της άλλης πλευράς με την επιδίκαση των εξόδων. Αποτελεί, επίσης, γενική αρχή, ότι πριν την έναρξη της δίκης είναι ευκολότερο να επιτραπεί η τροποποίηση, ενώ μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο δεν επιτρέπει με ευκολία την τροποποίηση, ιδιαίτερα, όταν η αναγκαιότητα για την τροποποίηση διεφάνη από πριν και δεν ζητήθηκε έγκαιρα. Όσο πιο καθυστερημένο είναι το στάδιο υποβολής της αίτησης, τόσο και πιο μεγάλο είναι το βάρος που έχει να αποσείσει ο αιτητής πριν επιτραπεί η σκοπούμενη τροποποίηση.
Η αρχή που επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd (1970) 2 All ER 754 έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ των οποίων οι Nicolaides v. Yerolemi (1980) 1 CLR 1, Δόμνα Χριστοδούλου v. Α. Ι. Χριστοδούλου κ.α. (1991) 1 ΑΑΔ 934 και Saba & Co (TMP) v. TMP Agents (1994) 1 AAΔ 426.
Στην πιο πάνω αναφερόμενη Αγγλική υπόθεση ο Λόρδος Denning είχε αναφέρει σχετικά τα ακόλουθα:
«I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money».
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Ξεκινώ από την αρχή, η οποία είναι καλά θεμελιωμένη, πως η τροποποίηση θα πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν υποβάλλεται καθυστερημένα, αν είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη ανάμεσα στους διαδίκους, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται εξ’ αιτίας της μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα».
Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another (1989) 1 AAΔ.33 συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές είναι οι ακόλουθες:
1. «Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης … συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος.
4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου…»
Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α. (1991) 1 ΑΑΔ 934 αναφέρθηκε πως:
«Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σύγχρονη Νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα».
Στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev (aρ. 4) (1993) 1 ΑΑΔ 714, λέχθηκε - στην σελίδα 716 - πως:
«Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές».
Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά (1992) 1 ΑΑΔ 704 προβάλλεται η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος:
«Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής … Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια».
Η αρχή που διακηρύχθηκε στη Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α., πιο πάνω, περιορίσθηκε από μεταγενέστερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέας Παύλου (1995) 1 ΑΑΔ 560, όπου στη σελίδα 562 της απόφασης λέχθηκε πως:
«Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα, δηλαδή, από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους».
Παρά το γεγονός, ότι στο θέμα της τροποποίησης επικρατεί, όπως προκύπτει από την Νομολογία, μια φιλελεύθερη τάση, ιδιαίτερα, όταν αυτή υποβάλλεται πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν παύει, εν τούτοις, να εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση του αιτητή να δικαιολογήσει τους λόγους για τους οποίους υποβάλλει το αίτημα, συμπεριλαμβανομένης και οποιασδήποτε τυχόν καθυστέρησης στην υποβολή του. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα (2002) 1 ΑΑΔ 223 τονίσθηκε ότι είναι η θέση της Νομολογίας ότι όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης.
Ο Αιτητής με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα ώστε να μπορέσει να προωθήσει αποτελεσματικά την υπόθεση του. Τα γεγονότα αυτά είναι ο πραγματικός τρόπος με τον οποίο τραυματίσθηκε, ιατρικές διαγνώσεις και ευρήματα, ημερομηνίες ιατρικών επισκέψεων, περίοδοι αδειών ασθενείας και καταβολή άδειας ασθενείας. Κρίνω πως οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση δεν υιοθέτησε διάφορη θέση επί του προκειμένου ζητήματος το οποίο σύμφωνα με την Νομολογία που πιο πάνω παρατέθηκε είναι σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.
Ξεκινώ με την εξέταση του δεύτερου λόγου ένστασης. Ο Αιτητής δεν αρνείται ότι τα όσα επιχειρεί να εισάξει στην Έκθεση Απαίτησής του ήταν γνωστά σε αυτόν εξαρχής. Ούτε και ισχυρίζεται ότι παρέλειψε να τα αναφέρει στους δικηγόρους του κατά την ετοιμασία της αγωγής. Αυτό που υποστηρίζει και συνάμα αποτελεί την δικαιολογία για την υποβολή της υπό κρίση αίτησης είναι ότι ενώ κατά την ετοιμασία της αγωγής ενημέρωσε δεόντως και ορθά τους δικηγόρους του για όλα τα επίδικα θέματα αυτοί από παραδρομή, λάθος ή σύγχυση δεν περιέλαβαν στην Έκθεση Απαίτησης τα όσα τους είχε αναφέρει που ήταν και τα πραγματικά γεγονότα. Δεν θεωρώ ότι στα πιο πάνω υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτό για τον Αιτητή. Το λάθος ήταν των δικηγόρων του και ο Αιτητής δεν το γνώριζε. Το διαπίστωσε κατά την προετοιμασία για την δίκη, όπως αναφέρει στην ένορκό του δήλωση, όταν προφανώς τον κάλεσαν οι δικηγόροι του σε συνάντηση για τον πιο πάνω σκοπό. Συνεπώς κρίνω πως ο πιο πάνω λόγος δεν προωθεί την ένσταση της Καθ’ ης η αίτηση.
Σε σχέση με τον τρίτο λόγο ένστασης θα αναφέρω ευθύς εξ’ αρχής ότι διαφωνώ με την διατυπωθείσα θέση ότι ο Αιτητής «επιδεικτικά παραλείπει να αναφέρει πότε προέκυψε η ανάγκη για τροποποίηση της αγωγής». Στην παράγραφο 22 της ένορκής του δήλωσης ο Αιτητής αναφέρει ότι μόλις η ανάγκη για τροποποίηση έγινε αντιληπτή από τους δικηγόρους του κατά την προετοιμασία για την δίκη οι δικηγόροι του ενημέρωσαν το Δικαστήριο για την πρόθεσή τους να προχωρήσουν με αίτηση τροποποίησης και ζήτησαν χρόνο για ετοιμασία και καταχώρηση της. Τα πιο πάνω είναι αρκετά σε συνδυασμό με μελέτη του φακέλου της υπόθεσης να καθορίσουν τον χρόνο που διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση. Από τον φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι η ανάγκη για τροποποίηση διαπιστώθηκε κατά την προετοιμασία για την ακρόαση της 17.2.20 που ήταν η τελευταία ορισθείσα ημερομηνία για διεξαγωγή της δίκης. Από το πρακτικό της ημέρας εκείνης φαίνεται ότι την ημέρα εκείνη ο δικηγόρος του Αιτητή ζήτησε αναβολή «με σκοπό να κατ. αιτ. τροποποίησης της Ε/Α». Ο δικηγόρος της Καθ’ ης η αίτηση δεν ενέστη στο αίτημα και η υπόθεση ορίσθηκε για οδηγίες στις 13.3.20 με οδηγίες η αίτηση τροποποίησης που θα καταχωρούνταν να ορισθεί την ίδια ημέρα. Στις 13.3.20 ο δικηγόρος του Αιτητή ζήτησε περαιτέρω χρόνο για καταχώρηση αίτησης τροποποίησης. Ο δικηγόρος της Καθ’ ης η αίτηση και πάλι δεν ενέστη. Η υπόθεση ορίσθηκε για οδηγίες στις 3.4.20 και αναφορικά με την αίτηση τροποποίησης δόθηκαν οι ίδιες οδηγίες. Έκτοτε και ένεκα της πανδημίας η υπόθεση ορίσθηκε στην απουσία των διαδίκων για οδηγίες, αρχικά, στις 11.6.20 και στην συνέχεια στις 30.6.20. Στις 11.6.20 δόθηκαν οδηγίες όπως η αίτηση τροποποίησης που θα καταχωρούνταν ορισθεί στις 30.6.20. Εν τέλει η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 29.6.20 και ορίσθηκε από το Πρωτοκολλητείο στις 30.6.20 σύμφωνα με τις οδηγίες του Δικαστηρίου.
Η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση με τον λόγο αυτό στόχευε να καταδείξει ότι ο Αιτητής προσπάθησε να αποκρύψει ότι η ανάγκη για τροποποίηση είχε διαπιστωθεί πολύ πιο πριν μιας και η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση για πρώτη φορά το 2014 και έκτοτε οριζόταν για ακρόαση κάθε φορά μέχρι τις 17.2.20. Ώστε να μπορεί να ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής ολιγώρησε στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Από τα όσα ανωτέρω υποδείχθηκαν η θέση αυτή δεν ισχύει. Επίσης, από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο Αιτητής δεν απέκρυψε και ούτε επιχείρησε να αποκρύψει κατά την προετοιμασία ποιας δικασίμου διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση. Μοιραία ο τρίτος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί.
Αναφορικά με το θέμα της καθυστέρησης και τους λόγους ένστασης 5-7 που το πραγματεύονται έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another (1989) 1 AAΔ.33 λέχθηκε ότι το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος.
Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά (1992) 1 ΑΑΔ 704 λέχθηκε, πως:
«Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια».
Για την σημασία της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος για τροποποίηση δικογράφων χαρακτηριστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Saba & Co (TMP) v. TMP Agents (1994) 1 AAΔ 426:
«Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης …………………………………….
Στην Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου (1995) 1 ΑΑΔ 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ’ ουσία τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό, με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση».
Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι ο παράγοντας καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και οι οποίοι είναι (α) η προβολή των αληθινών και πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης και, κατ’ επέκταση, ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς, (β) η γνησιότητα του αιτήματος και (γ) ο τυχόν δυσμενής επηρεασμός στα δικαιώματα του καθ’ ου η αίτηση.
Η Νομολογία κατέδειξε, επίσης, ότι τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί παρά την ύπαρξη και μεγάλης ακόμα καθυστέρησης νοουμένου ότι αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλες οι πραγματικές διαφορές. Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Export Co. κ.α. v. Leventis Company (Nigeria) Ltd και άλλοι (1993) 1 ΑΑΔ 726 λέχθηκε ότι:
«Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας»
Και στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev (aρ. 4) (1993) 1 ΑΑΔ 714 (στην σελίδα 716):
«Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές».
Στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd (1990) 1 AAΔ 24 αίτημα για τροποποίηση που υποβλήθηκε στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και αφού είχε ολοκληρωθεί η αγόρευση της μιας πλευράς επιτράπηκε. Η αίτηση έβρισκε έρεισμα στον Κανονισμό 90 των Κυπριακών Θεσμών Ναυτοδικείου. Σημειώνεται ότι η εξουσιοδότηση της τροποποίησης σε υποθέσεις Ναυτοδικείου ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται στη βάση κριτηρίων ανάλογων με εκείνα τα οποία διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στην βάση του αντίστοιχου θεσμού της Πολιτικής Δικονομίας, ήτοι της Δ.25, θ.1.
Στην σελίδα 26 της απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα:
«Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης».
Δεν μου διαφεύγει η θέση που προβλήθηκε εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση περί της δυνατότητας για αφύπνιση της πλευράς του Αιτητή αναφορικά με την ανάγκη για τροποποίηση μέσω της παραγράφου 9 της Υπεράσπισης. Σχετικός είναι ο 5ος λόγος ένστασης. Συγκεκριμένα στην εν λόγω παράγραφο προβάλλεται η θέση ότι η αγωγή είναι, μεταξύ άλλων, κατασκευασμένη «αφού στην μεν δήλωση και/ή απαίτηση του προς τους Εναγόμενους δήλωσε – εννοείται ο Αιτητής - ότι «προσπαθώντας να πιάσει το μωρό έπεσε από τις σκάλες του σπιτιού του» στην δε παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρει ότι «έπεσε από τις σκάλες καθώς σφουγγάριζε»». Η θέση της Καθ’ ης η αίτηση ότι το απόσπασμα από την πιο πάνω παράγραφο έπρεπε να προβληματίσει τους δικηγόρους του Αιτητή και να τους κάνει να αναλογισθούν την ακρίβεια των δικογραφημένων στην παράγραφο 4 ισχυρισμών με βρίσκει σύμφωνο. Βεβαίως ο Αιτητής δεν ήταν υποχρεωμένος, αν και είχε κάθε δικαίωμα, να διαβάσει την Υπεράσπιση. Διαβάζοντας δε την Υπεράσπιση θα διαπίστωνε το λάθος ως ισχυρίζεται και η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση. Επ’ αυτού θα πρέπει, όμως, να σημειωθεί ότι ένας διάδικος δεν αναμένεται να αναγνώσκει και να μελετά τις έγγραφες προτάσεις του αντιδίκου του. Αναμένει από τον δικηγόρο του να τον ενημερώνει γι’ αυτές. Όπως, όμως, και να’ χει το λάθος των δικηγόρων του Αιτητή κρίνω πως βαραίνει την πλευρά του. Αυτό, όμως, όπως πιο κάτω θα διαφανεί δεν θα πρέπει να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας.
Η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος είναι δεδομένη και αδιαμφισβήτητα μεγάλη. Η αντίθετη θέση που διατυπώθηκε επί του προκειμένου από τον Αιτητή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε το έτος 2012 και η υπό κρίση αίτηση 7½ χρόνια αργότερα. Δεν μπορεί λογικά να υποστηριχθεί ότι δεν παρατηρείται καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης επειδή οι δικηγόροι του Αιτητή ευθύς μόλις αντιλήφθηκαν την ανάγκη για τροποποίηση ενημέρωσαν το Δικαστήριο για την πρόθεσή τους να καταχωρήσουν αίτηση τροποποίησης ως ο Αιτητής διατείνεται στην παράγραφο 22 της ένορκής του δήλωσης. Δεν μου διαφεύγει, επίσης, ότι όσο πιο αργά υποβάλλεται αίτημα για τροποποίηση τόσο περισσότερο αυξάνεται το βάρος για τον αιτητή να το δικαιολογήσει. Η δικαιολογία που πρόβαλε ο Αιτητής για την καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης μπορεί να μην είναι αρκούντως ικανοποιητική λαμβανομένων υπόψη της δυνατότητας για έγκαιρη αντίδραση, του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε από τότε μέχρι την υποβολή της και των πολλών φορών που η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση μέχρι τις 17.2.20, δεν παύει, όμως, να είναι μια εξήγηση και δικαιολογία που σύμφωνα με την σύγχρονη προσέγγιση της Νομολογίας δεν επενεργεί αρνητικά στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για έγκριση αιτήματος τροποποίησης. Ενδεικτικά επί του προκειμένου είναι τα όσα υποδείχθηκαν στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωή Μιλτιάδους κ.α. (2007) 1 ΑΑΔ 1005 στην σελίδα 1007:
«Οι αρχές με βάση τις οποίες δίδεται άδεια για τροποποίηση είναι ευρέως νομολογημένες και σε αυτή τη νομολογία έχει αναφερθεί εκτενώς, όπως ήδη αναφέραμε και ο πρωτόδικος Δικαστής.
Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.
Σχετικές με τις πιο πάνω αρχές είναι και οι υποθέσεις που αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση Courtis v. Iasonides (1970) 1 C.L.R. 180, Nicolaides v. Yerolemi (1980) 1 C.L.R. 1, Πουρίκκος ν. Σάββα (1990) 1 Α.Α.Δ. 862, Jack v. Philiappa Estates Ltd (1988) 1 C.L.R. 607, Christodoulou v. Christodoulou και Άλλου (1991) 1 Α.Α.Δ. 934».
Και στην σελίδα 1009 της απόφασης διατυπώθηκαν τα ακόλουθα:
«Έχουμε εξετάσει με προσοχή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και θεωρούμε πως, ενώ η νομολογία και η νομική θέση εκφράζονται ορθά, εντούτοις δεν εφαρμόζονται ανάλογα στα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.
..........................................................................................................................Το γεγονός επίσης πως το αίτημα υποβλήθηκε σε στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης και το ότι δεν θα προκαλείτο μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, καθώς επίσης και η δυνατότητα αποζημίωσης των αντιδίκων του εφεσείοντα με σχετική διαταγή για έξοδα, θα έπρεπε να είχαν επιμετρήσει υπέρ της παροχής άδειας για τροποποίηση».
Επίσης δεν έχω διαπιστώσει κακή πρόθεση ή κακοπιστία εκ μέρους του Αιτητή στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Όπως από την ένορκό του δήλωση προκύπτει οι δικηγόροι του μελέτησαν διεξοδικά την υπόθεση μαζί του μόλις στα πλαίσια της προετοιμασίας τους για την δικάσιμο της 17.2.20 και όχι ενωρίτερα. Τότε διαπίστωσαν την ανάγκη για τροποποίηση και προχώρησαν με την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Υπό τις περιστάσεις που πιο πάνω αναφέρονται μπορεί να διαπιστώνεται παράλειψη ή αμέλεια ή αδράνεια εκ μέρους των δικηγόρων του Αιτητή, τα πιο πάνω, όμως, από μόνα τους και δίχως άλλο δεν συνιστούν κακοπιστία και στην απουσία θετικής μαρτυρίας που να καταδεικνύει κακοπιστία δεν διαπιστώνεται κακοπιστία από την πλευρά του Αιτητή. Σημειώνεται ότι θέση περί του αντιθέτου δεν διατυπώθηκε από την πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση.
Διαφωνώ με την θέση που προβλήθηκε εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση ότι η διαπιστωθείσα καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Πάντως οι συνήγοροι της Καθ’ ης η αίτηση δεν τεκμηρίωσαν την πιο πάνω θέση τους με Νομολογία, ότι, δηλαδή, η έννοια της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας μπορεί να λάβει και την μορφή καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης. Θεωρώ δε ότι η θέση αυτή αναιρείται εκ προοιμίου από την διακηρυχθείσα αρχή η οποία διατυπώθηκε ανωτέρω ότι η καθυστέρηση δεν είναι αποφασιστικής σημασίας για την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και ότι και μεγάλη να είναι δεν αποτελεί λόγο απόρριψης αίτησης τροποποίησης αν η τροποποίηση είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς.
Ενδεικτική είναι η υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα (1999) 1 ΑΑΔ 44. Στην εν λόγω υπόθεση οι ενάγοντες/εφεσείοντες υπέβαλαν αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης και της Απάντησης 12 χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και ενώ η υπόθεση είχε επανειλημμένα ορισθεί για ακρόαση. Με την αίτηση επιδιώκετο η προσθήκη λεπτομερειών – νομοθεσία και νομολογία – αλλοδαπού δικαίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Δεν δέχθηκε την εξήγηση ως προς το λόγο που δεν είχαν ήδη εκτεθεί στην Έκθεση Απαίτησης λεπτομέρειες του αλλοδαπού δικαίου και που αίτηση για συμπερίληψη τους δεν είχε υποβληθεί ενωρίτερα. Ανέφερε ότι «δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν επαρκής και ικανοποιητική εξήγηση και αιτιολόγηση». Σημείωσε, επίσης, ότι τα όσα οι εφεσείοντες επιθυμούσαν να εισάξουν «ήσαν πάντα γνωστά με την έννοια ότι οι νομοθετικές πρόνοιες που επικαλούνται ήσαν οι ίδιες και προφανώς τις γνώριζαν αφού τις επικαλούνται στο υφιστάμενο δικόγραφο τους έστω και με γενικότερες αναφορές». Ως προς το κρίσιμο ζήτημα του χρόνου υποβολής της αίτησης, που ιδιαίτερα είχε απασχολήσει, το Δικαστήριο προέβη στην εκτίμηση ότι «υπάρχει υπέρμετρη αν όχι πρωτοφανής καθυστέρηση». Ως προς γενικότερα την πορεία της αγωγής, σημείωσε ότι η τεράστια, όπως την χαρακτήρισε, καθυστέρηση στην εκδίκαση «δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση του αιτήματος για τροποποίηση, πλην όμως είναι ένας παράγοντας ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση των διαδικασιών και αποφυγή περαιτέρω καθυστερήσεων μέσω της ενασχόλησης με διαδικασίες, αν η αναγκαιότητα γι' αυτές μπορούσε να διαφανεί πολύ ενωρίτερα».
Το Εφετείο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Πιο κάτω παρατίθεται απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου:
«Στην προκείμενη περίπτωση υπήρξε όντως μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση. Η έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Αυτή τη δυνατότητα θα πρέπει εδώ, σε επίπεδο θεωρητικό, να την υποθέσουμε. Διότι θα έπρεπε εξ αρχής να ήταν γνωστή στο συνήγορο των εφεσειόντων η δικονομική ανάγκη για την παροχή λεπτομερειών του αλλοδαπού δικαίου. Που σημαίνει πως υπήρξε σφάλμα. Αυτό όμως δεν θα μπορούσε, καθώς μας φαίνεται, να οφειλόταν σε ο,τιδήποτε άλλο από εκείνο που ο συνήγορος των εφεσειόντων πρόσφερε ως εξήγηση στο Δικαστήριο, ήτοι, ότι τελούσε με την αντίληψη, βάσει της δικής του πείρας, πως δεν αναμενόταν και δεν χρειαζόταν η έκθεση λεπτομερειών των διατάξεων και κανόνων του αλλοδαπού δικαίου. Η πρωτόδικη άποψη ότι η εν λόγω εξήγηση δεν μπορούσε να θεωρηθεί ικανοποιητική νομίζουμε πως δεν εδικαιολογείτο. Καμιά απολύτως ένδειξη δεν υπήρχε ότι η καθυστέρηση δεν ήταν καλόπιστη.
Αναφορικά τώρα με την έκταση της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση, θα λέγαμε ότι ενώ η σύνδεση με τη μακρά εκκρεμότητα της αγωγής μοιάζει αυτονόητη και επιτείνει την ανησυχία σχετικά με την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για εκδίκαση της αγωγής εντός ευλόγου χρόνου, εντούτοις εύστοχα ήταν που σημειώθηκε πρωτόδικα ότι η μακρά εκκρεμότητα της αγωγής "δεν μπορεί να ενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα" αλλά αποτελεί παράγοντα "ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση". Εν τέλει το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου συνιστά, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου σε αυτή την υπόθεση ((1998) 1 Α.Α.Δ. 1338, ανωτέρω) ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο της δίκης. Κατανοούμε πλήρως την ανησυχία του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όμως εδώ η καθυστέρηση από καμιά άποψη δεν θα μπορούσε αφεαυτής να αποκλείσει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση».
Υπό το φως όλων των πιο πάνω περιλαμβανομένων της αναγκαιότητας της τροποποίησης και της γνησιότητας του αιτήματος κρίνω ότι η καθυστέρηση δεν θα πρέπει να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας. Αντίθετη προσέγγιση κρίνω πως θα αντιστρατευόταν τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης εν’ όψει του ότι (α) οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι, όπως και πιο αναφέρθηκε, αναγκαίες για τον προσδιορισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, (β) η υπό κρίση αίτηση είναι καλόπιστη, (γ) υποβλήθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και (δ) δεν θα προκαλέσει βλάβη στα συμφέροντα της Καθ’ ης η αίτηση που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα.
Αναφορικά με τον παράγοντα υπό παράγραφο (β) ανωτέρω αξίζει να υπομνησθεί η υπόθεση Ikos Cif Ltd v. Martin Coward (2014) 1Α ΑΑΔ 663 και το ακόλουθο απόσπασμα από αυτή το οποίο απαντά στην σελίδα 676:
«… Ειδικότερα ως προς το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, σταθερή γραμμή της Νομολογίας αναγνωρίζει ότι ο παράγοντας αυτός είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εξαρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης…».
Συνακόλουθα οι λόγοι ένστασης με αριθμούς 5-7 δεν κρίνονται βάσιμοι.
Αναφορικά με τον παράγοντα υπό παράγραφο (δ) συνυφασμένη είναι η θέση της Καθ’ ης η αίτηση ότι έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα προκαλέσει «βλάβη και δυσμενείς επιπτώσεις που δεν αποζημιώνονται με χρήμα». Σχετικός δε είναι ο όγδοος λόγος ένστασης. Και αυτό γιατί, όπως η Γιαννακού ισχυρίζεται, η Καθ’ ης η αίτηση θα αναγκασθεί να επαναδιατυπώσει την υπεράσπιση της ενώ για 8 χρόνια διαπραγματεύονταν και υπερασπίζονταν τις θέσεις της στην βάση των όσων ο Αιτητής είχε δικογραφήσει το 2012. Η βλάβη δε αυτή δεν μπορεί να καλυφθεί με ανάλογη διαταγή για έξοδα. Θεωρώ ότι μπορεί αφ’ ης στιγμής το παράπονο της Καθ’ ης η αίτηση σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος είναι μόνο η ανάγκη για επαναδιατύπωση της υπεράσπισής της και όχι ο δυσμενής επηρεασμός στην διατύπωση της υπεράσπισής της. Δηλαδή βλάβη στην υπόθεση της σε βαθμό που θα προκαλέσει αδικία. Τέτοια αδικία δεν θα προκληθεί αφού και η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση δεν ισχυρίζεται κάτι τέτοιο. Συνακόλουθα ο όγδοος λόγος ένστασης δεν ευσταθεί.
Εν κατακλείδι κανένας εκ των λόγων ένστασης δεν κρίνεται βάσιμος.
Συνεκτίμηση των αρχών και η εφαρμογή τους στα πλαίσια των γεγονότων της υπό εξέταση υπόθεσης δικαιολογεί την έγκριση του αιτήματος για τροποποίηση. Δεν μου διαφεύγει, διαφωνώντας με την θέση που διατυπώθηκε από τον Αιτητή, ότι η τροποποίηση θα προκαλέσει καθυστέρηση στην υπόθεση πέραν από αυτήν που ήδη έχει σημειωθεί στην πορεία της υπόθεσης. Απόρριψή της, όμως, θα αντιστρατευόταν τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης, όπως προσδιορίζονται στην προκείμενη υπόθεση και δεν θα επέτρεπε την επίλυση όλων των μεταξύ των διαδίκων εγειρόμενων στην υπόθεση διαφορών.
Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα για τροποποίηση ως οι παράγραφοι 1 (Α, Β, Γ, Δ) της αίτησης.
Τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 5 (πέντε) ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Υπεράσπιση στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 7 (επτά) ημερών από της παράδοσης του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος. Τυχόν Απάντηση να καταχωρηθεί εντός 5 (πέντε) ημερών από της παράδοσης της Υπεράσπισης.
Η πλευρά του Αιτητή να ζητήσει σύνταξη του παρόντος διατάγματος το αργότερο μέχρι 7.10.20 και το παρόν διάταγμα να συνταχθεί το αργότερο μέχρι την 12.10.20.
Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) καθώς και τα έξοδα της αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης/Καθ’ ης η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα/Αιτητή και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή.
(Υπ.) ………………………………….
Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής