ECLI:CY:EDPAF:2020:A3
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ν. Κονή, Α.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1872/15
Μεταξύ:
ΧΧΧΧ Μαζαράκης από την Πάφο
Εναγόντων
και
1. ΧΧΧΧ Αγαμέμνωνος από την Αργάκα
2. Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ
Εναγομένων
------------------
Αίτηση ημερομηνίας 19.09.2019
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10.01.2020
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για Αιτητή-Ενάγοντα : κα Α. Χριστοδούλου διά κ. Ν. Τσιαπαλή
Για Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγόμενη 2: κα Ζ. Σωτηριάδου διά Ομήρου & Ομήρου ΔΕΠΕ
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Την 21.10.2015 ο Ενάγοντας καταχώρησε κλητήριο ένταλμα γενικώς οπισθογραφημένο και την 03.11.2016 Έκθεση Απαίτησης με την οποία αξίωνε εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 την έκδοση αναγνωριστικών αποφάσεων, όπως μεταξύ άλλων απόφαση ή και δήλωση ότι τα έγγραφα ή και η σύμβαση ή και η δήλωση υποθήκης η οποία υπογράφηκε από τον Ενάγοντα είναι άκυρη ή και ακυρώσιμη και εξάλειψη της υποθήκης Υ.ΧΧΧΧ/06 η οποία έχει εγγραφεί επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/ΧΧΧΧ, Φ/Σχ. 26/37, τεμ. XXX που βρίσκεται στο χωριό ΧΧΧΧ της επαρχίας Πάφου ως επίσης γενικές αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα.
Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν εμφάνιση και στη συνέχεια Υπεράσπιση.
Την 19.09.2019 ο Ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία εξαιτείται:
Α: διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζεται η εναγόμενη 2 ή και οι αξιωματούχοι ή και εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι της ή και οι υπηρέτες της ή και οποιαδήποτε πρόσωπα έλκουν δικαιώματα από αυτήν να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε διαδικασία πώλησης ή και εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/ΧΧΧΧ, Φ/Σχ. 26/37, τεμάχιο XXX που βρίσκεται στο χωριό ΧΧΧΧ της επαρχίας Πάφου ή και στην εκποίηση της υποθήκης ΥΧΧΧΧ/2006.
Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναστέλλεται οποιαδήποτε διαδικασία εκποίησης του επίδικου ακινήτου από την εναγόμενη 2 ή και τους υπηρέτες της ή και οποιαδήποτε πρόσωπα έλκουν δικαιώματα από αυτήν.
Η αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960, άρθρα 2, 31 και 32 και στις αρχές της επιείκειας. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα.
Ο Ενάγοντας-Αιτητής στην ένορκη δήλωση του αφού αναφέρεται στο περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α παραθέτει στη συνέχεια τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα αίτηση.
Την 07.07.2016, συνεχίζει ο ενόρκως δηλών, του επιδόθηκε επιστολή από την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα συνοδευόμενη από Ειδοποίηση Τύπου «Ι» και «Θ» (Τεκμήριο Β). Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ του δικηγόρου του και της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας και η τελευταία με επιστολή της ημερ. 20.01.2017 τον ενημέρωσε ότι η διαδικασία εκποίησης της υποθήκης θα αναστέλλετο μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής (Τεκμήρια Γ έως Η).
Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια ότι την 09.08.2019 του επιδόθηκε επιστολή μαζί με «Ειδοποίηση προς Ενυπόθηκο Οφειλέτη – Τύπος Ι» ημερ. 16.07.2019 συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού με την οποία η Εναγόμενη 2 τον ενημέρωνε για την πρόθεση της να προχωρήσει με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου (Τεκμήριο Θ). Ο δικηγόρος του απέστειλε προς την Εναγόμενη επιστολή ημερ. 28.08.2019 με την οποία την ενημέρωνε για τα γεγονότα που προηγήθηκαν ζητώντας επιβεβαίωση της δέσμευσης για αναστολή της διαδικασίας μέχρι την εκδίκαση της αγωγής (Τεκμήριο Ι). Η Εναγόμενη 2 με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 02.09.2019 (Τεκμήριο Κ) απάντησε ότι έχει δικαίωμα να προωθεί τις διαδικασίες για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου και δεν έχει πρόθεση να αναστείλει ή να τερματίσει την εν λόγω διαδικασία.
Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι δεδομένης της πρόθεσης της Εναγόμενης 2 να προχωρήσει στην εκποίηση της επίδικης περιουσίας, σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και η Εναγόμενη 2 προχωρήσει στην πώληση της, η αγωγή θα καταστεί άνευ αντικειμένου αφού αντικείμενο της αγωγής είναι η εγκυρότητα ή όχι της σύμβασης υποθήκης. Σε τέτοια περίπτωση θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη αφού η ανάκτηση της περιουσίας του θα είναι αδύνατη. Περαιτέρω η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα του επιτρέψει να καταχωρήσει Αίτηση/Έφεση εναντίον της επιχειρούμενης εκποίησης δυνάμει του σχετικού Νόμου.
Ο ενόρκως δηλών καταλήγει ότι έχει πολύ καλή υπόθεση, δικαιούται σε θεραπεία και εύλογα αναμένει την έκδοση απόφασης υπέρ του και εναντίον των Εναγομένων και ως εκ τούτου είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της αίτησης διέταξε όπως αυτή επιδοθεί.
Η Εναγόμενη 2 – Καθ’ ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση στην οποία προβάλλει 13 λόγους για τους οποίους η αίτηση δεν θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Αυτοί συνοψίζονται στο ότι ο Ενάγοντας-Αιτητής κωλύεται να αμφισβητεί την νομιμότητα ή και εγκυρότητα της επίδικης υποθήκης, δεν έχει καλή βάση αγωγής ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγοντας-Αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι είναι δίκαιο ή και πρόσφορο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και ότι σε περίπτωση μη έκδοσης τους υπάρχει δυνατότητα να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν περιέχει ικανοποιητική μαρτυρία προς απόδειξη των συστατικών στοιχείων για την έκδοση των διαταγμάτων ενώ η Καθ΄ ης η Αίτηση είναι φερέγγυα και μπορεί να αποζημιώσει τον Αιτητή σε περίπτωση επιτυχίας των αξιώσεων του. Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Εναγόμενη 2 ενώ το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της μη έκδοσης των διαταγμάτων. Ο Ενάγοντας –Αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα ως επίσης η αίτηση έγινε με κακή πίστη και τέλος ότι το περιεχόμενο των παραγράφων 6, 8, 10 και 13 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση και τα Τεκμήρια Δ, ΣΤ, Η και Κ που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση πρέπει να αγνοηθούν γιατί πρόκειται για δηλώσεις της Εναγομένης 2 ή και των δικηγόρων της που καλύπτονται από προνόμιο καθώς έγιναν με την ένδειξη «άνευ βλάβης».
Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ΧΧΧΧ Χριστοδούλου που βρίσκεται στην υπηρεσία της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd η οποία έχει αναλάβει τη διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της Εναγόμενης 2 – Καθ΄ ης η Αίτηση, συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων-εγγυήσεων και συναφών θεμάτων, δυνάμει σχετικής συμφωνίας. Μια από τις χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις που ανέλαβε είναι και η συμφωνία δανείου και οι συναφείς με το δάνειο εξασφαλίσεις που αφορούν την παρούσα αγωγή.
Περαιτέρω αναφορά στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ΧΧΧΧ Χριστοδούλου θα γίνεται όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο.
Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης οι δικηγόροι των δύο πλευρών προχώρησαν σε αγορεύσεις χωρίς να ζητήσουν την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων στην αίτηση και την ένσταση.
Η μελέτη των δικογράφων ως επίσης της αίτησης και της ένστασης στην παρούσα υπόθεση καταδεικνύει ότι η ακίνητη ιδιοκτησία στην οποία αναφέρεται η παρούσα αίτηση αποτελεί ουσιαστικά αντικείμενο της αγωγής.
Το πρώτο εδάφιο του άρθρου 4 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις όπου η περιουσία της οποίας ζητείται η δέσμευση με διάταγμα συνιστά αντικείμενο της αγωγής:
«4.-(1)Το Δικαστήριο δύναται σε οποιοδήποτε χρόνο, ενώ εκκρεμεί σε αυτό αγωγή, να εκδίδει διάταγμα για τη μεσεγγύηση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατακράτηση ή επιθεώρηση περιουσίας που αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιοσδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που δυνατό, αν δεν εκδοθεί το διάταγμα αυτό, να προξενηθούν σε πρόσωπο ή περιουσία, ενόσω εκκρεμεί τελική δικαστική απόφαση σε ζήτημα που επηρεάζει το πρόσωπο αυτό ή περιουσία ή ενόσω εκκρεμεί η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης.»
Το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει προσωρινό διάταγμα που αφορά σε περιουσία η οποία είναι αντικείμενο της αγωγής δυνάμει του άρθρου 4 του Κεφ. 6 ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60
) (Papastratis ν. Petrides (1979) 1 A.A.Δ. 231).
To Δικαστήριο βέβαια ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια θα καθοδηγηθεί από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν. 14/60 το οποίο ενδεικτικά ενσωματώνει τις αρχές του δικαίου της επιείκειας (Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 ΑΑΔ 248, Dolego Estates Ltd κ.α. ν. Φιλίππου κ.α. (1999)1 (Β) ΑΑΔ 1217)
Υπάρχει πλούσια νομολογία αναφορικά με την εξουσία έκδοσης προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 επανεξετάστηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Odysseos ν. A. Pieris Estates Ltd & Another (1982) 1 CLR 557 και σε πληθώρα άλλων αποφάσεων.
Αρκεί να λεχθεί ότι θα πρέπει να ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου αυτού προτού εξεταστούν περαιτέρω εκείνοι οι παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο (Jonitexo Ltd ν. Adidas (1984) 1 CLR 263).
Η πρώτη προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση έχει επεξηγηθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από του να καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα.
Η δεύτερη προϋπόθεση της ύπαρξης πιθανότητας να δικαιούται ο αιτητής σε θεραπεία ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και είναι αρκετό να επιδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανότητα επιτυχίας αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο.
Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.
Το Δικαστήριο αφού λάβει υπόψη όλους τους πιο πάνω παράγοντες αποφασίζει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.
Το Δικαστήριο δεν εξετάζει στο στάδιο αυτό την αίτηση με σκοπό την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων είτε επί του πραγματικού είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης αφού αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου (Jonitexo ν. Adidas (1984) 1 ΑΑΔ 263 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (1995) 1 ΑΑΔ 248). Βεβαίως κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με την διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών προϋποθέσεων είναι αναγκαία χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates ανωτέρω).
Οι δυο πρώτες προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες και μπορεί να λεχθεί ότι ενώ το πρώτο κριτήριο εξετάζεται με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, το δεύτερο προχωρεί ακόμη ένα βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων.
Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση διαπιστώνω ότι ο ενάγοντας στηρίζει τις αξιώσεις του εναντίον του· εναγόμενου 1 σε ισχυριζόμενη απάτη ή και δόλο ή και ψευδείς παραστάσεις εκ μέρους του και παρατίθενται λεπτομέρειες των εν λόγω ισχυρισμών. Οι αξιώσεις του εναντίον της Εναγόμενης 2 στηρίζονται σε ισχυριζόμενη αμέλεια ή και παράβαση νομίμου καθήκοντος εκ μέρους της και επίσης παρατίθενται λεπτομέρειες.
Αποτελεί δηλαδή θέση του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος 1 ενεργώντας δόλια ή και κατόπιν αθέμιτου επηρεασμού ή και διά ψευδών παραστάσεων κ.λ.π. έπεισε τον Ενάγοντα να θέσει την υπογραφή του για υποθήκευση του επίδικου ακινήτου με σκοπό την διασφάλιση δανείου προς όφελος του Εναγόμενου 1 και ότι η Εναγόμενη 2 ενεργώντας αμελώς και παραλείποντας να επιδείξει τη δέουσα επιμέλεια ή και ενεργώντας κατά παράβαση νόμιμου καθήκοντος αποδέχθηκε τον Ενάγοντα ως ενυπόθηκο οφειλέτη ή και εγγυητή.
Κρίνω επομένως ότι τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη προϋπόθεση ικανοποιούνται αφού καταδεικνύεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση αλλά και πιθανότητα επιτυχίας αφού είναι πιθανόν οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα να γίνουν αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Ο Ενάγοντας χαρακτηρίζεται στην Έκθεση Απαίτησης κατά τον ουσιώδη χρόνο ως άτομο με χρόνια κατανάλωση αλκοόλ και αντίστοιχης εξάρτησης από αυτό, αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας με εσφαλμένη αντίληψη αναφορικά με την πραγματικότητα, παρουσίαζε ουσιώδη επηρεασμό της κριτικής ικανότητας και ήταν πρόσωπο ιδιαίτερα ευάλωτο και υποβόλιμο.
Δεν μου διαφεύγει βέβαια ότι στις παραγράφους 4 και 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση αναφέρεται ότι την 03.06.2009 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 1 και αποφασίσθηκε η εκποίηση της υποθήκης ΥΧΧΧΧ/06 δηλαδή της επίδικης υποθήκης (Τεκμήριο 5) ως επίσης ότι την 11.11.2009 εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 120/09 Ε. Δ. Πάφου με την οποία επιτράπηκε η εκτέλεση της αναφερόμενης διαιτητικής απόφασης ως εκτελείται η απόφαση του Δικαστηρίου (Τεκμήριο 6).
Αυτοί όμως οι ισχυρισμοί δεν περιέχονται στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης 2 που καταχώρησε στην παρούσα αγωγή την 17.11.2016 και επομένως δεν συνάδουν με αυτή. Έτσι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη.
Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι το αντικείμενο της αγωγής είναι η εγκυρότητα ή όχι της σύμβασης υποθήκης και ότι σε περίπτωση μη έγκρισης του αιτούμενου διατάγματος η αγωγή θα καταστεί άνευ αντικειμένου και η ανάκτηση της περιουσίας του Ενάγοντα θα είναι αδύνατη.
Κρίνω ότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι ελλιπείς και δεν ικανοποιούν το τρίτο κριτήριο. Ο Ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει στο Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα μεταξύ άλλων γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, τόκους και έξοδα ενώ στην Έκθεση Απαίτησης μεταξύ άλλων τις ίδιες αξιώσεις πλην των ειδικών αποζημιώσεων. Δεν αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γιατί η χρηματική αποζημίωση δεν θα αποτελεί επαρκή και πλήρη θεραπεία.
Περαιτέρω η πλευρά της Εναγόμενης 2 δηλώνει μέσω του λόγου ένστασης αρ. 7 και μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση (παράγραφος 8.3) ότι είναι φερέγγυα και σε θέση να αποζημιώσει τον Αιτητή σε περίπτωση επιτυχίας των αξιώσεων του ως επίσης ότι το ενυπόθηκο ακίνητο δεν χρησιμοποιείται από τον Αιτητή ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ως κατοικία. Είναι χωράφι και η πώληση του δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ταλαιπωρία, απώλεια κερδών ή άλλης προοπτικής που δεν είναι δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα.
Υπενθυμίζεται ότι δεν υπήρξε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων ντα στην αίτηση και την ένσταση με αποτέλεσμα οι πιο πάνω ισχυρισμοί να παραμείνουν αναντίλεκτοι.
Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd Πολ. Έφ. Ε203/13 ημερ. 11.09.2019 αναφέρονται τα ακόλουθα τα οποία είναι αρκούντως διαφωτιστικά:
«Σύμφωνα με τους εφεσείοντες το δικαίωμα ιδιοκτησίας προστατεύεται από το Άρθρο 23 του Συνάγματος και δεν θα έπρεπε το δικαστήριο να αφήσει το ενδεχόμενο να εκποιηθεί η ιδιοκτησία τους ενώ, όπως αποφασίστηκε πρωτοδίκως, όχι μόνο εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, αλλά και η πιθανότητα να δικαιούνται σε θεραπεία εδραζόμενη στον προβληθέντα ισχυρισμό περί παρανομίας των συναφθέντων συμφωνιών. Καμία αποζημίωση δεν μπορεί να υποκαταστήσει την ιδιοκτησία τους σε περίπτωση αποτυχίας της αγωγής των εφεσιβλήτων, τόνισε ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσειόντων.»
Η τρίτη προϋπόθεση που πρέπει να πληρείται, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, για να δικαιολογείται η έκδοση ενός ενδιάμεσου διατάγματος, αφορά στο κατά πόσο, χωρίς την έκδοση του, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη, στον αιτητή, σε μεταγενέστερο στάδιο, στην περίπτωση όπου αυτή, επιτύχει στις αξιώσεις του.
Στην Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη (2001) 1 Α.Α.Δ. 1245 αναφέρθηκε ότι «η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα, μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη». (Βλ. επίσης Παπαστράτης ν. Πιερίδης (1979) 1 C.L.R. 231). Η πιο πάνω αντίκριση επαναλήφθηκε και στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd (2011) 1 Α.Α.Δ. 1848.
Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd κ.ά. v. Στέλιου Φυλακτίδη κ.ά. (2009) 1(Α) Α.Α.Δ. 317 «η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των Αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι Εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους Εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των Εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους Εφεσίβλητους-Ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια».
Η πιο πάνω νομολογία σαφώς προσδιορίζει ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Θα πρέπει, συνεπώς, να λαμβάνονται υπόψη και άλλα στοιχεία, περιλαμβανομένης της προστασίας των δικαιωμάτων των αιτητών. Το θέμα αυτό, βεβαίως, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και συμπεριλαμβάνονται μέσα στην ένορκη δήλωση, επί του προκειμένου, των εφεσειόντων.
Στην ένορκη δήλωση του xxx Παναγιώτου που κατατέθηκε για σκοπούς υποστήριξης της δια κλήσεως αίτησης, αναφέρονται τα εξής:
″9. Πιστεύω ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση και ανταπαίτηση εις βάρος των εναγόντων και ότι έχουμε καλή πιθανότητα επιτυχίας, είναι αναγκαία δε η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων, γιατί μόνο έτσι θα διασφαλιστεί η ακίνητη περιουσία των Εναγομένων σε περίπτωση που απορριφθεί η Αγωγή των Εναγόντων και πετύχει η ανταπαίτηση μας. Σε διαφορετική περίπτωση θα είναι αδύνατη η παραμονή της ιδιοκτησίας της ακίνητης περιουσίας των Εναγομένων στα ονόματα τους, αφού υπάρχει σοβαρός και άμεσος κίνδυνος πώλησης των επιδίκων ακινήτων σε τρίτα πρόσωπα και σε περίπτωση αποξένωσης τους δεν θα υπάρχει δυνατότητα επιστροφής τους στους Εναγόμενους ιδιοκτήτες τους.″
Είναι έκδηλο από το περιεχόμενο της πιο πάνω παραγράφου ότι η επίκληση της «παραμονής της ιδιοκτησίας» στους εφεσείοντες, ως παράγοντας έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος, είναι ασαφής, αόριστη και ελλιπής. Δεν επεκτείνεται, με οποιοδήποτε τρόπο, και δεν ικανοποιείται η αναγκαία βάση για την «ζημιά» την οποία θα υποστούν οι εφεσείοντες σε περίπτωση μη έκδοσης του συντηρητικού διατάγματος. Η «παραμονή» της ιδιοκτησίας στους εφεσείοντες με δική τους συγκατάθεση έχει, εκ των προτέρων, τεθεί υπό αμφισβήτηση καθότι τα συγκεκριμένα ακίνητα έχουν αποτελέσει αντικείμενο υποθήκης. Με αυτό τον τρόπο οι ίδιοι οι εφεσείοντες έχουν απεμπολήσει ένα μέρος της δικής τους απολύτου ιδιοκτησίας, θέτοντας την περιουσία υπό ενδεχόμενη πώληση λόγω εκποίησης της υποθήκης.»
Καταλήγω επομένως, έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, ότι η τρίτη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται.
Σημειώνεται ότι ο Ενάγοντας-Αιτητής διατηρεί το δικαίωμα καταχώρησης Αίτησης/Έφεσης εναντίον της επιχειρούμενης εκποίησης δυνάμει του άρθρου 44Γ(3) του περί μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965, εφόσον βέβαια του επιδοθεί Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ, απλώς δεν θα μπορεί να επικαλεστεί ως λόγο έφεσης ότι έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του σύμφωνα με το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960.
Παρά την πιο πάνω διαπίστωση μου η οποία είναι μοιραία για την τύχη της αίτησης σημειώνεται προς συμπλήρωση της όλης εικόνας ότι σε περίπτωση που το τρίτο κριτήριο ικανοποιείτο τότε το ισοζύγιο της ευχέρειας θα έκλινε υπέρ του Αιτητή αφού τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν θα προκαλούσε οποιαδήποτε ζημιά ή δυσανάλογη ζημία στην πλευρά της Εναγόμενης 2 – Καθ΄ ης η Αίτηση 2. Εξάλλου σκοπός του προσωρινού διατάγματος είναι η διατήρηση του status quo ante και η πλευρά της Εναγόμενης 2 μέσω της επιστολής ημερ. 20.01.2017 είχε συναινέσει στην αναστολή εκποίησης της υποθήκης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής (Τεκμήριο Η στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση).
Το γεγονός ότι η εν λόγω επιστολή φέρει την ένδειξη «Άνευ βλάβης» δεν σημαίνει ότι το γεγονός της αποστολής της δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη (βλ. Δημητρίου ν. Πανδώρα Επενδύσεις Λτδ (2007) 1(Α) Α.Α.Δ. 564).
Από την άλλη πλευρά βέβαια το γεγονός της αποστολής της εν λόγω επιστολής δεν εμποδίζει σε οποιαδήποτε περίπτωση την πλευρά της Εναγόμενης 2 – Καθ΄ ης η Αίτηση να αλλάξει στάση σε μεταγενέστερο στάδιο και να λάβει μέτρα προς εκποίηση της υποθήκης, πράγμα που έπραξε.
Όπως όμως έχω αναφέρει πιο πάνω η τρίτη προϋπόθεση δεν ικανοποιείται με αποτέλεσμα η αίτηση να πρέπει να απορριφθεί.
Συνεπεία των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης 2 – Καθ΄ ης η Αίτηση 2 και εναντίον του Ενάγοντα-Αιτητή ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της αγωγής.
(Υπ.) ………………………..
Α. Ν. Κονής, Α.Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
Subject: Civil/Other Actions/Interim
Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα