ECLI:CY:EDLEM:2023:A190
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Π. Αγαπητού, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 997/14
Μεταξύ:
Εναγόντων
και
Πρόδρομου Προδρόμου (Μάκη)
Εναγόμενου
και
Prime Insurance Co Ltd.
Τριτοδιαδίκου
Ημερομηνία: 6.9.23
Εμφανίσεις:
Για τον Εναγόμενο: κος. Τούμπας
Για τον Τριτοδιάδικο: κα. Κωμοδρόμου
ΑΠΟΦΑΣΗ
(Η απόφαση του Δικαστηρίου αποστέλλεται στους δικηγόρους των διαδίκων με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο κατόπιν λήψης της συγκατάθεσής τους και θεωρείται δημόσια απαγγελθείσα)
1. Εισαγωγή
Επίκεντρο της – εναπομείνασας – στην παρούσα Αγωγή διαφοράς, η οποία και εν τέλει οδηγήθηκε σε Ακρόαση, είναι η απαίτηση του Εναγόμενου όπως η Τριτοδιάδικος ασφαλιστική εταιρεία καλύψει το – πλέον εξ αποφάσεως – χρέος του προς τους Ενάγοντες. Στις 6.6.18, ο Εναγόμενος δέχθηκε όπως εκδοθεί απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του. Η εν λόγω Απόφαση εκδόθηκε και έπειτα τροποποιήθηκε στις 20.6.18 με τη σύμφωνο γνώμη όλων των παραγόντων της δίκης, συμπεριλαμβανομένης και της Τριτοδιαδίκου και αναστάλθηκε η εκτέλεσή της. Βάσει των όρων της εκδοθείσας εκ συμφώνου Απόφασης, η επίλυσή της υπό κρίση διαφοράς μεταξύ Εναγόμενου και Τριτοδιαδίκου σημαίνει και τον τερματισμό της αναστολής εκτέλεσής της. Για σκοπούς σύντομης αναφοράς στο ιστορικό της διαφοράς, σημειώνω ότι οι Ενάγοντες παρείχαν στον Εναγόμενο ιατρικές υπηρεσίες, ενόσω, ως ο ίδιος ισχυρίζεται, καλυπτόταν από ασφαλιστήριο συμβόλαιο που συνήψε με την Τριτοδιάδικο και βάσει του οποίου έχει απαίτηση όπως η Τριτοδιάδικος του καλύψει το κόστος.
2. Δικόγραφα
Συνοψίζω τα δικόγραφα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ Εναγόμενου και Τριτοδιάδικου, χωρίς οτιδήποτε ν’ αποτελεί, επί του παρόντος, εύρημά μου. Υπενθυμίζω την αρχή ότι τα δικόγραφα είναι το θεμέλιο της δίκης και καθορίζουν και το πλαίσιό της[1]:
(α) Απαίτηση Εναγόμενου
Με την απαίτησή του, ο Εναγόμενος αναφέρει ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, διατηρούσε με την Τριτοδιάδικο ασφαλιστικό συμβόλαιο με αριθμό 36578. Με υπόδειξη ασφαλιστή και συνεργάτη της Τριτοδιαδίκου εισήχθη στις 16.7.12 στην κλινική των Εναγόντων 1 και στις 18.7.12 υποβλήθηκε κατόπιν των υποδείξεων των Εναγόντων 2, 3 και 4, σε επέμβαση κήλης. Ο ασφαλιστής του τον καθησύχαζε ότι η Τριτοδιάδικος θα του κάλυπτε τα έξοδα. Στις 21.6.13 απέστειλε επιστολή απαιτώντας από την Τριτοδιάδικο να του καλύψει το οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες ποσό. Οι Ενάγοντες εξέδωσαν δύο τιμολόγια για ποσά €113 και €2097,57. Ο Εναγόμενος και οι Ενάγοντες κατήλθαν σε προφορική συμφωνία στη βάση της οποίας τα τιμολόγια θα εξοφλούνταν από την Τριτοδιάδικο. Ο Ενάγων 2 συμπλήρωσε και υπέγραψε έντυπο απαίτησης τα οποία υποβλήθηκαν στην Τριτοδιάδικο. Στις 23.7.14 η Τριτοδιάδικος ενημέρωσε τους Ενάγοντες ότι δεν αναλαμβάνει να καλύψει τα έξοδα νοσηλείας του Εναγόμενου και στις 24.7.12 η Τριτοδιάδικος ενημέρωσε τον Εναγόμενο ότι δεν προτίθεται να καλύψει το ποσό των €4351,57. Τον Ιούλιο του 2012 η Τριτοδιάδικος πλήρωσε προς τους Ενάγοντες το ποσό των €1325,79. Λόγω των πιο πάνω, ο Εναγόμενος ζητά απόφαση όπως η Τριτοδιάδικος του παρέχει κάλυψη ή και όπως τον αποζημιώσει, σύμφωνα με το ποσοστό ευθύνης της όπως θα καθοριστεί από το Δικαστήριο, για οποιαδήποτε ποσό τυχόν ο Εναγόμενος διαταχθεί να καταβάλει προς τους Ενάγοντες, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα.
(β) Υπεράσπιση Τριτοδιαδίκου
Στην Υπεράσπισή της η Τριτοδιάδικος αναφέρει ότι ο Εναγόμενος της όφειλε τα ασφάλιστρα μηνών Μαΐου και Ιουνίου και το ασφαλιστήριο ήταν άκυρο ή ακυρώσιμο ή ανανεώσιμο κατ’ επιλογή της Τριτοδιαδίκου κατόπιν πληρωμής των ασφαλίστρων. Στις 12.7.12 και 16.7.12 ο Εναγόμενος κατέβαλε τα ασφάλιστρα για Μάιο και Ιούνιο υπογράφοντας αντίστοιχες Δηλώσεις Υγείας. Στις Δηλώσεις Υγείας απέκρυψε ότι θα υποβαλλόταν σε προγραμματισμένη επέμβαση 2 ημέρες αργότερα δηλαδή στις 18.7.12. Με σχετικές λεπτομέρειες δόλου, ψευδών παραστάσεων, αμέλειας, παράβασης καθήκοντος ύψιστης πίστης και των όρων του ασφαλιστηρίου, η Τριτοδιάδικος ισχυρίζεται ότι στις Δηλώσεις Υγείας ο Εναγόμενος αναφέρει ότι δεν έχει προκύψει οποιοδήποτε περιστατικό για το οποίο να υποβληθεί απαίτηση, ενώ γνώριζε ότι στις 18.7.12 θα υποβαλλόταν σε προγραμματισμένη χειρουργική επέμβαση. Η απόκρυψη ισοδυναμεί με παράβαση των όρων του ασφαλιστηρίου. Η Τριτοδιάδικος αποδέχθηκε την πληρωμή του ασφαλίστρου και την ανανέωσή του βασιζόμενη στη ψευδή παράσταση του Εναγόμενου, αλλά εάν το γνώριζε δεν θα ανανέωνε το Ασφαλιστήριο με τους ίδιους όρους. Πέραν τούτων, η Τριτοδιάδικος παραδέχεται την έκδοση των τιμολογίων και την αποστολή των επιστολών ημερομηνιών 23.7.2012 και 24.7.2012 καθώς και την πληρωμή του ποσού των €1325,79. Όσων δε αφορά την πληρωμή αυτή, κατά την Τριτοδιάδικο, αφορά το 50% της οφειλής του Εναγόμενου και έγινε χαριστικά, χωρίς ανάληψη ευθύνης, ως ένδειξη καλής θέλησης. Εν όψει των πιο πάνω η Τριτοδιάδικος ζητά απόρριψη της απαίτησης του Εναγόμενου.
3. Ακρόαση
Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκε από τους δικηγόρους των διαδίκων ως παραδεκτό γεγονός ότι, κατά το χρόνο υπογραφής της αίτησης ασφάλισης υγείας από τον Εναγόμενο προς την Τριτοδιάδικο, ο Μάριος Λόντος ήταν ο ασφαλιστής του Εναγόμενου.
Κατέθεσαν στη συνέχεια ενώπιον μου δύο μάρτυρες, από τη μία πλευρά ο Εναγόμενος και εκ μέρους της Τριτοδιαδίκου η κα. Χριστίνα Σαββίδου («ΜΤ») την μαρτυρία των οποίων κρίνω χρήσιμο να συνοψίσω αμέσως πιο κάτω:
(α) Μαρτυρία Εναγόμενου
Ο Εναγόμενος κατέθεσε γραπτή δήλωση, στην οποία αναφέρει ότι από τις 12.10.12 μέχρι και τις 12.2.13 διατηρούσε με την Τριτοδιάδικο το ασφαλιστήριο συμβόλαιο με αριθμό 36578 και ότι περί της 16.7.12 γνώρισε για πρώτη φορά τον Ενάγοντα 2 και κατόπιν υπόδειξης του, υπεβλήθηκε στις 18.7.12 σε επέμβαση κήλης. Η Ενάγουσα 1 εξέδωσε δύο τιμολόγια για τα ποσά €113 και €2096,57 αντίστοιχα. Υπήρξε, ανέφερε, προφορική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, ότι τα ποσά των τιμολογίων θα πληρωθούν στους Ενάγοντες μετά που θα απαιτούνταν από την Τριτοδιάδικο και προς τούτο ο Ενάγων 2 συμπλήρωσε έντυπο απαίτησης στις 19.7.12. Στις 23.7.12 και στις 24.7.12 η Τριτοδιάδικος ενημέρωσε γραπτώς τους Ενάγοντες και τον Εναγόμενο αντίστοιχα ότι δεν προτίθεται να καλύψει το ποσό των €4351,57. Παρά ταύτα, περί τον Ιούλιο του έτους 2012 η Τριτοδιάδικος πλήρωσε το 30% της απαίτησης, δηλαδή €1325,79 προς τους Ενάγοντες και η πληρωμή ήταν δεσμευτική. Δικαιούται να λάβει από την Τριτοδιάδικο, ισχυρίζεται ο Εναγόμενος, συνεισφορά ή αποζημίωση, πλήρη ή σύμφωνα με το ποσοστό ευθύνης της Τριτοδιαδίκου, για όποια ποσά διαταχθεί να καταβάλει προς του Ενάγοντες. Κατά τη μαρτυρία του, κατέθεσε τα ακόλουθα Τεκμήρια:
- Τεκμήριο 1 – το Ασφαλιστήριο συμβόλαιο με αριθμό 36578,
- Τεκμήριο 2 – την Αίτηση Ασφάλισής του,
- Τεκμήριο 3 – τιμολόγιο των Εναγόντων 1 για το ποσό των €45,
- Τεκμήριο 4 – επιστολή της Τριτοδιαδίκου προς την Ενάγουσα 1 ημερομηνίας 23.7.12,
- Τεκμήριο 5 – επιστολή της Τριτοδιαδίκου προς τον Εναγόμενο ημερομηνίας 24.7.12,
- Τεκμήριο 6 – επιστολή των δικηγόρων του Εναγόμενου προς την Τριτοδιάδικο ημερομηνίας 21.6.13,
- Τεκμήριο 7 – έκθεση θεράποντα Ιατρού,
- Τεκμήριο 8Α – κατάσταση πληρωμής ασφαλίστρων για το έτος 2012,
- Τεκμήριο 8Β – κατάσταση πληρωμής ασφαλίστρων για το έτος 2013 και
- Τεκμήριο 9 – κατάσταση πληρωμών ασφαλίστρων για την περίοδο 12.10.2010 μέχρι 12.2.2013.
Ερωτηθείς αναφορικά με την εμπλοκή του Μάριου Λόντου ανέφερε ότι ήταν ο ασφαλιστής του και ότι εισέπραττε τα ασφάλιστρα. Ήταν ο Μάριος Λόντος που συνεννοήθηκε με τον Ενάγοντα 2 αναφορικά με την ανάγκη ο Εναγόμενος να υποβληθεί σε επέμβαση. Η συνεννόηση, είπε, έγινε 2 ημέρες πριν την εισαγωγή του και ότι ο Μάριος Λόντος τον καθησύχαζε ότι τα έξοδα θα καλύπτονταν από την Τριτοδιάδικο. Όταν ρώτησε για ποιο λόγο δεν καλύφθηκε ολόκληρο το ποσό της απαίτησης, η Τριτοδιάδικος ανέφερε ότι κάποιο ποσό το κάλυψε χαριστικά, αλλά ότι το υπόλοιπο δεν θα το κάλυπτε επειδή υπήρχαν καθυστερήσεις στις πληρωμές των ασφαλίστρων. Ανέφερε ότι συχνά καθυστερούσε να καταβάλλει τα ασφάλιστρα, χωρίς οποιοδήποτε παράπονο από την Τριτοδιάδικο και δίχως να διακοπεί το ασφαλιστήριο έγγραφο και ότι το ασφάλιστρο πληρωνόταν όταν ήθελε ο Μάριος Λόντος.
Αντεξεταζόμενος, ο Εναγόμενος, διευκρίνισε ότι επισκέφθηκε τον Ενάγοντα 2 σχετικά με την επίδικη επέμβαση για πρώτη φορά την 16.7.12, αφού την προηγούμενη, δηλαδή στις 15.7.12, έκανε ποδηλασία και ένιωσε πόνο. Ο Μάριος Λόντος ήξερε τον Ενάγοντα 2 και έστειλε τον Εναγόμενο σ’ εκείνον. Ο Ενάγων 2 τον εξέτασε στις 16.7.12 και στις 18.7.12 ξαναπήγε πίσω για την επέμβαση. Στις 16.7.12 πλήρωσε, είπε, στον ασφαλιστή 1 ή 2 καθυστερημένες δόσεις κατόπιν υπενθύμισης του δεύτερου μετά την επίσκεψή του στον Ενάγοντα 2. Αναγνώρισε, κατόπιν ερωτήσεων, τη Δήλωση Υγείας Τεκμήριο 10 ως το έγγραφο που του έδωσε ο ασφαλιστής και το υπέγραψε. Σε σχετικές υποβολές ότι η θέση του ήταν ότι μετά την επίσκεψη στο γιατρό είχε υπογράψει το Τεκμήριο 10, απάντησε ότι μπορεί να έδωσε τα χρήματα μετά που υπέγραψε το Τεκμήριο 10 και ότι αυτό δεν ήταν μέρος της απόδειξης είσπραξης. Αναφορικά με την περίοδο χάριτος για πληρωμή του ασφαλίστρου ανέφερε ότι δεν είχε διαβάσει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο και αναγνώρισε ότι, βάσει του Τεκμηρίου 8, η δόση ήταν πληρωτέα στις 12.5.12 και πληρώθηκε στις 12.7.12, δηλαδή 2 μήνες μετά, αλλά και ότι η δόση πληρωτέα στις 12.6.12 πληρώθηκε στις 16.7.12. Επίσης κατόπιν σχετικών ερωτήσεων δέχθηκε ότι τα συμπτώματα που ένιωσε, ως προανέφερε την Κυριακή πριν την 16.7.12, χρονολογούνταν αλλά δεν ήξερε τι ήταν και ότι εκδηλώνονταν ως ενοχλήσεις, αλλά αρνήθηκε ότι εξετάστηκε από τον Ενάγοντα 2 στις 11.7.12, ως επίσης του υπεβλήθη.
Αντιμέτωπος με το Τεκμήριο 11, δηλαδή έντυπο με τίτλο «Αναγγελία Απαίτησης Κάρτας Νοσηλείας Συμβεβλημένου Νοσηλευτηρίου», δεν θυμόταν πότε επισκέφθηκε τον Ενάγοντα 2 αλλά είπε ότι νομίζει ότι δεν ήταν στις 11.7.12, αλλά και ως προς το Τεκμήριο 12 είπε ότι είχε αναφέρει το πρόβλημα υγείας στον ασφαλιστή του. Αρνήθηκε ότι σκοπίμως απέκρυψε από την Τριτοδιάδικο ότι θα υποβαλλόταν στις 18.7.12 σε χειρουργική επέμβαση και ότι στις 16.7.12 απέκρυψε την τότε επικείμενη χειρουργική επέμβαση, αναφέροντας ότι είχε αποκαλύψει το πρόβλημα υγείας του στον ασφαλιστή του. Αποδέχθηκε ότι, ενώ βάσει του Τεκμηρίου 1 είχε «excess» €850, δεν το κατέβαλε και σε περαιτέρω υποβολή ότι η Τριτοδιάδικος δέχθηκε την πληρωμή ασφαλίστρου από εκείνον βασιζόμενη στις ψευδείς δηλώσεις του, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι δεν προέβη σε ψευδείς δηλώσεις. Κατά την επανεξέτασή του ανέφερε ότι πάντα πλήρωνε καθυστερημένα τα ασφάλιστρα και ότι η Τριτοδιάδικος αποδεχόταν το ασφάλιστρο και δεν του είχε αναφερθεί ότι δεν αποκάλυψε οτιδήποτε.
(β) Μαρτυρία Τριτοδιαδίκου
Από την πλευρά της Τριτοδιαδίκου, η ΜΤ, στην κυρίως εξέτασή της ανέφερε ότι είναι διευθύντρια στο τμήμα «Risk Assessment» της Τριτοδιαδίκου και διαχειρίζεται απαιτήσεις. Καθήκοντά της είναι η αξιολόγηση πελατών και η έκδοση ασφαλιστηρίων. Εξήγησε ότι το Τμήμα Απαιτήσεων έχει σκοπό την αποζημίωση των πελατών. Αναγνώρισε τα Τεκμήρια 1 και 2. Ως προς τα Τεκμήρια 8Α και 9, επεξήγησε ότι το πρώτο αφορά αφενός πίνακα πληρωμών για το επίδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο και είναι έγγραφο το οποίο αποστέλλεται στον ασφαλισμένο, ενώ το δεύτερο είναι εσωτερικό έγγραφο της Τριτοδιαδίκου, το οποίο αναφέρει βασικά στοιχεία του ασφαλισμένου, αλλά και τις πληρωμές. Στο δε 8Α αναφέρεται και η συχνότητα των πληρωμών, η οποία ήταν σε μηνιαία βάση. Τα ασφάλιστρα ήταν πληρωτέα προκαταβολικά για έκαστο μήνα, ενώ η Τριτοδιάδικος επιτρέπει περίοδο χάριτος 30 ημερών για κάθε δόση. Μετά την περίοδο χάριτος, είπε, το συμβόλαιο τερματίζεται και γίνεται επαναφορά με την αποδοχή από την Τριτοδιάδικο στοιχείων που δεικνύουν ότι η ιατρική κατάσταση του ασφαλισμένου δεν έχει αλλάξει. Μετά από 60 ημέρες η Τριτοδιάδικος απαιτεί περισσότερα ιατρικά στοιχεία προκειμένου να αξιολογήσει την επαναφορά του συμβολαίου. Εν σχέση προς την υπό εκδίκαση περίπτωση η πληρωμή για τη δόση που ήταν πληρωτέα στις 12.5.12 έγινε στις 12.7.12 ενώ για τη δόση που ήταν πληρωτέα στις 12.6.12, η πληρωμή έγινε στις 16.7.12. Και στις δύο περιπτώσεις, ανέφερε η ΜΤ, ο Εναγόμενος υπέγραψε δηλώσεις υγείας. Προς τούτο επεξήγησε τα Τεκμήρια 10 και 12 αντίστοιχα και ανέφερε ότι τούτα υπογράφηκαν από τον Εναγόμενο προκειμένου η Τριτοδιάδικος να μπορέσει να αποδεχτεί την εκπρόθεσμη πληρωμή και για να επιβεβαιώσει ότι η υγεία του ασφαλισμένου παραμένει η ίδια και ότι δεν έχει προκύψει οτιδήποτε για το οποίο θα υποβληθεί απαίτηση. Αργότερα, πρόσθεσε, φάνηκε ότι οι δηλώσεις του Εναγόμενου στα Τεκμήρια 10 και 12 δεν ηταν αληθείς, αφού ως επίσης φάνηκε, ο Εναγόμενος γνώριζε ότι θα υποβαλλόταν σε επέμβαση. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 11 και ότι αυτό αποστάληκε στην Τριτοδιάδικο και αναγνώρισε τη σφραγίδα παραλαβής του. Επεξήγησε ότι με την παραλαβή αξιολογείται εάν η απαίτηση εξαιρείται ή όχι της κάλυψης του συμβολαίου και αναλόγως η Τριτοδιάδικος είτε απορρίπτει είτε πληρώνει. Στην υπό εκδίκαση περίπτωση το περιστατικό δεν ήταν μεν στις εξαιρέσεις του συμβολαίου, αλλά η πληρωμή του ασφαλίστρου ήταν εκπρόθεσμη και στη δήλωση υγείας του ασθενούς δεν αποκαλύφθηκε η πρόθεσή του να υποβληθεί σε επέμβαση, πληροφορία που θα έπρεπε να ήταν γνωστή στην Τριτοδιάδικο προκειμένου να αποφασίσει εάν θα αποδεχθεί το ασφάλιστρο και τον κίνδυνο ή και να γίνει εξαίρεση της συγκεκριμένης επέμβασης. Όσων αφορά το Τεκμήριο 5, δηλαδή την επιστολή με την οποία η Τριτοδιάδικος απέρριψε την απαίτηση του Εναγόμενου για κάλυψη, η ΜΤ ανέφερε ότι θα ήταν φρονιμότερο να υπάρχει ολοκληρωμένη επεξήγηση και λανθασμένα δεν αναφέρεται στις δηλώσεις υγείας. Εν τέλει ανέφερε η Τριτοδιάδικος δεν κάλυψε την απαίτηση του Εναγόμενου στη βάση της, αλλά προέβηκε σε χαριστική πληρωμή. Προς τούτο κατέθεσε το Τεκμήριο 13 έντυπο δηλαδή στο οποίο φαίνεται ότι τα συνολικά έξοδα νοσηλείας του Εναγόμενου ήταν €4351,57, το ποσό της απαίτησης στο 50%, δηλαδή €2157.79 από το οποίο η Τριτοδιάδικος αφαίρεσε το ποσό των €850 και κατέβαλε εν τέλει το ποσό των €1325,79. Η ΜΤ ανέφερε ότι αν και η Τριτοδιάδικος δεν έχει γενικά δικαίωμα να θεωρεί άκυρο εξ υπαρχής συμβόλαιο εκτός και εάν υπάρχει πραγματικός λόγος που να άπτεται της έκδοσής του, στην προκείμενη περίπτωση με τη δήλωση υγείας η Τριτοδιάδικος είχε το δικαίωμα να μην αποδεχτεί το ασφάλιστρο, αφού, έτσι κι αλλιώς, μετά την εκπνοή του το συμβόλαιο τερματίζεται και επαναξιολογείται. Κλείνοντας, εξήγησε ότι δεν είναι η αρμοδιότητα των ασφαλιστικών αντιπροσώπων να ενημερώνουν πελάτες αναφορικά με την πρόθεση της Τριτοδιαδίκου να καλύψει ή όχι μια απαίτηση.
Αντεξεταζόμενη η ΜΤ ανέφερε ότι κατά την άποψή της, η Τριτοδιάδικος καλή τη πίστει θεωρεί ότι οι ασφαλισμένοι της δεν προβαίνουν σε ψευδείς δηλώσεις και ότι η Τριτοδιάδικος δεν έχει πρόθεση να αμφισβητεί τον όποιο ασφαλισμένο της, αλλά υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο ασφαλισμένος εκμεταλλεύεται καταστάσεις προκειμένου να επωφεληθεί. Δέχθηκε ότι οι πληρωμές ασφαλίστρων γίνονταν στον Μάριο Λόντο. Εξήγησε ότι η χαριστική πληρωμή έγινε ως απόφαση εμπορικής φύσεως συγκεκριμένης επιτροπής, αλλά δεν ήταν δεσμευτική στην Τριτοδιάδικο και επέμεινε στη θέση ότι μετά την εκπνοή των 30 ημερών περιόδου χάριτος, το συμβόλαιο τερματίζεται και για να επαναφερθεί, ο ασφαλισμένος οφείλει να δώσει στοιχεία ασφαλισιμότητας. Εν προκειμένω, ανέφερε, το συμβόλαιο τερματίστηκε, αλλά επαναφέρθηκε με τη δήλωση υγείας και την αποδοχή του ασφαλίστρου, ενώ η Τριτοδιάδικος δεν απέστειλε οποιαδήποτε επιστολή στον Εναγόμενο αναφορικά με τον τερματισμό και την επαναφορά του συμβολαίου και στο Τεκμήριο 5 δεν υπάρχει αναφορά ως προς το ζήτημα της δήλωσης υγείας.
Ερωτηθείσα εάν η διαδικασία επαναφοράς και δήλωσης υγείας ακολουθήθηκε από την Τριτοδιάδικο σε όλες τις περιπτώσεις καθυστέρησης πληρωμής του ασφαλίστρου, που ήταν πάρα πολλές, η ΜΤ ανέφερε ότι δεν είχε οποιοδήποτε έγγραφο στην κατοχή της για να το αποδείξει, αλλά θεωρεί πως η διαδικασία ακολουθήθηκε μια και η αποδοχή του ασφαλίστρου την προϋποθέτει. Σε υποβολή ότι το συμβόλαιο ουδέποτε ακυρώθηκε ή τερματίστηκε, η ΜΤ απάντησε ότι ουδέποτε ανέφερε ότι το συμβόλαιο ακυρώθηκε παρά μόνο ότι το συμβόλαιο τερματίζεται με τη λήξη των 30 ημερών μετά την ημερομηνία καταβολής του ασφαλίστρου και ο τρόπος επαναφοράς του είναι με την προσκόμιση στοιχείων ασφαλισιμότητας και εν προκειμένω με τη δήλωση υγείας. Της υπεβλήθη ότι ο Εναγόμενος δεν είχε λόγο ν’ αποκρύψει την κατάσταση της υγείας του επειδή ήταν ασφαλισμένος και επειδή δεν γνώριζε ότι είχε πρόβλημα υγείας, αλλά η ΜΤ απάντησε ότι το μόνο που η Τριτοδιάδικος γνώριζε ήταν ότι η δήλωση υγείας που υπέγραψε ο Εναγόμενος ήταν αναληθής. Τόνισε δε ότι δεν ήταν παρούσα κατά τις συνομιλίες του Εναγόμενου με το Μάριο Λόντο. Σε υποβολή ότι με την αποδοχή του ασφαλίστρου εκτός της περιόδου χάριτος η Τριτοδιάδικος έχει παραιτηθεί των δικαιωμάτων της και στο ότι η απόφαση να μην καλύψουν τον Εναγόμενο είναι εκ των υστέρων σκέψη, η ΜΤ ανέφερε ότι οι ορισμοί του ασφαλιστηρίου είναι ξεκάθαροι.
(γ) Αγορεύσεις
Με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των διαδίκων παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις. Από την πλευρά της Τριτοδιαδίκου η ευπαίδευτη συνήγορος της θέτει τρία ζητήματα που κατά τη γνώμη της, το Δικαστήριο θα πρέπει ν’ απαντήσει: κατά πόσο υπήρχε ασφάλιση σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο, κατά πόσο υπήρχε παράβαση του καθήκοντος ύψιστης πίστης εκ μέρους Εναγόμενου και κατά πόσο ο Εναγόμενος παραιτήθηκε από οποιοδήποτε δικαίωμά του να αξιώνει οποιοδήποτε ποσό. Ως προς τα σχετικά γεγονότα η δικηγόρος αναφέρει ότι ο Εναγόμενος παραδέχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το Τεκμήριο 10 το υπέγραψε μετά την αποχώρησή του από την επίσκεψη στον Ενάγοντα 2. Εκ του γεγονότος και δεδομένου ότι ο Εναγόμενος αναγνώρισε το Τεκμήριο 10 και το περιεχόμενό του προκύπτει ότι ο Εναγόμενος γνώριζε κατά την υπογραφή του ότι θα υποβαλλόταν σε επέμβαση και παρά ταύτα δεν αποκάλυψε αυτό προς την Τριτοδιάδικο. Πέραν των πιο πάνω αναφέρεται και στο Τεκμήριο 11 στο οποίο, κατά τη δικηγόρο, ο ιατρός του Εναγόμενου αναφέρει ότι τον επισκέφθηκε πριν από μια βδομάδα, δηλαδή προτού ο Εναγόμενος υπογράψει το Τεκμήριο 12. Κατά τη δικηγόρο η πληρωμή των καθυστερημένων ασφαλίστρων για τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του 2012 με διαφορά τεσσάρων ημερών έγινε ακριβώς επειδή ο Εναγόμενος γνώριζε περί της ανάγκης να υποβληθεί σε επέμβαση και ενήργησε δόλια. Σύμφωνα με την πρακτική της Εταιρείας, όπως τη μετέφερε η ΜΤ στο Δικαστήριο, μετά την εκπνοή της περιόδου χάριτος, το ασφαλιστήριο επαναφερόταν με πληρωμή του ασφαλίστρου και με την υπογραφή σχετικής δήλωσης υγείας από τον Εναγόμενο. Προκειμένου να επαναφερθεί το ασφαλιστήριο η Τριτοδιάδικος βασίστηκε στις δηλώσεις του Εναγόμενου.
Η δικηγόρος παραπέμπει σε νομικά συγγράμματα και Νομολογία και εισηγείται ότι σε ασφαλιστήρια όπως το επίδικο, σε περίπτωση τερματισμού λόγω μη πληρωμής ασφαλίστρου, δεν χωρούν απαιτήσεις εκτός και εάν εκπληρωθούν οι προϋποθέσεις επαναφοράς. Παρά την κατ’ εξακολούθηση αποδοχή των ασφαλίστρων με καθυστέρηση από την Τριτοδιάδικο, τούτο γινόταν πάντοτε υπό την προϋπόθεση της υπογραφής δήλωσης υγείας και συνεπώς η αποδοχή δεν μπορεί να θεωρηθεί γενική παραίτηση των δικαιωμάτων της Τριτοδιαδίκου ν’ απαιτεί εμπρόθεσμη πληρωμή των ασφαλίστρων. Επιπρόσθετα, η δικηγόρος αναφέρει ότι ο Εναγόμενος παρέβηκε το καθήκον του να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μετά τη σύναψη του ασφαλιστηρίου όπως το καθήκον αυτό προκύπτει τόσο από τις γενικές αρχές του θέματος αλλά και από τον όρο 31 του Τεκμηρίου 1. Συνεπώς το ασφαλιστήριο, προχωρεί και ισχυρίζεται, κατέστη ακυρώσιμο κατ’ επιλογή του ασφαλιστή. Κλείνοντας, η ευπαίδευτη συνήγορος εγείρει το ζήτημα της παραίτησης των δικαιωμάτων του Εναγόμενου όπως προκύπτει μέσα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 10 καθώς και πραγματεύεται τη νομική ισχύ των χαριστικών πληρωμών η οποία, ως ισχυρίζεται, δεν είναι δεσμευτική για την Τριτοδιάδικο.
Εξ αντιθέτου ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου εισηγείται ότι η πλευρά που εκπροσώπησε κατά τη δίκη απέδειξε όλα τα στοιχεία που συνθέτουν την απαίτησή της. Δηλαδή ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο το ασφαλιστήριο έγγραφο ήταν σε ισχύ και ουδέποτε ακυρώθηκε ή τερματίστηκε από την Τριτοδιάδικο, ότι ο Εναγόμενος κατέβαλλε τα ασφάλιστρα έστω και με καθυστέρηση και τούτο ήταν αποδεκτό από την Τριτοδιάδικο, ότι συνάντησε για πρώτη φορά τον Ενάγοντα 2 στις 16.7.12 και ότι λάμβανε διαβεβαιώσεις ότι η Τριτοδιάδικος θα κάλυπτε την απαίτησή του, αλλά και ότι αφενός ουδέποτε πριν την Αγωγή η Τριτοδιάδικος επικαλέστηκε τις δηλώσεις υγείας ως λόγο για μη πληρωμή και αφετέρου ότι η πληρωμή που έγινε εκ μέρους της Τριτοδιαδίκου ήταν γι’ αυτήν δεσμευτική. Αναφορικά με την μαρτυρία της ΜΤ, ο συνήγορος εισηγείται ότι ήταν ευνοϊκή για τον Εναγόμενο, μια και μέσα από αυτή επιβεβαιώθηκε το βάσιμο της απαίτησης του Εναγόμενου ενώ ουδέποτε παρουσιάστηκε οποιοσδήποτε όρος του ασφαλιστηρίου με τον οποίο να φαίνεται η ακυρότητα ή ο τερματισμός του, αλλ’ ούτε μαρτυρία ότι ο Εναγόμενος είχε πρόβλημα υγείας πριν την επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε. Εισηγείται καταληκτικά ότι όποιες μικροαντιφάσεις στη μαρτυρία του Εναγόμενου δεν είναι ικανές να την κλονίσουν.
4. Αξιολόγηση μαρτυρίας
Αξιολογώ την ενώπιον μου μαρτυρία έχοντας κατά νου τις καλά καθιερωμένες αρχές που προκύπτουν μέσα από τη σχετική επί του θέματος Νομολογία[2]. Η αξιολόγηση έχει χαρακτηριστεί ως «θεμελιακό στάδιο» που πρέπει να «αναδύεται» με «πειστική αιτιολογία για τις επιλογές του Δικαστηρίου, αιτιολογία που δεν εξαντλείται στην εντύπωση που αφήνει ένας μάρτυρας αλλά δέον να γίνεται σε συνάρτηση με την υφή της διαφοράς, τα σημαντικά τεκμήρια και, την κατά το δυνατόν, αντιπαραβολή των εκατέρωθεν θέσεων. Ακολουθεί η εξαγωγή ευρημάτων και η υπαγωγή τους σε νομική βάση, εφόσον χρειάζεται». «Εάν όμως προκύπτει ότι τα γεγονότα της υπόθεσης δεν είναι αμφισβητούμενα (εξ αρχής δια των δικογράφων ή δια του χειρισμού κατά την ακρόαση ή δια σχετικών δηλώσεων), τότε, βεβαίως δεν είναι αναγκαίο να ακολουθηθεί αυστηρώς η πιο πάνω πορεία»[3]. Λαμβάνονται συνεπώς υπόψη, ως χαρακτηριστικά διαχρονικά αναφέρεται στη σχετική Νομολογία, «η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητά του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει [...]». Υπενθυμίζονται αφενός η εξουσία του Δικαστηρίου να αποδεχτεί μέρος ή όλη τη μαρτυρία ενός μάρτυρα[4], νοουμένου ότι η επιλογή του Δικαστηρίου αιτιολογείται[5] και αφετέρου το καθήκον συσχετισμού, αντιπαραβολής και διερεύνησης της μαρτυρίας με την «αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων» χωρίς μικροσκοπική κρίση η απομόνωση των λεγόμενων των μαρτύρων από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας[6].
(α) Αξιολόγηση μαρτυρίας Εναγόμενου
Κατά τη μαρτυρία του - και κυρίως κατά την αντεξέτασή του – ο Εναγόμενος έδειχνε εμφανώς ενοχλημένος με την απόφαση της Τριτοδιαδίκου να μην καλύψει τα έξοδα της επέμβασης στην οποία υπεβλήθη και τη γενική εξέλιξη των γεγονότων και σε αρκετές ερωτήσεις που του έγιναν, αντί ευθείας απάντησης, έθετε ο ίδιος δικές του ερωτήσεις και έδειχνε εκνευρισμένος. Η στάση του στο εδώλιο όμως, εν προκειμένω, δεν είναι ο σημαντικότερος λόγος που η γενικότερη εντύπωση που μου άφησε δεν ήταν η καλύτερη. Τούτο συνέβηκε επειδή, ενώ κατά την κυρίως εξέτασή του, η μαρτυρία του κινήθηκε πιστά στις γραμμές του δικογράφου του, η αντεξέτασή του ανέδειξε ορισμένες ασάφειες αναφορικά με το χρόνο κατά τον οποίο αφενός επισκέφθηκε πρώτη φορά τον Ενάγοντα 2 και αφετέρου κατά το χρόνο που εκδηλώθηκαν συμπτώματα που σχετίζονταν με την πάθηση που τον οδήγησε να υποβληθεί σε επέμβαση. Ειδικότερα, αντιμέτωπος με το Τεκμήριο 11, ο Εναγόμενος παρά την αρχική του θέση ότι γνώρισε τον Ενάγοντα 2 για πρώτη φορά μόλις στις 16.7.12, ζήτημα που φρόντισε να το αναδείξει τόσο στο δικόγραφο όσο και στη μαρτυρία του, ουσιαστικά κατέληξε ότι δεν θυμόταν ούτε πότε ένιωσε πρώτη φορά συμπτώματα, δεχόμενος όμως ότι χρονολογούνταν, ούτε εάν η εξέτασή του από τον Ενάγοντα 2 έγινε πράγματι στις 16.7.12. Επίσης, όσον αφορά τα Τεκμήρια 10 και 12, η μαρτυρία του Εναγόμενου κρίνω ήταν επίσης ασαφής. Ενώ στην αρχή της αντεξέτασής του ανέφερε ότι στις 16.7.12 κατέβαλε το ασφάλιστρο στον Μάριο Λόντο μετά που επισκέφθηκε τον Ενάγοντα 2, έπειτα ανέφερε ότι δεν θυμόταν ούτε πότε έγινε η πληρωμή, ούτε το χρόνο υπογραφής του Τεκμηρίου 10. Δεν μπορώ συνεπώς να αποδεχθώ τη μαρτυρία του Εναγόμενου αναφορικά με το χρόνο κατά τον οποίο επισκέφθηκε πρώτη φορά των Ενάγοντα 2, ούτε αναφορικά με το χρόνο που ισχυρίστηκε ότι ένιωσε πρώτη φορά τα συμπτώματα της πάθησης που τον οδήγησαν εν τέλει στο χειρουργείο. Μπορώ όμως ν’ αποδεχθώ τα όσα ο Εναγόμενος ανέφερε και τα οποία ουσιαστικά επιβεβαιώθηκαν και από το αποδεκτό μέρος της μαρτυρίας της ΜΤ, το οποίο πραγματεύομαι αμέσως πιο κάτω αλλά και όσα συνάντησαν έρεισμα στα μη αμφισβητούμενα γεγονότα και στα κοινώς αποδεκτά Τεκμήρια.
(β) Αξιολόγηση μαρτυρίας Τριτοδιαδίκου
Η ΜΤ απαντούσε στις ερωτήσεις που τις υποβλήθηκαν ευθέως και χωρίς δισταγμό. Αν και δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση άξια αναφοράς - παρά την μακρά αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Εναγόμενου - η αναφορές της στους όρους του Τεκμηρίου 1 ήταν γενικές, αλλά και σε αρκετές περιπτώσεις δεν έβρισκαν έρεισμα στο ίδιο το κείμενο του Τεκμηρίου 1, το οποίο επανειλημμένα επικαλείτο. Ως διαφάνηκε, η ΜΤ, είχε την τάση πότε να αναφέρεται σε, κατ’ ισχυρισμό, ακολουθητέα πρακτική της Τριτοδιαδίκου και πότε στους όρους του Τεκμηρίου 1, χρησιμοποιώντας την πρακτική και τα διαλαμβανόμενα στο Τεκμήριο 1 ως, ουσιαστικά, εναλλάξιμους όρους, επιμένοντας όμως παράλληλα ότι οι όροι του Τεκμηρίου 1 ήταν ξεκάθαροι. Συγκεχυμένες ήταν και οι θέσεις της αφενός αναφορικά με τη διαδικασία τερματισμού και ακύρωσης ή ακυρωσιμότητας του ασφαλιστηρίου συμβολαίου και αφετέρου αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους η Τριτοδιάδικος επέλεξε να χειριστεί την απαίτηση που υπεβλήθη από τον Εναγόμενο με τον τρόπο που έπραξε, δηλαδή ν’ αποστείλει από τη μια το Τεκμήριο 4, επικαλούμενη ότι το περιστατικό εμπίπτει στις εξαιρέσεις του συμβολαίου και το Τεκμήριο 5 με το οποίο αναφέρει ότι ο λόγος απόρριψης οφειλόταν στη μη πληρωμή του ασφαλίστρου και στην παύση του ασφαλιστηρίου ενώ δικογραφικά να προωθήσει ισχυρισμούς περί δόλου και μη αποκάλυψης. Υπενθυμίζω ότι κατά την κυρίως εξέτασή της η θέση που προώθησε ήταν ότι το υπό εκδίκαση περιστατικό δεν ενέπιπτε στις εξαιρέσεις του Τεκμηρίου και ότι ο λόγος άρνησης της Τριτοδιαδίκου να καλύψει την απαίτηση έγκειτο στην μη αποκάλυψη από μέρους του Εναγόμενου. Συγκεχυμένη επίσης ήταν και μαρτυρία της αναφορικά με τις νομικές επιπτώσεις ή συνέπειες που ενείχαν οι, κατ΄ ισχυρισμό πράξεις ή παραλείψεις του Εναγόμενου κατά τα επίδικα γεγονότα, και η επίδραση αυτών στα δικαιώματα της Τριτοδιαδίκου, αλλά κυριότερα όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο η Τριτοδιάδικος αντιμετώπισε και μεταχειρίστηκε τον ασφαλιστική κάλυψη που παρείχε στον Εναγόμενο.
Εκτενέστερη ανάλυση αναφορικά με τα όσα η ΜΤ πρόβαλε σε σχέση με το Τεκμήριο 1 γίνεται πιο κάτω. Εν όψει των πιο πάνω μπορώ ν’ αποδεχθώ μερικώς τη μαρτυρία της ΜΤ, δηλαδή ως προς τα απλά γεγονότα τα οποία παρέθεσε στο Δικαστήριο, αλλά δεν μπορώ να την αποδεχθώ στα σημεία που αυτή επεκτάθηκε στην ερμηνεία του Τεκμηρίου 1, στην αποτίμηση και χαρακτηρισμό των ενεργειών των διαδίκων και σε νομικής φύσεως ζητήματα με τα οποία το Δικαστήριο θα ασχοληθεί πιο κάτω.
(γ) Τεκμήριο 11
Στο στάδιο της αντεξέτασης του Εναγόμενου κατατέθηκε το Τεκμήριο 11 και ο Εναγόμενος αντεξετάστηκε επ’ αυτού. Η εκδοχή που προωθήθηκε από τη δικηγόρο της Τριτοδιαδίκου ήταν ότι, βάσει των όσων αναγράφονται στο Τεκμήριο 11 το οποίο ήταν έγγραφο που συμπλήρωσε και υπέγραψε ο Ενάγοντας 2, ο ίδιος δεν επισκέφθηκε τον Ενάγοντα 2 στις 16.7.12 για πρώτη φορά, αλλά μια βδομάδα πριν τις 18.7.12, δηλαδή στις 11.7.12, αλλά και ότι τα συμπτώματα που ένιωσε ο Εναγόμενος χρονολογούνταν.
Αναφορικά με το ζήτημα των συμπτωμάτων ο Εναγόμενος ανέφερε ότι ένιωθε κάποιες ενοχλήσεις από 2 – 3 μήνες προηγουμένως αλλά ότι δεν ήξερε τι ήταν και παράλληλα αμφισβήτησε την εκδοχή που αφορούσε την ημερομηνία κατά την οποία επισκέφθηκε το Ενάγοντα 2 για πρώτη φορά. Σε σχέση με το χρόνο και τις συνθήκες υπό τις οποίες το εν λόγω έγγραφο ετοιμάστηκε και αποστάληκε στην Τριτοδιάδικο, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι ήταν εγχειρισμένος και δεν κοίταζε τι έκανε ο γιατρός του. Αν και το Τεκμήριο 11 κατατέθηκε ως κανονικό τεκμήριο χωρίς ένσταση, τούτο δεν σημαίνει και ότι η πλευρά του Εναγόμενου αποδέχθηκε και το περιεχόμενό του[7]. Αντίθετα ο Εναγόμενος δεν αποδέχθηκε, ούτε φάνηκε να γνώριζε το περιεχόμενό του. Είναι επίσης προφανές ότι το Τεκμήριο 11 αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία, μια και είναι έγγραφο το οποίο κατ΄ ισχυρισμό ετοιμάστηκε από τον Ενάγοντα 2 και κατατέθηκε στο πλαίσιο της αντεξέτασης του Εναγόμενου από τη δικηγόρο της Τριτοδιαδίκου, η οποία υπέβαλλε θέσεις στον Εναγόμενο στη βάση του. Η δε μαρτυρία της ΜΤ όσων αναφορά στο Τεκμήριο 11 επικεντρώθηκε στην ημερομηνία και ώρα που εκείνο αποστάληκε και παραλήφθηκε. Ως εξ ακοής μαρτυρία, το Τεκμήριο 11, δεν αποκλείστηκε από το να κατατεθεί, αλλά αναλόγως αξιολογείται, στη βάση του Άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 αλλά και σύμφωνα με τις Νομολογιακές επί του θέματος αρχές[8]. Ο λόγος που ο Ενάγων 2, ο οποίος κατ’ ισχυρισμό συνέταξε το Τεκμήριο 11, δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν αναφέρθηκε από την πλευρά της Τριτοδιαδίκου η οποία προσκόμισε και το έγγραφο. Η μη παρουσία του συντάκτη όμως, αναμφίβολα, δεν επέτρεψε στην πλευρά του Εναγόμενου να τον αντεξετάσει επί του περιεχομένου του εν λόγω Τεκμηρίου και δη επί των καίριων ζητημάτων αφενός της ημερομηνίας κατά την οποία ο Εναγόμενος έτυχε εξέτασης για πρώτη φορά από τον Ενάγοντα 2 και αφετέρου τη σημασία του χρόνου που ο Εναγόμενος ένιωσε ενοχλήσεις σε σχέση με το περιστατικό που τον οδήγησε στην εξέταση και έπειτα στην χειρουργική επέμβαση. Παρά το γεγονός ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι το Τεκμήριο 11 αποστάληκε από τον Ενάγοντα 2 προς την Τριτοδιάδικο και συνεπώς θα μπορούσα να καταλήξω ότι είναι πρώτου βαθμού εξ ακοής μαρτυρία, η μη επεξήγηση του λόγου για τον οποίο δεν προσήλθε ο συντάκτης του ως μάρτυρας και η επακόλουθη αποστέρηση του δικαιώματος της πλευράς του Ενάγοντος ν’ αντεξετάσει αυτόν επί των ζητημάτων που προωθήθηκαν μέσω υποβολών από τη συνήγορο της Τριτοδιαδίκου, με οδηγούν στο να καταλήξω ότι δεν πρέπει να αποδοθεί βαρύτητα στο εν λόγω Τεκμήριο.
5. Παραδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα
Προτού προβώ σε ευρήματα, τα οποία βασίζονται στην αποδεκτή ενώπιον μου μαρτυρία, όπως με τη σειρά της προκύπτει από την προηγηθείσα αξιολόγηση, παραθέτω τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και όσα δεν έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης[9] κατά τη δίκη. Σύμφωνα με τη Νομολογία «η απόδειξη μέσω των δικογράφων ή των παραδοχών του αντιδίκου συνιστά παραδεκτός τρόπος απόδειξης ισχυρισμών»[10].
Από τη δικογραφία ήταν παραδεκτά ότι οι Ενάγοντες εξέδωσαν δύο τιμολόγια για τα ποσά των €113 και €2097,57 αντίστοιχα, ότι το έντυπο απαίτησης με τα απαραίτητα ιατρικά στοιχεία υποβλήθηκαν στην Τριτοδιάδικο προς εξέταση και για πληρωμή και η Τριτοδιάδικος με επιστολές της ημερομηνιών 23.7.12 και 24.7.12 αντίστοιχα ενημέρωσε τους Ενάγοντες και τον Εναγόμενο επίσης αντίστοιχα ότι δεν αναλαμβάνει την υποχρέωση κάλυψης των εξόδων νοσηλείας του Εναγόμενου. Κατά τη δίκη, ως προαναφέρθηκε, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι κατά το χρόνο υπογραφής της αίτησης ασφάλισης υγείας από τον Εναγόμενο προς την Τριτοδιάδικο, ο Μάριος Λόντος ήταν ο ασφαλιστής του Εναγόμενου.
Χωρίς αμφισβήτηση παρέμειναν και το ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που συνάφθηκε μεταξύ Εναγόμενου και Τριτοδιαδίκου ήταν το Τεκμήριο 1 και το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 12.10.10, στη βάση του Τεκμηρίου 2 και ότι η πάθηση και γενικά η επέμβαση στην οποία ο Εναγόμενος υπεβλήθη δεν ενέπιπτε στη εξαιρέσεις του Τεκμηρίου 1. Δεν αμφισβητήθηκε επίσης ότι στο Τεκμήριο 1 και συγκεκριμένα στο Μέρος που αναφέρεται Παροχές Προσαρτήματος Ευρείας Νοσοκομειακής Περίθαλψης – MediΣυν, προβλέπεται ότι ισχύει απαλλαγή ύψους €850.
Αδιαμφησβήτητα παρέμειναν επίσης και ότι ο Εναγόμενος κατ’ εξακολούθηση – ως αναλύεται με περισσότερη λεπτομέρεια πιο κάτω – πλήρωνε τα μηνιαίως πληρωτέα προς την Τριτοδιάδικο ασφάλιστρα με καθυστέρηση και συνήθως μετά τη λήξη της περιόδου χάριτος των 30 ημερών που προβλεπόταν από το Τεκμήριο 1, ότι η Τριτοδιάδικος δεν απέστειλε οποιαδήποτε επιστολή προς τον Εναγόμενο αναφέροντάς του ότι το ασφαλιστήριο έγγραφο τερματίστηκε και ότι θα ακολουθείτο διαδικασίας επαναφοράς και ότι ο Εναγόμενος εξακολουθούσε να καταβάλλει ασφάλιστρα στην Τριτοδιάδικο μέχρι και την 22.4.2013, τα οποία αφορούσαν τη δόση για το Φεβρουάριου του έτους 2013.
Τέλος, ούτε το γεγονός της υποβολής του Εναγόμενου σε επέμβαση κήλης από τον Ενάγοντα 2 στην κλινική των Εναγόντων 1 στις 18.7.12, ούτε ότι η Τριτοδιάδικος απέστειλε τα Τεκμήρια 4 και 5 στους Ενάγοντες 1 και ο δικηγόρος του Εναγόμενου το Τεκμήριο 6 στην Τριτοδιάδικο, αλλ’ ούτε ότι η Τριτοδιάδικος κατέβαλε στους Ενάγοντες το ποσό των €1325.79, έτυχαν οποιασδήποτε αμφισβήτησης.
6. Ευρήματα Δικαστηρίου
Εν όψει των πιο πάνω αλλά και των μη αμφισβητούμενων γεγονότων στην υπόθεση καθώς και της αξιολόγησης της μαρτυρίας προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα επί των γεγονότων:
Εναγόμενος και Τριτοδιάδικος συνήψαν στις 12.10.12 το Τεκμήριο 1, δηλαδή το ασφαλιστήριο έγγραφο με αριθμό 36578 στη βάση του Τεκμηρίου 2, δηλαδή της Αίτησης Ασφάλειας Ζωής της ίδιας μέρας. Μέρος του Τεκμηρίου 1 ήταν και σχετικό προσάρτημα παροχής του σχεδίου Ευρείας Νοσοκομειακής Κάλυψης της Τριτοδιαδίκου «Mediσυν». Το ασφαλιστήριο έγγραφο προνοούσε για απαλλαγή της Τριτοδιαδίκου ύψους €850, σε περίπτωση απαίτησης από τον ασφαλισμένο.
Κατά το χρόνο υπογραφής του Τεκμηρίου 2 από τον Εναγόμενο προς την Τριτοδιάδικο, ο Μάριος Λόντος ήταν ο ασφαλιστής του Εναγόμενου.
Στις 12.7.12 ο Εναγόμενος υπέγραψε τη Δήλωση Υγείας, Τεκμήριο 12 και πλήρωσε το ασφάλιστρο για το μήνα Μάιο του ίδιου έτους, ενώ στις 16.7.12 ο Εναγόμενος υπέγραψε τη Δήλωση Υγείας το Τεκμήριο 10 και πλήρωσε το ασφάλιστρο για το μήνα Ιούνιο, πάλι του ίδιου έτους.
Στις 18.7.12 ο Εναγόμενος υπεβλήθη σε χειρουργική επέμβαση κήλης με το πέρας της οποίας ο Ενάγοντας 2 συμπλήρωσε το Τεκμήριο 11 και αυτό αποστάληκε στην Τριτοδιάδικο.
Οι Ενάγοντες εξέδωσαν δύο τιμολόγια για τα ποσά των €113 και €2097,57, ενώ το συνολικό ποσό των εξόδων νοσηλείας ανέρχετο στο ποσό των €4351,47.
Η χειρουργική επέμβαση στην οποία υπεβλήθη ο Εναγόμενος δεν ενέπιπτε στις εξαιρέσεις του ασφαλιστηρίου συμβολαίου Τεκμηρίου 1. Η Τριτοδιάδικος στις 23.7.12 απέστειλε το Τεκμήριο 4 στους Ενάγοντες 1 ενημερώνοντάς τους ότι δεν αναλαμβάνει την υποχρέωση κάλυψης των εξόδων νοσηλείας του Εναγόμενου, επικαλούμενη ότι το περιστατικό εμπίπτει στις εξαιρέσεις του συμβολαίου. Στις 24.7.12 η Τριτοδιάδικος απέστειλε στον Εναγόμενο επιστολή με την οποία του κοινοποίησε ότι δεν μπορούσε να ικανοποιηθεί η απαίτησή του επειδή, σύμφωνα με τους όρους του το Ασφαλιστήριο παύει να υφίσταται στην περίπτωση που δεν καταβληθούν τα οφειλόμενα ασφάλιστρα μέχρι την λήξη της περιόδου χάριτος. Στις 21.6.13 οι δικηγόροι του Εναγόμενου απέστειλαν επιστολή προς την Τριτοδιάδικο απαιτώντας κάλυψη των εξόδων και προειδοποιώντας για τη λήψη μέτρων σε περίπτωση λήψης μέτρων από τους Ενάγοντες εναντίον του Εναγόμενου.
Τουλάχιστον μεταξύ της 12.1.2012 και της 22.4.2013 και ενώ τα ασφάλιστρα που προβλέπονταν στο Τεκμήριο 1 ήταν πληρωτέα σε μηνιαία βάση και προκαταβολικά, ο Εναγόμενος κατέβαλλε τα ασφάλιστρα με καθυστέρηση και πάντοτε μετά τη λήξη της περιόδου χάριτος των 30 ημερών που προβλεπόταν στο Τεκμήριο 1. Το τελευταίο δε ασφάλιστρο αφορούσε την πληρωτέα δόση ημερομηνίας 12.2.13.
Στις 4.1.13, η Τριτοδιάδικος κατέβαλε απευθείας στους Ενάγοντες το ποσό των €1325,79 το οποίο αντιστοιχούσε στο ήμισυ του συνόλου των εξόδων νοσηλείας από τον Εναγόμενο αφαιρουμένου και το ποσού απαλλαγής των €850 που προνοούνταν από το Τεκμήριο 1.
Επισημαίνω ότι εν όψει της αξιολόγησης της μαρτυρίας δεν μπορώ να προβώ σε σχετικά ευρήματα αναφορικά με το χρόνο που ο Εναγόμενος πρώτη φορά επισκέφθηκε τον Ενάγοντα 2 και αναφορικά με το χρόνο που εκδήλωσε συμπτώματα που τον οδήγησαν να υποβληθεί στην χειρουργική επέμβαση.
Επιπρόσθετα σημειώνω ότι, πέραν των πιο πάνω ευρημάτων, προβαίνω πιο κάτω σε περαιτέρω ευρήματα και καταλήγω σε συμπεράσματα κατόπιν σχετικής ανάλυσης. Θα παραθέσω πρώτα όμως τη γενική νομική πτυχή.
7. Νομική πτυχή γενικά
Σε πολιτικές αγωγές, όπως η παρούσα, ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι[11]. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης, προσκόμισε ικανοποιητική μαρτυρία ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι[12]. Το γενικό βάρος δεν πρέπει όμως να συγχέεται με το αποδεικτικό βάρος απόδειξης. Το πρώτο είναι πάντοτε στους ώμους του Ενάγοντα και δεν μεταφέρεται, εκτός και εάν ή όπου υπάρχει διαφορετική πρόνοια. Ως προς το ειδικό βάρος απόδειξης, αυτό υποδηλώνει το βάρος που έχει ένας διάδικος να παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία για την υποστήριξη ενός επίδικου θέματος ή ενός θέματος που είναι σχετικό, έτσι ώστε το δικαστήριο να καλέσει την άλλη πλευρά να απαντήσει. Η απόσειση του βάρους απόδειξης συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη από το Δικαστήριο[13].
Στην υπό κρίση περίπτωση καθήκον του Εναγόμενου ήταν να παρουσιάσει μαρτυρία αναφορικά με την ισχύ του Ασφαλιστηρίου, την επίδικη πάθηση για την οποία οδηγήθηκε στην υποβολή της χειρουργικής επέμβασης και ότι τούτη δεν ενέπιπτε στις εξαιρέσεις του.
Υπενθυμίζεται η αρχή ότι η έκδοση του ασφαλιστηρίου δημιουργεί τεκμήριο ότι όλα έγιναν σωστά[14] και σε περίπτωση που ο ασφαλιστής επικαλείται ότι ο ασφαλισμένος παρέβηκε όρους του συμβολαίου ή προέβη σε απόκρυψη ή ψευδή παράσταση ουσιώδους γεγονότος, τότε ο ίδιος ο ασφαλιστής φέρει το ανάλογο βάρος ν’ αποδείξει τους ισχυρισμούς του[15].
Αναφορικά με το τι απαιτείται να αποδειχθεί σε περίπτωση έγερσης υπεράσπισης μη αποκάλυψης, στο σύγγραμμα McGillivray on Insurance Law, 14η έκδοση, παράγραφος 17-029, συναντούμε το ακόλουθο απόσπασμα:
«To succeed in a defence of non-disclosure the insurer must prove not only that the insured failed to disclose a material fact but also that the non-disclosure induced the making of the contract in the sense that he would not have made the same contract if he had known the matters in question. This means that the non-disclosure must have been an effective cause of the underwriter making the contract on the terms agreed, but it need not have been the sole cause. The insurer must establish that, had he known the undisclosed circumstances, he would not have concluded it either on the same terms or at all. If he would have made the same contract, the non-disclosure cannot have made a difference».
Ενώ στο σύγγραμμα General Principles of Insurance του E.R. Hardy Ivamy, 4η έκδοση, μεταξύ στις σελίδες 194 και 195 αναφέρονται τα εξής:
«1 What Must be Proved
When the insurers seek to avoid the policy, the facts which they will have to prove will vary according to whether they wish to establish non-disclosure or misrepresentation, and whether there is an express stipulation in the contract on this matter.
a Non-disclosure
Where non-disclosure is alleged the insurers must prove:
i That the fact not disclosed was material;
ii That it was within the knowledge of the assured; and
iii That it was not communicated to them.
b Misrepresentation
In the case of fraudulent or innocent misrepresentation it must be shown:
i That the statement alleged to have been made was inaccurate;
ii That the statement relates to a material fact;
iii That, in the case of fraud, the assured knew the statement to be false, or did not believe it to be true, or made it recklessly, not caring whether it was true or false; or, in the case of innocent misrepresentation, ought to have known the truth; and
iv That the statement was made by the assured or by his agent.
c Where there is an Express Stipulation
Where the ground of avoidance is a breach of a condition relating to non-disclosure or mis-statement the insurers are required to show:
i That by express stipulation, the duty of disclosure is made contractual;
ii That the non-disclosure or mis-statement alleged to have been made is a breach of duty as defined in the stipulation; and
iii That the assured was guilty of the alleged non-disclosure or made the alleged mis-statement.»
Ως προς την επίδραση της μη αποκάλυψης από μέρους του ασφαλισμένου και των επακόλουθων ενεργειών των συμβαλλομένων στα δικαιώματά τους, στις παραγράφους 17-030, 17-095 και 17-096 του συγγράμματος McGillivray (βλ. ανωτέρω) αναφέρονται τα εξής:
17-030 «If the insured has failed in his duty of making full disclosure, the insurer may, on discovering the full facts, elect to avoid the contract of insurance, and he may do so either before or after a loss has occurred. The contract cannot therefore be said to be automatically avoided by non-disclosure; it remains in force until avoided by the insurer. The exercise of the insurer’s right does not depend upon his ability to make restitution. Unless there has been wilful or fraudulent concealment on the part of the insured, the premiums paid are returnable, but the basis for such recovery is not equitable restitution but quasi-contractual. Non-disclosure does not confer a remedy in damages, and there is high appellate authority that avoidance is the insurer’s sole remedy. Dicta that the insurer may simply raise non-disclosure as a defence to a claim without avoiding the contract of insurance cannot stand with these statements of principle*»
17-095 «[…] Waiver may, however, arise at a much later stage and after the inception of the policy. The insurers may expressly waive a non-disclosure by the insured when they learn of it, in which case they cannot later change their minds and attempt to use it as a pretext for avoiding the policy. Even if the insurers do not themselves have the actual intention to affirm the contract of insurance by waiving the insured’s breach of the duty of disclosure, they will be deemed in law to have done so if their representations or conduct upon discovery of the undisclosed facts fairly convey to the insured the impression that it is not their intention to exercise their right to avoid the contract, since they will then be estopped from so doing later*»
17-096 «An insurer is said to waive the right to avoid a contract of insurance when, with knowledge of the facts entitling him to avoid it, he elects to continue it and so affirms it. The principles governing affirmation were recently reviewed by Mance J in Insurance Corp of the Channel Islands v Royal Hotel Ltd. They may be summarised as follows:
1. The insurer must have actual knowledge of the facts not disclosed prior to contract*. Constructive knowledge is insufficient.
2. He must also know that non-disclosure creates a right to avoid*.
3. He has a reasonable time in which to decide what to do, but is not entitled to suspend performance of the contract while making up his mind whether to avoid*.
4. Unless the insured has deliberately made itself uncontactable there must be an unequivocal communication to the insured by words or conduct that the insurer has made an informed choice to affirm the contract.
5. Whether such a communication is found depends upon whether a reasonable person in the position of the insured, and with its knowledge, would have appreciated that the insurers were making that unequivocal and informed choice. In particular, mere delay or inactivity does not demonstrate an intention to waive the insured’s breach of duty but it will affect the insurer’s position if the insured is prejudiced by it or is led to believe that the delay is explicable only on the basis that the insurer is affirming the policy.
6. Failure to return the premium is not per se a waiver of the right to avoid for non-disclosure. But refusal to pay a claim while not declaring avoidance and making a return of premium is evidence of an intent to affirm the contract*. Payment of an interim loss with knowledge of an undisclosed previous conviction has constituted waiver. Acceptance of a premium or the grant of an extension of cover after receiving knowledge of a non-disclosure is good evidence of waiver, and giving instructions to the insured concerning the subject-matter of the insurance would usually be so too. The issue of an unequivocal notice of cancellation pursuant to a cancellation clause in the contract can constitute an affirmation if given at a time when insurers know that they have a right to avoid for non-disclosure. Differing views have been expressed as to whether the exercise of a contractual right to inspect a reinsured’s records can be an affirmation by reinsurers. In short, any kind of conduct by the insurer that leads the insured reasonably to believe that the insurers intend to continue to insure him can ground waiver. When the insured acts in reliance on that belief and refrains from seeking cover elsewhere, the doctrine of promissory estoppel may well additionally debar the insurer from avoiding the insurance*».
*Οι υπογραμμίσεις αμέσως πιο πάνω του Δικαστηρίου.
Ως προς το θέμα της ερμηνείας συμβάσεων παραθέτω τα εξής: Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Θεολόγου κ. α. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νεμεσις Λτδ. (1998) 1 Α.Α.Δ. 407 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε:
«Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δε χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. (Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos (1982) 1 C.L.R. 499). Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο […] Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS [1998] 1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ' αυτόν, για τα συμφωνηθέντα.».
Επίσης στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Σύλλογος "Ανόρθωσης" Αμμοχώστου ν. "Απόλλων" Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λεμεσού (2002) 1 Α.Α.Δ 518, αναφέρθηκε ότι:
«Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου των συμβάσεων, αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων μιας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενό της να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών. Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos (1982) 1 C.L.R. 499 και Θάλεια Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ (1998) 1 Α.Α.Δ. 407»
8. Επίδικα ζητήματα, νομική ανάλυση, περαιτέρω ευρήματα και υπαγωγή ευρημάτων
(α) Κατά πόσο το ασφαλιστήριο ήταν σε ισχύ κατά τον επίδικο χρόνο
Υπενθυμίζω ότι - επί του παρόντος θέματος - η πλευρά του Εναγόμενου ισχυρίστηκε αφενός η Τριτοδιάδικος αποδεχόταν, χωρίς διαμαρτυρία, όλα τα πληρωτέα ασφάλιστρα με καθυστέρηση και αφετέρου ότι το ασφαλιστήριο έγγραφο ούτε τερματίστηκε, ούτε ακυρώθηκε από πλευράς Τριτοδιαδίκου και συνέχισε να βρίσκεται σε ισχύ και συνεπώς η Τριτοδιάδικος όφειλε να καλύψει την απαίτησή του. Ήταν επίσης θέση του Εναγόμενου ότι η Τριτοδιάδικος δεν τήρησε τους όρους του επίδικου ασφαλιστηρίου. Η πλευρά της Τριτοδιαδίκου ισχυρίστηκε ότι με την πάροδο της περιόδου χάριτος των 30 ημερών που προβλέπεται στον όρο 10 των Γενικών Όρων του Τεκμηρίου 1 το ασφαλιστήριο τερματίζεται αυτόματα και επαναφέρεται νοουμένου ότι ο ασφαλισμένος, εν προκειμένω ο Εναγόμενος, εξοφλήσει το ασφάλιστρο και δώσει στοιχεία ασφαλισιμότητας, δηλαδή την υπογραφή των δηλώσεων υγείας και η επαναφορά τελούσε υπό τον αίρεση της ορθότητας των στοιχείων ασφαλισιμότητας που ζητήθηκαν και λήφθηκαν. Στο δε Τεκμήριο 5 ισχυρίστηκε ότι η μη πληρωμή των ασφαλίστρων καθιστούσαν την ικανοποίηση της απαίτησης αδύνατη.
Εξετάζοντας τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς και προς ευχερέστερη επεξήγηση της ανάλυσης του Δικαστηρίου, απαιτείται, θεωρώ η αναφορά στους όρους του επίδικου Ασφαλιστηρίου. Κρίνω δε σκόπιμη και την αυτούσια παράθεση των όρων στην αρμόζουσα έκταση. Οι εμφάσεις στο κείμενο διατηρήθηκαν από το πρωτότυπο.
Ο όρος 10 των Γενικών Όρων του Τεκμηρίου 1 αναφέρει τα εξής:
10. Προθεσμία καταβολής των ασφαλίστρων
Μετά την πληρωμή του πρώτου ασφαλίστρου ο Συμβαλλόμενος δικαιούται για την πληρωμή του κάθε επόμενου ασφαλίστρου προθεσμία χάριτος τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία οφειλής του χωρίς να υποστεί καμία επιβάρυνση. Μέσα στην προθεσμία χάριτος το Ασφαλιστήριο εξακολουθεί να ισχύει όπως αν επέλθει ασφαλιζόμενος κίνδυνος μέσα στην προθεσμία χάριτος, όλα τα ληξιπρόθεσμα ασφάλιστρα θα αφαιρούνται από το Ασφάλισμα.
Αν ο Συμβαλλόμενος δεν καταβάλει τα καθυστερημένα ασφάλιστρα μέσα στην προθεσμία χάριτος τότε ανάλογα με το κατά πόσο από την Ημερομηνία Ισχύος του Ασφαλιστηρίου έχει ή όχι καταβάλει ασφάλιστρα για δύο ολόκληρα χρόνια εφαρμόζονται τα ακόλουθα:
Α. Αν ο Συμβαλλόμενος δεν έχει πληρώσει ασφάλιστρα δύο ολόκληρων χρόνων το Ασφαλιστήριο μετατρέπεται σε Ασφαλιστήριο «ελεύθερο περαιτέρω πληρωμών ασφαλίστρων» σύμφωνα με το άρθρο 14.2(στ). Αν όμως το ποσό που προκύπτει μετά- την αφαίρεση οποιωνδήποτε ποσών οφειλόμενων προς την Εταιρεία από την Αξία Εξαγοράς των Μονάδων, που είναι πιστωμένες στο Ασφαλιστήριο κατά την ημερομηνία που η Εταιρεία διενεργεί τον έλεγχο, είναι μικρότερο του ποσού το οποίο η Εταιρεία θα καθορίζει από καιρού εις καιρό για εφαρμογή του εδαφίου Β(β) του άρθρου αυτού τότε το Ασφαλιστήριο θα τερματίζεται αυτόματα κατά την εκπνοή της τελευταίας ημέρας της προθεσμίας χάριτος.
Β. Αν ο Συμβαλλόμενος έχει πληρώσει ασφάλιστρα δύο ολόκληρων χρόνων τότε το Ασφαλιστήριο είτε θα τερματίζεται αυτόματα είτε θα μετατρέπεται σε Ασφαλιστήριο «ελεύθερο περαιτέρω πληρωμών ασφαλίστρων» σύμφωνα με το άρθρο 14.2(στ) είτε θα μετατρέπεται σε Ασφαλιστήριο «αυτόματων πληρωμών ασφαλίστρου» σύμφωνα με το άρθρο 14.2.(ζ) ανάλογα με το ύψος του ποσού που θα προκύπτει μετά την αφαίρεση οποιωνδήποτε ποσών οφειλομένων προς την Εταιρεία από την Αξία Εξαγοράς των Μονάδων που είναι πιστωμένες στο Ασφαλιστήριο κατά την ημερομηνία που η Εταιρεία διενεργεί τον έλεγχο αυτό. Συγκεκριμένα, αν το ποσό που θα προκύπτει:
(α) είναι μεγαλύτερο ή ίσο με το ποσό που η Εταιρεία θα καθορίζει από καιρού εις καιρό για άσκηση της επιλογής μετατροπής του Ασφαλιστηρίου σε Ασφαλιστήριο «αυτόματων πληρωμών ασφαλίστρου» σύμφωνα με το άρθρο 14.2(ζ) το Ασφαλιστήριο θα μετατρέπεται σε Ασφαλιστήριο «αυτόματων πληρωμών ασφαλίστρου»,
(β) είναι μικρότερο του ποσού του εδαφίου (α) αυτού του άρθρου αλλά είναι μεγαλύτερο ή ίσο με το ποσό το οποίο η Εταιρεία θα καθορίζει από καιρού εις καιρό για εφαρμογή αυτού του εδαφίου, τότε το Ασφαλιστήριο θα μετατρέπεται σε Ασφαλιστήριο «ελεύθερο περαιτέρω πληρωμών ασφαλίστρων» σύμφωνα με το άρθρο 14.2(στ).
(γ) είναι μικρότερο από το ποσό που η Εταιρεία θα καθορίζει από καιρού εις καιρό για εφαρμογή του εδαφίου (β) αυτού του άρθρου τότε το Ασφαλιστήριο θα τερματίζεται αυτόματα κατά την εκπνοή της τελευταίας μέρας της προθεσμίας χάριτος.
Για τον υπολογισμό της Αξίας Εξαγοράς οι Μονάδες για σκοπούς του άρθρου αυτού υπολογίζονται με βάση την Τιμή Εξαργύρωσης του κάθε Ταμείου κατά την Ημερομηνία Εκτίμησης που συμπίπτει ή που προηγείται αμέσως της ημερομηνίας κατά την οποία η Εταιρεία διενεργεί τον πιο πάνω έλεγχο.
Σημειώνεται ότι οι όροι 14.2(στ) και 14.2(ζ) του Τεκμηρίου 1, στους οποίους γίνεται παραπομπή στον όρο 10, καθορίζουν τις διαδικασίες μετατροπής του Ασφαλιστηρίου σε «Ασφαλιστήριο ελεύθερο περαιτέρω πληρωμών ασφαλίστρων» και «Ασφαλιστήριο αυτόματων πληρωμών ασφαλίστρων» αντίστοιχα.
Παράλληλα στον όρο 13 των Γενικών Όρων του Τεκμηρίου 1 υπό τον τίτλο «Επαναφορά» αναφέρονται τα εξής:
Αν το Ασφαλιστήριο διακοπεί λόγω μη καταβολής ασφαλίστρων μπορεί να επαναφερθεί σε ισχύ, μέσα σε δύο (2) χρόνια από την ημέρα που έγινε απαιτητό το ασφάλιστρο που δεν εξοφλήθηκε (η περίοδος χάριτος δε λαμβάνεται υπόψη) εφ’ όσον δεν έχει μεσολαβήσει εξαγορά του Ασφαλιστηρίου και συντρέχουν σωρευτικά όλες οι παρακάτω προϋποθέσεις:
(α) Ο Ασφαλιζόμενος είναι δεκτικός ασφάλισης κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης επαναφοράς με βάση τα κριτήρια που ισχύουν τότε και η Εταιρεία εξακολουθεί να συνάπτει το συγκεκριμένο τύπο ασφάλισης για την κάλυψη τόσο της ζωής όσο και των κινδύνων των τυχόν προσαρτημάτων.
(β) Η αίτηση επαναφοράς γίνει δεκτή από την Εταιρεία με γραπτή Πρόσθετη Πράξη. Το Ασφαλιστήριο επανέρχεται σε ισχύ από την ημερομηνία έκδοσης της Πρόσθετης Πράξης.
(γ) Καταβληθούν σε μετρητά όλα τα ασφάλιστρα που δεν καταβλήθηκαν από την ημερομηνία διακοπής μέχρι την ημερομηνία επαναφοράς και πληρωθούν όλες οι υποχρεώσεις που απορρέουν από το Ασφαλιστήριο συμπεριλαμβανομένης και της σχετικής χρέωσης επεξεργασίας της αίτησης επαναφοράς το ύψος της οποίας η Εταιρεία θα καθορίζει από καιρού εις καιρό.
Αν η Πρόσθετη Πράξη δεν εκδοθεί μέσα σε εξήντα (60) μέρες από την υποβολή της αίτησης επαναφοράς, η αίτηση θεωρείται ότι δεν έγινε δεκτή από την Εταιρεία και τα ασφάλιστρα που καταβλήθηκαν για την επαναφορά επιστρέφονται.
Στο δε όρο 31 των Γενικών Όρων, υπό τον τίτλο «Λόγοι για τερματισμό του Ασφαλιστηρίου» προνοείται ότι:
Τηρουμένων των άλλων δικαιωμάτων ή θεραπειών της Εταιρείας που απορρέουν από το Νόμο κάθε δήλωση του Συμβαλλομένου ή του Ασφαλισμένου η οποία δεν είναι αληθής ή/και κάθε απόκρυψη ουσιωδών πληροφοριών ή γεγονότων που ο Συμβαλλόμενος ή/και ο Ασφαλιζόμενος γνωρίζουν, αποτελούν αιτία για ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης όπου η απόκρυψη ή η δήλωση αυτή είναι τέτοια που αν η Εταιρεία γνώριζε την αλήθεια, ή την ύπαρξη τέτοιων γεγονότων ή πληροφοριών δεν θα προχωρούσε στην σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης ή δεν θα αποδεχόταν την ασφαλιστική σύμβαση με τους ίδιους όρους ή/και πρόνοιες […]
Ενώ στο Άρθρο 10.1.1 των όρων του Προσαρτήματος 10 που αφορά την «Ασφάλεια Ευρείας Νοσοκομειακής Περίθαλψης «Κάρτας Νοσηλείας Mediσυν»», υπό τον τίτλο «Λήξη της ισχύος» και υπότιτλο «Η ισχύς του προσαρτήματος λήγει» αναφέρεται ότι:
10.1.1. Αυτόματα με τον τερματισμό του Ασφαλιστηρίου στο οποίο προσαρτάται το παρόν προσάρτημα.
Και πιο κάτω στα Άρθρα 10.1.4., 10.1.5 και 10.1.6 αντίστοιχα:
10.1.4. Αναδρομικά και εξ’ αρχής εάν έχει γίνει εκ μέρους του ασφαλισμένου ψευδής δήλωση ή αποσιώπηση περιστατικών τέτοιων που η Εταιρεία αν τα γνώριζε δεν θα προέβαινε στην ασφάλιση ή δεν θα την αποδεχόταν με τους ίδιους όρους.
10.1.5. Εάν ο ασφαλιζόμενος δεν ειδοποίησε την Εταιρεία για κάποια μεταβολή ή αλλαγή και η οποία μεγαλώνει τον κίνδυνο που έχει αναλάβει η Εταιρεία π.χ. αλλαγή επαγγέλματος από την ημέρα παράληψης.
10.1.6. Εάν ο ασφαλιζόμενος μόνος του ή σε συνεργασία με άλλους προσπάθησε με απάτη ή δόλο να λάβει αποζημίωση, από την Εταιρεία με την υποβολή απαίτησης.
Τέλος στο Άρθρο 10.2. αμέσως πιο κάτω υπό τον τίτλο «Επιστροφή Ασφαλίστρων» αναφέρεται:
10.2. Ασφάλιστρα που καταβλήθηκαν για το προσάρτημα μετά τον για οποιοδήποτε λόγο τερματισμό της ισχύος του δε δημιουργούν καμία υποχρέωση για την Εταιρεία παρά μόνο για άτοκη επιστροφή τους.
Ανάγνωση των πιο πάνω αποκαλύπτει ότι η αναφορά της ΜΤ κατά τη μαρτυρία της σε απλό αυτόματο τερματισμό του Ασφαλιστηρίου και ότι τούτη ήταν και η συμφωνηθείσα επίπτωση σε περίπτωση μη πληρωμής των ασφαλίστρων μετά τη λήξη της περιόδου χάριτος, δεν συναντάται στο ίδιο το Τεκμήριο 1. Το ζήτημα των συνεπειών εκπρόθεσμης καταβολής ασφαλίστρων ρυθμίζεται από το Άρθρο 10 των Γενικών Όρων, το οποίο παρέθεσα αυτούσιο ανωτέρω.
Σύμφωνα με την ενώπιον μου μαρτυρία, κατά τους ισχυρισμούς της Τριτοδιαδίκου, ο τερματισμός του Ασφαλιστηρίου επήλθε με τη παράλειψη καταβολής των ασφαλίστρων για τους μήνες Μάιο και Ιούνιο του έτους 2012, οι οποίοι αμφότεροι εξοφλήθηκαν μετά την πάροδο της περιόδου χάριτος στις 12.7.12 και 16.7.12 αντίστοιχα. Εν όψει τούτου και δεδομένου ότι εκ του Τεκμηρίου 1 προκύπτει ότι η ισχύς του ξεκίνησε την 12.10.10, ο «τερματισμός» επεσυνέβη προτού συμπληρωθούν δύο έτη κάλυψης και προτού ο Εναγόμενος να έχει καταβάλει ασφάλιστρα δύο ετών. Εκ των πραγμάτων λοιπών, θα εφαρμόζετο, εν προκειμένω, ο Όρος 10Α των Γενικών Όρων, όπως τον κατέγραψα ανωτέρω και συνεπώς, σύμφωνα με τη σχετική πρόνοια, το Ασφαλιστήριο μετατρέπεται σε Ασφαλιστήριο «ελεύθερο περαιτέρω πληρωμών ασφαλίστρων» σύμφωνα με το άρθρο 14.2(στ) και δεν τερματίζεται αυτόματα εκτός εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις στη βάση της αξίας εξαγοράς των Μονάδων και των λοιπών σχετικών προβλεπόμενων υπολογισμών. Στην προκείμενη περίπτωση δεν προσκομίστηκε από την Τριτοδιάδικο μαρτυρία, αλλ’ ούτε προβλήθηκε καν ως ισχυρισμός, ότι το Ασφαλιστήριο τερματίστηκε αυτόματα λόγω της ικανοποίησης των προϋποθέσεων της ενναλακτικής πρότασης του Όρου 10Α. Ούτε προβλήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι το Ασφαλιστήριο μετατράπηκε σε ασφαλιστήριο «ελεύθερο περαιτέρω πληρωμών ασφαλίστρων» στη βάση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που προνοούνται στον Όρο 14(στ) των Γενικών Όρων. Ο ισχυρισμός που πρόβαλε η Τριτοδιάδικος περιορίστηκε μόνον στο ότι επήλθε αυτόματος τερματισμός με την πάροδο της προθεσμίας της περιόδου χάριτος και η μόνη ενέργεια στην οποία η Τριτοδιάδικος προέβη, πέραν της αποδοχής των καθυστερημένων ασφαλίστρων και της λήψης των δηλώσεων υγείας, ήταν η αποδοχή περαιτέρω ασφαλίστρων μέχρι και την 22.4.13, αλλά και η απόρριψη της συγκεκριμένης απαίτησης του Εναγόμενου.
Εκ του Όρου 13 των Γενικών Όρων προκύπτουν όμως κι άλλα ζητήματα: Αφενός δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι εκδόθηκε οποιαδήποτε Πρόσθετη Πράξη από πλευράς Τριτοδιαδίκου με την οποία να σηματοδοτείται η νέα περίοδος ισχύος του Ασφαλιστηρίου, μετά την – όπως αναγράφεται – διακοπή, λόγω εκπρόθεσμης πληρωμής των Ασφαλίστρων. Παρέμεινε συνεπώς και ερωτηματικό αναφορικά με το χρόνο κατά τον οποίο το Ασφαλιστήριο, ως οι ισχυρισμοί της ΜΤ και της Τριτοδιαδίκου, «επαναφέρθηκε» και τέθηκε κατ’ ισχυρισμό ξανά σε ισχύ. Επιπρόσθετα, η λέξη «διακοπή» που χρησιμοποιείται στους Όρους 8 και 13 των Γενικών Όρων και δεν συναντάται στους λοιπούς όρους που αφορούν είτε τον τερματισμό είτε την ακύρωση του Ασφαλιστηρίου και διαδικασία «διακοπής» του Ασφαλιστηρίου δεν προνοείται στο Τεκμήριο 1, ενώ ο ίδιος ο όρος 13 θέτει εξαρχής τη «διακοπή» ως προϋπόθεση για την εφαρμογή του περιεχομένου του, αφού ξεκινά με τη φράση «Αν το Ασφαλιστήριο διακοπεί λόγω μη καταβολής των ασφαλίστρων […]». Έστω και για χάριν επιχειρήματος, εάν λεχθεί ότι ο όρος «διακοπή» σημαίνει τον «αυτόματο τερματισμό» που προνοείται στον Όρο 10 των Γενικών Όρων και πάλι δεν έχει τεθεί μαρτυρία στο Δικαστήριο αναφορικά με την ικανοποίηση των προϋποθέσεων που τίθενται για αυτόματο τερματισμό.
Για σκοπούς πληρότητας και μόνον, αλλά και μια και δεν προωθήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί τερματισμού του σχετικού προσαρτήματος συγκεκριμένα, αλλ’ ούτε υπάρχει ειδική πρόνοια αναφορικά με τις συνέπειες μη πληρωμής ασφαλίστρων, ο όρος 10.1.1 διασυνδέει τον αυτόματο τερματισμό του προσαρτήματος με τον τερματισμό του Ασφαλιστηρίου για τον οποίο αναφέρθηκα ήδη πιο πάνω.
Εν όψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι ο ισχυρισμός της Τριτοδιαδίκου ότι το Ασφαλιστήριο τερματίστηκε αυτόματα με τη λήξη της περιόδου χάριτος στη βάση των όρων του Ασφαλιστηρίου δεν έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό.
Επιπρόσθετα, ήταν κοινώς αποδεκτό κατά τη δίκη ότι ο Εναγόμενος κατέβαλλε στον ασφαλιστικό του σύμβουλο τα ασφάλιστρα με καθυστέρηση συστηματικά. Η δε καθυστέρηση αδιαμφισβήτητα υπερέβαινε συστηματικά την περίοδο χάριτος. Η Τριτοδιάδικος όμως τ’ αποδεχόταν και δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με την προώθηση οποιασδήποτε απαίτησης ή της έκφρασης οποιουδήποτε παραπόνου από μέρους της αναφορικά με το γεγονός. Σημειώνω επίσης ότι «Δηλώσεις υγείας» προσκομίστηκαν μόνον όσων αφορά την κατ’ ισχυρισμό «επαναφορά» κατά το μήνα Ιούλιο του 2012. Στο σύγγραμμα McGillivray on Insurance Law, 14η έκδοση, παράγραφοι 7-058 έως 7-060 συναντάται το εξής απόσπασμα:
«Habitual acceptance of overdue premiums.
There are numerous cases in the US courts where it has been held that the conduct of the insurers in continuing to accept without objection renewal premiums which are overdue may amount not only to a waiver of the forfeiture on each particular occasion, but to a general waiver for the future of the conditions in the policy requiring payment on a particular date. In one case it was said:
“There is no room for question about the rules of law applicable. A course of dealing which justifies the insured in believing that punctuality in paying premiums is not required or will be excused will relieve him from the consequences of delay. But it must be dealing which actually creates such belief, and justifies a jury in finding its existence.”
And in a case in the Supreme Court the following direction to the jury was approved:
“If the company by its conduct led the insured, as a reasonable and prudent business man, to believe that he could make payments a few days after the due date, sick or well, it cannot turn around now and say, ‘You did not pay at the time’. I cannot say to you as a matter of law that one receipt after the time specified would make a waiver or that fifty would. It is not in the numbers. The question is for you to consider and determine from all of them, and from the whole course of business whether, as a prudent business man, he had a right to believe that it was immaterial whether he paid on the day or a few days later. If the course of conduct was such that he had a right to believe that he could pay only in good health then there was no waiver applicable to the case.”
It is, however, important to have exact regard to the precise conduct said to give rise to a waiver. The conduct must be unequivocal. Thus, habitual acceptance of overdue premiums under such circumstances that the insurers are satisfied each time that the insured life is in good health would not justify any inference of a general waiver of the condition for punctual payment in the future; although it might be evidence of a waiver to this extent that the insurers would be bound to renew without penalty or increase of premium if the insured within a reasonable time tendered the premium, and satisfied the insurers that the life continued in good health.
On the other hand, where the insurers continue to accept overdue premiums without inquiry as to the health of the insured, an intention to waive strict punctuality would not be an unreasonable inference.
Thus, where the insurers had habitually received premiums on a life policy seven to 30 days after they were due without objection or inquiry, and the final premium was paid nine days after the due date, and accepted by the insurers in ignorance of the fact that the life had dropped on the previous day, it was held that the insurers were liable.
An occasional indulgence to the insured by accepting an overdue premium, more especially if it is accompanied by a warning of the necessity of prompt payment and danger of delay, is no evidence of waiver of the right to exact punctual payment in the future. »
Επανερχόμενος στα της ενώπιον μου περίπτωσης, τα πιο πάνω γεγονότα σε σχέση με την πληρωμή των ασφαλίστρων λάμβαναν χώρα σε συνδυασμό και εντός του πλαισίου των διατυπώσεων του Ασφαλιστηρίου το οποίο, ως διαφάνηκε από την προηγηθείσα ανάλυση, προέβλεπε συγκεκριμένη διαδικασία αναφορικά με την καθυστέρηση στην αποπληρωμή ασφαλίστρων και προνοούσε αυτόματο τερματισμό μόνον υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, αναλόγως και του χρόνου κατά τον οποίο επεσυνέβαινε ο εν λόγω τερματισμός. Επιπρόσθετα, εκ του περιεχομένου των Δηλώσεων Υγείας Τεκμηρίων 10 και 12 δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι αυτές μπορούν να χαρακτηριστούν ως έρευνες (inquiries) τις οποίες διενεργούσε η Τριτοδιαδίκος και με τις οποίες ικανοποιούνταν ότι ο Εναγόμενος ήταν σε καλή υγεία. Η Τριτοδιάδικος δεν φαίνεται να προέβαινε εν προκειμένω σε οποιαδήποτε θετική ενέργεια αναφορικά με τη διερεύνηση της κατάστασης της υγείας του ασφαλισμένου της, παρά μόνον εξαρτιούνταν από την εκ μέρους του Εναγόμενου ειλικρινή αποκάλυψη των γνωστών σε εκείνον προβλημάτων υγείας. Υπενθυμίζω επίσης ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία στη βάση της οποίας να καταδεικνύεται ότι η προβλεπόμενη επαναφορά υπό του όρου 13 των Γενικών Όρων του Ασφαλιστηρίου ακολουθήθηκε με την έκδοση οποιασδήποτε Πρόσθετης Πράξης, η οποία μάλιστα θα επανακαθόριζε και σηματοδοτούσε και την ημερομηνία ισχύος του Ασφαλιστηρίου, πληροφορία, θεωρώ, μείζονος σημασίας για το κρίσιμο ερώτημα, εν όψει και των σχετικών προνοιών που προϋπέθεταν το κλείσιμο διετίας συνεχούς κάλυψης στους όρους 8 και 10 αντίστοιχα. Επιπρόσθετα στη βάση του όρου 13 των Γενικών Όρων, η πρώτη προϋπόθεση για «Επαναφορά» περιλαμβάνει το γεγονός ότι ο αντισυμβαλλόμενος πρέπει να είναι «δεκτικός ασφάλισης κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης επαναφοράς με βάση τα κριτήρια που ισχύουν τότε», όρος που δεν έχει καταδειχθεί ότι ισοδυναμεί με την απλή δήλωση από μέρους του ασφαλισμένου ότι δεν έχει προκύψει οποιοδήποτε περιστατικό για το οποίο θα υποβληθεί απαίτηση.
Για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι η Τριτοδιάδικος, στην υπό εκδίκαση περίπτωση, αφού ουδέποτε παραπονέθηκε για την, αδιαμφησβήτητα συστηματική πληρωμή του ασφαλίστρου μετά την εκπνοή της περιόδου χάριτος και το μόνο που, κατ’ ισχυρισμό, απαίτησε, είναι ο ίδιος ο Εναγόμενος υπογράψει τις δηλώσεις υγείας, χωρίς να εκδίδει οποιαδήποτε πράξη με την οποία να φαίνεται η νέα ημερομηνία ισχύος της κάλυψης και δίχως να επιβάλλει οποιοδήποτε άλλο όρο για την «επαναφορά» του Ασφαλιστηρίου, κρίνω ότι εκ της συμπεριφοράς της παραιτήθηκε - στην υπό εκδίκαση περίπτωση - του δικαιώματός της να απαιτεί εμπρόθεσμη πληρωμή του ασφαλίστρου.
Διαπιστώνω λοιπόν ότι δεν έχει προσκομιστεί ικανοποιητική μαρτυρία ότι Ασφαλιστήριο του Εναγόμενου τερματίστηκε με την παράλειψη εμπρόθεσμης καταβολής των ασφαλίστρων για τους μήνες Μάιο και Ιούνιο. Όπως ανέφερα, δεν διαφάνηκε ότι ακολουθήθηκε η διαδικασία τερματισμού που προνοείται στους σχετικούς Όρους του Ασφαλιστηρίου, ενώ η Τριτοδιάδικος, με τον τρόπο που - εν προκειμένω ενήργησε – έδωσε την εντύπωση στον Εναγόμενο ότι παραιτήθηκε του δικαιώματος της να θέτει την εμπρόθεσμη καταβολή ασφαλίστρου ως λόγο για τερματισμό.
Συνακόλουθα αποδέχομαι και τον ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι το Ασφαλιστήριο είχε εκδοθεί και βρισκόταν σε ισχύ κατά τον επίδικο χρόνο.
(β) Κατά πόσο η Τριτοδιάδικος ορθώς αρνήθηκε την κάλυψη της επίδικης απαίτησης λόγω της εκ μέρους του Εναγόμενου μη αποκάλυψης του επίδικου περιστατικού στις δηλώσεις υγείας
Για τους λόγους που ήδη επεξηγήθηκαν κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας και της εξαγωγής ευρημάτων, το Δικαστήριο δεν προέβη σε εύρημα αναφορικά με το χρόνο κατά τον οποίο ο Εναγόμενος επισκέφθηκε τον Ενάγοντα για πρώτη φόρα και στον οποίο κρίθηκε όπως υποβληθεί στην χειρουργική επέμβαση αλλ’ ούτε αναφορικά με το χρόνο των σχετικών με την επέμβαση συμπτωμάτων. Με το κενό τούτο κατά νου, ο χρόνος κατά τον οποίο ο Εναγόμενος γνώριζε ότι πρόκειτο να υποβληθεί σε επέμβαση παρέμεινε αδιευκρίνιστος. Το γεγονός αυτό ήτο θεωρώ σημαντικό προκειμένου να στοιχειοθετηθεί τουλάχιστον η γνώση του Εναγόμενου και να μπορεί να προωθηθεί - με πιθανότητες επιτυχίας - η υπεράσπιση της μη αποκάλυψης ή και του δόλου και απάτης ή και ψευδής παράστασης από πλευράς της Τρτιτοδιαδίκου[16]. Από τη στιγμή που αποτέλεσε εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επέμβαση έλαβε χώρα στις 18.7.12 και ότι το Ασφαλιστήριο ήταν σε ισχύ, το βάρος απόδειξης ήταν στους ώμους της Τριτοδιαδίκου να αποδείξει τον ισχυρισμό της ότι ο Εναγόμενος εξετάστηκε από τον Ενάγοντα 2 στις 11.7.12 και συνεπώς ότι γνώριζε ή θα έπρεπε να γνωρίζει ότι η δήλωσή του στο Τεκμήριο 10 ήταν αναληθής, η Τριτοδιάδικος όφειλε να προσκομίσει και σχετική μαρτυρία προς τούτο. Δεν το έπραξε κ’ έτσι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε αντίστοιχο συμπέρασμα.
Η θέση του Εναγόμενου, η οποία αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του, ήταν ότι ένιωσε πόνο στις 15.7.12 και πήγε στο γιατρό στις 16.7.12. Έστω και χάριν επιχειρήματος να δεχόμουν τη θέση τούτη ή ακόμα και να δεχόμουν την εναλλακτική εκδοχή που η δικηγόρος της Τριτοδιαδίκου του υπέβαλε - ότι ουσιαστικά υπέγραψε το Τεκμήριο 10 μετά την επίσκεψή του στον Ενάγοντα 2 στις 16.7.12 - η κατάληξή μου αναφορικά με το κατά πόσο η Τριτοδιάδικος θα μπορούσε επιτυχώς να εγείρει υπεράσπιση ότι ο Εναγόμενος προέβη σε μη αποκάλυψη που της επέτρεπε να αρνηθεί την κάλυψη, δεν θα ήταν διαφορετική. Και εξηγώ:
Κατά πρώτο, αναφορικά με το ζήτημα του κατά πόσο η μη αποκάλυψη ήτο ουσιώδης, αυτό τέθηκε αποκλειστικά και μόνο εντός του πλαισίου της ισχυριζόμενης «επαναφοράς» του Ασφαλιστηρίου σε ισχύ. Από τη μαρτυρία της ΜΤ αυτό που προέκυψε ήταν ότι σε περίπτωση που η Τριτοδιάδικος γνώριζε για την πάθηση και την επερχόμενη επέμβαση του Εναγόμενου, δεν θα αποδεχόταν το ασφάλιστρο ή ενδεχομένως να εξαιρούσε την ευθύνη της να καλύψει τυχόν απαίτηση, στη βάση όμως της θέσης της Τριτοδιαδίκου ότι το Ασφαλιστήριο είχε αυτόματα τερματιστεί. Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία με την οποία να καταδεικνύεται ότι, εάν το Ασφαλιστήριο ήταν σε ισχύ, η δήλωση ή μη αποκάλυψη του Εναγόμενου θα μπορούσε να προκαλέσει την Τριτοδιάδικο να ενεργήσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο διαφορετικά, αλλά και τέλει δεν αποδείχθηκε ότι το Ασφαλιστήριο είτε τερματίστηκε είτε διακόπηκε. Ήταν άλλωστε κοινός τόπος κατά τη μαρτυρία ότι το επίδικο περιστατικό δεν ενέπιπτε στις εξαιρέσεις του Ασφαλιστηρίου και άρα ο Εναγόμενος δεν αποκλείεται να δικαιούτο σε κάλυψη.
Ως προς το θέμα του δόλου ή απάτης, έστω και ο Εναγόμενος να γνώριζε ότι θα υποβαλλόταν σε επέμβαση μετά από 2 μέρες από την ημερομηνία που υπέγραψε το Τεκμήριο 10, δεν εξυπακούει ότι ενήργησε και με δόλο. Λαμβανομένων υπόψη τόσο της εκ μέρους του συστηματικής πληρωμής των ασφαλίστρων με καθυστέρηση όσο και της αποδοχής αυτών από την Τριτοδιάδικο, αλλά και το γεγονός ότι η ίδια η ΜΤ ανέφερε στο Δικαστήριο ότι σε κάθε περίπτωση πληρωμής των ασφαλίστρων ακολουθείτο η διαδικασία επαναφοράς και παράλληλα η θέση της δικηγόρου της Τριτοδιαδίκου ότι τα συμπτώματα του Εναγόμενου χρονολογούνταν, δεν θα μπορούσα να καταλήξω ότι ο Εναγόμενος, με την υπογραφή του Τεκμηρίου 10, εξαπάτησε ή αποπειράθηκε να εξαπατήσει την Τριτοδιάδικο. Στη σχέση δε με τον Όρο 31 των Γενικών Όρων αλλά και του Άρθρο 10.1.4 του Προσαρτήματος 10 του Τεκμηρίου 1, η συμβατική υποχρέωση που προνοείται σε αμφότερες τις περιπτώσεις αφορά σε γεγονότα που δεν αποκαλύπτονται και στα οποία εάν αποκαλύπτονταν ή ήταν γνωστά στην Τριτοδιάδικο, εκείνη δεν θα προέβαινε σε ασφάλιση ή δεν θα την αποδεχόταν με τους ίδιους όρους. Ως προανέφερα, στην προκείμενη περίπτωση μαρτυρία αναφορικά με το τί κατ’ ισχυρισμό η Τριτοδιάδικος οδηγήθηκε να πράξει προσκομίστηκε μόνον στη βάση του τερματισμού και της επακόλουθης επαναφοράς του Ασφαλιστηρίου, θέση που δεν αποδείχθηκε στο Δικαστήριο.
Έστω όμως και να κατέληγα μέσα από την ανάλυσή μου στο αντίθετο αποτέλεσμα, ότι δηλαδή πράγματι ο Εναγόμενος ήταν ένοχος μη αποκάλυψης ουσιώδους γεγονότος, αλλά και υπαίτιος παράβασης τόσο του Όρου 31 των Γενικών Όρων, όσο και του Άρθρου 10.1.4 του Προσαρτήματος 10 του Τεκμηρίου 1, ο τρόπος με τον οποίο η Τριτοδιάδικος χειρίστηκε αφενός την απαίτηση του Εναγόμενου και αφετέρου την ασφαλιστική σύμβαση θα ήταν εμπόδιο στην επιτυχή έγερση της υπεράσπισης της ακυρωσιμότητας ή της ακυρότητας του, για τους εξής ακόλουθους λόγους:
Στην κυρίως εξέτασή της, η ΜΤ ερωτηθείσα από τη δικηγόρο της για το λόγο που στο Τεκμήριο 5 δεν αναφέρεται στο ζήτημα της μη αποκάλυψης από πλευράς του Εναγόμενου, απάντησε ότι θα ήταν φρονιμότερο αυτό να αναφερόταν και ότι εκ λάθους δεν αναφέρθηκε. Στην αντεξέτασή της η θέση της ήταν μάλιστα ότι εάν περιλαμβάνετο ο λόγος της μη αποκάλυψης θα δίδετο μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για την απάντηση της Τριτοδιαδίκου. Η ίδια δε αναφέρθηκε ειδικά στο χρόνο κατά τον οποίο το Τεκμήριο 11 παραλήφθηκε από την Τριτοδιάδικο, δηλαδή στις 19.7.2012, ως η σφραγίδα που υπάρχει στο πάνω δεξί μέρος του. Υπενθυμίζεται ότι τα Τεκμήρια 4 και 5 αποστάληκαν σε Ενάγοντες και Εναγόμενο στις 23.7.12 και 24.7.12 αντίστοιχα. Εκ των πιο πάνω προκύπτει ότι η ΜΤ, η οποία και υπογράφει προσωπικά το Τεκμήριο 5, απέδωσε τη μη συμπερίληψη της ψευδούς δήλωσης του Εναγόμενου στη δήλωση υγείας που προηγήθηκε κατά 8 ημέρες σε λάθος και ότι θα ήταν φρονιμότερο και πιο ολοκληρωμένο να έχει συμπεριληφθεί και συνεπώς διαφαίνεται ότι η Τριτοδιάδικος κατά το χρόνο αποστολής του Τεκμηρίου 5 γνώριζε το γεγονός της μη αποκάλυψης από μέρους του Εναγόμενου. Παρά ταύτα η Τριτοδιάδικος, αφενός στο Τεκμήριο 4 ισχυρίζεται ότι το περιστατικό εμπίπτει στις εξαιρέσεις του Ασφαλιστηρίου, θέση που εν πάση περιπτώσει αναιρέθηκε κατά την Ακρόαση και αφετέρου στο Τεκμήριο 5 επικαλείται μόνον τη μη πληρωμή ασφαλίστρων ως το λόγο που απέρριψε την απαίτηση του Εναγόμενου. Το Τεκμήριο 5 αναφέρει, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:
«Βάσει της παραγράφου 15, Μέρος ΙV – «όροι που ισχύουν για όλο το ασφαλιστήριο», η οποιαδήποτε ευθύνη της Εταιρείας για παροχή Ωφελημάτων με βάσει το Ασφαλιστήριο παύει να υφίσταται στη περίπτωση που δεν καταβληθούν τα οφειλόμενα ασφάλιστρα το αργότερο μέχρι τη λήξη της προθεσμίας χάριτος.
Θέλουμε επίσης να σας επισημάνουμε ότι η κατοχή ενός ασφαλιστηρίου συμβολαίου όπως το δικό σας, που παρέχει τόσες καλύψεις τόσο σε σας ή την οικογένεια σας είναι ένα πολύτιμο αγαθό. Δυστυχώς σ αυτή τη περίπτωση δεν μπορέσαμε να ικανοποιήσουμε την απαίτηση σας για τους πιο πάνω λόγους αλλά να είστε σίγουροι ότι η Prime θα είναι δίπλα σας για να σας στηρίξει για όλα τα ιατρικά ή ατυχηματικά περιστατικά τα οποία καλύπτονται από τους όρους του ασφαλιστηρίου σας».
Από το κείμενο προκύπτουν τα εξής: κατά πρώτον και παρά το γεγονός ότι διεξήλθα το σύνολο του Τεκμηρίου 1 δεν εντόπισα την παραπομπή στην παράγραφο και Μέρος που αναφέρεται στο Τεκμήριο 5. Το τι προνοείται αναφορικά με τυχόν μη καταβολή ασφαλίστρου εμπρόθεσμα έχει ήδη τύχει ανάλυσης ανωτέρω. Κατά δεύτερον και πολύ πιο σημαντικά και ενώ, ως έχει καταδειχθεί, η Τριτοδιάδικος γνώριζε για το «αναληθές» της Δήλωσης Υγείας του Εναγόμενου, η ίδια ουδέποτε ακύρωσε το Ασφαλιστήριο, αλλά αντίθετα με το πιο πάνω Τεκμήριο ουσιαστικά ενημέρωσε τον Εναγόμενο ότι παραμένει δίπλα του για να τον καλύψει σε περίπτωση άλλων περιστατικών που καλύπτονται από το πολύτιμο αγαθό του Ασφαλιστηρίου που είχε στην κατοχή του. Παράλληλα και εκ των ευρημάτων του Δικαστηρίου η Τριτοδιάδικος εξακολούθησε να δέχεται ασφάλιστρα από τον Εναγόμενο μέχρι και τον Απρίλιο του 2013. Στη βάση συνεπώς της νομικής πτυχής του θέματος όπως αναλύθηκε πιο πάνω με αναφορά στο σύγγραμμα McGillivray (ως ανωτέρω) παραγράφους 17-095 και 17-096, η επιβεβαίωση του Ασφαλιστηρίου και διατήρησή του σε ισχύ και η συνέχιση αποδοχής ασφαλίστρων συνιστούν θεωρώ παραίτηση της Τριτοδιαδίκου από το δικαίωμά της να υπερασπιστεί στη βάση της εκ μέρους του Εναγόμενου μη αποκάλυψης.
Εν κατακλείδι καταλήγω ότι η Τριτοδιάδικος δεν απέδειξε ότι ο Εναγόμενος προέβη σε μη αποκάλυψη γεγονότος. Ανεξαρτήτως κρίνω ότι ούτε απέδειξε ότι το εν λόγω γεγονός ήταν πραγματικά ουσιώδες στην προκείμενη περίπτωση, αφού δεν απέδειξε ότι το επίδικο Ασφαλιστήριο είχε πράγματι τερματιστεί και ότι υπήρχε πράγματι η εκ μέρους της δυνατότητα να επιλέξει, με την μη αποκάλυψη, να μην καλύψει το περιστατικό, το οποίο, αδιαμφησβήτητα, δεν εξαιρείτο από τις παρεχόμενες καλύψεις του Τεκμηρίου 1. Επιπρόσθετα και επίσης ανεξάρτητα, καταλήγω ότι έστω και να θεωρείτο ότι ο Εναγόμενος ήταν ένοχος μη αποκάλυψης ή παράβασης των σχετικών συμβατικών όρων, έτσι ώστε η Τριτοδιάδικος να δικαιούται να ακυρώσει το Ασφαλιστήριο, η Τριτοδιάδικος ουδέποτε επέλεξε να το ακυρώσει, παρά μόνο αρνήθηκε να καλύψει το συγκεκριμένο περιστατικό και εξακολούθησε να εισπράττει ασφάλιστρα και καθ’ αυτό τον τρόπο δεν δύναται να εγείρει επιτυχώς υπεράσπιση στη βάση της μη αποκάλυψης εκ μέρους του Εναγόμενου.
(γ) Κατά πόσο ο Εναγόμενος κωλύεται από το να εγείρει την απαίτηση στη βάση της δήλωσης απαλλαγής που περιέχεται στα Τεκμήρια 10 και 12
Η ευπαίδευτη συνήγορος της Τριτοδιαδίκου εγείρει το ζήτημα τούτο στη γραπτή της αγόρευση, εισηγούμενη ότι ισχύουν εν προκειμένω οι αρχές του κανόνα του κωλύματος και ότι ο Εναγόμενος κωλύεται να εγείρει απαίτηση εναντίον της Τριτοδιαδίκου. Αν και δεν έχει τεθεί ζήτημα δικογράφησης του ισχυρισμού, κρίνω σκόπιμο για σκοπούς πληρότητας να παραθέσω απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ. (1999) 1 Α.Α.Δ. 1522, όπου, με παραπομπή στην κλασσική απόφαση στην υπόθεση Stylianou v. Papacleovoulou (1982) 1 C.L.R. 542 (552), επαναλαμβάνεται η αρχή ότι μη δικογράφηση του κανόνα «δεν αποστερεί [στο διάδικο] το δικαίωμα να εγείρει το θέμα κατά το ακροαματικό στάδιο της διαδικασίας, νοουμένου ότι τα γεγονότα όπως προκύπτουν από τη μαρτυρία δικαιολογούν την παροχή θεραπείας».
*Η υπογράμμιση του Δικαστηρίου.
Σε σχέση με την ισχύ εγγράφων απαλλαγής, νοουμένου ότι το περιεχόμενό τους αποφασιστεί ότι συνιστά πράγματι απαλλαγή, στην υπόθεση Γεώργιος Διονά ν Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ., Πολιτική Έφεση 182/2011, ημερομηνίας 24.5.2016, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στην παλαιότερη απόφαση στην Χατζηστυλλή ν Κυπριακών Αερογραμμών (2012) 1 Α.Α.Δ. 989 ανέφερε:
«Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη κρίση ότι ‘τέτοια έγγραφα απαλλαγής’ συνιστούσαν εμπόδιο ή λόγω κωλύματος εκ δηλώσεως σε έγγραφο (estoppel be deed). Το κώλυμα εκ δηλώσεως είναι κανόνας απόδειξης ο οποίος θεμελιώνεται με βάση την αρχή ότι σαφής δήλωση ή δέσμευση σε έγγραφο πρέπει να εκλαμβάνεται ως δεσμευτική μεταξύ των μερών και επομένως μη επιδεχόμενη οποιασδήποτε απόδειξης που να την αντικρούει.»
Χρήσιμη επίσης κρίνεται η αναφορά που εντοπίζεται στη σελίδα 552 του συγγράμματος «Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και στο Κυπριακό Δίκαιο»[17], και παραπέμπει στο λεκτικό του Δικαστή Moore-Bick στην υπόθεση Peekay Intermark Ltd. v. Australia and New Zealand Banking Group Ltd. [2006] EWCA 386, με το οποίο υποδεικνυόταν όταν έγινε αποδεκτό ότι ένα πρόσωπο που υπογράφει ένα έγγραφο γνωρίζοντας ότι προορίζεται να ενέχει νομικές συνέπειες, δεσμεύεται γενικά από τους όρους του, είτε τους διάβασε είτε όχι[18].
Σχετικά είναι επίσης τα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ιωάννου (ανωτέρω), όπου αναφέρθηκαν τα εξής:
«Σύμφωνα με τον Nokes το Κώλυμα (Estoppel) είναι ένας κανόνας με τον οποίο ένας διάδικος εμποδίζεται από του να εγείρει ή να αρνηθεί ένα γεγονός (Nokes "Introduction to Evidence", 3rd Ed., page 208), ενώ σύμφωνα με τον Phipson είναι ένας κανόνας που εμποδίζει ένα διάδικο από του να αρνηθεί την ύπαρξη μιας κατάστασης γεγονότων που έχει προβάλει προηγουμένως. (Phipson on Evidence, 12th Ed., page 912).
Το Κώλυμα μπορεί να είναι: (1) Κώλυμα λόγω δεδικασμένου (Estoppel by record), (2) Κώλυμα λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφα (Estoppel by deed) και (3) Κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (Estoppel by conduct or Estoppel in pais)».
Έχοντας τα πιο πάνω κατά νου, το κείμενο της πρώτης παραγράφου σε έκαστο Τεκμήριο 10 και 12 αναφέρει:
«(1) Μεταξύ της εκπνοής της περιόδου χάριτος και της ημερομηνίας της παρούσας δεν υπήρξε ή και δεν έχει προκύψει οποιοδήποτε περιστατικό σε σχέση με το οποίο θα υποβληθεί οποιαδήποτε απαίτηση και εν πάση περιπτώσει παραιτούμαι οποιουδήποτε τυχόν δικαιώματος έναντι της Prime INSURANCE για υποβολή απαίτηση για κάλυψη ή και πληρωμή σε σχέση με οποιοδήποτε περιστατικό το οποίο προκλήθηκε ή και εκδηλώθηκε στην εν λόγω περίοδο.»
Ανάγνωση του κειμένου καταδεικνύει ότι πράγματι, μέσω του, ο δηλών - Εναγόμενος παραιτείται τυχόν δικαιώματός του να υποβάλει απαίτηση έναντι της Τριτοδιαδίκου σε σχέση με οποιοδήποτε περιστατικό το οποίο προκλήθηκε ή εκδηλώθηκε μεταξύ της εκπνοής της περιόδου χάριτος και της ημερομηνίας υπογραφής έκαστης Δήλωσης.
Το Τεκμήριο 12, κατά τη μαρτυρία υπογράφηκε στις 12.7.12 και αφορούσε το ασφάλιστρο που ήταν πληρωτέο στις 12.5.12, η περίοδος χάριτος για το οποίο παρήλθε 30 ημέρες μετέπειτα σύμφωνα με το Τεκμήριο 1. Το Τεκμήριο 10 υπογράφηκε στις 16.7.12 και αφορούσε το ασφάλιστρο που ήταν πληρωτέο στις 12.6.12, η περίοδος χάριτος για το οποίο επίσης παρήλθε έπειτα από 30 ημέρες μετέπειτα σύμφωνα με το Τεκμήριο 1. Προκύπτει ότι για το Τεκμήριο 12, ο Εναγόμενος παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να υποβάλει απαίτηση για κάλυψη από την Τριτοδιάδικο για περιστατικό το οποίο προκλήθηκε ή εκδηλώθηκε μεταξύ της περιόδου 12.6.12 και 12.7.12. Για το δε Τεκμήριο 10, μεταξύ της περιόδου 12.7.12 και 16.7.12.
Όπως όμως ήδη ανέλυσα ανωτέρω η ημερομηνία κατά την οποία ο Εναγόμενος είτε εκδήλωσε συμπτώματα σχετικά με την πάθηση που τον οδήγησε να εξεταστεί από τον Ενάγοντα 2 εν τέλει να χειρουργηθεί ή που την προκάλεσαν, είτε η ημερομηνία εξέτασής του δεν αποδείχθηκαν στο Δικαστήριο. Το μόνο σχετικό εύρημα αφορούσε την ημερομηνία κατά την οποία ο Εναγόμενος υπεβλήθη στην επίδικη επέμβαση και κατά την οποία αποστάληκε η απαίτηση, δηλαδή η 18.7.16, δηλαδή 2 ημέρες μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 10. Συνακόλουθα, δεν έχει φανεί από τα ενώπιον μου γεγονότα ότι το επίδικο περιστατικό είτε εκδηλώθηκε είτε προκλήθηκε εντός των καθορισθεισών από τις Δηλώσεις περιόδων και συνεπώς η θέση που προωθήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της Τριτοδιαδίκου δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη.
9. Συμπλήρωση ευρημάτων
Συμπληρώνοντας τα ευρήματα του Δικαστηρίου όπως καταγράφηκαν στην Παράγραφο υπ’ αριθμό 6 της παρούσας Απόφασης ανωτέρω, καταλήγω ότι το Ασφαλιστήριο Έγγραφο μεταξύ Εναγόμενου και Τριτοδιαδίκου δεν τερματίστηκε αυτόματα, αλλά και ουδέποτε είτε τερματίστηκε είτε ακυρώθηκε από την Τριτοδιάδικο. Συνεπώς εκείνο ήτο σε ισχύ και οι όροι του παρέμειναν δεσμευτικοί για την Τριτοδιάδικο κατά τη διάρκεια της επίδικης περιόδου και συνεπώς η Τριτοδιάδικος όφειλε να παρέχει κάλυψη στον Εναγόμενο για το περιστατικό το οποίο ενέπιπτε στις παρεχόμενες καλύψεις.
Η Τριτοδιάδικος, για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, αφενός δεν απέσεισε το βάρος των ισχυρισμών της ότι ο Εναγόμενος ήταν ένοχος μη αποκάλυψης ουσιώδους γεγονότος ή δόλου και απάτης, ούτε ότι εκείνος παρέβηκε τους όρους του ασφαλιστηρίου εγγράφου, αλλ’ ούτε ότι κωλύετο από το να προωθήσει την απαίτηση εναντίον της και αφετέρου επέλεξε σε κάθε περίπτωση να επιβεβαιώσει το Ασφαλιστήριο έγγραφο, αρνούμενη μόνο την επίδικη απαίτηση του Εναγόμενου αλλά συνεχίζοντας παράλληλα να εισπράττει ασφάλιστρα.
10. Κατάληξη
Στη βάση του συνόλου των ευρημάτων μου, έχοντας υπαγάγει αυτά στη Νομική πτυχή, κρίνω ότι η απαίτηση του Εναγόμενου πρέπει να πετύχει και επιτυγχάνει.
Εκδίδεται συναφώς απόφαση υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Τριτοδιαδίκου για τα ποσά που ήδη επιδικάστηκαν υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου στην παρούσα διαδικασία με την Απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 20.6.18.
Ως προς τα έξοδα της διαδικασίας μεταξύ Εναγόμενου και Τριτοδιαδίκου, δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον μου με το οποίο να δικαιολογείται διαφορετική από το γενικό κανόνα προσέγγιση και συνεπώς επιδικάζω αυτά, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Τριτοδιαδίκου.
Νοείται ότι η αναστολή εκτέλεσης της Απόφασης ημερομηνίας 20.6.18 παύει να ισχύει.
…………………………
Π. Αγαπητός
Επαρχιακός Δικαστής
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Βλ. Ιωάννης Παπά ν D. Stavrinos Constructions Ltd., Πολιτική Έφεση 217/2008, απόφαση ημερομηνίας 21/2/2017, ECLI:CY:AD:2017:A56
[3] (βλ. Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ., Πολ. Έφεση 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018, ECLI:CY:AD:2018:A179)
[4] (βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva (2002) 1 Α.Α.Δ. 454)
[5] (βλ. Όμηρος Σάββα Ομήρου ν. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506)
[6] (βλ. Ανδρέας Χρ. Στυλιανίδης ν. Κωνσταντίνου Χατζηπιέρα (1999) 1 Α.Α.Δ. 1056)
[7] (βλ. σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης» των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Β’ Έκδοση, 2016 στις σελίδες 388 και 389)
[8] (Βλ. Θεοπίστη Τουμαζή ν. Vandita Dixit, Πολιτική Έφεση 274/2010, ημερομηνίας 5.5.2015 και Assad ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 164/2016, ημερομηνίας 6.12.2017)
[9] (βλ. Πολ. Έφεση 185/2012 - υποσημείωση 3 πιο πάνω)
[10] (βλ. Χάρης Χρίστου ν. Ευγενία Khoreva (2001) 1 Α.Α.Δ. 1874 και STARGEL CO LTD v. 1. Lutkin κ.α., Πολ. Έφεση 407/2011, ημερομηνίας 21.6.2018, ECLI:CY:AD:2018:A300)
[11] βλ. Χρυσάνθη Χρύσανθου και Σταύρος Φραντζή ν Αντρέα Φραντζή (2010) 1Β Α.Α.Δ.1295
[12] βλ. Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ (2001) 1(B) Α.Α.Δ 1858
[13] (βλ. Χ" Παυλή κ.ά v. Αβραάμ (2000) 1 ΑΑΔ 220 και Σωκράτης Ναθαναήλ v. Hissam Hes Ali (2001) 1 (Γ) 1689)
[14] (βλ. Elkin v. Janson (1845) 13 M&W 665, 666)
[15] (βλ. Joel v Law Union & Crown Insurance Co [1908] 2 K.B. 863, Western Trading Ltd v Great Lakes Reinsurance (UK) Plc [2015] EWHC 103 (QB); [2015] Lloyd’s Rep. I.R. 561 at [62] όπου αναφέρθηκε ότι: “The burden is on the insurer to prove that a representation was made, that it was false, and that it induced it to enter into the policy.” και Stebbing v. Liverpool and London Globe Insurance Co. Ltd [1917] 2 KB 433, 438)
[16] (βλ. σύγγραμμα General Principles of Insurance του E.R. Hardy Ivamy, 4η έκδοση, μεταξύ στις σελίδες 194 και 195 ανωτέρω)
[17] (Βλ. «Το Δίκαιο των Συμβάσεων στο Κοινοδίκαιο και στο Κυπριακό Δίκαιο», Πολύβιος Γ. Πολυβίου, Τόμος Β’, σελίδα 532)
[18] Στο κείμενο: «It was accepted that a person who signs a document knowing that it is intended to have legal effect is generally bound by its terms, whether he has actually read them or not […]»