ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Α.Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.

                                                                                                           Αρ. Αγωγής: 2198/18

Μεταξύ:

                                    ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Ενάγοντα

ν.

 

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Εναγόμενης

 

Απόφαση επί των προδικαστικών ενστάσεων υπό παραγράφους αρ.1 και αρ.2

της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγομένης

 

Ημερομηνία12 Δεκεμβρίου, 2024

Για τον Ενάγοντα: κα Α.Γρηγορίου

Για την Εναγόμενη: κα Λ.Χατζηλοϊζου

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και κατόπιν εξασφάλισης σχετικής άδειας του Δικαστηρίου με βάση τους Περί της Εκδίκασης Καθυστερημένων Υποθέσεων (Ειδικών) Διαδικαστικών Κανονισμών του 2022, η Εναγόμενη καταχώρησε την δια κλήσεως αίτηση ημερ.1/11/2023 επιδιώκοντας διάταγμα για την προδικαστική εκδίκαση των ενστάσεων που εγείρει στις παραγράφους 1 και 2 της υπεράσπισης και οι οποίες έχουν ως ακολούθως:

 

1.    Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει και να αποφασίσει την παρούσα αγωγή και/ή να αποδώσει τις αξιούμενες θεραπείες εν όψει των πραγματικών γεγονότων της υποθέσεως και/ή του νομικού υποβάθρου και/ή της σχέσεως των διαδίκων για τα οποία δικαιοδοσία έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού.

 

2.    Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού είναι καθ’ύλη αναρμόδιο να εκδικάσει και να αποφασίσει την παρούσα αγωγή και/ή να αποδώσει τις αξιούμενες θεραπείες και/ή να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση για τα οποία καθ’ύλην αρμόδιο είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού.

 

Η θέση της πλευράς του Ενάγοντα επί των προδικαστικών ενστάσεων της Εναγόμενης είναι, σύμφωνα με την Απάντηση που καταχώρησε στην Υπεράσπιση της τελευταίας, ότι αρμόδιο Δικαστήριο για την εκδίκαση της παρούσας διαφοράς είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, αφού αυτή αφορά δόλο και/ή απάτη και/ή κλοπή υπό αντιπροσώπου και/ή ‘money had and received’ και/ή παράβασης καθηκόντων επιμέλειας και/ή εμπιστοσύνης και όχι οτιδήποτε που άπτεται της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου και ότι αυτές είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμες και εγείρονται για σκοπούς εντυπωσιασμού.

 

Η Αίτηση ημερ.1/11/2023 αρχικά προσέκρουσε στην ένσταση του Ενάγοντα, ο οποίος καταχώρησε σχετική ειδοποίηση στις 29/2/2024. Ο Ενάγοντας εν τέλει εγκατέλειψε την προώθηση της προαναφερόμενης ένστασης στις 24/9/2024 εφόσον, μέσω της συνηγόρου του, δήλωσε ότι αποδέχεται την έκδοση διατάγματος για προδικαστική εκδίκαση των ενστάσεων της Εναγόμενης. Σε συνέχεια της εν λόγω δήλωσης, και αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι πληρούνταν οι σχετικές προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος, ενέκρινε την Αίτηση και οι ενστάσεις της Εναγόμενης ορίστηκαν για προδικαστική εκδίκαση μέσω αγορεύσεων, οι οποίες με την σύμφωνη γνώμη των συνήγορων των διαδίκων, θα ήταν γραπτές.

 

Κατά την ακρόαση των ενστάσεων, οι ευπαίδευτες συνήγοροι των διαδίκων μέσω των αγορεύσεων τους οι οποίες κατατέθηκαν στον φάκελο του Δικαστηρίου, ανέπτυξαν την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί στο σύνολο τους και συγκεκριμένη αναφορά σε αυτές θα γίνει μόνο εκεί που κρίνεται από πλευράς του Δικαστηρίου σκόπιμο.

 

Ως προκύπτει από την Κυπριακή Νομολογία ενδείκνυται το ζήτημα της έλλειψης κατά τόπο ή καθ' ύλην δικαιοδοσίας να εγείρεται και να εξετάζεται, ακόμη και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, το συντομότερο δυνατόν ώστε να μην προχωρά η διαδικασία χωρίς αρμοδιότητα εφόσον αποτελεί ζήτημα δημόσιας τάξης (βλ. Thermofast Limited (2005) 1 Α.Α.Δ. 567 και Κούρος ν Κόνου (2014) 1 ΑΑΔ 2192). Το ζήτημα δεν επαφίεται στη συναίνεση των διαδίκων αφού οι τελευταίοι δεν μπορούν να συναινέσουν να προσδώσουν δικαιοδοσία σε Δικαστήριο εκεί όπου δεν υπάρχει (βλ. Michaelidou v. Gregoriou (1968) 1 C.L.R. 88).

 

Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στοιχειοθετείτε από τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα όπως προσδιορίζονται από τη δικογραφία (βλ.Παναγιώτης Μιχαηλίδης Μωσαϊκά Λτδ ν.  Σιακαλλή (2001) 1 Α.Α.Δ. 1324) και ιδιαίτερα από την έκθεση απαιτήσεως (βλ. Μουρτζίνος ν. Global Cruises Ltd (1992) 1 Α.Α.Δ. 1160, Κυθραιώτης ν. Ward (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1480 και Gurkina v. Gurkin, Πολ.Έφεση 14/2017, ημερ.3/7/2018, ECLI:CY:DOD:2018:5). Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή μη δικαιοδοσίας εξηγήθηκε στην υπόθεση Μουρτζίνος v Global Cruises SA (πιο πάνω) ότι «δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων, προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, δηλαδή την εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό νόμο, να επιλαμβάνεται θεμάτων που εγείρονται ενώπιον του για απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες».

 

Με βάση τα πιο πάνω προέχει συνεπώς η εξέταση της σχετικής δικογραφίας για σκοπούς εντοπισμού του επίδικου αντικειμένου της απαίτησης του Ενάγοντα. Κατ’ αρχάς, να αναφέρω ότι οι ακόλουθες αποτελούν τις παραδεκτές δικογραφημένες θέσεις των μερών:

 

1.    Οι διάδικοι ήταν καθ’ όλη την ουσιώδη για την αγωγή περίοδο σύζυγοι.

2.    Κατά τον Απρίλιο του 2013 ανοίχθηκε τραπεζικός λογαριασμός στο όνομα της Εναγόμενης στον οποίο ο Ενάγοντας μετέφερε το ποσό των €91,000.

3.    Κατά το καλοκαίρι του 2013, η Εναγόμενη επέστρεψε πίσω στον Ενάγοντα ποσό ύψους €30,000.

4.    Κατά ή περί τον Ιούλιο του 2016 επήλθε διάσταση στις σχέσεις τους.

5.    Η διάσταση στον γάμο των διαδίκων οριστικοποιήθηκε κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2016 όπου οι διάδικοι έπαψαν να διαμένουν κάτω από την ίδια στέγη και έπειτα με την έκδοση διαζυγίου.

6.    Το υπόλοιπο των €61,000 δεν επιστράφηκε ποτέ από πλευράς της Εναγόμενης στον Ενάγοντα.

 

Ερχόμενη τώρα στην Έκθεση Απαίτησης, με βάση την αξίωση του Ενάγοντα ως εκτίθεται στην παράγραφο 12, ο τελευταίος, πέραν του νόμιμου τόκου και δικηγορικών εξόδων, διεκδικεί από την Εναγόμενη τα εξής:

 

(α) Ποσό €61.000 εναντίον της Εναγόμενης το οποίο αντιπροσωπεύει ζημιές και απώλειες του Ενάγοντα για παράβαση καθηκόντων και/ή υποχρεώσεων της Εναγόμενης ως εμπιστευματοδόχου και/ή ως αντιπροσώπου και/ή άλλως πως και λόγω της υπαίτιας παράβασης από πλευράς της Εναγόμενης της συμφωνίας αντιπροσώπευσης και/ή εμπιστευματοδόχου και/ή υπεξαίρεσης, ιδιοποίησης, απάτης, δόλου, κλοπής από αντιπροσώπου και/ή ως money had and received και/ή παράνομη κατακράτηση χρημάτων του Ενάγοντα.

 

(β) Διαζευκτικά ως προς το (α) ποσό €61.000 ως αποζημιώσεις με βάσει τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή της επιείκειας για περιουσιακό όφελος που προσπορίστηκε αδικαιολόγητα η Εναγόμενη σε βάρος του Ενάγοντα και της περιουσίας του.

 

(β) Γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις εναντίον της Εναγόμενης για παράβαση καθήκοντος επιμέλειας (duty of care) και/ή καθήκοντος εμπιστοσύνης (fiduciary duty) προς τον Ενάγοντα και/ή για απάτη και/ή δόλο, δυνάμει υπεξαίρεσης, ιδιοποίησης, απάτης, δόλου, κλοπής υπό αντιπροσώπου και/ή ως money had and received και/ή παράνομη κατακράτηση χρημάτων του Ενάγοντα και/ή άλλως πως με σκοπό την καταδολίευση και/ή οικειοποίηση και/ή την πρόκληση οικονομικής ζημιάς στον Ενάγοντα.

 

Με βάση τους ισχυρισμούς επί των οποίων βασίζεται η πιο πάνω αξίωση του Ενάγοντα και ως εκτίθενται αυτοί στην Έκθεσης Απαίτησης του, η θέση του είναι η ακόλουθη:

1.     Ότι κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, λόγω της ασταθούς οικονομικής κατάστασης που επικρατούσε στην Κύπρο μετά το κούρεμα καταθέσεων τον Απρίλιο του 2013, φοβούμενος για την εξασφάλιση των χρημάτων του που είχε κατατεθειμένα στον Οργανισμό Χρηματοδότησης Στέγης, ενημέρωσε την Εναγόμενη ότι θα της μετέφερε το ποσό των €91,000 σε δικό της λογαριασμό με το ίδιο πιστωτικό ίδρυμα με σκοπό η Εναγόμενη να κατέχει το εν λόγω ποσό για όσο χρονικό διάστημα επιθυμούσε ο Ενάγοντας σε πίστη του Ενάγοντα.

2.    Η Εναγόμενη αποδέχθηκε όπως κατέχει το εν λόγω ποσό σε πίστη του Ενάγοντα λόγω της μεταξύ τους σχέσης, αφού ήταν σύζυγοι και από φυσική στοργή και αγάπη.

3.    Η εν λόγω μεταφορά έγινε σε τραπεζικό λογαριασμό ο οποίος ανοίχθηκε στο ίδιο πιστωτικό ίδρυμα στο όνομα της Εναγόμενης αποκλειστικά για να υλοποιηθεί η εν λόγω μεταφορά.

4.    Ήταν ρητός όρος της μεταξύ τους συνεννόησης και/ή συμφωνίας και υπόσχεση της Εναγόμενης ότι η τελευταία δεν θα προέβαινε σε καμία ανάληψη του εν λόγω ποσού και ότι γενικά δεν θα χρησιμοποιούσε το εν λόγω ποσό παρά για το να μεταφέρει πίσω στον Ενάγοντα και/ή όπως θα της υποδείκνυε ο Ενάγοντας.

5.    Το ποσό των €30,000 επιστράφηκε από την Εναγόμενη στον Ενάγοντα κατόπιν σχετικών οδηγιών και/ή εντολών του.

6.    Η Εναγόμενη συνέχισε να κρατά το υπόλοιπο των €61,000 σε πίστη του Ενάγοντα, αλλά δεν το επέστρεψε ποτέ παρά τις παρακλήσεις του τελευταίου.

 

Οι σχετικές νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν την δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου εντοπίζονται στο Άρθρο 111 του Συντάγματος σε συνδυασμό με τον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.23/90. Σύμφωνα με το άρθρο 11(1)(ε) του Ν.23/90, τα Οικογενειακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία, μεταξύ άλλων, για θέματα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων. Σύμφωνα με το Άρθρο 2 του Ν.23/90 «περιουσιακές σχέσεις» είναι οι σχέσεις «που αφορούν κινητή και ακίνητη περιουσία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991 έως 1999.»

 

Το Οικογενειακό Δικαστήριο κέκτηται αποκλειστική δικαιοδοσία εκδίκασης υποθέσεων με βάση τα θέματα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων, με βάση το άρθρο 2 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου Ν.232/91 που επεξηγεί τον όρο «περιουσία» και το άρθρο 14(1) του Ν.232/91 που προσδιορίζει το δικαίωμα εκάστου των συζύγων να διεκδικήσει συνεισφορά επί της γενόμενης επαύξησης της περιουσίας του ετέρου (βλ. Re Γιάγκου (1999) 1 Α.Α.Δ. 703, Λογγίνου ν. Λογγίνου (2000) 1 Α.Α.Δ. 1347, Φιλίππου ν. Φιλίππου (2003) 1 Α.Α.Δ. 1343, Μιχαήλ ν. Γιάγκου (2001) 1 Α.Α.Δ. 1643 και Κούρος ν Κόνου (2014) 1 ΑΑΔ 2192).

 

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.232/91, ο όρος «περιουσία» ερμηνεύεται ως η «κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους». Σε σχέση με τα δικαιώματα των συζύγων επί της εν λόγω περιουσίας, το άρθρο 14(1) του Ν.232/91 προνοεί τα εξής: 

 

«Σε περίπτωση που ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί, ή σε περίπτωση διάστασης των συζύγων, και η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιοδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να εγείρει αγωγή στο Δικαστήριο και να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.»

 

Ως προκύπτει από την Νομολογία, η δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου διευρύνεται στην έκταση που εφαρμόζει και σε διαφορές πέραν αυτών που ρητά προσδιορίζονται στο Άρθρο 14 του Ν.232/91.

 

Σύμφωνα με την υπόθεση Βουνού ν. Βουνού (1995) 1 ΑΑΔ 168 «.[τ]ο αντικείμενο του Άρθρου 14 είναι αποκλειστικά η ρύθμιση της συμμετοχής των συζύγων στην αύξηση περιουσίας που επέρχεται μετά το γάμο. Με το Άρθρο 14 προσδίδεται μορφή νομικού δικαιώματος (statutory right) σε πτυχές του δικαιώματος που κτάται κατά το δίκαιο της επιείκειας (Equity) για συμμετοχή σε αύξηση περιουσίας η οποία συντελείται και με τη συνεισφορά προσώπου που δεν είναι ο ιδιοκτήτης του αντικειμένου ή της ακίνητης περιουσίας [βλ. Miltiadous v. Miltiadous (1982) 1 C.L.R. 797]. .»

 

Στην Γιάγκου (Αρ.2) (1999) 1(Β) ΑΑΔ 1348, 1355, 1356, με αναφορά στις υποθέσεις Βουνού v. Βουνού (ανωτέρω) και την απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Δαδακαρίδης v. Δαδακαρίδου (1990) 1 Α.Α.Δ. 566, λέχθηκαν τα ακόλουθα επί του προκειμένου:

 

«Προβλήθηκε από την ευπαίδευτο συνήγορο της καθ΄ ης η αίτηση ότι το Άρθρο 111 του Συντάγματος όπως τροποποιήθηκε, δεν περιλαμβάνει μέσα στις σχέσεις που διαγιγνώσκονται από τα Οικογενειακά Δικαστήρια και τις περιουσιακές σχέσεις.  Η απάντηση στο πιο πάνω επιχείρημα δίδεται από την απόφαση στην υπόθεση Βουνού v. Βουνού (1995) 1 Α.Α.Δ. 168 και από την απόφαση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Δαδακαρίδης v. Δαδακαρίδου (1990) 1 Α.Α.Δ. 566).  Αποφασίστηκε ότι η δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου εκτείνεται και σε θέματα που σχετίζονται με τις οικογενειακές σχέσεις.  Ο όρος καλύπτει οικογενειακές αστικές διαφορές που εμπίπτουν στον κλάδο του Οικογενειακού Δικαίου.  Αυτές διακρίνονται σε προσωπικές και περιουσιακές.  Έτσι και το Δικαστήριο στην υπόθεση Βουνού v. Βουνού, ανωτέρω, κατέληξε ότι οι οικογενειακές σχέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2Α του Άρθρου 111 του Συντάγματος, όπως τροποποιήθηκε, περιλαμβάνει και τις περιουσιακές σχέσεις, ιδιαίτερα στο βαθμό που αυτές αγγίζουν την οικογένεια.

...........................................................................................................

Εξ ίσου αστήρικτο βρίσκω και το επιχείρημα ότι η διαφορετική βάση αγωγής, δηλαδή το καταπίστευμα και ο αδικαιολόγητος πλουτισμός, δικαιολογεί τη θέση ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν έχει αποκλειστική δικαιοδοσία στις περιουσιακές σχέσεις μεταξύ των συζύγων.

 

Στο δικό μας νομικό σύστημα δεν αναγνωρίζεται παράλληλη δικαιοδοσία.  Σε κανένα νομοθέτημα δεν φαίνεται ότι το δίκαιο μας αναγνωρίζει δικαιοδοσία για το ίδιο θέμα σε δύο διαφορετικά δικαστήρια.  Ακόμα και στην περίπτωση παραπομπής από ένα δικαστήριο σε άλλο (άρθρο 61 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60) και πάλι η αγωγή παραπέμπεται εξ ολοκλήρου ή μερικώς από τη μια δικαιοδοσία στην άλλη, αλλά δεν μπορεί να εγείρεται ή εκδικάζεται παράλληλα σε δύο δικαιοδοσίες.

 

Αναμφίβολα το Οικογενειακό Δικαστήριο κέκτηται αποκλειστικής δικαιοδοσίας και έχει αποκλειστική αρμοδιότητα επίλυσης των περιουσιακών διαφορών μεταξύ των συζύγων.  Το συγκεκριμένο άρθρο είναι δικαιοδοτικό και καμιά παρέκκλιση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί.

 

Η αξίωση μεταξύ των διαδίκων δεν παύει να είναι αξίωση που αναφέρεται σε περιουσιακή διαφορά μεταξύ συζύγων για περιουσία που αποκτήθηκε με την προοπτική του γάμου και συνεπώς θα έπρεπε να εκδικαστεί από το μόνο αρμόδιο δικαστήριο, το Οικογενειακό Δικαστήριο».

 

Στην υπόθεση Λογγίνου ν. Λογγίνου (2000) 1(Β) Α.Α.Δ. 1347, επίσης υποδείχθηκε ότι η δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου επεκτείνεται σε όλες τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων, ανεξαρτήτως της βάσης αγωγής που αφορά το οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο, αντικείμενο της διαφοράς, και συμπεριλαμβάνει αξιώσεις οι οποίες στηρίζονται επί των αρχών της επιείκειας (equity). Λέχθηκε περαιτέρω ότι «η φύση της επίδικης θεραπείας δεν αποτελεί κώλυμα για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Οικογενειακό Δικαστήριο».

 

Η ίδια προσέγγιση υιοθετήθηκε στις υποθέσεις Μιχαήλ ν. Γιάγκου (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1643, όπου αποφασίστηκε ότι η δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου επεκτείνεται σε όλες τις περιουσιακές διαφορές των συζύγων και δεν αποκλείει την εφαρμογή κανόνων δικαίου που προέρχονται από τις αρχές του κοινοδικαίου ή του δικαίου της επιείκειας ή το Νόμο 232/91, και στην Λέφτης v. Γεωργίου (2010) 1 ΑΑΔ 211, σε σχέση με αξίωση στην βάση ισχυρισμών για δόλο και απάτη από σύζυγο η οποία, διαρκούντος του γάμου, πέτυχε την επ' ονόματί της μεταβίβαση και εγγραφή της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας.

 

Το Εφετείο στην υπόθεση Φιλίππου ν. Φιλίππου (2003) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1343, στην απόφαση πλειοψηφίας, αφού αναφέρθηκε στο Άρθρο 2 και 11 του Ν.23/90, επιβεβαίωσε ότι η πρόθεση του νομοθέτη ήταν «να εντάξει όλες ανεξαίρετα τις περιουσιακές διαφορές μεταξύ συζύγων σε σχέση με ιδιοκτησία η οποία αποκτήθηκε πριν από το γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου, από οποιοδήποτε από τους συζύγους, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμων του 1991-1999, στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου, ανεξάρτητα από το ποια είναι η βάση της αγωγής.» 

 

Εντάσσοντας στο πιο πάνω πλαίσιο τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως προκύπτουν από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, υπάρχει κατ’ισχυρισμόν περιουσιακή διαφορά. Ο Ενάγοντας διεκδικεί από την Εναγόμενη χρηματική συνεισφορά (‘κινητή περιουσία’) που έκανε στην τελευταία, η οποία έγινε πριν επέλθει διάσταση στις σχέσεις τους και ενώ ο γάμος τους ήταν σε ισχύ (‘..η οποία αποκτήθηκε ....οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου από οποιοδήποτε από τους συζύγους’) με αποτέλεσμα την αύξηση της περιουσίας της.

 

Εφόσον πρόκειται για ‘περιουσιακή διαφορά’ μεταξύ συζύγων, αποκλειστική δικαιοδοσία εκδίκασης της έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο. Σύμφωνα με την πιο πάνω αναφερόμενη Νομολογία, η νομική βάση επί της οποίας εδράζεται η αξίωση του Ενάγοντα και η φύση των θεραπειών που αξιώνει ο τελευταίος, δεν αποτελούν εμπόδιο για την ανάληψη δικαιοδοσίας από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Δεν με βρίσκει σύμφωνη το επιχείρημα της ευπαίδευτης συνηγόρου του Ενάγοντα στα πλαίσια της γραπτής της αγόρευσης ότι, επειδή οι ισχυρισμοί του τελευταίου αφορούν συμβατική (‘παράβαση συμφωνίας αντιπροσώπευσης και εμπιστευματοδόχου’) και όχι οικογενειακή διαφορά, η ερμηνεία και εφαρμογή τέτοιας σύμβασης της ανήκει στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Τέτοια εισήγηση ενδεχομένως να είχε οιανδήποτε σημασία μόνο εάν τέτοια ισχυριζόμενη σύμβαση ρύθμιζε όλες τις μεταξύ των διαδίκων περιουσιακές διαφορές αφού επήλθε διάσταση στις μεταξύ τους σχέσεις (βλ. Κοζάκη ν. Κοζάκη (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1710, Κοζάκη ν. Κοζάκη (2003) 1(Β) Α.Α.Δ. 1047, Μασούρας Ανδρέας ν. Χρυσταλλένης Παπαμάρκου, (2005) 1 Α.Α.Δ. 385, Ορφανού ν. Ονησιφόρου, Έφ. Οικογ. αρ. 27/2013, ημερ. 21 Φεβρουαρίου 2017 και Gurkina v. Gurkin, πιο πάνω). Όμως κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει στην περίπτωση μας.

 

Στην βάση όλων των πιο πάνω καταλήγω στο ότι αποκλειστική καθ’ ύλην δικαιοδοσία να εκδικάσει την αξίωση του Ενάγοντα έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο, και όχι το Επαρχιακό Δικαστήριο. Περαιτέρω, καταλήγω στο ότι, εφόσον δεν τέθηκε ουδέποτε ζήτημα αμφισβήτησης της επαρχίας στην οποία διέμεναν οι διάδικοι κατά την καταχώρηση της αγωγής, η οποία, σύμφωνα με το περιεχόμενο του Κλητηρίου Εντάλματος, είναι η επαρχία Λεμεσού, αποκλειστική δικαιοδοσία και αρμοδιότητα κέκτηται το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού. 

 

Σύμφωνα με το άρθρο 64Α(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), όπως έχει τροποποιηθεί, «σε περίπτωση που αγωγή, αίτηση ή υπόθεση που εμπίπτει στην καθ΄ ύλην δικαιοδοσία δικαστηρίου ειδικής δικαιοδοσίας καταχωριστεί ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου, το Επαρχιακό  Δικαστήριο, διακόπτει την ενώπιόν του τεθείσα διαδικασία και παραπέμπει την αγωγή ή την αίτηση ή την υπόθεση στο καθ΄ ύλην αρμόδιο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας προς εκδίκαση.» Ο όρος «δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας» περιλαμβάνει και το Οικογενειακό Δικαστήριο (βλ. άρθρο 64Α(4) του Ν.14/60).

 

Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου περί έλλειψης καθ' ύλη δικαιοδοσίας, η ενώπιον μου διαδικασία διακόπτεται και η αγωγή παραπέμπεται στο καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας, ήτοι στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού, προς εκδίκαση. Η ημερομηνία 20/12/2024 κατά την οποία είναι ορισμένη η αγωγή για προγραμματισμό της ακρόασης ακυρώνεται.

 

Δίδονται επίσης ανάλογες οδηγίες στον Πρωτοκολλητή όπως θέσει την υπόθεση ενώπιον του εν λόγω Δικαστηρίου, ώστε να δοθούν οι προβλεπόμενες από το άρθρου 64Α(1) οδηγίες.

 

Όσον αφορά τις εκατέρωθεν εισηγήσεις των συνήγορων των μερών στα πλαίσια των αγορεύσεων τους σε σχέση με τα έξοδα της υπόθεσης, στην MIB Mariako Ltd κ.α. v. Γεώργιου Πούρου (2013) 1Α Α.Α.Δ. 508 λέχθηκε ότι τα έξοδα δεν είναι θέμα δικαιοδοσίας αλλά προωθούνται με αναφορά στην οποιαδήποτε έκβαση της διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου.

 

Στην παρούσα περίπτωση προφανώς η πλευρά της Εναγόμενης υπέστηκε μέχρι σήμερα έξοδα στο Επαρχιακό Δικαστήριο, πέραν αυτών της εκδίκασης των προδικαστικών της ενστάσεων, λόγω του ότι ο Ενάγοντας προώθησε την απαίτηση του μέσω της λανθασμένης δικαιοδοσίας. Εφόσον η ενώπιον μου διαδικασία θα διακοπεί, δεν βλέπω λόγο γιατί τα έξοδα της αγωγής να μην επιδικαστούν υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα. Όμως, παρατηρώ ότι η πλευρά της Εναγόμενης, από την μια, έγειρε μεν τις υπό εξέταση ενστάσεις στην υπεράσπιση της και προώθησε την εκδίκαση αυτών πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας αλλά, από την άλλη, το έπραξε σε σχετικά προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και αφού εγέρθηκε το ζήτημα από πλευράς του ίδιου του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης ημερ.1/11/2023 είχε ήδη παρέλθει περίοδος πέραν των τεσσάρων χρόνων από την κλήση για οδηγίες που καταχώρησε η πλευρά του Ενάγοντα ημερ.21/6/2019 με το κλείσιμο των δικογράφων, εις τα οποία αποκρυσταλλώθηκαν οι θέσεις και των δύο μερών σε σχέση με τις προδικαστικές ενστάσεις. Το παράρτημα Τύπος 25 της Εναγόμενης ημερ.27/6/2019 που ακολούθησε δεν έκανε καν αναφορά σε αίτημα για εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων της. Στην συνέχεια, ως φαίνεται από τον φάκελο της υπόθεσης και τα σχετικά πρακτικά, μεσολάβησαν διάφορα δικονομικά διαβήματα, όπως εκατέρωθεν καταχωρήσεις ενόρκων δηλώσεων για σκοπούς αποκάλυψης εγγράφων και ονομαστικού καταλόγου μαρτύρων και σύνοψης μαρτυρίας αυτών, προσπάθειες διευθέτησης της υπόθεσης που δεν τελεσφόρησαν, σωρεία εμφανίσεων για τους προαναφερθέντες σκοπούς αλλά και τέσσερις τουλάχιστον εμφανίσεις κατά τις οποίες δόθηκαν οδηγίες στην πλευρά της Εναγόμενης για καταχώρηση τυχόν αίτησης για εκδίκαση των ενστάσεων της.

 

Ως εκ των προαναφερθέντων, εφόσον η Εναγόμενη συνέβαλε στην καθυστέρηση εκδίκασης των ενστάσεων της και στην δημιουργία και αύξηση των εξόδων της υπόθεσης, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως επιδικαστούν τα έξοδα της αγωγής υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα αλλά τα δικηγορικά έξοδα θα επιδικαστούν στα 2/3 του ποσού ως θα υπολογιστεί από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθεί από το Δικαστήριο και εκδίδω ανάλογη διαταγή.

 

                                   

 

 

 

                                                                                    (Υπ.)............................

                                                                                   Α. Χαραλαμπίδη, Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο