ECLI:CY:EDLEM:2023:A80
ΟΙ ΠΕΡΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΩΝ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ 1955
ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Α.Ε.Δ.
Δικαιοδοσία Επικύρωσης Διαθηκών
Αρ. Αίτησης: 204/20
Αναφορικά με τη Διαχείριση της περιουσίας του ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΟΥ με Αρ. Δελτίου Ταυτότητας [ ], τέως από την Λεμεσό, αποβιώσαντα
Ημερομηνία: 10.4.23
Εμφανίσεις:
Για τους Διαχειριστές/Αιτητές: κ. Γ. Αντωνίου για κκ Chrysses Demetriades & Co LLC
Για τον Καθ’ ου η αίτηση (Λάμπρο Χρυσάνθου Θεμιστοκλέους): κ. Κ. Τούμπας για κκ Τούμπας & Τούμπας ΔΕΠΕ.
---------------------------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 16.3.22 οι Αιτητές ζητούν, μεταξύ άλλων, διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει το Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού να αποδεχθεί τους τελικούς λογαριασμούς οι οποίοι έχουν καταχωρηθεί και βρίσκονται στον φάκελο του Δικαστηρίου.
Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση ενός εκ των διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντα ο οποίος έχει πλήρη γνώση των γεγονότων της διαχείρισης και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από την ετέρα διαχειρίστρια όπως προβεί εκ μέρους και για λογαριασμό της στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση.
Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση φερόμενου ως πιστωτή του αποβιώσαντα στον δικηγόρο του οποίου επιδόθηκε η υπό κρίση αίτηση με οδηγίες του Δικαστηρίου, από τώρα και στο εξής «ο Καθ’ ου η αίτηση». Με Ειδοποίηση ένστασης στην οποία εκτίθενται οι λόγοι ένστασης σύμφωνα με τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας ο Καθ’ ου η αίτηση ενίσταται στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκο δήλωση του ιδίου του Καθ’ ου η αίτηση.
Ο δεύτερος λόγος ένστασης διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«Η Αίτηση είναι αυθαίρετη, στερείται νομικής βάσης και/ή είναι αστήριχτη θεσμικά και/ή στηρίζεται σε λανθασμένους θεσμούς και/ή νομοθεσία και/ή είναι άνευ αντικειμένου και/ή θνησιγενής και ως εκ τούτου καταδικασμένη σε απόρριψη».
Ο θεσμός 1 της Διάταξης 48 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ως ακολούθως:
«Every application to the Registrar shall be in writing stating the nature of the request made and referring to the specific section of the Law or to the specific Rule of Court upon which it is founded. If the application relies on any facts which do not appear in the Court books or records, it shall be supported by affidavit».
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Κάθε αίτηση προς τον Πρωτοκολλητή θα είναι γραπτή και θα εκθέτει την φύση της παράκλησης και θα κάνει αναφορά στο συγκεκριμένο άρθρο του Νόμου ή τον συγκεκριμένο διαδικαστικό κανονισμό επί του οποίου βασίζεται. Αν η αίτηση στηρίζεται σε γεγονότα που δεν φαίνονται από τον φάκελο του Δικαστηρίου ή τα πρακτικά πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση».
Στην υπόθεση Μάριος Μαχλουζαρίδης ν. Χρίστου Ιωαννίδη και Άλλων (1990) 1 ΑΑΔ 965 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 970:
«Στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Kouppa and Another v. Vassiliades* αποφασίστηκε ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου στην υπόθεση Kouppa συνοψίζεται στο πιο κάτω απόσπασμα:
“The specification of the rules relied upon in interlocutory proceedings is not, to my comprehension, a matter of mere formality but a substantive procedural provision that should be strictly adhered to. For interlocutory proceedings are proceedings of an extraordinary nature in that deliberations are made without a complete trial, the normal process through which a cause is ventilated before the Court. Hence procedural safeguards designed to elicit the questions in issue and put the matter in a proper perspective should be meticulously observed especially mandatory provisions like those set out in Ord. 48 r.1. It is no accident that the legal substratum of an application must, unlike the statement of claim, be specified for there are compelling reasons that side issues should be succinctly defined both legally and factually so that the Court may, without undue delay, deal with them and thus pave the way for the trial of the main issues in dispute.”
Σε μετάφραση:
“Ο καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά. εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασής τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.1. Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται. συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς.”
Συμφωνούμε με τις αρχές που διατυπώνονται στην Kouppa ως προς το δικονομικό πλαίσιο το οποίο διέπει την έγκυρη έγερση ενδιάμεσων αιτήσεων».
Οι πιο πάνω αποφάσεις ακολουθήθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ (2001) 1 ΑΑΔ 743 και Μάριος Κουλέρμος, ανήλικος διά του πλησιέστερου φίλου, πατρός και κηδεμόνος αυτού Ανδρέα Κουλέρμου ν. Ξένιας Κουμπαρίδου (2000) 1 ΑΑΔ 493).
Στην υπόθεση Γιαννάκης Φλουρέντζου κ.α. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.α. (2007) 1 ΑΑΔ 393 μετά την απόρριψη έφεσης από το Ανώτατο Δικαστήριο δυνάμει του Κανονισμού 13(ε) των Περί Εφέσεων (Προδικασία, Περιγράμματα Αγορεύσεων, Περιορισμός του Χρόνου των Προφορικών Αγορεύσεων και Συνοπτική Διαδικασία για την Απόρριψη Προδήλως Αβάσιμων Εφέσεων) Κανονισμών του 1996 έως 1998 οι ενάγοντες / εφεσείοντες καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν επαναφορά (reinstatement) της έφεσης. Από πλευράς των εφεσιβλήτων 1, 3 και 4 καταχωρήθηκε ένσταση στην οποία προβάλλετο, μεταξύ άλλων, ο ισχυρισμός ότι η αίτηση δεν στηριζόταν στην ορθή διαδικαστική διάταξη.
Σύμφωνα με το Ανώτατο Δικαστήριο καμία από τις δικονομικές διατάξεις στις οποίες στηριζόταν η αίτηση δεν είχε εφαρμογή στην περίπτωση. Επικαλούμενο την σχετική Νομολογία (Μάριος Μαχλουζαρίδης ν. Χρίστου Ιωαννίδη και Άλλων (1990) 1 ΑΑΔ 965, Ευδόκιος Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ. 2) (1992) 1 ΑΑΔ 1146 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ. (2001) 1 ΑΑΔ 743) το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε ότι μια ενδιάμεση αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται. Αυτό σημαίνει ότι η αίτηση θα πρέπει να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική διάταξη. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται η αίτηση είναι άσχετη, τότε, η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Το γεγονός ότι η αίτηση δεν στηριζόταν στην ορθή δικονομική διάταξη κρίθηκε πως αποτελούσε επαρκή λόγο για απόρριψή της.
Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 31-33, 36, 41 και 42 του Περί Διαχειρίσεων Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, Κεφ. 189, όπως τροποποιήθηκε, από τώρα και στο εξής «ο Νόμος». Στηρίζονταν και στο άρθρο 53 του Νόμου το οποίο, όμως, η πλευρά των Αιτητών εγκατέλειψε με την γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του. Τα πιο πάνω άρθρα διαλαμβάνουν ως ακολούθως:
«31.—(1) Εκτελεστής έχει τις εξουσίες οι οποίες παρέχονται σε αυτόν και υπέχει τα καθήκοντα τα οποία επιβάλλονται σε αυτόν από το κοινοδίκαιο (common law) και από τις αρχές του δικαίου της επιείκειας (equity) τηρουµένης οποιασδήποτε άλλης πρόνοιας η οποία έγινε ή θα γίνει από οποιοδήποτε νόµο της ∆ηµοκρατίας.
(2) Κάθε πρόσωπο στο οποίο χορηγείται η διαχείριση της κληρονοµιάς αποθανόντος προσώπου έχει, τηρουµένων των περιορισµών που αναφέρονται στο παραχωρητήριο, τα ίδια δικαιώµατα και υποχρεώσεις και είναι υπόλογος κατά τον ίδιο τρόπο ωσάν να ήταν ο εκτελεστής του αποθανόντος. Εξουσίες προσωπικού αντιπροσώπου για πώληση, κλπ.
32.—(1) Για σκοπούς καταβολής των δαπανών κηδείας και των δαπανών από διατάξεις τελευταίας βούλησης καθώς και κάθε νόµιµου χρέους του αποθανόντος, ο προσωπικός αντιπρόσωπος έχει εξουσία πώλησης τέτοιου µέρους της ακίνητης ιδιοκτησίας του αποθανόντος το οποίο είναι αναγκαίο και δύναται να εξευρίσκει χρήµατα µε την υποθήκευση ή επιβάρυνσή της.
(2) Οι εξουσίες που παρέχονται από το άρθρο αυτό δεν θεωρούνται ότι περιορίζουν οποιεσδήποτε εξουσίες που παρέχονται στον εκτελεστή από τη διαθήκη του αποθανόντος. Εξουσία του ∆ικαστηρίου να διατάσσει πώληση, κλπ.
33.—(1) Για σκοπούς διευκόλυνσης της διανοµής της κληρονοµιάς αποθανόντος προσώπου µεταξύ των δικαιούχων σύµφωνα µε το νόµο, το ∆ικαστήριο δύναται σχετικά µε οποιοδήποτε µέρος της κληρονοµιάς να διατάξει την πώληση, εκµίσθωση, υποθήκευση εγκατάλειψη ή απαλλαγή, διαίρεση ή άλλη διάθεση του, όπως το ∆ικαστήριο θα κρίνει σκόπιµο, αν η πράξη αυτή δεν δύναται να διενεργηθεί από τον προσωπικό αντιπρόσωπο επειδή αυτός στερείται οποιασδήποτε εξουσίας για το σκοπό αυτό:
Νοείται ότι το ∆ικαστήριο δεν διατάσσει οποιαδήποτε διαίρεση ή διαχωρισµό γης, ο οποίος θα αντίκειτο µε τις διατάξεις του άρθρου 27 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (∆ιακατοχή, Εγγραφή και Εκτίµηση) Νόµου.
(2) ∆ιάταγµα δυνάµει του άρθρου αυτού δύναται να εκδοθεί τηρουµένων τέτοιων τυχόν προνοιών και όρων ως το ∆ικαστήριο ήθελε κρίνει σκόπιµο, και το ∆ικαστήριο δύναται να διατάξει µε πιο τρόπο θα δαπανηθούν ή διανεµηθούν τα χρήµατα που προέρχονται από τη διάθεση της περιουσίας δυνάµει του άρθρου αυτού.
(3) Το ∆ικαστήριο δύναται εκάστοτε να ακυρώνει ή τροποποιεί οποιοδήποτε διάταγµα που εκδόθηκε δυνάµει του άρθρου αυτού ή δύναται να εκδίδει οποιοδήποτε νέο ή περαιτέρω διάταγµα.
(4) Αίτηση προς το ∆ικαστήριο δυνάµει του άρθρου αυτού δύναται να υποβληθεί από προσωπικό αντιπρόσωπο ή οποιοδήποτε πρόσωπο ή δικαιούχο (beneficiary) που έχει συµφέρον στην κληρονοµιά του αποθανόντος.
36.—(1) Κάθε πρόσωπο το οποίο διενεργεί ή επιτρέπει καλή τη πίστει οποιαδήποτε καταβολή ή διάθεση δυνάµει αντιπροσώπευσης καλύπτεται και προστατεύεται ενώ ενεργεί κατά τον πιο πάνω τρόπο, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε ελάττωµα ή περίσταση που επηρεάζει το κύρος της αντιπροσώπευσης.
(2) Όταν ανακαλείται αντιπροσώπευση, κάθε καταβολή και διάθεση που διενεργήθηκε καλή τη πίστει προς προσωπικό αντιπρόσωπο δυνάµει της αντιπροσώπευσης πριν από την ανάκλησή της συνιστά έγκυρη απαλλαγή του προσώπου που διενέργησε αυτή, και ο προσωπικός αντιπρόσωπος ο οποίος ενέργησε δυνάµει της αντιπροσώπευσης που ανακλήθηκε δύναται να εξασφαλιστεί και αποζηµιωθεί για κάθε καταβολή η διάθεση που διενέργησε την οποία το πρόσωπο στο οποίο χορηγείται µετέπειτα η αντιπροσώπευση θα ηδύνατο δεόντως να διενεργήσει.
41.—(1) Εκτελεστής που επέτυχε επικύρωση διαθήκης ή διαχειριστής που επέτυχε έγγραφο διαχείρισης µε επισυνηµµένη διαθήκη, προχωρεί, κατά τη διαχείριση της κληρονοµιάς, ως ακολούθως:
(α) συλλέγει και συναθροίζει την κληρονοµιά µε κάθε εύλογη ταχύτητα.
(β) καταβάλλει τις δαπάνες κηδείας και τις δαπάνες που προέρχονται από διατάξεις τελευταίας βούλησης και κάθε νόµιµο χρέος του αποθανόντος σύµφωνα µε την τάξη προτεραιότητας που καθορίζεται στο άρθρο 42.
(γ) προβαίνει σε αποτίµηση του εναποµείναντος µέρους της κληρονοµιάς που, αν φαίνεται αναγκαίο να πράξει αυτό και εκτελεί τις διατάξεις της διαθήκης σύµφωνα µε το νόµο, µειώνοντας κατ' αναλογία τις κληροδοσίες αν φαίνεται ότι ο διαθέτης µε τη διαθήκη διάθεσε περισσότερο από το διαθέσιµο µέρος της κληρονοµιάς.
(δ) τηρουµένων των διατάξεων του άρθρου 46, διανέµει σύµφωνα µε το νόµο το εκ του νόµου µη διαθέσιµο µέρος της κληρονοµιάς και το αδιάθετο µέρος της κληρονοµιάς.
(2) Όταν ο αποθανών κληρονοµείται εξ αδιαθέτου, ο διαχειριστής προχωρεί στη διαχείριση της κληρονοµιάς κατά τον ίδιο τρόπο που καθορίζεται στο άρθρο αυτό για εκτελεστή, εκτός από το µέρος που αναφέρεται στην εκτέλεση των διατάξεων της διαθήκης.
42. Μετά την καταβολή των δαπανών κηδείας και των δαπανών των συναφών µε την αποδοχή και την άσκηση του λειτουργήµατος του εκτελεστή ή του διαχειριστή, και µετά την καταβολή της αµοιβής του εκτελεστή ή διαχειριστή, τα νόµιµα χρέη του αποθανόντος εκκαθαρίζονται από τον εκτελεστή ή το διαχειριστή σύµφωνα µε την πιο κάτω τάξη προτεραιότητας, δηλαδή—
(α) οι δαπάνες ιατρικής νοσηλείας του αποθανόντος κατά τη διάρκεια της τελευταίας του ασθένειας και οι οφειλόµενοι µισθοί του οικιακού υπηρετικού προσωπικού αυτού, οι οποίοι δεν υπερβαίνουν µισθούς έξι µηνών.
(β) τα χρέη που καλύπτονται µε ασφάλεια σύµφωνα µε την τάξη προτεραιότητάς τους.
(γ) οποιοδήποτε άλλο χρέος. Προσωπικός αντιπρόσωπος πρέπει να τηρεί τραπεζικό λογαριασµό».
Διασαφηνίσθηκε από την πλευρά των Αιτητών με την γραπτή αγόρευση του συνηγόρου τους ότι η πλευρά των Αιτητών εν τέλει στηρίζεται μόνο στο άρθρο 33 του Νόμου. Σύμφωνα με την θέση των Αιτητών αυτό που επιδιώκεται με την υπό κρίση αίτηση είναι η απαλλαγή της περιουσίας από το χρέος που ισχυρίζεται ο Καθ’ ου η αίτηση ότι του οφείλει ο αποβιώσας προκειμένου να διευκολυνθεί η διανομή της περιουσίας και το κλείσιμο της διαχείρισης. Επίσης με την υπό κρίση αίτηση ζητείται από το Δικαστήριο να εγκρίνει την διανομή της περιουσίας που έχει γίνει και ο Πρωτοκολλητής να αποδεχθεί τους τελικούς λογαριασμούς ως αυτοί έχουν συνταχθεί και καταχωρηθεί.
Η θέση της πλευράς των Αιτητών ξενίζει και δεν θα συμφωνήσω με αυτήν. Δυσκολεύομαι δε να δω την συσχέτιση μεταξύ του άρθρου 33 του Νόμου και της παρούσης περίπτωσης. Το άρθρο 33 του Νόμου δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την διάθεση μέρους της κληρονομίας ώστε να διευκολυνθεί η διανομή της κληρονομίας. Με την υπό κρίση αίτηση δεν ζητείται από το Δικαστήριο να διατάξει την διάθεση μέρους της κληρονομίας, ήτοι την πώληση, εκμίσθωση, υποθήκευση, εγκατάλειψη, απαλλαγή, διαίρεση ή άλλη διάθεση μέρους της κληρονομίας. Δεύτερο, το αίτημα δεν γίνεται για να διευκολυνθεί η διανομή της κληρονομίας. Ζήτημα δυσκολίας στην διανομή της κληρονομίας δεν τίθεται άλλωστε. Αφού η κληρονομία διανεμήθηκε. Ό,τι ζητείται από το Δικαστήριο είναι να απαλλάξει την περιουσία από χρέος του αποβιώσαντα επειδή το χρέος αυτό δεν είναι αποδεκτό από τους κληρονόμους για να μπορούν να εγκριθούν τελικοί λογαριασμοί στους οποίους δεν περιλαμβάνεται το εν λόγω χρέος ώστε να κλείσει η διαχείριση. Κάτι τέτοιο δεν εμπίπτει στην εμβέλεια του άρθρου 33 του Νόμου.
Στην πραγματικότητα κανένα από τα άρθρα που εμφαίνονται στην νομική βάση της υπό κρίση αίτησης δεν δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Στην βάση της σαφώς νομολογημένης αρχής ότι σε ενδιάμεση αίτηση ο καθορισμός του νομικού βάθρου με αναφορά στους θεσμούς που το στοιχειοθετούν αποτελεί σύμφωνα με την Δ.48 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου ακολουθεί ότι η υπό κρίση αίτηση πάσχει θεμελιωδώς, κάτι που σηματοδοτεί και την αποτυχία της χωρίς να καθίσταται απαραίτητη η εξέταση των λοιπών λόγων ένστασης.
Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ’ ου η αίτηση και εναντίον των Διαχειριστών/Αιτητών αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) ….…………………………
Π. Μιχαηλίδης, Α.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής