ECLI:CY:EDPAF:2017:A205

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Σατολιά, Ε.Δ.

 

Αγωγή Αρ.: 1201/2015

 

 

 

ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑΣ

 

Ενάγοντας

 

και

 

 

1.   CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, διά του Ειδικού Διαχειριστή και/ή Ειδικής Διαχειρίστριας και/ή οποιουδήποτε άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/2013 και/ή δυνάμει οποιουδήποτε άλλου Νόμου και/ή κανονισμού

2.   ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ

3.   ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

4.   ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ διά του Γενικού Εισαγγελέα

 

Εναγόμενοι

___________________

 

 

22.11.2017

 

 

 

Για την Εναγόμενη 1-Αιτήτρια: κ. Ε. Πεύκου για Π.Ν. ΚΟΥΡΤΕΛΛΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.

Για τον Ενάγοντα-Καθ’ ου  η Αίτηση: κ. Κ. Προδρόμου για κ. Χριστίνα Χριστοφή

 

 

 

Απόφαση στην αίτηση, ημερ. 27.04.2017, για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης της Εναγόμενης 1

 

 

Με την επίδικη αίτηση, η οποία εδράζεται στις Δ.19 Θ.1,2,4 και 14, Δ.21 Θ.21, Δ.25 Θ.1-6, Δ.39, Δ.48 Θ.1,2,3,7,8(1)(qq) και 9, Δ.57 Θ.2 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 3,22,29,30,32 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στο άρθρο 3 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο κοινοδίκαιο και στο δίκαιο της επιείκειας (equity law), στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρειας του δικαστηρίου και στην ακολουθούμενη πρακτική και τη νομολογία που διέπει το ζήτημα, η Εναγόμενη 1-Αιτήτρια ( που στο εξής θα αποκαλείται «Αιτήτρια»)  επιδιώκει την τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισής της, με την εισαγωγή τεσσάρων προδικαστικών ενστάσεων και αριθμού νέων υπερασπιστικών ισχυρισμών.

 

Ο Ενάγοντας-Καθ’ ου η Αίτηση (που στο εξής θα καλείται «Καθ’ ου η Αίτηση») αντέδρασε στην καταχώρηση της αίτησης, με γραπτή ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης, που καταχωρήθηκε στις 21.06.2017 και στηρίζεται στις Δ.1, Δ.2, Δ.9, Δ.25 Θ.1-6, Δ.39, Δ.48 Θ.1-7, Δ.59 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 2,29,30,31,41 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στο Άρθρο 30(2) του Συντάγματος, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και στη γενική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Σε αυτή εγείρονται δεκαεννέα (19) λόγοι για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.

 

Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και στις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων δικηγόρων των διαδίκων, στις οποίες, με νομική και ουσιαστική επιχειρηματολογία, υποστηρίζουν την αποδοχή των εκατέρωθεν θέσεών τους.

 

Νομική πτυχή

 

Η παλαιά Δ.25 Θ. 1 στην οποία στηρίζεται δικονομικά η παρούσα αίτηση έχει ως ακολούθως:

 

«The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or attend his endorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties»

 

σε ελεύθερη μετάφραση:

 

«Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιονδήποτε από τους διαδίκους να διορθώσει ή τροποποιήσει την οπισθογράφηση ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες οι τέτοιες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνουν σαν αναγκαίες για σκοπούς αποπερατώσεως των πραγματικών ζητημάτων που είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των διαδίκων».

 

Η πιο πάνω διάταξη έτυχε ερμηνείας σε μεγάλο αριθμό υποθέσεων, όπου τονίστηκε ότι η τροποποίηση δικογράφων μπορεί να επιτραπεί όταν αυτή είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, εκτός από τις περιπτώσεις που η τροποποίηση μπορεί να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όταν ο αιτητής κινείται με κακή πίστη (βλ. Ευριπίδου ν. Καννάουρου (1985) 1 C.L.R. 24, United Sea Transport Co. Ltd. v. Ζάκου (1980) 1 C.L.R. 510, William Patric Jack v. Philiappa Estates Ltd (1988) 1 C.L.R.. 607, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου & άλλου (1991) 1 Α.Α.Δ. 934 και Αννα Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (1999) 1 Α.Α.Δ. 11).

 

Αναμφίβολα λοιπόν η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, βάσει της παλαιάς Δ.25, είναι πλατιά. Κατά κανόνα άδεια για τροποποίηση δίδεται εκτός εάν το Δικαστήριο βρει ότι ο αιτητής ενεργεί κακόβουλα ή ότι με την τροποποίηση θα επηρεαστεί σε τέτοιο βαθμό ο καθ’ ου η αίτηση, ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωσή του με την πληρωμή εξόδων.

 

Οι αρχές που διέπουν το θέμα της τροποποίησης συνοψίζονται στην Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd και άλλων (1989) 1(Ε) ΑΑΔ σελ. 33, στην οποία αναφέρεται ότι:

 

«1. Η τροποποίηση επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματικότερη απονομή της δικαιοσύνης.

 

2.  Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης συνεκτιμούνται οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα συμφέροντα του αντίδικου και ιδιαίτερα λαμβάνεται υπόψη η τυχόν καθυστέρηση που δυνατό να επέλθει.

 

3.  Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα, εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα, και

 

4.  Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητα εμπόδια αλλά η ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται σε μια τέτοια περίπτωση με φειδώ ώστε να αποφεύγεται το ενδεχόμενο εκτροχιασμού της δίκης».

 

Στη Δόμνα Ν. Χριστοδούλου v. Αθηναϊδος Ι. Χριστοδούλου κ.α. (1991) 1 ΑΑΔ 934, επισημάνθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμα και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία η οποία δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα.

 

Το γεγονός είναι ότι η προσέγγιση της νομολογίας στο θέμα της τροποποίησης είναι φιλελεύθερη. Όμως, όπως έχει τονισθεί στην Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέα Παύλου (1995) 1 ΑΑΔ 560, «όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση, το ζήτημα εξακολουθεί να υπάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών».

 

Η σύγχρονη τάση της νομολογίας εμπεριέχεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την Ανδριανή Αρακελιάν,  διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L. Arakelian v. Ταμείου Προνοίας του Προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτώμενων της Εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, ημερ. 11.02.2016, στην οποία επισημάνθηκε, ότι:

 

«Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.25 (ως εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση), είναι πλατιά. Κυρίαρχο στοιχείο για την άσκησή της είναι τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Όπως τονίστηκε στην Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1) (1990) 1 ΑΑΔ 24, στη σελ. 26:- «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης.» Οι αρχές που διέπουν το θέμα δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. Κατά κανόνα παρέχεται άδεια για τροποποίηση εκτός αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι ο Αιτητής ενεργεί κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην είναι δυνατή η αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων. Άδεια για τροποποίηση μπορεί να δοθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της δίκης ώστε όλα τα επίδικα ζητήματα μεταξύ των διαδίκων για το ίδιο θέμα να εκδικαστούν σε μια διαδικασία. Με βάση τη λεγόμενη σύγχρονη τάση της νομολογίας, επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμη και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα. Τελικά με την πάροδο των χρόνων η προσέγγιση της νομολογίας στο θέμα της τροποποίησης έγινε αρκετά φιλελεύθερη ώστε να εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης με βάση το σύνολο των περιστατικών της κάθε υπόθεσης. Οι πιο πάνω αρχές προκύπτουν, μεταξύ άλλων, από τις αποφάσεις Courtis a.o. v. Iasonides (1970) 1 CLR 180, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α. (1991) 1 ΑΑΔ 934, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.α. (1989) 1Ε ΑΑΔ 33, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου (1995) 1 ΑΑΔ 560» (Η υπογράμμιση είναι του γράφοντος) (βλέπε σχετικά και Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, Πολιτική Έφεση αρ. 58/2012, ημερ. 04.03.2013).

 

Συνοψίζοντας, η σύγχρονη αντίληψη, σε σχέση πάντα με την παλαιά Δ.25, είναι, ότι ο κανόνας είναι η έγκριση και η εξαίρεση η απόρριψη μιας αίτησης τροποποίησης και ότι η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου ασκείται πάντα με κύριο γνώμονα την εξυπηρέτηση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης, στη βάση του συνόλου των περιστατικών της κάθε υπόθεσης.

 

Σύντομο ιστορικό

 

Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν, σε συντομία, τα όσα προηγήθηκαν της υποβολής της αίτησης, όπως αυτά προκύπτουν από το φάκελο της δικογραφίας (Γεωργίου v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου (Αρ. 2) (1999) 1(Γ) ΑΑΔ 1938 στη σελ. 1943).

 

Η αγωγή καταχωρήθηκε σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 13.07.2015, η Εναγόμενη 1, μέσω άλλου δικηγορικού οίκου, καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 29.07.2015 και έκθεση υπεράσπισης στις 16.12.2015 και ο Ενάγοντας Απάντηση στις 16.03.2016. Οι νυν δικηγόροι της Εναγόμενης 1 καταχώρησαν ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου στις 20.09.2016 και εμφανίσθηκαν για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου στις 28.11.2016.

 

Η υπόθεση βρίσκεται ακόμη στο στάδιο των οδηγιών, κατ’ εφαρμογή της παλαιάς Δ.30, και δεν έχει ορισθεί ακόμη για ακρόαση.

 

Εξέταση Λόγων Ενστασης

 

Παρόλο που, όπως προαναφέρθηκε, με την ένσταση εγείρονται δεκαεννέα (19) λόγοι, για τους οποίους επιζητείται η απόρριψη της αίτησης, στην αγόρευσή της η ευπαίδευτη δικηγόρος του Καθ’ ου η Αίτηση έχει περιορισθεί στην υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της και στη δημιουργία νέας βάσης υπεράσπισης.

 

Υπέρμετρη καθυστέρηση

 

Αναμφίβολα στα κριτήρια εξέτασης παρόμοιων αιτήσεων συμπεριλαμβάνεται και ο χρόνος υποβολής της αίτησης. Χωρίς αυτό βεβαίως να σημαίνει ότι η καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για την τροποποίηση δικογράφου δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για την επιτυχία της.

 

Όπου όμως υπάρχει δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και, παρόλα αυτά, υπάρχει καθυστέρηση, αυτή πρέπει να αιτιολογείται (Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα (1999) 1(Α) ΑΑΔ 44 στη σελ. 53).

 

Η σημασία της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει αναλόγως των περιστατικών της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της τροποποίησης (Saba and Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (1994) 1 ΑΑΔ 426 στη σελ. 432 και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα (2002) 1(Α) ΑΑΔ 223 στη σελ. 228).

 

Στην υπό συζήτηση περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, η αγωγή είναι στο στάδιο των οδηγιών. Ορίσθηκε για πρώτη φορά για το σκοπό αυτό (μετά από σχετικό αίτημα του Καθ’ ου η Αίτηση, αφού συμπληρώθηκαν τα δικόγραφα, που υποβλήθηκε, κατ΄ εφαρμογή της παλαιάς Δ.30, στις 15.06.2016) στις 19.09.2016. Έκτοτε και μέχρι την καταχώρηση της επίδικης αίτησης (27.04.     2017), ορίσθηκε ακόμη δυο φορές για οδηγίες στις 28.11.2016 και στις 17.02.2017, με αποκλειστικό αντικείμενο, κατ΄ εφαρμογή της Δ.28 Θ. 1 και 2, την ένορκη αποκάλυψη και ανταλλαγή των εγγράφων που κάθε διάδικος είχε στην κατοχή ή τον έλεγχό του και τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.

 

Με βάση λοιπόν το διαδικαστικό στάδιο, στο οποίο βρίσκεται η αγωγή, δεν κρίνεται ότι τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα υπέρμετρης καθυστέρησης στην καταχώρησή της. Επισημαίνεται, ότι μέχρι την ημερομηνία αυτή ο Καθ’ ου η Αίτηση δεν είχε ζητήσει τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση.

 

Η ευπαίδευτη δικηγόρος του Καθ’ ου, στην αγόρευσή της, για το ζήτημα της υπέρμετρης καθυστέρησης, εστιάζει, μεταξύ άλλων, την επιχειρηματολογία της στο γεγονός ότι η αίτηση καταχωρήθηκε οκτώ περίπου μήνες από την ημερομηνία που ανέλαβαν την εκπροσώπηση της Αιτήτριας οι νυν δικηγόροι της και ενάμιση περίπου χρόνο μετά την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισής τους από τους δικηγόρους που τους εκπροσωπούσαν προηγουμένως, υποδεικνύοντας, ότι πέραν της εμφανούς καθυστέρησης, αυτή είναι και αδικαιολόγητη, καθώς οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις αφορούν γεγονότα, έγγραφα και περιστατικά, που ήταν γνωστά στην Αιτήτρια σε χρόνο πολύ προγενέστερο της καταχώρησης του δικογράφου της, επομένως όφειλε να τα είχε συμπεριλάβει σε αυτό. Επισημαίνει περαιτέρω, ότι σε κανένα σημείο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης, που την υποστηρίζει, δεν προσφέρεται οποιαδήποτε ή επαρκής τεκμηρίωση ή λόγος ή δικαιολογία για την αιτούμενη τροποποίηση και ειδικότερα γιατί η Αιτήτρια την ζητά στο παρών στάδιο, προσπαθώντας να εγείρει ισχυρισμούς ή υπερασπιστική γραμμή, που προϋπήρχε της καταχώρησης της αγωγής και ήταν σε γνώση της έκτοτε, υποδεικνύοντας, ότι στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης, αναφέρεται, ως λόγος, η αλλαγή δικηγόρου, που, πέραν του ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης, δεν παρέχει, για τους λόγους που εξηγεί, από μόνη της, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. Επιπρόσθετα, αφού τονίζει ότι, σύμφωνα με σχετικές οδηγίες και/ή εγκύκλιο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι υποθέσεις, όπως η παρούσα, που αφορούν σε αξιόγραφα, πρέπει να εκδικάζονται σε σύντομο χρόνο, εισηγείται, ότι, ενώ η καθυστέρηση δεν εξισώνεται κατ’ ανάγκη με κακοπιστία, στην προκείμενη περίπτωση, τα προαναφερόμενα δεδομένα αφήνουν εκτεθειμένο το στοιχείο της καλοπιστίας που πρέπει να διαπνέει μια αίτηση τροποποίησης, υποδεικνύοντας περαιτέρω, ότι στην ένορκη δήλωση, που την υποστηρίζει, δεν διευκρινίζεται η αναγκαιότητα και δεν δικαιολογείται, για τους λόγους που εξηγεί, η καταχώρησή της, αφού ο ενόρκως δηλών περιορίζεται στην παρ. 13 σε μια γενική και αόριστη αναφορά για το ζήτημα αυτό, που δεν παρέχει δυνατότητα αξιολόγησής της και δεν αποδεικνύει με οποιοδήποτε τρόπο την εν γένει αιτούμενη αναγκαιότητα τροποποίησης.

 

Δεδομένου ότι η αίτηση για τροποποίηση δικογράφου είναι ενδιάμεση, τα κρίσιμα για την επιτυχία της γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων των γεγονότων που αιτιολογούν την καθυστέρηση στην υποβολή της, είναι αυτά που παρατίθενται στην ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, με δυνατότητα αντεξέτασης (Δ.48 Κ.4(2) και IACOVOU BROTHERS (CONSTRUCTIONS) LTD v. FASHIONWISE LTD (2000) 1(B) ΑΑΔ 1377 στις σελ. 1380 και 1381).

 

 

Στην ένορκη δήλωση, που υποστηρίζει την ένσταση, του Λούκα-Μάριου Κωστακόπουλου, δικηγόρου στο δικηγόρο οίκο, που εκπροσωπεί πλέον την Αιτήτρια, αναφέρεται, ότι κατά τις 20.09.2016 ανέλαβαν τη νομική εκπροσώπηση της στην υπό εκδίκαση αγωγή, καταχωρώντας τη σχετική ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρου (παράγραφος 8), ότι στις 28.11.2016, ημερομηνία κατά την οποία ήταν ορισμένη η παρούσα αγωγή για οδηγίες και με σκοπό την ένορκη αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων, ζήτησαν περαιτέρω χρόνο για συμμόρφωση, λόγω του ότι από το φάκελο που τους είχε σταλεί από τους προηγούμενους δικηγόρους απουσίαζε η έκθεση υπεράσπισης, καθώς και οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο και ότι επιφύλαξαν το δικαίωμά τους για τυχόν περαιτέρω δικονομικά διαβήματα, όταν θα λάμβαναν την υπεράσπιση (παράγραφος 9), ότι κατά το χρονικό διάστημα που ακολούθησε δεν έλαβαν άμεσα τα έγγραφα αυτά, ώστε να μελετήσουν την υπόθεση και να συμμορφωθούν κατ’ επέκταση με τις οδηγίες του δικαστηρίου (παράγραφος 10) και ότι, όταν τα έλαβαν και μελέτησαν την υπόθεση και ιδιαίτερα την υπεράσπιση, κατέληξαν ότι έχρηζε τροποποίησης, με την προσθήκη απαραίτητων ισχυρισμών και γεγονότων που έλαβαν χώρα (παράγραφος 12), υποδεικνύοντας, ότι η υπό κρίση αίτηση αποτελεί αναγκαίο, υπό τις περιστάσεις, δικονομικό μέτρο, καθώς αυτό που επιδιώκεται είναι να καθοριστεί η γραμμή της υπεράσπισης, όπως πρέπει να προβληθεί κατά την ακρόαση της αγωγής και ότι τα διατάγματα που ζητούνται επιτάσσονται για την καλύτερη δυνατή υπεράσπισή της, ενόψει και των ιδιαζόντων και καινοφανών επίδικων ζητημάτων (παρ. 13). Αναφέρεται περαιτέρω, ότι η αίτηση καταχωρήθηκε, αφού προηγήθηκε η μελέτη του φακέλου της υπόθεσης, μετά από τον πρόσφατο σχετικά διορισμό τους, επισημαίνοντας ότι η υπόθεση έχρηζε προβληματισμού, επαρκούς μελέτης και νομικού χειρισμού και ότι είναι, στα πλαίσια αυτής της διεργασίας, που διαπιστώθηκε η απουσία σχετικών με τα επίδικα θέματα γεγονότων και/ή εγγράφων, των οποίων έπρεπε να γίνει επίκληση και που έπρεπε να αποτελέσουν μέρος της υπεράσπισης της Αιτήτριας, για υποστήριξη των υπερασπιστικών της ισχυρισμών και την ανάδειξη των όσων πραγματικά έλαβαν χώρα και διέπουν την υπό συζήτηση υπόθεση (παράγραφος 14).

 

Το δικαστήριο, με κάθε σεβασμό προς την επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης δικηγόρου του Καθ’ ου η Αίτηση, κρίνει, ότι, στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, αλλά και του συνόλου των περιστάσεων που διέπουν την υπό συζήτηση περίπτωση, έχει δικαιολογηθεί επαρκώς ο χρόνος υποβολής της επίδικης αίτησης, που, όπως προαναφέρθηκε, σε κάθε περίπτωση, είναι μεν σχετικός παράγοντας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλέπε σχετικά και Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. ν. Α. & G. Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.α. (1993) 1 ΑΑΔ 726). Πέραν τούτου, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε κακοπιστία στην υποβολή του σχετικού δικονομικού διαβήματος, είτε με αναφορά στο χρόνο που υποβλήθηκε, είτε για τους λόγους που κρίθηκε ότι έπρεπε να υποβληθεί.

 

Νέα βάση υπεράσπισης

 

Η ευπαίδευτη δικηγόρος του Καθ’ ου, στην αγόρευσή της, αναπτύσσοντας το συγκεκριμένο λόγο ένστασης, εισηγείται, ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιδιώκεται η εισαγωγή νέων βάσεων υπεράσπισης, γεγονός που μπορεί να μην καταδικάζει την αίτηση σε αποτυχία, όμως είναι παράγοντας που εξετάζεται και συνεκτιμάται υπό το πρίσμα του συνόλου των στοιχείων της δεδομένης περίπτωσης, υποδεικνύοντας, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, μέσα από το περιεχόμενο των αιτούμενων επιχειρείται καταρχήν η προσθήκη δέσμης προδικαστικών ενστάσεων, που θα επιτρέψει στην Αιτήτρια να προβεί σε καταχώρηση αιτήσεων για προδικαστική εκδίκασή τους, γεγονός που θα προκαλέσει υπέρμετρη καθυστέρηση στην ουσία της αγωγής και θα οδηγήσει σε καταφανή παραβίαση των δικαιωμάτων του Καθ’ ου για εκδίκαση της υπόθεσής του εντός ευλόγου χρόνου, ότι η εκδίκαση των νέων ισχυρισμών, υπό τη μορφή που επιχειρείται να εισαχθούν, δεν θα ήταν πρόσφορη και ότι τυχόν έγκριση των αιτούμενων τροποποιήσεων θα έχει ως αποτέλεσμα τον εκτροχιασμό των επίδικων θεμάτων και της υπόθεσης γενικότερα, καθώς και την πρόκληση καθυστέρησης στην αποπεράτωση της δικαστικής διαδικασίας θέτοντας τον Καθ’ ου σε δυσμενή θέση αφού θα πρέπει να αναπροσαρμόσει τις θέσεις του και να αντικρούσει νέα ζητήματα και γεγονότα, που, μεταξύ άλλων, εκφεύγουν των επίδικων θεμάτων, πράγμα που δεν αποζημιώνεται με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα.

 

Κατά την κρίση του δικαστηρίου ούτε ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης ευσταθεί. Με τις προτιθέμενες τροποποιήσεις δεν επιδιώκεται η εισαγωγή νέας γραμμής υπεράσπισης, αφού, όπως ορθά εισηγείται η ευπαίδευτη δικηγόρος της Αιτήτριας, στην αγόρευσή της, υπάρχει διασύνδεση και αλληλουχία μεταξύ των υφιστάμενων και των επιδιωκόμενων να εισαχθούν υπερασπιστικών ισχυρισμών, καθώς η επίδικη διαφορά των μερών έγκειται  στην αγορά από τον Καθ’ ου αξιογράφων κατά τα έτη 2010 και 2011 και οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις αφορούν και στοχεύσουν να οριοθετήσουν το σύνολο του πραγματικού και νομικού πλαισίου που τη διέπει και να προσδιορισθεί η ουσία της, προκειμένου όλα τα ζητήματα, που απασχολούν την Αιτήτρια, νομικά και πραγματικά, να τεθούν στην κρίση του δικαστηρίου και να αποτραπεί η πολλαπλότητα των δικαστικών διαδικασιών.

 

Πέραν τούτου το γεγονός, ότι με τις επιδιωκόμενες τροποποιήσεις θέτονται κάποια καινούργια νομικά και πραγματικά επίδικα ζητήματα, που ενδεχομένως, στην περίπτωση των προδικαστικών ενστάσεων, να οδηγήσουν στην καταχώρηση σχετικής αίτησης για προδικασμό τους, αυτό δεν είναι καθοριστικό στην έκβαση της αίτησης, εφόσον η νομολογία σαφώς δεν απαγορεύει εκ προοιμίου κάτι τέτοιο, καθώς η τροποποίηση οποιουδήποτε δικογράφου, σύμφωνα με τη νομολογία, είναι εφικτή οποτεδήποτε κρίνεται αναγκαίο για να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς και να αποτραπεί η πολλαπλότητα των δικαστικών διαδικασιών. Η μόνη περίπτωση που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής είναι εκεί που αν επιτραπεί η τροποποίηση θα επέλθει βλάβη στον αντίδικο ή όπου είναι φανερό ότι ο Αιτητής ενεργεί με κακή πίστη. Η συνήθης βλάβη που μπορεί να επέλθει και η οποία δεν είναι εύκολο να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων, είναι στις περιπτώσεις που εγείρεται θέμα παραγραφής, π.χ. όπου εισάγεται αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει παραγραφεί ή όπου ο εναγόμενος εμποδίζεται από του να εγείρει συγκεκριμένη υπεράσπιση, λόγω νομοθετικής παραγραφής, κάτι που δεν ισχύει στην υπό συζήτηση περίπτωση (βλέπε σχετικά, Lancaster v. Moss [1899] 32(2) Reissue, Digest 1575, Marshall v. L.P.T.D. [1936] 3 All ER 83, Annual Practice 1959 σελ. 627, Χρίστου ν. Αζά (1992) 1Α ΑΑΔ 704 και Ανδριανή Αρακελιάν,  διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L. Arakelian v. Ταμείου Προνοίας του Προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτώμενων της Εταιρειών κ.α. (ανωτέρω)).

 

Συμπέρασμα

 

Λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα προαναφέρθηκαν, κρίνεται, ότι, στην υπό συζήτηση περίπτωση, είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης να επιτραπεί στην Αιτήτρια να προβάλει την υπεράσπιση, που η ίδια επιθυμεί, έτσι ώστε να τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου όλα τα ζητήματα που διέπουν την επίδικη διαφορά.

 

Υπενθυμίζεται ότι πρόκειται για υπόθεση του 2015, η οποία δεν έχει ακόμη ορισθεί για ακρόαση και όπου δεν έχει καταδειχθεί, μέσα από την ένσταση και την ένορκη δήλωση, που την υποστηρίζει, ότι οι τροποποιήσεις θα επιφέρουν τέτοια βλάβη ή αδικία στον Καθ’ ου η Αίτηση, στον οποίο θα δοθεί δικαίωμα καταχώρησης τροποποιημένης απάντησης, που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή, ως προς τα έξοδα. 

 

Κατάληξη

 

Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό η αίτηση εγκρίνεται.

 

Εκδίδονται διατάγματα για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης της Αιτήτριας (Εναγόμενης 1) ως οι παράγραφοι Α, Β, Γ, Δ, Ε, ΣΤ, Ζ και Η της αίτησης. Η τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης να καταχωρηθεί μέσα σε 15 ημέρες από τη σύνταξη (drown up) της παρούσας απόφασης. Τυχόν Απάντηση να καταχωρηθεί μέσα σε 30 ημέρες από την επίδοση της τροποποιημένης υπεράσπισης στους δικηγόρους του Καθ’ ου η Αίτηση.

 

Τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses), όπως και τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Καθ’ ου η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής (βλέπε σχετικά, Ζαβρού v. Μιχαηλίδου (1996) 1 Α.Α.Δ. 477  και Χατζηϊωάννου v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α. (2000) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1451).

 

 

 

(Υπ.) .................................

                                                                      Κ. Σατολιάς, Ε.Δ.

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

Subject: Civil/Other Actions/Interim

(Αναφορά: Δ.25 Θ. 1 – Αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης – Εφαρμοστές αρχές)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο