ECLI:CY:EDPAF:2023:A87
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΠΑΦΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Αγωγή αρ. 238/2021
ΚΑΛΙΑ ΦΙΛΙΠΠΙΔΟΥ
Ενάγουσα
ν.
ΔΗΜΟΣ ΠΑΦΟΥ
Εναγόμενος
Ημερομηνία: 28 Ιουλίου 2023
Εμφανίσεις:
Για την Ενάγουσα: Σ. Φλουρέντζος για Κώστας Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ
Για τον Εναγόμενο: Χρ. Παναγιώτου
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Το πλαίσιο της διαφοράς
Η Ενάγουσα, ιδιοκτήτρια οχήματος τα στοιχεία του οποίου αναφέρει στην αγωγή της, την 23.01.2021, οδηγούσε το όχημά της κατά μήκος της λεωφόρου Νεόφυτου Νικολαΐδη, στην Πάφο, με κατεύθυνση προς το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου. Ξαφνικά, κτύπησε σε μεταλλικό πάσσαλο πεζοδρομίου, που ήταν λυγισμένος και προεξείχε από το πεζοδρόμιο. Ως αποτέλεσμα, το όχημά της υπέστη ζημιά. Καταλογίζει την ευθύνη στον Εναγόμενο, επικαλούμενη αμέλεια ή και παράβαση νόμιμου καθήκοντος. Εισάγει κοινές λεπτομέρειες, που εστιάζουν με διαφορετικά διατυπωμένους τρόπους στο ότι ο Εναγόμενος παρέλειψε να διατηρεί τον δρόμο ή το πεζοδρόμιο στην εν λόγω λεωφόρο σε καλή και ασφαλή κατάσταση για αυτοκίνητα που διακινούνταν στον δρόμο, περιλαμβανομένου του οχήματος της Ενάγουσας, ή προκάλεσαν, επέτρεψαν ή ανέχθηκαν κρυφό και μη ορατό ή μη λογικά αναμενόμενο κίνδυνο στο εν λόγω σημείο ή παγίδα. Οι ζημιά του οχήματός της ανέρχεται σε €1.399,72, που περιλαμβάνει έξοδα επιδιόρθωσης (€1.235,72), εκτιμητικά έξοδα (€119,00) και απώλεια χρήσης ή μεταφορικά (€45,00).
Ο Εναγόμενος παραδέχεται πως μέρος των καθηκόντων του δημοτικού συμβουλίου είναι να προνοεί για την κατασκευή, συντήρηση και καθαριότητα, φωτισμό και ελεύθερη χρήση των οδών, αλλά αρνείται την απαίτηση της Ενάγουσας, όσον αφορά το ατύχημα, την ευθύνη, αλλά και τη ζημιά της. Εάν ο πάσσαλος είχε χτυπηθεί και λυγίσει, προεξέχοντας από το πεζοδρόμιο, δεν ήταν η γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος της Ενάγουσας, που οφείλεται σε μεγάλο βαθμό ή αποκλειστικά στην ίδια, που δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα για να το αποφύγει, δείχνοντας την δέουσα προσοχή. Η Ενάγουσα, όπως θέτει ο Εναγόμενος, δεν ειδοποίησε άμεσα τον Εναγόμενο για ύπαρξη οποιουδήποτε ατυχήματος και ζημιάς, ώστε να γίνουν ενέργειες από τον Εναγόμενο να επιθεωρηθεί το όχημά της. Ζητά την απόρριψη της αγωγής της Ενάγουσας.
Με απαντητικό δικόγραφο, η Ενάγουσα αρνείται την εκδοχή του Εναγόμενου, και εμμένει στη δική της.
Εκ των δικογράφων, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει εάν ο Εναγόμενος έχει νόμιμο καθήκον ή καθήκον επιμέλειας έναντι στην Ενάγουσα σε σχέση με τη συντήρηση και διασφάλιση της ασφάλειας χρήσης του πεζοδρομίου και του δρόμου, εάν υπήρξε παράβασή του σχετική με την κλίση κάποιου μεταλλικού πασσάλου στο πεζοδρόμιο, και εάν η Ενάγουσα υπέστη ζημιά, που είναι αιτιωδώς συνδεδεμένη με κάποια παράβαση τέτοιου καθήκοντος.
Διαδικασία
Για την απόδειξη της απαίτησης της Ενάγουσας, προσκομίστηκε μαρτυρία από την ίδια (ΜΕ1) και από τον κύριο Μιχάλη Χριστοφόρου (ΜΕ2). Μαρτυρία προσκομίστηκε και από την πλευρά του Εναγόμενου, από τον κύριο Σάββα Πέτρου (ΜΥ1). Ακολουθήθηκε η διαδικασία ταχείας εκδίκασης που προβλέπει η Δ.30,κ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠΔ). η μαρτυρία προσκομίστηκε δια έγγραφων ενόρκων δηλώσεων, και η ακρόαση έγινε στη βάση αυτών, χωρίς αντεξέταση. Το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται στον φάκελο της διαδικασίας. Μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας, οι δικηγόροι των δύο πλευρών αγόρευσαν, προς υποστήριξη των θέσεων της Ενάγουσας και του Εναγόμενου αντίστοιχα. Είναι σε γνώση του Δικαστηρίου ό,τι αναφέρθηκε, στην πλήρη του μορφή, ακόμα κι αν δεν γίνεται αυτούσια, ειδική ή λεπτομερής αναφορά.
Μαρτυρία
Η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται στην έκταση των αμφισβητούμενων γεγονότων που προκύπτουν[1]. Σκοπεί στην εύρεση των πραγματικών γεγονότων επί των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί. Αξιολογείται το περιεχόμενο της μαρτυρίας[2], από το οποίο δυνατόν να προκύπτουν και κρίσεις αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων. Λόγω και του τρόπου παρουσίασης της μαρτυρίας στις υποθέσεις ταχείας εκδίκασης, το πλέγμα των κλασικών νομολογιακών αρχών προσαρμόζεται ανάλογα, με προσεγγίσεις απαλλαγμένες από εξωτερικές εντυπώσεις εκ της άμεσης συμπεριφοράς ή των αντιδράσεων στο εδώλιο του μάρτυρα[3] ή αντίστοιχα που να παρεμβάλλουν εκ του ύφους, της έκτασης ή των εξωτερικών γνωρισμάτων της γραφής ή της αφηγηματικής ικανότητας του συγγράψαντος την κάθε κείμενη εκδοχή. Η πληρότητα και η σαφήνεια ή η ελλειμματικότητα και η αοριστία επί των αμφισβητούμενων γεγονότων, η αμεσότητα ή η υπεκφυγή, οι συμπτώσεις και η λογική ή η ύπαρξη ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών[4], εν τέλει η πειστικότητα ή όχι της εκδοχής, είναι κριτήρια περιεχομένου που μπορούν να εξετάζονται και να λαμβάνονται υπόψη, συναρτώμενα με το σύνολο της μαρτυρίας, ασχέτως του έγγραφου ή έμμεσου τρόπου του λόγου των μαρτύρων, την απουσία πλήρους ζωντανής ατμόσφαιρας και την απόσταση του Δικαστηρίου από τον μάρτυρα και τους τρόπους συμπεριφοράς του (demeanour) ή τα έκδηλα στοιχεία της προσωπικότητάς του.
H ME1 ανέφερε ενόρκως όσα και στην αγωγή, σε σχέση με την ευθύνη που καταλογίζει στν Εναγόμενο. Προσκόμισε πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματός της (Τεκμήριο 1). Ισχυρίζεται πως οδηγούσε νόμικα και κανονικά στην αριστερή πλευρά του δρόμου, και δεν ήταν εκτός του δρόμου, αλλά ο πάσσαλος που είχε λυγίσει προεξείχε, χωρίς να είναι ευδιάκριτος από οδηγούς, περιλαμβανομένης της Ενάγουσας. Δεν μπορούσε, όπως λέει, να προβλέψει ότι θα εμφανίζονταν τέτοιος κίνδυνος, ενώ οδηγούσε στον δρόμο εκείνο. Αμέσως μετά το δυστύχημα, ειδοποίησε την ασφαλιστική της εταιρεία, η οποία απέστειλε λειτουργό της στη σκηνή, που κατέγραψε το περιστατικό και έβγαλε φωτογραφίες, τις οποίες επίσης προσκομίζει (Τεκμήριο 2). Επίσης, έκανε καταγγελία στην Τροχαία Πάφου για τον πάσσαλο και στη σκηνή μετέβη μέλος της Αστυνομίας, που επιβεβαίωσε πως πάσσαλος, ως λύγισε, και στράφηκε προς τον δρόμο, εξείχε περίπου 30 εκατοστά στον δρόμο. Προσκομίζει τιμολόγιο σχετκό με την επιδιόρθωση του οχήματός της (Τεκμήριο 3) και την αγορά των εξαρτημάτων (Τεκμήριο 4). Προσκομίζει επίσης τιμολόγιο σχετικό με την εκτίμηση (Τεκμήριο 5). Χρειάστηκαν τρεις εργάσιμες ημέρες για να επιδιορθωθεί και απώλεσε τη χρήση του, υπολογίζοντας την απώλεια σε €15,00 ανά ημέρα. Την 25.01.2021 και ο Εναγόμενος και η ασφαλιστική του εταιρεία ειδοποιήθηκαν για το ατύχημα και την 26.01.2021 κλήθηκαν να επιθεωρήσουν τις ζημιές. Προσκομίζονται οι σχετικές ειδοποιήσεις (Τεκμήριο 6). Γι, αυτό τον λόγο, όπως λέει «διεκδικώ τις αποζημιώσεις που δικαιούμαι».
Ο ΜΕ2, προσοντούχος και έμπειρος μηχανολόγος αυτοκινήτων, εκτιμητής και πραγματογνώμονας τροχαίων ατυχημάτων (Τεκμήριο 7), που εργάζεται σε εταιρεία που έχει πιστοποίηση σε σχέση με το σύστημα διαχείρισης που διαθέτει (Τεκμήριο 8), ετοίμασε έκθεση εκτίμησης για τους σκοπούς της ασφαλιστικής εταιρείας της Ενάγουσας (Τεκμήριο 9).
O ΜΥ1, προϊστάμενος της τροχονομικής υπηρεσίας του Εναγόμενου, επισημαίνει, στη μαρτυρία του, ότι ο πάσσαλος που υποδεικνύει στη μαρτυρία της η ΜΕ1 δεν είναι στη λεωφόρο Νεόφυτου Νικολαΐδη, που υποδεικνύει στην αγωγή της, αλλά στη λεωφόρο Νίκου Νικολαΐδη. Οποιοδήποτε όχημα κινείται επί της λεωφόρου Νίκου Νικολαΐδη με κατεύθυνση προς το Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου, θα πρέπει να κινείται μεταξύ της λευκής γραμμής που βρίσκεται στο κέντρο του δρόμου και της διπλής κίτρινης γραμμής. Ο δρόμος έχει πλάτος 8 μέτρα και το πεζοδρόμιο 2 μέτρα. Μεταξύ του δρόμου και του πεζοδρομίου υπάρχε ρείθρο που είναι αυλάκι στην άκρη του δρόμου και χρησμεύει ως αγωγός των βρόχιμων υδάτων του δρόμου και έχει πλάτος 0,22 μέτρα. Η απόσταση από το κρασπεδόρειρθο μέχρ και την πρώτη κίτρινη γραμμή είναι 0,40 εκατοστά. Ο μεταλλικός πάσσαλος ο οποίος βρίσκεται επί του πεζοδρομίου έχει ύψος 0,71 εκατοστά. Οι αριθμοί αυτοί προέκυψαν από μετρήσεις που διενήργησε ο ίδιος. Ο μεταλλικός πάσσαλος, από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 2, εξέχει μέχρι το ρείθρο, δεν φτάνει ούτε καν στην πρώτη κίτρινη γραμμή. Τις φωτογραφίες της Ενάγουσας, όπως επισημαίνει, δεν συνοδεύει σχεδιάγραμμα της σκηνής του κατ’ ισχυρισμό ατυχήματος και από δήλωση ατυχήματος. Σκόπιμα, κατά τη θέση του, γιατί στην πραγματικότητα η Ενάγουσα, όπως ο ίδιος κατανοεί από τις φωτογραφίες, και τη λογική των παγμάτων, σε συνάρτηση με την εμπειρία του, επιχείρησε να σταθμεύσει στη διπλή κίτρινη γραμμή και να ευθυγραμμίσει το όχημά της πολύ κοντά στο πεζοδρόμιο, καθώς εάν οδηγούσε νόμιμα, όπως λέει, στη λεωφόρο που ορθότερα είναι η λεωφόρος Νίκου Νικολαΐδη, δεν θα υφίστατο κάποια ζημιά το όχημά της από τον πάσσαλο. Θεωρεί τις ζημιές της Ενάγουσας υπερβολικές, ενώ δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία όσον αφορά την απώλεια χρήσης. Όντως, ανταλλάχθηκε αλληλογραφία μεταξύ των ασφαλιστικών εταιρειών, που περιλαμβάνει και την απάντηση από την ασφαλιστική εταιρεία του Εναγόμενου ημερομηνίας 28.01.2021 (Τεκμήριο 10). Η θέση του είναι πως η Ενάγουσα ευθύνεται αποκλειστικά η ίδια για τη ζημιά της, και ότι ο Εναγόμενος δεν έχει ευθύνη έναντι σε αυτήν για να την αποζημιώσει.
Η αγωγή της Ενάγουσας βασίζεται σε παράβαση νόμιμου καθήκοντος (breach of statutory duty) κα σε αμέλεια (negligence). Δεν εμποδίζεται ένας ενάγων να βασίσει την αγωγή του παράλληλα σε αυτές τις δύο νομικές βάσεις, πρόκειται όμως για ξεχωριστές βάσεις αγωγής, που ακόμα κι αν θα μπορούσαν να ομοιάζουν ως προς το τι πρέπει να αποδεικνύεται, το επίπεδο του νόμιμου καθήκοντος είναι διαφορετικό από το επίπεδο επιμέλειας, ενώ συνδέεται και με διαφορετικές υπερασπίσεις.
Η βασική απαίτηση για να επιτραπεί μια αγωγή για αποζημίωση λόγω παράβασης νόμιμου καθήκοντος είναι ο νόμος να επιβάλλει καθήκον στον εναγόμενο κατά τρόπο που μια συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων, περιλαμβανομένου του ενάγοντος, να προορίζεται να επωφεληθεί από ένα τέτοιο καθήκον, και ο ενάγων να ζημιώνεται ως αποτέλεσμα τέτοιας παράβασης. Εναπόκειται στον νομοθέτη να καθορίσει πότε ένας νόμος δίδει το δικαίωμα αγωγής για αποζημιώσεις. Μπορεί να το πράττει ρητά ή σιωπηρά, οπότε να είναι θέμα ερμηνείας από το Δικαστήριο, η οποία γίνεται με σημείο αναφοράς το σύνολο του νόμου ή και την ιστορική του εξέλιξη[5]. Εάν προβλέπεται σ’ έναν νόμο το καθήκον αλλά όχι η συνέπεια της παράβασής του, με οποιονδήποτε τρόπο, μπορεί να θεωρηθεί πως ένα πρόσωπο που ζημιώνεται από την παράβαση αυτού του καθήκοντος έχει δικαίωμα σε αποζημίωση, ειδάλλως η πρόβλεψη του καθήκοντος στον νόμο δεν θα ήταν παρά μια «ευσεβής φιλοδοξία»[6]. Μπορεί, επίσης, ο νόμος να προβλέπει ποινική ευθύνη, αλλά να σιωπά ως προς το ζήτημα της αστικής ευθύνης, όπου με δεδομένο τον σκοπό του νόμου, μπορεί να ερμηνευθεί πως δίδει και τη δυνατότητα αστικής ευθύνης[7]. Όταν ο νόμος αφορά σε ζητήματα δημόσιας ασφάλειας, μπορεί ευκολότερα να συναχθεί πως δημιουργεί και δικαίωμα αστικής αποζημίωσης, αλλά υπάρχει μεγαλύτερος δισταγμός όταν η ζημιά είναι μόνον οικονομική, ο εναγόμενος δημόσια αρχή και ο νόμος ρυθμίζει κυρίως τα καθήκοντα ή τις εξουσίες της, επειδή δεν ασκήθηκε μια εξουσία[8]. Είναι ιδιαίτερα δύσκολο να επιτύχει αγωγή κατά μιας δημόσιας αρχής για παράβαση νόμιμου καθήκοντος, όταν η αξίωση βασίζεται στην ακατάλληλη άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Υπάρχουν οι περιπτώσεις στις οποίες η δημόσια αρχή ασκεί διακριτική ευχέρεια, για παράδειγμα σχετικά με ζητήματα πολιτικής ή σχεδιασμού, και εκείνες όπου λαμβάνει αποφάσεις λειτουργικές. Όταν η εξουσία της δημόσιας αρχής είναι διακριτική, η ευθύνη δεν μπορεί να στηρίζεται σε αμέλεια, σε λάθος κρίσης, αλλά είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ότι η δημόσια αρχή ενήργησε με κακή πίστη[9]. Όταν η απόφαση της δημόσιας αρχής λαμβάνεται με καλόπιστο τρόπο που δεν μπορεί να θεωρηθεί εντελώς παράλογος ή ανεύθυνος, δεν μπορεί να υποστηρίξει αγωγή για αστική ευθύνη.
Στην Atkinson v Newcastle and Gateshead Waterworks Co (1877) 2 Ex D 441, CA, η νομοθετική υποχρέωση διατήρησης ορισμένης πίεσης νερού στους σωλήνες κρίθηκε πως ήταν απλώς ένα δημόσιο καθήκον, που δεν έδιδε στον ενάγοντα δικαίωμα αγωγής για αποζημίωση, όταν το σπίτι του κάηκε, λόγω ανεπαρκούς πίεσης νερού στους σωλήνες. Είναι σημαντικός ο προσδιορισμός της κατηγορίας των προσώπων που θέλησε να προστατεύσει ο νομοθέτης. Ο ενάγων, που βασίζεται σε παράβαση νόμιμου καθήκοντος, θα πρέπει να αποδεικνύει πως ο σκοπός του νομοθέτη ήταν η παράβαση του συγκεκριμένου νόμου να δίδει δικαίωμα αποζημίωσης σε συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων. Θα γίνει ειδικότερη αναφορά στη συνέχεια για το τι πρέπει να αποδεικνύει ο ενάγων σε αγωγή για παράβαση νόμιμου καθήκοντος. Στην Kane v New Forest District Council [2001] 3 All ER 914, CA – αντίθετο παράδειγμα – κρίθηκε ότι η πολεοδομική αρχή όφειλε καθήκον σε έναν τραυματισμένο πεζό, όταν επέτρεψε να ανοίξει ένα μονοπάτι με πρόσβαση σε δρόμο για το κοινό, παρά το γεγονός ότι γνώριζε πως δεν είχε επαρκή οπτική γωνία. Έγινε η διάκριση μεταξύ μιας απλής παράλειψης δράσης και μιας παράλειψης ενέργειας που δημιούργησε πηγή κινδύνου.
Μένοντας προς το παρόν στο πότε ο νόμος δίδει δικαίωμα αστικής αποζημίωσης, ο Lord Diplock, στην Lonrho Ltd v Shell Petroleum Co Ltd (No 2) [1982] AC 173, 185, είχε θέσει ως κανόνα πως, όταν ένας νόμος δημιουργεί υποχρέωση και επιβάλλει την εκτέλεσή της με συγκεκριμένο τρόπο, η εκτέλεσή της δεν μπορεί να επιβληθεί με οποιονδήποτε άλλον τρόπο. Ωστόσο, σε νόμους όπου ο μόνος τρόπος επιβολής της εκτέλεσης είναι η δίωξη για ποινικό αδίκημα, αναγνωρίζονται δύο κατηγορίες εξαιρέσεων από αυτό τον κανόνα. Η πρώτη εξαίρεση είναι πως, κατά τη συγκρότηση του νόμου, προφανώς η υποχρέωση ή η απαγόρευση επιβλήθηκε προς όφελος ή την προστασία μιας συγκεκριμένης κατηγορίας ατόμων. Η δεύτερη εξαίρεση είναι πως ο νόμος δημιουργεί ένα δημόσιο δικαίωμα διαθέσιμο σε όλους τους πολίτες, και ένα συγκεκριμένο μέλος του κοινού υφίσταται ιδιαίτερη, άμεση και ουσιαστική ζημία, διαφορετική από αυτήν που είναι κοινή για το γενικότερο κοινό[10].
Για να προωθηθεί μια αγωγή για παράβαση νόμιμου καθήκοντος, ο ενάγων θα πρέπει να θέτει ξεκάθαρα και επαρκώς τα εξής: (α) ότι ο συγκεκριμένος νόμος, ορθά ερμηνευμένος, επιβάλλει στον εναγόμενο καθήκον που αποσκοπεί στην προστασία μιας κατηγορίας προσώπων, στην οποίαν ανήκει και ο ενάγων· (β) ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να εκτελέσει αυτό το καθήκον (οπότε θα πρέπει να αποδεικνύεται το οφειλόμενο επίπεδο επιμέλειας, που στην περίπτωση της εκ του νόμου απορρέουσας ευθύνης δεν σχετίζεται με το μέτρο του μέσου λογικού προσώπου υπό τις περιστάσεις, και το γεγονός της παράβασης)· και (γ) η παράβαση έχει προκαλέσει στον ενάγοντα ζημιά του είδους που προβλέπεται στον νόμο[11]· η οποία (δ) τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράβαση του νόμιμου καθήκοντος. Πρόκειται για προϋποθέσεις που θα πρέπει να αποδεικνύει ο ενάγων, που έχει το ίδιο βάρος απόδειξης που έχει και σε άλλες υποθέσεις[12].
Όταν η παράβαση που ισχυρίζεται ο ενάγων έχει τη μορφή παράλειψης, υπάρχει η δυσκολία πως το Δικαστήριο πρέπει να υποθέσει τι θα είχε συμβεί εάν ο εναγόμενος είχε συμμορφωθεί με το καθήκον του. Για παράδειγμα, σε υποθέσεις βιομηχανικών ασθενειών, που είναι μια ομάδα υποθέσεων όπου συνηθίζεται η χρήση βάσεων αγωγής για παράλειψη εκπλήρωσης νόμιμων καθηκόντων, υιοθετήθηκε μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση, εφόσον θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αποδειχθεί ότι η παράλειψη του εργοδότη ήταν η μόνη ή η αποκλειστική αιτία της νόσου, οπότε εκεί η βασική απαίτηση για τον ενάγοντα είναι να αποδείξει ότι η αποτυχία του εναγόμενου να ενεργήσει αύξησε ουσιαστικά τον κίνδυνο της ασθένειας[13]. Αυτή η διαδικασία απαιτεί από το Δικαστήριο να προβεί σε μια διαδικασία συμπερασματικής συλλογιστικής, αλλά δεν συνεπάγεται καμία αντιστροφή του βάρους της απόδειξης. Συνήθως, η παρατεταμένη έκθεση στις συνθήκες που δημιουργούν νόσο είναι αρκετή[14] και μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα ευθύνης όταν ένα άτομο έχει εκτεθεί σε συνθήκες που είναι πιθανόν να προκαλέσουν την ασθένεια, που ξεκινά με έναν τυπικό τρόπο, με τον οποίον η νόσος θα ξεκινούσε σε τέτοιες καταστάσεις[15]. Ακόμη και όταν ο εναγόμενος μπορεί να επιτύχει την απαραίτητη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παράβασης και της ζημίας που υπέστη, ο εναγόμενος μπορεί να είναι σε θέση να αποφύγει την ευθύνη, επισημαίνοντας κάποιαν άλλη σημαντική αιτία που συνδυάζεται με την παράβαση καθήκοντός του. Όπου μπορεί να αποδειχθεί ότι η πραγματική αιτία ήταν η σκόπιμη πράξη του ενάγοντος, ο εναγόμενος δεν θα είναι υπεύθυνος. Αλλά δεν θα συναχθεί το ίδιο συμπέρασμα όταν, για παράδειγμα, τραυματιστεί ένας υπάλληλος, ο οποίος προσπαθεί να απομακρύνει έναν επικείμενο κίνδυνο, όταν ο τραυματισμός προκαλείται άμεσα από την παράβαση του εκ του νόμου απορρέοντος καθήκοντος, που επιδίωκε να αποτρέψει.
Σε αγωγή για παράβαση καθήκοντος, συνήθως, δεν αποτελεί υπεράσπιση ότι ο εναγόμενος ανέθεσε το νόμιμο καθήκον του σε άλλο πρόσωπο (delegation of duty), περιλαμβανομένου του ενάγοντος[16]. Όταν το νόμιμο καθήκον είναι αυστηρό, ο εναγόμενος μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη εάν έπραξε ό,τι θα ήταν εφικτό ή (χρησιμοποιείται και η έκφραση) ευλόγως εφικτό να πράξει. Το να πράξει ο εναγόμενος αυτό που είναι εφικτό ή ευλόγως εφικτό, διαφέρει από το να ασκήσει εύλογη επιμέλεια, γιατί προϋποθέτει την έρευνα για το τι είναι εφικτό[17]. Το επίπεδο είναι υψηλότερο, αντικειμενικό, αν και μπορεί να ληφθεί υπόψη η γνώση στον κλάδο στον οποίον αφορά ο νόμος, τη δεδομένη στιγμή. Ο εναγόμενος δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνος για την μην εφαρμογή μεθόδου που δεν είχε ακόμα ανακαλυφθεί[18] ή για την παράληψη προφύλαξης έναντι κινδύνων που εκείνη τη στιγμή δεν ήταν γνωστό πως υπήρχαν[19].
Η Ενάγουσα, στην αγωγή της, αναφέρεται σε νόμιμο καθήκον του Εναγόμενου να διατηρεί τις οδούς, τα κράσπεδα των δρόμων και τα πεζοδρόμια και το ασφαλτόστρωμα των δρόμων εντός των δημοτικών ορίων σε καλή, χρησιμοποιήσιμη και ασφαλή κατάσταση, και να παρεμποδίζουν με οποιονδήποτε τρόπο την παρακώλυση της ελεύθερης χρήσης αυτών από τ κοινό ή τους οδηγούς, περιλαμβανομένης της Ενάγουσας. Δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένη διάταξη νόμου, της οποίας ισχυρίζεται παράβαση. Με βάση όσα προαναφέρθηκαν, αναγκαστικά, δεν μπορεί να εξεταστεί η αγωγή της στη βάση της παράβασης νόμιμου καθήκοντος.
Σε κάθε περίπτωση, να λεχθεί πως, στο άρθρο 84(ε) του περί Δήμων Νόμου Ν.111/1985, προβλέπεται, μεταξύ άλλων, το εξής καθήκον:
(ε) θα πρovoή διά τηv κατασκευήv, συvτήρησιv, καθαριότητα, φωτισμόv και ελευθέραv χρήσιv τωv oδώv και γεφύρωv. θα ελέγχη τηv κατασκευήv, μετατρoπήv, κλείσιμov ή αλλαγήv κατευθύvσεως oιωvδήπoτε oδώv και γεφυρώv και θα παρεμπoδίζη τηv καθ' oιovδήπoτε τρόπov παρακώλυσιv της ελευθέρας χρήσεως oιασδήπoτε oδoύ και γεφύρας.
Η «οδός» με βάση την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 Ν.111/1985 περιλαμβάvει πλατεία, oδό, ατραπό διέλευσης ζώωv, ατραπό, αδιέξoδo δρόμo, δίoδo, πεζόδρoμo, πεζoδρόμιo ή δημόσιo χώρο.
Δεν εξηγήθηκε, από την πλευρά της Ενάγουσας: (α) ότι η συγκεκριμένη νομική διάταξη, ορθά ερμηνευμένη, επιβάλλει στον Εναγόμενο καθήκον που αποσκοπεί στην προστασία μιας κατηγορίας προσώπων, στην οποίαν ανήκει και η Ενάγουσα, (β) ότι ο Εναγόμενος παρέλειψε να εκτελέσει αυτό το καθήκον του και (γ) ότι η παράβαση έχει προκαλέσει στην Ενάγουσα ζημιά του είδους που προβλέπεται στον νόμο[20], η οποία (δ) τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράβαση του νόμιμου καθήκοντος.
Ο προαναφερόμενος νόμος δεν προβλέπει δικαίωμα αστικής αποζημίωσης, για παράβαση νόμιμων καθηκόντων. Το άρθρο 84(ε) Ν.111/1985, προβλέποντας μεταξύ άλλων τα συγκεκριμένα δημόσια καθήκοντα του Δήμου, με τον συγκεκριμένο τρόπο, δεν δημιουργεί, κατά τη γνώμη μου, σιωπηρά, νόμιμο καθήκον (statutory duty) του Εναγόμενου έναντι σε τάξη προσώπων περιλαμβανομένης της Ενάγουσας, δηλαδή έναντι σε όλους τους χρήστες του πεζοδρομίου ή του αυτοκινητόδρομου, βάσει του οποίου να μπορούν να αποζημιωθούν για οποιαδήποτε ζημιά θεωρούν ότι υφίστανται σε περίπτωση μη άσκησης ή μη ικανοποιητικής άσκησης των καθηκόντων αυτών. Εάν, όμως, ο Εναγόμενος, κατά την εκτέλεση δημόσιων καθηκόντων του, προκάλεσε ζημιά στην Ενάγουσα, μπορεί η απαίτησή της να εξεταστεί στη βάση της αμέλειας. Το εύρος του καθήκοντος επιμέλειας, επίσης, δυνατόν να συντίθεται, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, το εκ του νόμου απορρέον δημόσιο καθήκον του Εναγόμενου.
Σύμφωνα με το άρθρο 51 και τα επόμενα άρθρα του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148, που συνοψίζουν και τις σχετικές νομολογιακές αρχές, «αμέλεια» συvίσταται, μεταξύ άλλων, στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία, υπό τις περιστάσεις, λoγικό συvετό πρόσωπo θα τελoύσε͘. Αποζημίωση μπορεί να επιδικαστεί μόvoν υπέρ του προσώπου έναντι στο oπoίo o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια. Υπoχρέωση vα μηv επιδεικvύεται αμέλεια υφίσταται στην περίπτωση κύριου ή κατόχου ακίvητης ιδιoκτησίας έvαvτι κάθε πρoσώπoυ που βρίσκεται εvτός ή επί αυτής, ώστε κατά τη συvήθη πoρεία τωv πραγμάτωv vα επηρεάζεται από αμέλεια. Ο κύριος ή ο κάτoχoς ακίvητης ιδιoκτησίας δεv υπέχει υπoχρέωση επίδειξης επιμέλειας σε σχέση με τηv κατάσταση ή τη συvτήρηση ή τηv επισκευή της ακίvητης αυτής ιδιoκτησίας έvαvτι στον απλό αδειούχο (bare licensee), παρά μόvoν για πρoειδoπoίηση αυτoύ, για oπoιoνδήπoτε κρυμμέvo ή απαρατήρητo κίvδυvo, τov oπoίoν o κύριος ή ο κάτoχoς γvωρίζει ή πρέπει κατά τεκμήριo vα θεωρηθεί ότι γvωρίζει. "Απλός αδειoύχoς" σημαίvει oπoιoδήπoτε πρόσωπo εισέρχεται vόμιμα σε ακίvητη ιδιoκτησία, άλλως παρά σε σχέση με εργασία στηv oπoίαν έχει συμφέρov o κύριος ή ο κάτoχoς της ακίvητης ιδιoκτησίας͘, ή κατά τη vόμιμη εκτέλεση δημόσιoυ καθήκovτoς, και περιλαμβάvει τoυς πρoσκαλεσμέvoυς χωρίς αμoιβή και τoυς υπηρέτες τoυ κυρίου ή του κατόχoυ της ακίvητης ιδιoκτησίας.
Σε αγωγή πoυ εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά τηv oπoίαν απoδεικvύεται ότι o εvάγων στερείται γvώσης ή μέσωv γvώσης τωv πραγματικώv περιστατικώv τα oπoία πρoκάλεσαv τo συμβάv που oδήγησε στη ζημιά, και ότι η ζημιά πρoκλήθηκε από ιδιoκτησία επί της oπoίας o εvαγόμεvoς είχε πλήρη έλεγχo, και κρίvεται από τo Δικαστήριo ότι η επέλευση τoυ συμβάvτoς πoυ πρoκάλεσε τη ζημιά συvδέεται περισσότερo με τo γεγovός ότι o εvαγόμεvoς παρέλειψε vα καταβάλει εύλoγη επιμέλεια παρά πρoς τηv καταβoλή τέτoιας επιμέλειας, o εvαγόμεvoς φέρει τo βάρoς της απόδειξης ότι δεv υφίστατo αμέλεια για τηv oπoίαν αυτός ευθύvεται σε σχέση με τo συμβάv τo oπoίo oδήγησε στη ζημιά[21]. Υπό το δόγμα αυτό, res ipsa loquitur[22], ο ενάγων μπορεί να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση αμέλειας, όταν δεν είναι εφικτό γι’ αυτόν να αποδείξει ακριβώς τη σχετική πράξη ή παράλειψη στη ροή των γεγονότων που οδήγησαν στο συμβάν, και με βάση τη μαρτυρία, ως έχει τη δεδομένη στιγμή, είναι πιθανότερο η πραγματική αιτία του ατυχήματος να ήταν κάποια πράξη ή παράλειψη του εναγόμενου ή του προσώπου για το οποίο ευθύνεται ο εναγόμενος, η οποία πράξη ή παράλειψη συνιστά παράλειψη άσκησης εύλογης επιμέλειας για την ασφάλεια του ενάγοντος. Ειδικότερα, θα πρέπει να υφίσταται καταρχήν εύλογη απόδειξη αμέλειας, και το βάρος βρίσκεται στους ώμους του ενάγοντος. Συναφώς, αυτή που πρέπει να δικογραφείται και να εξηγείται επαρκώς στο δικόγραφο του ενάγοντος είναι η αμέλεια, που δίδει και τη σχετική βάση αγωγής[23]. Όταν τα γεγονότα που προκάλεσαν το συμβάν τελούν υπό τον αποκλειστικό έλεγχο του εναγόμενου, και για το συμβάν δεν προκύπτει στη συνήθη πορεία των πραγμάτων όταν ασκείται η δέουσα επιμέλεια, συνιστά εύλογη απόδειξη πως, στην απουσία οποιασδήποτε εξήγησης από τον εναγόμενο περί του αντιθέτου, το συμβάν έλαβε χώρα λόγω μη άσκησης δέουσας επιμέλειας από μέρους του εναγόμενου[24]. Όπως υποδείχθηκε και στην Bennett v. Chemical Construction (GB) Ltd [1971] 3 All ER 822, δεν είναι αναγκαίο να δικογραφείται το δόγμα res ipsa loquitur, που εκφράζει απλώς κανόνα απόδειξης βασισμένο στο δίκαιο και την κοινή λογική[25]· αρκεί να αποδεικνύονται τα γεγονότα που καθιστούν το δόγμα αυτό εφαρμόσιμο. Η ίδια προσέγγιση υφίσταται και στην εγχώρια νομολογία, όπου βρίσκουμε και κάποια κωδικοποίηση στο άρθρο 55 Κεφ.148· προϋπόθεση για την εφαρμογή του δόγματος αυτού αποτελεί η ουσιώδης σχέση μεταξύ του συμβάντος και της ζημίας η οποία προκαλείται, και δεν τυγχάνει εφαρμογής όπου ο ενάγων επιχειρεί με την προσαγωγή μαρτυρίας πραγματογνωμόνων να αποδείξει την αμέλεια[26].
Σε αγωγή πoυ εγείρεται για αμέλεια, συvιστά υπεράσπιση, αvεξάρτητα τoυ ότι o εvαγόμεvoς απέδειξε αμέλεια, ότι κάπoιoς τρίτoς επέδειξε αμέλεια, και η αμέλεια πoυ επιδείχτηκε από τov τρίτo ήταv η απoφασιστική αιτία της ζημιάς. Αv κάπoιoς υπoστεί ζημιά συvεπεία εv μέρει δικoύ τoυ πταίσματoς και εv μέρει πταίσματoς άλλoυ ή άλλωv, εάν δηλαδή υπάρχει συντρέχουσα αμέλεια του ενάγοντος, η αξίωση σε σχέση με τη ζημιά αυτή δεv αvαιρείται λόγω αυτής, αλλά η απoζημίωση πoυ πρέπει vα καταβληθεί μειώvεται κατά τηv έκταση κατά τηv oπoία τo Δικαστήριo ήθελε κρίvει δίκαιo, λαμβάvovτας υπόψη τo πoσoστό της ευθύvης τoυ ενάγοντος στη ζημιά[27]. Σε αγωγή πoυ εγείρεται για αστικό αδίκημα συvιστά υπεράσπιση τo ότι o ενάγων είχε γvώση και αvτίληψη ή πρέπει vα θεωρηθεί τo έχει γvώση και αvτίληψη της κατάστασης πραγμάτωv πoυ πρoκαλεί τη ζημιά και ότι εκoύσια εξέθεσε τov εαυτό τoυ ή τηv ιδιoκτησία τoυ σε αυτήν[28]. Η τελευταία υπεράσπιση δεv εφαρμόζovται σε αγωγή πoυ εγείρεται για αστικό αδίκημα, αv τo αδίκημα αυτό oφειλόταv στη μη επλήρωση υπoχρέωσης πoυ επιβάλλεται στov εvαγόμεvo από oπoιoδήπoτε voμoθέτημα. Σε αγωγή πoυ εγείρεται για αστικό αδίκημα συvιστά υπεράσπιση και τo γεγovός ότι η πράξη για τηv oπoία εγείρεται η αγωγή τελέστηκε δυvάμει και σύμφωvα με τις διατάξεις oπoιoυδήπoτε voμoθετήματoς[29].
Η μαρτυρία της ΜΕ1 πως έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν και πως το όχημά της υπέστη ζημιά, υποστηρίζεται από την έγγραφη μαρτυρία που προσκόμισε, και είναι πειστική. Η επίμονη αναφορά της ΜΕ1 στη λεωφόρο Νεόφυτου Νικολαΐδη, αντί στη λεωφόρο Νίκου Νικολαΐδη, όπου, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ΜΥ2 βρίσκεται ο πάσσαλος που υπέδειξε η Ενάγουσα, δεν επηρεάζει ουσιωδώς τη μαρτυρία της ΜΕ1 ότι έλαβε χώρα το επίδικο συμβάν, ενώ, για τους σκοπούς της υπόθεσης αυτής, ενδιαφέρει πως ένας πάσσαλος επί δημόσιου πεζοδρομίου προεξείχε, λυγισμένος, κάποια εκατοστά, στον δημόσιο δρόμο, οποιοσδήποτε κι αν είναι αυτός, εντός των δημοτικών ορίων. Το γεγονός αυτό, δηλαδή ότι υπάρχει ένας πάσσαλος επί πεζοδρομίου στα δημοτικά όρια, που λύγισε με αποτέλεσμα να προεξέχει κάποια εκατοστά στον δημόσιο δρόμο, δεν φαίνεται να εξακολουθεί να αμφισβητείται, λαμβάνοντας υπόψη και τη μαρτυρία του ΜΥ2. Το κρίσιμο ζήτημα είναι εκείνο της ευθύνης, και έπειτα το ύψος της ζημιάς.
Από τις φωτογραφίες του Τεκμηρίου 2, που προσκόμισε η ΜΕ1, και τυγχάνουν και κοινής επίκλησης, φαίνεται ξεκάθαρα πως ο λυγισμένος πάσσαλος προεξέχει μεν στο άκρο του οδοστρώματος κάποια εκατοστά, σε κατάσταση ως να υπέστη κτύπημα (από άγνωστη αιτία) και να λύγισε, αλλά στο άκρο του οδοστρώματος, σε μεγαλύτερη έκταση προς τον δρόμο που καλύπτει κατά πολύ την προεξοχή του πασσάλου, υπάρχει ειδική διαγράμμιση. Ειδικότερα, υπάρχει συνεχής διπλή κίντρινη γραμμή κατά μήκος της οδού, την οποίαν η Ενάγουσα απαγορεύονταν, ως οδηγός, να διαβεί, με το όχημά της, για στάση, στάθμεθυση ή και οδήγηση, ή κατά την οδήγηση στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Το όχημα της Ενάγουσας μόνον εάν διέρχονταν τη διπλή κίτρινη γραμμή παράνομα, προσεγγίζοντας το πεζοδρόμιο, θα μπορούσε να υποστεί ζημιά από την προεξοχή του πασσάλου. Το όχημα της Ενάγουσας δεν βρίσκονταν νόμιμα στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου όπου ήταν η προεξοχή του πασσάλου.
Δεν προκύπτει από οπουδήποτε ότι ο πάσσαλος ήταν αχρείαστο να τοποθετηθεί στο συγκεκριμένο σημείο του πεζοδρομίου, ή ότι η τοποθέτησή του εκεί, σε απόσταση από τον δρόμο, αλλά με ενδεχόμενο, εάν κτυπηθεί και λυγίσει στραμμένος προς τον δρόμο να προεξέχει στον δρόμο κάποια εκατοστά, να δημιουργεί σοβαρή πηγή οδικού κινδύνου σε οχήματα που χρησιμοποιούν την παρακείμενη οδό. Δεν προκύπτει, επίσης, ότι ο πάσσαλος θα έπρεπε να κατασκευαστεί διαφορετικά, ή ότι λύγισε και προεξείχε προς τον δρόμο με ενέργεια του Εναγόμενου. Ο πάσσαλος θα μπορούσε να κτυπηθεί και να λυγίσει ανά πάσα στιγμή, σε σύντομο χρόνο, από οποιαδήποτε βίαιη εξωτερική παρέμβαση, χωρίς αυτό να σημαίνει παράλειψη εκτέλεσης συγκεκριμένων καθηκόντων του Εναγόμενου σε σχέση με τη διατήρηση του πεζοδρομίου ή του δρόμου σε καλή, χρησιμοποιήσιμη και ασφαλή κατάσταση, για ελεύθερη χρήση, ή αμελή εκτέλεσή του. Ακόμα κι αν θεωρηθεί πως είναι καθήκον της δημοτικής αρχής, εφόσον λάβει γνώση για συγκεκριμένη ζημιά σε πάσσαλο τοποθετημένο σε πεζοδρόμιο, να την επιδιορθώσει σε εύλογο χρόνο (αν και δεν δικογραφείται τέτοιο καθήκον επιμέλειας του Εναγόμενου έναντι στους χρήστες οδών), τέτοιο καθήκον δεν λαμβάνει τη διάσταση διαρκούς και αδιάλειπτης επιτήρησης όλων των πασσάλων της πόλης, κάθε ένα λεπτό, με ετοιμότητα, εάν τυχόν λυγίσουν από βίαιη εξωτερική παρέμβαση, να επιδιορθώνονται αυτομάτως και χωρίς τη μεσολάβηση οποιουδήποτε χρονικού διαστήματος.
Δεν υπάρχει μαρτυρία πως ο Εναγόμενος ειδοποιήθηκε για οποιαδήποτε ζημιά στον πάσσαλο που βρίσκονταν επί του πεζοδρομίου και ότι παρέλειψε να ενεργήσει σε εύλογο χρόνο ή με συγκεκριμένο τρόπο. Σε κάθε περίπτωση, η ζημιά στο όχημα της Ενάγουσας φαίνεται να έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο λυγισμένος πάσσαλος, αν και ανοιχτόχρωμος, είναι μεγέθους που ευλόγως, με την κοινή εμπειρία οδήγησης, θα έπρεπε να ήταν ορατός και από απόσταση, από οχήματα που οδηγούν, προσεγγίζοντας το σημείο, και δεν μπορεί να θεωρηθεί κρυφός κίνδυνος σε ιδιοκτησία ελέγχου της δημοτικής αρχής, για τον οποίον να οφείλονταν στην Ενάγουσα οποιαδήποτε προειδοποίηση.
Εξάλλου, δεν υποδεικνύει, η Ενάγουσα, ακόμα κι αν θεωρηθεί ότι το όχημά της βρίσκονταν νόμιμα στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου (που δεν βρίσκονταν νόμιμα εκεί), πως, εάν υπήρχε κάποια περαιτέρω σήμανση για τη ζημιά στον πάσσαλο (π.χ. κορδέλες που αποκλείουν την πρόσβαση σε όλο το τετράγωνο που καταλαμβάνει ο λυγισμένος πάσσαλος, τοποθετημένες υψηλότερα), θα την είχε καθόλου προσέξει, ή και θα αποφεύγονταν η ζημιά της. Η ίδια αγνόησε, προκλητικά θα μπορούσε να λεχθεί, και χωρίς καν συνειδητοποίηση της σημασίας, την ήδη υφιστάμενη οδική σήμανση της απαγόρευσης διέλευσης της διπλής κίτρινης γραμμής στο ίδιο σημείο.
Υπό το σύνολο των περιστάσεων, επειδή δεν έχει αποδειχθεί από την Ενάγουσα η ευθύνη του Εναγόμενου, η Ενάγουσα δεν μπορεί να αποζημιωθεί από τον Εναγόμενο για τη ζημιά της, την οποία, στην προκειμένη περίπτωση, θα πρέπει να φέρει η ίδια.
Συμπληρωματικά, σε περίπτωση που μπορούσε να στοιχειοθετηθεί αμέλεια και αποδεικνύονταν και η αιτιώδης συνάφεια της ζημιάς της Ενάγουσας, η μαρτυρία της Ενάγουσας για το ύψος της ζημιάς της θα γίνονταν αποδεκτή, καθότι δεν υπάρχει αντικρουστική μαρτυρία, με εξαίρεση το ποσό που διεκδικείται για απώλεια χρήσης ή μεταφορικά, που δεν αποδεικνύεται επαρκώς.
Κατάληξη
Για τους λόγους που εξηγήθηκαν, και εφόσον δεν υπάρχει άλλη νομική βάση προς εξέταση, η αγωγή της Ενάγουσας δεν μπορεί να επιτύχει και γι’ αυτό απορρίπτεται.
Οι δικαστικές διαδικασίες έχουν έξοδα, που επωμίζεται η μια πλευρά ή η άλλη. Τα έξοδα της αγωγης, ακολουθώντας τον κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας στην οποία προέκυψαν, εφόσον δεν υποδεικνύεται και δεν διαπιστώνεται λόγος απόκλισης (ακόμα κι αν εξ ονόματος της Ενάγουσας μπορεί να ενάγει η ασφαλιστική της εταιρεία), επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον της Ενάγουσας, όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή κα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) …………………………..
Χρ. Μίτλεττον, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Courtis and Others v. Iasonides (1970) 1 CLR 180, Λεμονάρης ν. Πολεμίτη (1995) 1 ΑΑΔ 530.
[2] Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου (2009) 1 ΑΑΔ 339.
[3] Ηρακλέους ν. Πίτρου (1994) 1 ΑΑΔ 239, Joyce v. Yeomans [1981] 2 All E.R. 21.
[4] Αυξεντίου ν. Δίγκλη (2007) 1 ΑΑΔ 1367.
[5] Cutler v Wandsworth Stadium Ltd [1949] AC 398.
[6] Cutler v Wandsworth Stadium Ltd [1949] AC 398, 407.
[7] Black v Fife Coal Co Ltd 1912 SC (HL) 33, 45, Groves v Lord Wimborne [1898] 2 QB 402, CA.
[8] Monaghan v Glasgow Corpn 1955 SC 80.
[9] Bonthrone v Secretary of State for Scotland (1981) 1987 SLT 34, OH, Ross v Secretary of State for Scotland 1990 SLT 13, OH.
[10] Βλ. τον λόγο του Brett J στην Benjamin v Storr (1874) LR 9 CP 400.
[11] Gorris v Scott (1874) LR 9 Exch 125.
[12] Wardlaw v Bonnington Castings Ltd 1956 SC (HL) 26, 31.
[13] M'Ghee v National Coal Board 1973 SC (HL) 37.
[14] Quinn v Cameron and Roberton Ltd 1957 SC (HL) 22, 1957 SLT 143.
[15] Gardiner v Motherwell Machinery and Scrap Co Ltd 1961 SC (HL) 1 2, M'Ghee v National Coal Board 1973 SC (HL) 37.
[16] Bett v Dalmeny Oil Co Ltd (1905) 7 F 787.
[17] Lee v Nursery Furnishings Ltd [1945] 1 All ER 387, CA.
[18] Adsett v K and L Steelfounders and Engineers Ltd [1953] 2 All ER 320.
[19] Richards v Highway Ironfounders (West Bromwich) Ltd [1957] 2 All ER 162.
[20] Gorris v Scott (1874) LR 9 Exch 125.
[21] Άρθρο 55 Κεφ. 148.
[22] Scott v. London and St Katherine Docks Co (1865) 3 H & C 596, Ex Ch.
[23] Esso Petroleum Co Ltd v. Southport Corpn [1956] AC 218.
[24] Scott v. London and St Katherine Docks Co (1865) 3 H & C 596, Ex Ch.
[25] Smith v. Fordyce [2013] EWCA Civ 320.
[26] Savvides v. Mesaritis (1985) 1 CLR 261, Αθανασίου ν. Κουνούνη (1997) 1 ΑΑΔ 614 και αρκετές άλλες, έως και τις πιο πρόσφατες Επίσημος Παραλήπτης v. Αντωνίου, Πολιτικές Εφέσεις 377/2012 και 383/2012, ημερομηνίας 20.9.2019, ECLI:CY:AD:2019:A382, D. Skaros Enterprises Ltd v. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, Πολιτική Έφεση 496/2012, ημερομηνίας 26.09.2019, ECLI:CY:AD:2019:A394, Αριστοδήμου ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Παλιομετόχου, Πολιτική Έφεση 46/2013, ημερομηνίας 24.10.2019, ECLI:CY:AD:2019:A441.
[27] Άρθρο 57 Κεφ. 148.
[28] Άρθρο 59 Κεφ. 148.
[29] Άρθρο 60 Κεφ. 148.