ECLI:CY:EDPAF:2021:A14

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Π.Ε.Δ.  

 

Αρ. Αγωγής: 1264/2014

 

Μεταξύ:

 

ALPHA BANK CYPRUS LTD

Εναγόντων

 

και

 

1.   A.L.E. (LAONA) Developers Ltd, υπό διαχείριση δια του ΧΧΧΧΧΧΧΧΧ Κίμωνος ως παραλήπτη διαχειριστή

2.   ΧΧΧΧΧ Επαμεινώνδα

3.   ΧΧΧΧΧ Ευριπίδου

4.   ΧΧΧΧΧ Νικολάου Επαμεινώνδα

5.   ΧΧΧΧΧ Επαμεινώνδα Νικολάου

6.   ΧΧΧΧΧ Νεοφύτου Νικολάου, σύζυγος του ΧΧΧΧΧ Επαμεινώνδα

Εναγομένων 

 

 

--------------------

 

Αίτηση ημερ. 3.6.2020

 

     -------------------

 

Ημερομηνία: 26.2.2021

Για Εναγόμενους-Αιτητές: κ. Στυλιανός Κ. Αυγουστή για  Παπαντωνίου & Παπαντωνίου ΔΕΠΕ

Για Ενάγοντες-Καθ΄ ων η αίτηση:  κ. Ν. Καλλένος για Χρυσαφίνης &

Πολυβίου ΔΕΠΕ

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Με την παρούσα αίτηση οι Αιτητές ζητούν από το Δικαστήριο άδεια για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους.

 

Η αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19 Θ.4, 13 και 25, Θ.1-15, Δ.48 Θ.Θ.1, 2, 3, 4, 5, 7, 8 και 9, Δ.64 καθώς και στην πρακτική, την διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Νεόφυτου Επαμεινώνδα, Εναγόμενου 2, ο οποίος είναι, όπως αναφέρει, εξουσιοδοτημένος και από τους Εναγόμενους 1, 3, 4, 5 και 6 να προβεί στην ένορκη δήλωση.  Αναφέρει μεταξύ άλλων στην ένορκη του δήλωση ότι στις 30.1.2019 διόρισαν τους νέους δικηγόρους τους με τους οποίους αφού μελέτησαν την υπόθεση και τους ανέφεραν τα γεγονότα οι δικηγόροι τους,  τους ανέφεραν ότι η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης είναι ελλιπής και δεν ανταποκρινόταν πλήρως στα πραγματικά γεγονότα και ως εκ τούτου είναι αναγκαία η τροποποίηση της.  

 

Επειδή από τον Φεβρουάριο 2018 βρίσκονταν σε διαπραγματεύσεις με τους Ενάγοντες για διευθέτηση της υπόθεσης και μέχρι πρόσφατα ανέμεναν την υλοποίηση της συμφωνίας που επιτεύχθηκε στις 5.9.2019 με τους Ενάγοντες, δεν προχώρησαν στην καταχώρηση της αίτησης για τροποποίηση.

 

Είναι ο ισχυρισμός του κ. Επαμεινώνδα ότι η τροποποίηση είναι απολύτως αναγκαία ώστε η υπεράσπιση και η ανταπαίτηση να συνάδουν με τα πραγματικά γεγονότα που αφορούν την υπόθεση.

 

Οι Ενάγοντες δεν έχουν αρχίσει την υπόθεση τους και οι τροποποιήσεις που ζητούνται σε καμιά περίπτωση δεν θα επηρεάσουν τα δικαιώματα των Εναγόντων ούτε θα προκληθεί σ΄ αυτούς ζημιά αφού το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει κατάλληλη διαταγή για έξοδα.

 

Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός του κ. Επαμεινώνδα ότι χωρίς την απαιτούμενη τροποποίηση θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη αφού τα συγκεκριμένα γεγονότα είναι απόλυτα συνυφασμένα με τα επίδικα θέματα.

 

Στην αίτηση καταχώρησαν ένσταση οι Καθ΄ ων η αίτηση προβάλλοντας εικοσι έξι λόγους ένστασης.  Δεν θα παραθέσω τους λόγους αυτούς αφού αυτό θα ήταν έργο αχρείαστο και αντιπαραγωγικό.  Συνοπτικά να αναφέρω ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι τα αιτούμενα διατάγματα δεν δικαιολογούνται και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπούν σ΄ αυτό το στάδιο της διαδικασίας.  Υπάρχει όπως περαιτέρω αναφέρουν, πρωτοφανής και υπέρμετρη καθυστέρηση και τα όσα αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ο Νεόφυτος Επαμεινώνδα έχουν μοναδικό σκοπό να δικαιολογήσουν την αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης.

 

Αναφέρουν ακόμη ότι η Δ.25 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα αίτηση γιατί με την τροποποίηση επιδιώκεται η δημιουργία καινούριας βάσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης.  Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική και δεν θα συμβάλει στην αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.  Οι Καθ΄ ων η αίτηση θα υποστούν όπως ισχυρίζονται, βλάβη που δεν είναι δυνατόν να αποζημιωθεί με χρήματα ή να θεραπευτεί με διαταγή για έξοδα.

 

Στους υπόλοιπους λόγους ένστασης θα αναφερθώ στη συνέχεια και όπου κριθεί αναγκαίο.

 

Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του ΧΧΧΧΧ

Άδωνη ο οποίος είναι λειτουργός στην υπηρεσία των Καθ΄ ων η αίτηση.  Επαναλαμβάνει στην ένορκη του δήλωση τους λόγους ένστασης και ισχυρίζεται επίσης ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα πρέπει να δοθεί και/ή να θεωρηθεί αναγκαία για σκοπούς δίκαιης περάτωσης της παρούσας υπόθεσης και ορθής απονομής της δικαιοσύνης.  

 

Η διαδικασία περιορίστηκε στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων και οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από γραπτές αγορεύσεις στο περιεχόμενο των οποίων θα αναφερθώ όπου κριθεί αναγκαίο.

 

Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.25 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία αναφέρει τα εξής:

 

“ The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.”

 

Στην αγωγή Ναυτοδικείου Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & others (1989) 1Ε Α.Α.Δ. 33, συνοψίστηκαν από το Δικαστή Πική, όπως ήταν τότε, οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων και αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«(1)   Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.

 

(2)              Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30. 2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.

 

(3)              Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.

 

(4)              Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.»

 

Στην υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.α. (2007) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1005, αποφασίστηκε ότι κατά την εξέταση του θέματος το Δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων.

 

Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης.

 

Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο.  Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.

 

Στην υπόθεση Kayet Trading Ltd v. Genzyme Corporation Αρ.1 (2013) 1 Α.Α.Δ. 438, στην οποία η αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού ακούστηκε αριθμός μαρτύρων, αναφέρθηκε ότι:  «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία είναι ότι το θέμα τροποποίησης δικογράφων ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.»

 

Η τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμα και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου (1991) 1 Α.Α.Δ. 934).  Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο ή εκεί όπου η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά (1992) 1 Α.Α.Δ. 704,

Anna Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. (1999) 1

Α.Α.Δ. 11).

 

Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.  Επίσης, σύμφωνα με τη νομολογία για να αποδειχθεί κακοπιστία χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα αυτό (βλ. Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (2012) 1 Α.Α.Δ. 745).

 

Ένας λόγος που προβάλλεται στην ένσταση είναι ότι υπάρχει πρωτοφανής και υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης για τροποποίηση.  Όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν οι Καθ΄ ων η αίτηση, η αίτηση καταχωρήθηκε πέντε χρόνια και οκτώ μήνες μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και ένα χρόνο και τέσσερις μήνες από το διορισμό των νέων δικηγόρων των Εναγομένων.

 

Η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος αποτελεί σχετικό παράγοντα όχι όμως εξ΄ αρχής και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας.

 

Στην υπόθεση Astor Co κ.α. v. A & G Leventis Ltd κ.α. (1993) 1 Α.Α.Δ. 726, αναφέρθηκε ότι σε αιτήσεις για τροποποίηση δικογράφων ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός και συνεκτιμάται ως λογική απόρροια του άρθρου 30(2) του Συντάγματος όμως δεν είναι καθοριστικός υπό την έννοια ότι δεν πρέπει από μόνος του να οδηγεί σε απόρριψη.

 

Στην υπόθεση Clive Preece v. Νάσω Ρωσσίδου (2011) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 2138, αναφέρθηκε ότι: «η μερική αδυναμία που συνίστατο στο ότι οι Εφεσείοντες δεν κατάφεραν να δικαιολογήσουν με απόλυτη πειστικότητα την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση του δικονομικού διαβήματος δεν πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτηση εφόσον το πλέον ουσιώδες υπό τις περιστάσεις κριτήριο ήταν η στάθμιση των παραγόντων που  θα αποτελούσαν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.»

 

Είναι γεγονός ότι η αίτηση καταχωρήθηκε πέντε και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης η οποία καταχωρήθηκε στις 9.1.2015.  Όπως επίσης φαίνεται μέσα από το φάκελο της υπόθεσης οι Εναγόμενοι ζήτησαν μετά τον ορισμό της υπόθεσης για ακρόαση αρκετές φορές αναβολή και για το λόγο επίσης ότι άλλαξαν δικηγόρο.  Οι Ενάγοντες σε καμιά περίπτωση δεν φαίνεται να είχαν ένσταση στο αίτημα αναβολής.  

 

Στις 30.1.2019 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης από τους νυν δικηγόρους των Εναγομένων-Αιτητών και η αγωγή παρέμεινε στη συνέχεια για οδηγίες με σκοπό οι Εναγόμενοι-Αιτητές να καταχωρήσουν αίτηση τροποποίησης.  Σε καμιά από τις ημερομηνίες που ακολούθησαν φαίνεται οι Ενάγοντες-Καθ΄ ων η αίτηση να είχαν ένσταση στο αίτημα αναβολής.  Ακολούθησαν αιτήματα αναβολής με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση και στις 3.6.2020 καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση.  

 

Όπως φαίνεται από τα πιο πάνω οι Ενάγοντες ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν ή είχαν ένσταση σε αίτημα αναβολής και ως εκ τούτου δεν μπορούν να επικαλούνται καθυστέρηση στη διαδικασία.  Περαιτέρω όμως όπως φαίνεται από το φάκελο της υπόθεσης, η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ξεκινήσει.

 

Οι Αιτητές αναφέρουν ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε μετά την αλλαγή του δικηγόρου τους και αφού συζήτησαν μαζί του τα γεγονότα.  Ακολούθησαν οι προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης της υπόθεσης γεγονός που δεν αμφισβητούν οι Καθ΄ ων η αίτηση, και όταν αυτές δεν κατέληξαν οι Αιτητές ενόψει της ανάγκης όπως πιστεύουν, για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους καταχώρησαν την παρούσα αίτηση.

 

Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι οι Αιτητές έχουν δώσει επαρκείς εξηγήσεις για την καταχώρηση της αίτησης στο στάδιο αυτό και οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν έχουν δείξει ποια ζημιά θα υποστούν αν επιτραπεί η τροποποίηση που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων.

 

Ισχυρίζονται επίσης οι Καθ΄ ων η αίτηση ότι στην παρούσα περίπτωση οι Αιτητές δημιουργούν καινούρια βάση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης και επιχειρούν να εισαγάγουν νέα θέματα με αποτέλεσμα να μεταβάλουν άρδην την ουσία των υφιστάμενων θέσεων τους.

 

Είναι γεγονός ότι με τη ζητούμενη τροποποίηση οι Αιτητές ζητούν την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης σε μεγάλο βαθμό.  Οι ισχυρισμοί τους για δόλο και απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις των Εναγόντων υπήρχαν όμως και στην αρχική Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους.  Οι Αιτητές αναφέρονται σε πολύ περισσότερες λεπτομέρειες δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων των Εναγόντων και αναφέρονται περαιτέρω σε λεπτομέρειες αμέλειας και/ή επαγγελματικής αμέλειας των Εναγόντων αλλά δεν μεταβάλλουν κατά την κρίση μου την ουσία των ισχυρισμών τους.

 

Ακόμη όμως και αν υπάρχει διαπίστωση πως επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αυτό δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης για τροποποίηση (βλ. Περικτιόνη Χρίστου πιο πάνω).

 

                Στην                  υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου v. Κώστα

Γρηγοριάδη & Συνεταίροι κ.α. (2012) 1 Α.Α.Δ. 817, αναφέρθηκε ότι:  «Μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ΄ ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.»

 

Οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν έχουν καταδείξει ποιες θα είναι οι καταλυτικές συνέπειες γι΄ αυτούς αν επιτραπεί η ζητούμενη τροποποίηση.  

 

Όσον αφορά τους ισχυρισμούς των Καθ΄ ων η αίτηση που προβάλλονται στο λόγο 26 της ένστασης τους δεν φαίνεται να απασχόλησε το θέμα αυτό τους Καθ΄ ων η αίτηση σε κανένα στάδιο προηγουμένως ούτε και όταν καταχωρήθηκε η αρχική Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση των Αιτητών.  Αν υπάρχει θέμα διορισμού των δικηγόρων των Εναγομένων 1 όπως ισχυρίζονται οι Καθ΄ ων η αίτηση, δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο σαν λόγος ένστασης και επιλεκτικά στην παρούσα αίτηση η οποία αφορά όλους τους Εναγόμενους.

 

Ισχυρίζονται ακόμη οι Καθ΄ ων η αίτηση ότι η αίτηση είναι κακόπιστη και αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.  Το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού για την ύπαρξη κακοπιστίας βαρύνει τον διάδικο που την επικαλείται.  Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Κώστας Παφίτης (πιο πάνω), για να αποδειχθεί κακοπιστία χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα.  

 

Δεν υπάρχει κατά την κρίση μου τέτοια μαρτυρία εκ μέρους των Καθ΄ ων η αίτηση από την οποία να εξάγεται το συμπέρασμα για κακοπιστία των Αιτητών.  Ακόμη και αν οι Αιτητές με την ζητούμενη τροποποίηση επιδιώκουν να καλύψουν κενά που πιθανώς να υπάρχουν στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση τους αυτό δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ότι η αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα.

 

Δεν έχει τεθεί κατά την κρίση μου οτιδήποτε εκ μέρους των Καθ΄ ων η αίτηση που να υποστηρίζει τους λόγους ένστασης τους.

 

Αντίθετα για όλους τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω η αίτηση κρίνω ότι είναι δικαιολογημένη και εγκρίνεται.

 

Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων.  Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος και απάντηση στην τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης και Υπεράσπιση στην τροποποιημένη Ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 21 ημερών από την επίδοση της στους δικηγόρους των Εναγόντων.

 

Τα έξοδα της παρούσας αίτησης όπως και όλα τα έξοδα που χάνονται από την τροποποίηση, επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της δίκης.

 

 

 

                                                            (Υπ.) ………………………………..                                                                Ρ. Λιμνατίτου, Π.Ε.Δ.

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

M

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο