ECLI:CY:EDPAF:2020:A75

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ

 

ΕΝΩΠΙΟΝ:    Α. Φυλακτού, Ε.Δ.

      

Αρ. Αγωγής:  2885/2015

 

 

A.N. STASIS ESTATES PLC

 

Ενάγοντες

 

                 KAI

 

 

1.    ΧΧΧΧ MACKENZIE

2.  ΧΧΧΧ MACKENZIE

                                                                       Εναγόμενοι

 

 

 

 

 

-----------------

 

Ημερομηνία:  11/9/2020

 

Εμφανίσεις:

Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Γιολάντα Ζιμπουλάκη

Για τους Εναγόμενους/Καθ’ ων η Αίτηση:  Κυριακούλα Χ΄΄ Θεοδοσίου

 

------------------------

 

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

 

Με την υπό εξέταση αίτηση η Ενάγοντες/Αιτητές ζητούν την τροποποίηση έκθεσης απαίτησης με την προσθήκη ενός τρίτου Εναγόμενου προσώπου και της έκθεσης απαίτησης.  Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω αυτολεξεί το περιεχόμενου του αιτητικού της αίτησης, αλλά ο πυρήνας της αίτησης είναι ότι μετά την καταχώριση της αγωγής αυξήθηκε το αξιούμενο ποσό και επιπρόσθετα γίνεται αναφορά στην ανάθεση της διαχείρισης των κοινοχρήστων του κτηριακού συγκροτήματος και την ύπαρξη ελεγμένων βιβλίων, προβαίνοντας ταυτόχρονα σε αναφορά ως προς το επιτόκιο, στην επιβολή φόρου ακίνητης ιδιοκτησίας που αφορά το επίδικο ακίνητο και άλλων τελών.  Επίσης γίνεται αναφορά στην επιθυμία και αξίωση των Εναγόντων για τερματισμό της επίδικης συμφωνίας από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου και ανάκτησης του επίδικου ακινήτου απαλλαγμένο από εν πράγματι βάρη.  Επίσης επιδιώκεται  η τροποποίηση που αφορά την εμπλοκή του τρίτου προσώπου ως Εναγόμενου σε διαδικασία εγκλωβισμένων αγοραστών που αποσκοπούσε στην καταδολίευση της Ενάγουσας με βάση την διαδικασία και το ιστορικό που περιγράφεται και που αποσκοπούσε στην βλάβη των συμφερόντων της Ενάγουσας και που είχαν ως επίκεντρο του επίδικου ακινήτου.  Η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθεί αυτολεξεί αλλά ο πυρήνας αυτής είναι ότι τα στοιχεία προέκυψαν μετά την καταχώριση της αγωγής κάνοντας ειδική αναφορά σε συγκεκριμένα γεγονότα   με παραπομπή σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και που δεν ενέπιπταν στην αρχική έκθεση απαίτησης και κατά επέκταση με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης θα είναι εφικτό η διεκδίκηση των ανάλογων απαιτήσεων.    

 

Το αίτημα των Εναγόντων αντίκρισε την ένσταση των Εναγομένων.  Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω αυτολεξεί την Νομική Πτυχή και τους λόγους ένστασης, πλην όμως ο πυρήνας της ένστασης έχουν ως επίκεντρο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της αίτησης,  στην αδικαιολόγητη καθυστέρησης της υποβολής της αίτησης και της αλλαγής της βάσης της αγωγής και των αιτητικών αυτής και που δεν δικαιολογούν επίσης, την προσθήκη ως συνεναγομένου του τρίτου προσώπου.  Επίσης η ένσταση έχει ως επίκεντρο ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και θα εκτροχιάσει την ακροαματική διαδικασία και ότι αυτό που επιδιώκει η άλλη πλευρά είναι η αναδόμηση της υπόθεσης.  Η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, ουσιαστικά υιοθετεί τους λόγους ένστασης με περαιτέρω διάνθηση αυτών με επιπρόσθετα γεγονότα και προβολή θέσεων και επιχειρημάτων και που έχουν ως επίκεντρο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των ανάλογων διαταγμάτων και την προώθηση των αιτούμενων θεραπειών.       

 

Αμφότερες οι πλευρές κατέθεσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους τις οποίες και υιοθέτησαν και έδωσαν σήμερα στο Δικαστήριο κάποιες διευκρινήσεις που το Δικαστήριο ζήτησε και θα ήταν παράληψη του Δικαστηρίου να μην ευχαριστήσει  και το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των θέσεων και των επιχειρημάτων των δύο πλευρών.  

    

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ 

 

Αναμφίβολα, το νομικό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, είναι η συνδυασμένη εφαρμογή της Δ.9 θ.10 και της Δ.25 (ως ισχύει στην υπό εξέταση αίτηση εν΄ όψει του χρόνου καταχώρησης της παρούσας αγωγής). Η Δ.9 θ.10 προνοεί τα ακόλουθα:

΄΄ No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined, whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants, who ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter, be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by Rule 11 of this Order or in such manner as may be prescribed by any special order, and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.

     Υπάρχει επί του θέματος νομολογία που έχει ερμηνεύσει και εφαρμόσει την πιο πάνω Διάταξη και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, στην υπόθεση Korkut – v – Γεωργίου κ.α. 2007 1(Β) Α.Α.Δ. σελ. 1213, όπου αποφασίσθηκαν τα ακόλουθα, από όπου το Δικαστήριο αντλεί διαφώτιση και καθοδήγηση ως προς την ερμηνεία της εν λόγω Διάταξης και κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα το οποίο μιλά από μόνο του:

΄΄Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9, θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται.

 Για το εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9, θ.10. (Βλ. Amon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd. [1956] 1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit [1968] 1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο.

(Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.ά. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών (1997) 1(Β) Α.Α.Δ. 772).΄΄

 

    Ως προς την Δ.25, όπου στηρίχθηκε η υπό εξέταση αίτηση, (ως ισχύει για την παρούσα αγωγή, εν΄ όψει του χρόνου καταχώρησης της, καθ΄ ότι σε μεταγενέστερο στάδιο έχει τροποποιηθεί) αυτή προνοεί τα ακόλουθα:

«Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφα του με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων, για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές».

Οι αρχές της νομολογίας συνοψίζονται ως ακολούθως:

Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation (1989) 1Ε 33 σελ. 36-37, Clive Preece κ.α. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου, (2011) 1Γ ΑΑΔ 2138 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4/5/2012).

Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω).

Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω και Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά (1992) 1 ΑΑΔ 704 σελ 707).

Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co. (1993) 1 ΑΑΔ 726 σελ 730, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, 20/3/2014).

Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents (1994) 1 AΑΔ 426 στη σελ 432, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω)

Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. (βλ. Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd (1995) 1 ΑΑΔ 607, United Sea Transport Ltd v. Zakou (1980) 1 AΑΔ 501, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω).

Η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά πιο πάνω).

Η σύγχρονη τάση (πριν την τροποποίηση βεβαίως της διαταγής 25 και 30, καθ΄ ότι με την τροποποίηση των εν λόγω διατάξεων, το όλο πνεύμα έχει αλλάξει άρδην) είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1991) 1 ΑΑΔ 934 στη σελ 939 και Evripidou v. Kannaourou (1985) 1 CLR 21 στην σελ. 27). Ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω).

Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου (1995) 1 ΑΑΔ 560).

Το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ’ εαυτού ότι η τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents πιο πάνω, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω).

Όπου τα γεγονότα που ο αιτητής προτίθεται να εισαγάγει με την αίτησή του είναι γνωστά στον καθ’ ου η αίτηση τότε το πλαίσιο της δίκης δεν μεταβάλλεται και ούτε επιφέρονται ζημιογόνες συνέπειες στα δικαιώματά του (βλ. BAUER SPEZIALTIENFBAU GMBH και άλλος ν. DIVNOGORSK SHIPPING CO LTD (2002) 1Α ΑΑΔ 618 σελ. 625) ή όπου θα συγκεκριμενοποιηθούν υφιστάμενοι ισχυρισμοί που θα θέσουν τα δικόγραφα σε τάξη Federal Bank of Lebanon v.  Σιακόλα (1999) 1 ΑΑΔ 44 ή όπου θα εισαχθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες υφιστάμενου ισχυρισμού (βλ. Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου (1992) 1 ΑΑΔ 111).

Περαιτέρω και ειδικότερα το Δικαστήριο παραπέμπει και σε σχετικά πρόσφατη νομολογία όπου εν μέρει έχει αναφερθεί και πιο πάνω και πιο συγκεκριμένα:

Στην υπόθεση KAYAT TRADING LIMITED – v - GENZYME CORPORATION Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 , 4 Μαρτίου, 2013 αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω:

<< Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece:

 ΄΄ Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα (2002) 1(Α) ΑΑΔ 237.

  Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου (1991) 1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.”

 Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου:

 “Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.”>>

Στην υπόθεση D. J. KARAPATAKIS & SONS LTD – v - ΔΗΜΟΥ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 135/2011 ημερομηνίας 13/6/2013, αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω:

<< Σειρά αποφάσεων διαμόρφωσε τις αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων κάτω από τη Δ.25 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η τροποποίηση ή μη δικογράφου, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με πρωταρχικό μέλημα, το συμφέρον της δικαιοσύνης. Οι παράγοντες που επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης είναι πολλοί, όπως πολλοί είναι και οι παράγοντες που θα μπορούσαν να επιδράσουν στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το βέβαιο είναι ότι δεν μπορούν να καθοριστούν εξαντλητικά. Στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 4/5/12, αναφέρονται τ’ ακόλουθα:

 «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.»  

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ-ΕΝΣΤΑΣΗΣ-ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι το όλο ζήτημα με βάση το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που έχει εκτεθεί, είναι ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά ανάλογα με τα γεγονότα της κάθε περίπτωσης ξεχωριστά.  Έχοντας μελετήσει με προσοχή τόσο την αίτηση όσο και την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που της υποστηρίζουν και το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι η αίτηση μπορεί να τύχει έγκρισης, για τους ακόλουθους λόγους:

Με την τροποποίηση η πλευρά των Εναγομένων δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα.  Πράγματι το Δικαστήριο χωρίς να παραγνωρίζει την παλαιότητα της υπόθεσης και τον χρόνο που παρήλθε, αλλά και την ημερομηνία που είναι η υπόθεση ορισμένη για ακρόαση, εντούτοις με την τροποποίηση των δικογράφων και τις οδηγίες που θα δώσει το Δικαστήριο, δεν θα εκτραπεί η πορεία της ακροαματικής διαδικασίας.  Επιπρόσθετα, με την αιτούμενη τροποποίηση, υπάρχουν και τυπικές τροποποιήσεις όπως π.χ. σε διόρθωση συγκεκριμένων αριθμών και λέξεων χωρίς να επηρεάζεται η ουσία της αγωγής και το Δικαστήριο έχει πειστεί για το καλόπιστο του αιτήματος αλλά και του χρόνου που αυτό προβλήθηκε.  Δεν παραγνωρίζει το Δικαστήριο ότι με την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης θα αλλάξει και η κλίμακα της αγωγής και το ύψος της απαίτησης, πλην όμως, αυτό δεν είναι απαγορευτικό και οι Ενάγοντες υποχρεούνται να προβούν στην ανάλογη επαυξημένη χαρτοσήμανση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης.  Επίσης, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαία η προσθήκη της τρίτης Συνεναγόμενης διότι επηρεάζεται άμεσα το ιδιοκτησιακό της συμφέρον από το επίδικο ακίνητο, όχι μόνο λόγω της ιδιότητας της, αλλά και των ισχυρισμών που προβάλλονται αναφορικά με το επίδικο ακίνητο και το ιστορικό που έλαβε χώρα μετά την καταχώρηση της αγωγής με βάση και την διαδικασία που προηγήθηκε, όσον αφορά του εγκλωβισμένους αγοραστές.  Το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει οποιαδήποτε μεταβολή στην βάση της αγωγής που εν πάση περιπτώση δεν είναι απαγορευτικό εκ των προτέρων με βάση το πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο και το Δικαστήριο κρίνει ότι, οι αιτούμενες θεραπείες θα κριθούν και θα εξεταστούν στο τέλος της διαδικασίας ούτως η άλλως, αφορούν θεραπείες που έχουν ως επίκεντρο το ίδιο επίδικο ακίνητο.  Όσον αφορά την θέση που προβλήθηκε ως προς την παραγραφή αγώγιμου δικαιώματος, το Δικαστήριο κρίνει ότι, αυτό είναι ζήτημα που θα μπορεί να εξεταστεί με ξεχωριστό αίτημα για προδικασμό νομικού σημείου.       

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, εκδίδεται Διάταγμα ως η Αίτηση, τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την σύνταξη του Διατάγματος, το οποίο να ζητηθεί σήμερα, νοουμένου βέβαια, ότι θα γίνει και η ανάλογη αυξημένη χαρτοσήμανση, τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και τυχόν τροποποιημένη απάντηση στην τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης, να καταχωρηθεί εντός περαιτέρω 7 ημερών.  Τα έξοδα της αίτησης και τα έξοδα που θα σπαταληθούν από την τροποποίηση επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας και η υπόθεση ορίζεται για οδηγίες για σκοπούς συμπλήρωσης δικογράφων στις    6/11/2020 η ώρα 09:00.                                                  

(Υπ)……………………………..

    Α. Φυλακτού, Ε.Δ.

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο