ECLI:CY:EDAMM:2017:B4
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
(που συνεδριάζει στο Παραλίμνι)
Ενώπιον: Α. Πανταζή, Ε.Δ.,
Αρ. Υποθ.: 1858/16
Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου
ν.
Αντωνάκης Κρασά
Kατηγορούμενου
Ημερομηνία: 17 Ιανουαρίου, 2017
ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Χατζημιχαήλ
Για τον Κατηγορούμενο : κ. Στυλιανός Αυγουστή, για Σ. Σαμψών & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Κατηγορούμενος παρών.
Π Ο Ι Ν Η
Τίθεται σήμερα ενώπιόν μου ο Κατηγορούμενος προς επιβολή ποινής σε αυτόν, κατόπιν παραδοχής ενοχής στις κατηγορίες αρ. 1, 3 και 5 ως φαίνονται επί του κατηγορητηρίου.
Οι κατηγορίες αρ. 2, 4, 6 και 7 έχουν ανασταλεί κατά τη δικάσιμο ημερ. 25.11.2016 και ο Κατηγορούμενος απαλλάγηκε αυτών.
Η κατηγορία αρ. 1 αφορά στο αδίκημα της κατοχής απαγορευµένων µέσων σύλληψης ή θανάτωσης αγρίων πτηνών, κατά παράβαση των άρθρων 2, 11(1)(2)(α)(5), 44(1), 45(1), 88, 90 και 100 του περί Προστασίας και Διαχείρισης Αγρίων Πτηνών και Θηραµάτων Νόµου του 2003 (Νόµου 152(Ι)/03).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος στις 26/4/2016 και περί ώρα 06꞉30 στην περιοχή «Παραρκαστέρη» στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου κατείχε μέσα για τη σύλληψη άγριων πτηνών, ήτοι 80 ξόβεργα.
Η 3η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της κατοχής απαγορευμένων μέσων σύλληψης ή θανάτωσης αγρίων πτηνών, κατά παράβαση των άρθρων 2, 11(2)(στ)(5), 44(1), 45(1), 88, 90 και 100 του περί Προστασίας και Διαχείρισης Αγρίων Πτηνών και Θηραµάτων Νόµου του 2003 (Νόµου 152(Ι)/03).
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία είχε στην κατοχή του απαγορευμένα μέσα σύλληψης άγριων πτηνών, μια ηχοπαραγωγική συσκευή με μιμητικές φωνές άγριων πτηνών.
Η 5η κατηγορία αφορά στο αδίκημα της κατοχής προστατευόµενων άγριων πτηνών, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5, 8(1)(α)(2), 9, 88 και 100 του περί Προστασίας και Διαχείρισης Θηραμάτων και Αγρίων Πτηνών Νόμου του 2003, Νόμος 152(Ι)/03, και της παραγράφου ΧLVII του εττισυνηµµένου VI παραρτήµατος.
Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος επί του κατηγορητηρίου, ο Κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρονται στην πρώτη κατηγορία είχε στην κατοχή του άγρια πτηνά των οποίων η θήρα απαγορεύεται σύμφωνα με την αρ. 26 της παραγράφου (XLVII) Συλβίδες του επισυνημμένου VI παραρτήµατος, δηλαδή 804 σταφιδοτριροβάκους (Sylvia atricapilla) κοινώς αμπελοπούλια.
Τα γεγονότα της υπόθεσης εκτέθηκαν πλήρως ενώπιον του Δικαστηρίου από τη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής κατά τη δικάσιμο ημερ. 12.1.2017 και δεν αμφισβητήθηκαν από το συνήγορο Υπεράσπισης. Παραθέτω τα όσα λέχθηκαν꞉
«Στις 26.4.2016 ο ΜΚ1 μαζί με συναδέλφους του της Θήρας έθεσαν σε παρακολούθηση συγκεκριμένο χώρο στο Παραλίμνι όπου σε περιφραγμένο περιβόλι εντόπισαν τον Κατηγορούμενο και σε καλάθα ήταν τα ξόβεργα. Στο χώρο ανευρέθηκε και ηχοπαραγωγική συσκευή εκτός λειτουργίας. Επίσης, στο χώρο βρέθηκαν κατόπιν συγκατάθεσης έρευνας που έδωσε ο Κατηγορούμενος τα πτηνά που αναφέρονται στην κατηγορία αρ. 5.
Η συσκευή έτυχε εξέτασης από το ΜΚ2 και ήταν σε καλή και χρησιμοποιήσιμη κατάσταση.
Τα πτηνά ήταν κατεψυγμένα, παγωμένα σε καταψύχτη της οικίας του Κατηγορούμενου και υπήρχαν σε αυτά ενδείξεις ότι κάποια ήταν του Μάη 2013, κάποια του 2015 και κάποια από το 2016 στην κατάψυξη.»
Όπως ενημέρωσε το Δικαστήριο η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες. Είναι λευκού ποινικού μητρώου.
Όσον αφορά τα τεκμήρια που κατακρατήθηκαν από την Αστυνομία, η Κατηγορούσα Αρχή ζήτησε όπως διαταχθεί η κατάσχεση και καταστροφή τους.
ΑΓΟΡΕΥΣΗ ΓΙΑ ΜΕΤΡΙΑΣΜΟ ΤΗΣ ΠΟΙΝΗΣ
Για σκοπούς μετριασμού της ποινής, ο συνήγορος Υπεράσπισης εφοδίασε το Δικαστήριο με κείμενο γραπτής αγόρευσης και επεσήμανε προφορικά προς το Δικαστήριο τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου, καθώς και την εισήγησή του όσον αφορά τους μετριαστικούς παράγοντες της παρούσας υπόθεσης.
Επισημάνθηκαν, ειδικότερα, τα εξής αναφορικά με τις κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του Κατηγορούμενου꞉
Σημειωτέον ότι από την Έκθεση που ετοίμασε το Γραφείο Ευημερίας, και την οποία υιοθέτησε ως ορθή ο συνήγορος Υπεράσπισης, προκύπτει ότι λαμβάνει €1000 μηνιαίως από την εργασία του και η σύζυγός του επίσης εργάζεται με μισθό €800 μηνιαίως.
Αναφορικά με τα αδικήματα που διέπραξε ο Κατηγορούμενος, σημειώθηκαν προς μετριασμό της ποινής τα εξής꞉
Κατέληξε ο συνήγορος Υπεράσπισης στη γραπτή του αγόρευση αναφέροντας ότι, εάν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή υπό τις περιστάσεις είναι αυτή της φυλάκισης του Κατηγορούμενου, τότε θα ήταν ορθό να εξετάσει την πιθανότητα αναστολής της ποινής αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3(2) του περί της Υφ’ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ορισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν.95/72), όπως τροποποιήθηκε από το Ν.41(Ι)/97και 186(Ι)/2003. Παρέπεμψε το Δικαστήριο στην απόφαση Τμήμα Δασών ν Τάκη Χαραλάμπους Ττόφιας, Ποινική Έφεση Αρ. 223/12, 1/7/14.
ΕΠΙΜΕΤΡΗΣΗ ΚΑΙ ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΗ ΠΟΙΝΗΣ
Κατά την επιμέτρηση της ποινής, το Δικαστήριο αρχίζει από το μέγιστο της προβλεπόμενης στο Νόμο ποινής και ακολούθως ελέγχει τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων στην ενώπιον του υπόθεση για να προσαρμόσει την ποινή στα δεδομένα της υπόθεσης αφότου διακρίνει αν υφίστανται επιβαρυντικοί ή μετριαστικοί παράγοντες. Έπειτα εξατομικεύει την ποινή ώστε αυτή να μην αντανακλά μόνο στη σοβαρότητα του αδικήματος και τις συνθήκες διάπραξής του, αλλά και στις πραγματικές προσωπικές συνθήκες του παραβάτη, με σκοπό η ποινή να τον αναμορφώσει και να τον αποτρέψει από το να εκδηλώσει στο μέλλον όμοια εγκληματική συμπεριφορά. Με αυτή τη μεθοδολογία είναι που θα προσεγγίσω και την παρούσα υπόθεση.
Η φιλοσοφία του Νόμου
Ο περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμος του 2003 (Ν.152(Ι)/2003, στο εξής «ο Νόμος») θεσπίστηκε για σκοπούς ενσωμάτωσης στην Κυπριακή έννομη τάξη αριθμού Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες απαριθμούνται στο Προοίμιο του Νόμου και οι οποίες αποβλέπουν στη λήψη μέτρων για την προστασία της άγριας πανίδας και χλωρίδας και για τη διατήρηση των φυσικών οικότοπων (βλ. Οδηγία 79/409/ΕΟΚ όπως έκτοτε τροποποιήθηκε και Οδηγία 92/43/ΕΟΚ όπως έκτοτε τροποποιήθηκε).
Κρίνω κατάλληλο να εξηγήσω ποια είναι η φιλοσοφία του Νόμου και πότε εμπίπτει στις πρόνοιές του ως αξιόποινη μια συμπεριφορά.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου, σκοπός αυτού είναι, μεταξύ άλλων -
«(β) η προστασία, η διατήρηση ή προσαρμογή του πληθυσμού όλων των ειδών άγριων πτηνών σε ένα επίπεδο που να ανταποκρίνεται στις οικολογικές, επιστημονικές και μορφωτικές απαιτήσεις, λαμβάνοντας ωστόσο υπόψη τις οικονομικές και ψυχαγωγικές απαιτήσεις·
(ε) η προστασία της βιοποικιλότητας και η ανάσχεση της απώλειας της βιοποικιλότητας, των οικοσυστημάτων, της άγριας χλωρίδας και πανίδας της Κύπρου, καθώς και η πρόληψη μετάδοσης ασθενειών στην άγρια πανίδα.».
Ως «άγριο πτηνό» λογίζεται «κάθε πτηνό το οποίο ζει εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση και περιλαμβάνει θηραματικό πτηνό».
Ο Νόμος είναι δομημένος κατά τρόπο που διακρίνει ανάμεσα σε άγρια πτηνά τα οποία είναι επιτρεπτό να αποτελέσουν θήραμα και σε εκείνα που είναι προστατευόμενα και τα οποία δεν δύνανται ποτέ να αποτελέσουν θήραμα. Όσον αφορά τα άγρια πτηνά που δύνανται να αποτελέσουν θήραμα, ο Νόμος προβλέπει επιμέρους περιορισμούς σε σχέση με την περίοδο κατά την οποία δυνατόν να θηρεύονται και σε σχέση με τα μέσα θήρευσης, σύλληψης και θανάτωσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 8(2) του Νόμου 152(Ι)/2003, απαγορεύεται η κατοχή άγριων πτηνών, των οποίων απαγορεύεται η θήρα και η σύλληψη και σύμφωνα με το εδάφιο (3) του ίδιου άρθρου, πρόσωπο το οποίο παραβαίνει τις διατάξεις του εδαφίου (2) είναι ένοχο αδικήματος.
Προς εξυπηρέτηση του ίδιου στόχου, το άρθρο 11(1) του Νόμου 152(Ι)/2003 απαγορεύει τη κατοχή οποιουδήποτε μέσου, εγκατάστασης ή μεθόδου «μαζικής ή μη επιλεκτικής σύλληψης ή θανάτωσης που μπορεί να προκαλέσει τοπικά την εξαφάνιση οποιουδήποτε είδους άγριου πτηνού ή τη μείωση του αριθμού σε τέτοιο βαθμό που να απειλείται με εξαφάνιση».
Τα ξόβεργα καθορίζονται ρητά ως απαγορευμένα μέσα αναφορικά με τη θήρα, σύλληψη και θανάτωση άγριου πτηνού. Σχετικό το άρθρο 11(2)(α) του ίδιου Νόμου.
Περαιτέρω, οι ηχοπαραγωγικές συσκευές με μιμητικές φωνές θηραμάτων ή άγριων πτηνών αποτελούν επίσης, βάσει του άρθρου 11(2)(στ) του ίδιου Νόμου, απαγορευμένα μέσα για τη θήρα άγριων πτηνών είτε χρησιμοποιούνται αφ' εαυτές είτε με τη συνδρομή ή χρήση οποιουδήποτε άλλου μέσου, όπως μαγνητοταινιοθηκών (κασετών), ψηφιακών δίσκων.
Η παραβίαση των πιο πάνω απαγορευτικών διατάξεων του άρθρου 11(1)(2), ανωτέρω, έχει ποινικοποιηθεί βάσει του άρθρου 11(5).
Ομοίως, το άρθρο 44(4) ποινικοποιεί την παραβίαση των απαγορευτικών διατάξεων του άρθρου 44(1). Το εν λόγω εδάφιο (1) απαγορεύει σε οποιοδήποτε πρόσωπο να πυροβολεί, φονεύει, συλλαμβάνει, καταδιώκει, παρενοχλεί ή παραπλανεί οποιοδήποτε θήραμα με τη χρήση, μεταξύ άλλων, δικτύων ή ξοβεργών (βλ. παρα. (α)) και ηχοπαραγωγών συσκευών με μιμητικές φωνές θηραμάτων ή άγριων πτηνών (βλ. παρα. (δ)).
Η φιλοσοφία της απαγόρευσης αυτής προκύπτει από τις διατάξεις του εδαφίου (2) του ιδίου άρθρου, ότι δηλαδή πρόκειται για «μέσα μαζικής ή μη επιλεκτικής σύλληψης ή θανάτωσης που μπορεί να προκαλέσουν τοπικά την εξαφάνιση οποιουδήποτε θηράματος ή είδους άγριας πανίδας».
Η απαγόρευση και ποινικοποίηση αυτής καθ' εαυτής της κατοχής των πιο πάνω μέσων (ξόβεργων και ηχοπαραγωγικών συσκευών με μιμητικές φωνές θηραμάτων ή άγριων πτηνών) θεσπίστηκε με τη διάταξη του άρθρου 45 του ίδιου Νόμου.
Ο Υπουργός Εσωτερικών ο οποίος βάσει του άρθρου 9 έχει εξουσία να καθορίζει τα άγρια πτηνά τα οποία δύνανται ν’ αποτελέσουν «θήραμα» σε καθορισμένες περιόδους, στερείται εξουσίας να καθορίσει ως θήραμα οποιοδήποτε είδος άγριας πανίδας κοινοτικού ή τοπικού ενδιαφέροντος που καθορίζεται ως τέτοιο με βάση το εδάφιο (8) του άρθρου 11 του περί Προστασίας και Διαχείρισης της Φύσης και της Άγριας Ζωής Νόμου του 2003 (βλ. το άρθρο 26 του Νόμου). Τα προστατευόμενα είδη πτηνών κοινοτικού ή τοπικού ενδιαφέροντος για τα οποία υφίσταται πλήρης απαγόρευση κατάταξής τους ως θηράματος και άρα απαγόρευση θήρευσής τους, καταγράφονται στο Παράρτημα VI του Νόμου.
Το ότι λοιπόν δεν επιτρέπεται καθόλου να θηρεύονται τα αμπελοπούλια (Συλβιίδες - Sylvia atricapilla), είναι διότι αυτά εμπίπτουν στο Παράρτημα VI του Νόμου, όπως άλλωστε προκύπτει και από το κατηγορητήριο, ως προστατευόμενα είδη.
Οι προβλεπόμενες στο Νόμο ποινές
Η σοβαρότητα που προσδίδεται από τον νομοθέτη στα πιο πάνω αδικήματα διαφαίνεται και από το ανώτατο όριο ποινής που έχει προβλέψει με Νόμο (Βραχίμης v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 527, Λεβέντης v. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ. 632, Παπαγεωργίου (Γιάγκος) v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ. 646 και Διευθυντής Τμήματος Επιθεώρησης Εργασίας v. Χρυσοστόμου κ.α. (2002) 2 Α.Α.Δ. 575).
Το άρθρο 88 του Ν.152(Ι)/2003 προβλέπει ότι πρόσωπο το οποίο βρίσκεται ένοχο αδικήματος, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 11, 44 και 45, στα οποία δεν προβλέπεται άλλη ειδική ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει το τρία χρόνια ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις Λ.Κ. 10.000,00 (€17.086,01) ή και στις δύο αυτές ποινές.
Αυστηρότερες είναι οι ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 89 του Νόμου για την περίπτωση που ο Κατηγορούμενος καταδικάζεται για 2η ή περισσότερες φορές για αδικήματα που εμπίπτουν στις πρόνοιες του ίδιου Νόμου.
Η συναφής νομολογία
Στην υπόθεση Παναγιώτου v. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 354, το Εφετείο επικρότησε ως ορθή την πιο κάτω περικοπή από την απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου:
"Ο σκοπός του νόμου αυτού είναι η προστασία της πανίδας της Κυπριακής Δημοκρατίας και ειδικά στη συγκεκριμένη περίπτωση των αγρίων πτηνών που είναι προστατευόμενα. Πράξεις όπως των κατηγορουμένων πλήττουν καίρια και ουσιαστικά τους σκοπούς του νόμου εφόσον δια της χρήσεως δικτύων όπως ήταν η προκειμένη περίπτωση, γίνεται μαζική αφαίρεση άγριων πτηνών από την άγρια ζωή της Κυπριακής Δημοκρατίας στην οποία ανήκουν. Η συχνότητα δε διάπραξης τέτοιων αδικημάτων, για το οποίο γεγονός μπορώ να λάβω δικαστική γνώση ως εκ της ιδιότητας μου, ενισχύει την νομολογιακή σημασία ότι τα πρωτόδικα δικαστήρια θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα αυστηρά στην προσέγγιση τέτοιου είδους αδικημάτων με σκοπό την αποτρεπτικότητα (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 224). Σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, σε σχέση με υποθέσεις παρόμοιων αδικημάτων, έχει τονισθεί η αυστηρή προσέγγιση των πρωτόδικων δικαστηρίων σε συνάρτηση με την ανάγκη προστασίας της άγριας ζωής του νησιού η οποία, όπως διαπιστώθηκε, κινδυνεύει με αφανισμό (βλ. Αρχιμήδης Αντρέα ν. Αστυνομίας (1966) 2 Α.Α.Δ. 71, Prakki v. The Police (1985) 2 C.L.R. 142 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοφύτου (1991) 2 Α.Α.Δ. 5)."
Στην ίδια υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο σημείωσε τα εξής:
«Επικροτούμε πλήρως την προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστηρίου η οποία αναφέρεται στους σκοπούς του Νόμου. Η άγρια ζωή αποτελεί κοινό εθνικό πλούτο. Πρέπει να τύχει προστασίας με όλα τα μέσα που διαθέτει ο Νόμος. Επιεικής αντιμετώπιση των παραβατών θα δώσει λανθασμένα μηνύματα. Πρόσθετα η συχνότητα διάπραξης του επίδικου αδικήματος, για την οποία ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δικαστική γνώση, υπαγορεύει την επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Παλάοντας ν. Αστυνομίας (1995) 2 Α.Α.Δ.».
Σημειωτέον ότι στην Παναγιώτου v. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 354, η η ποινή επιβλήθηκε με βάση τις πρόνοιες του περί Προστασίας και Αναπτύξεως Θηραμάτων και Άγριων Πτηνών Νόμου του 1974 (Ν 39/74). Για το επίδικο σε εκείνην την υπόθεση αδίκημα ο Νόμος προέβλεπε "φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή αμφοτέρας τας ποινάς". Πρόκειται για ποινές πολύ πιο χαλαρές από αυτές που προβλέπει ο Νόμος 152(Ι)/2003 δυνάμει του οποίου θα κριθεί η παρούσα υπόθεση. Ό,τι υιοθετείται από την προμνησθείσα απόφαση για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης είναι ο προσδιορισμός των στόχων της δικαιοσύνης σε τέτοιου είδους υποθέσεις.
Στην Ανδρέας Βασίλη Χαμάλη ν Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου (2010) 2 Α.Α.Δ. 329 ο εφεσείων πρωτοδίκως αντιμετώπισε 6 κατηγορίες οι οποίες αφορούσαν αδικήματα δυνάμει του περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου του 2003 (Ν. 152(Ι)/03). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του κατηγορητηρίου, ο Εφεσείων στις 15.10.07 στο Φρέναρος της Επαρχίας Αμμοχώστου είχε την ευθύνη περιφραγμένου χώρου εντός του οποίου διαπράχθηκαν τα αδικήματα της κατοχής απαγορευμένων μέσων σύλληψης ήτοι 5 δικτύων, (κατηγορία 1), μιας ηχοπαραγωγικής συσκευής με μιμητικές φωνές άγριων πτηνών (κατηγορία 3) και 39 ξόβεργων (κατηγορία 5) με τα οποία θεωρείται ότι καταδίωκε θήραμα (κατηγορίες 2, 4 και 6 αντίστοιχα).
Το πρωτόδικο δικαστήριο, βρήκε τον Εφεσείοντα ένοχο σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε και του επέβαλε £500 πρόστιμο στην 1η κατηγορία, £200 πρόστιμο στη 2η κατηγορία, από £250 στις κατηγορίες 3, 4 και 6 και £700 στην 5η κατηγορία.
Κατ' έφεση κατά της καταδίκης, το Εφετείο ασχολήθηκε παρεπιπτόντως και με την εισήγηση του συνηγόρου του Εφεσείοντα ότι δεν είχε προσαχθεί οποιαδήποτε μαρτυρία για να αποδειχθεί ότι η κατοχή των απαγορευμένων μέσων θα μπορούσε «να προκαλέσει τοπικά την εξαφάνιση οποιουδήποτε είδους άγριου πτηνού ή τη μείωση του αριθμού του σε τέτοιο βαθμό που να απειλείται με εξαφάνιση». Ανέφερε τα εξής꞉ «Εν πάση περιπτώσει, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ευσταθούν στην ουσία τους, εφόσον το κατά πόσο με τη σύλληψη αμπελοπουλιών με απαγορευμένα μέσα, μπορεί να προκληθεί τοπικά η εξαφάνιση τους ή μείωση του αριθμού τους σε τέτοιο βαθμό που να απειλούνται με εξαφάνιση, προκύπτει ως αναπόφευκτο συμπέρασμα, ως εκ του καθορισμού στο Νόμο, του αμπελοπουλιού ως άγριου πτηνού το οποίο χρήζει προστασίας».
Στην απόφαση Στέλιος Κιτρομιλίδης ν Αστυνομίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 162, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Εφεσείων στις 14 Φεβρουαρίου 2004, στη Λακατάμια, χωρίς να είναι κάτοχος άδειας από τον Υπουργό Εσωτερικών, είχε στην κατοχή του απαγορευμένα μέσα θήρας, ήτοι 3 ηχοπαράγωγες συσκευές μάρκας «Kobra», 1 ηχοπαράγωγη συσκευή μάρκας «Lock Vogel», 1 ηχοπαράγωγη συσκευή μάρκας «Multiplus», 1 ηχοπαράγωγη συσκευή μάρκας «IL Grillo», 2 τηλεχειριστήρια μάρκας «Bird Sing» και 43 ηχεία. Ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου ο συνήγορος υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι η υπόθεση θα έπρεπε να απορριφθεί επειδή σύμφωνα με τη μαρτυρία, η συσκευή «Lock Vogel» εξέπεμπε ηχογραφημένες τις αυθεντικές φωνές των πτηνών και όχι «μιμητικές» όπως απαιτείται από το Άρθρο 44(δ). Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την εισήγηση και βρήκε τον Εφεσείοντα ένοχο στην κατηγορία που αντιμετώπιζε και του επέβαλε πρόστιμο £400, πλέον £98 έξοδα. Επίσης, διέταξε όπως η συσκευή «Lock Vogel» κατασχεθεί, ενώ όλες οι υπόλοιπες συσκευές επιστραφούν στον Εφεσείοντα. Επικυρώθηκε η καταδίκη κατ' έφεση και διατηρήθηκε η ποινή.
Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση.
Η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι δεδομένη, ως αναδεικνύεται από την προμνησθείσα νομολογία.
Πέραν τούτου, καταγράφω και την ανησυχητική συχνότητα με την οποία διαπράττονται αδικήματα αυτού του είδους στην περιοχή όπου εδρεύει το παρόν Δικαστήριο, γεγονός για το οποίο αντλώ δικαστική γνώση μέσα από τον μεγάλο αριθμό των κατηγορητηρίων που καταχωρούνται για τέτοιου είδους υποθέσεις.
Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου, ότι με βάση την πληροφόρηση που αντλεί από τη σωρεία υποθέσεων που τέθηκαν μέχρι σήμερα ενώπιον του, προκύπτει ότι για χρόνια, πριν από τη θέσπιση του Ν.152(Ι)/2003, οι κάτοικοι της περιοχής στην οποία εδρεύει το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου είχαν αναπτύξει μια παράδοση ψυχαγωγικής ενασχόλησης με το θήραμα άγριων πτηνών, κυρίως με τη χρήση ξόβεργων. Αργότερα, η απασχόληση αυτή εξελίχθηκε σε ουσιώδη οικονομικό πόρο για τους κατοίκους της περιοχής, εφόσον η χρήση δικτύων σε συνδυασμό με ηχοπαραγωγικές συσκευές μιμητικών φωνών πουλιών επέτρεπαν να παγιδεύονται, αιχμαλωτίζονται και συλλαμβάνονται μαζικά τα άγρια πτηνά, τα οποία προσφέρονταν επικερδώς προς κατανάλωση και πωληση. Ο Ν.152(Ι)/2003είναι τέτοια φαινόμενα που ήρθε να πατάξει, εισάγοντας αυστηρές ποινές.
Ουδείς είναι υπεράνω του Νόμου. Εφόσον ο Κύπριος Νομοθέτης, ανταποκρινόμενος στις προδιαγραφές ευρωπαϊκών οδηγιών, απαγόρευσε πλήρως ή μερικώς την πιο πάνω περιγραφείσα απασχόληση, το Δικαστήριο οφείλει, σε ένα κράτος δικαίου, να διασφαλίσει την τήρηση του Νόμου.
Η πάταξη του φαινομένου της καταπάτησης των διατάξεων του Νόμου είναι αναγκαία, όχι μόνο προς διασφάλιση ενός πνεύματος πειθαρχίας των πολιτών προς το Νόμο, αλλά και για εξασφάλιση αυτών καθ' εαυτών των σκοπών του Νόμου που έχουν περιβαλλοντική υφή και τους οποίους ουδείς δύναται να υποτιμήσει. Είναι ευεργετική για τον άνθρωπο η προστασία του περιβάλλοντος στο οποίο ζει. Υπάρχει μια αλυσίδα ζωής στη χλωρίδα και στην πανίδα, που όταν διαταράσσεται, είναι δυσεπανόρθωτη.
Προχωρώ με τις πιο πάνω σκέψεις να εξετάσω ποιοι είναι οι επιβαρυντικοί και ποιοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες στην παρούσα υπόθεση.
Ως ελαφρυντικούς παράγοντες, λαμβάνω υπόψη꞉
Ως επιβαρυντικούς παράγοντες για τη συνολική εικόνα της υπόθεσης, κρίνω -
Δύσκολα θα μπορούσε να πιστέψει το Δικαστήριο ότι η κατοχή ενός τόσο μεγάλου αριθμού θηράματος θα εξυπηρετούσε την προσωπική ή έστω οικογενειακή κατανάλωση. Δημιουργείται μάλλον, η εντύπωση της κατοχής με σκοπό την εμπορία και όσα ο συνήγορος Υπεράσπισης σημείωσε στην αγόρευσή του αναφορικά με τη μηδενική εμπορική αξία του θηράματος που χρονολογείται από το 2013, είναι ενδεικτικά τούτου.
Αξίζει, όμως, να αναφέρω ότι ο Νομοθέτης δεν έχει προνοήσει για διαφοροποίηση των ποινών αναλόγως ποσοτικής παραβίασης του Νόμου. Δεν υπάρχει θεσμοθετημένο τεκμήριο στο Νόμο ότι αν κάποιος κατέχει ή/και χρησιμοποιεί πέραν των 10 ξόβεργων ή πέραν της μίας ηχοπαραγωγικής συσκευής ή πέραν των 100 αμπελοπουλιών πράττει τούτο για σκοπούς εμπορίας αντί για προσωπική χρήση. Δεν υπάρχει διαβάθμιση των αντίστοιχων ποινών της μιας περίπτωσης αντί της άλλης, κατά το πρότυπο της ρύθμισης που θεσμοθετεί ο περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμους αρ. 29/77, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε.
Προχωρώ υπό το φως των πιο πάνω παρατηρήσεων και διαπιστώσεών μου με τις ποινές που κρίνω κατάλληλες για την παρούσα υπόθεση.
Στην 1η κατηγορία (κατοχή 80 ξόβεργων), επιβάλλω χρηματική ποινή €400, αφού έλαβα υπόψη ως μετριαστικό παράγοντα ότι ήταν σε καλάθι και όχι τοποθετημένα πάνω σε δένδρα έτοιμα για χρήση κατά την έφοδο της Υπηρεσία Θήρας.
Στην 3η κατηγορία (κατοχή μίας ηχοπαραγωγικής συσκευής μιμητικών φωνών πουλιών), επιβάλλω χρηματική ποινή €300, αφού έλαβα υπόψη ότι δεν βρισκόταν σε λειτουργία κατά την έφοδο της Υπηρεσία Θήρας.
Στην 5η κατηγορία που είναι και η πιο σοβαρή (κατοχή 804 αμπελοπουλιών), θεωρώ ότι πρόκειται για ασυνήθιστα υψηλό νούμερο με βάση τη δικαστική γνώση που αντλώ από τα κατηγορητήρια που τέθηκαν μέχρι σήμερα ενώπιόν μου αλλά και από όσες αποφάσεις άλλων αδελφών Δικαστών ή/και του Εφετείου έχω μελετήσει. Θα αποστέλλετο, κατά την κρίση μου, εσφαλμένο μήνυμα όχι μόνον στον ίδιο τον Κατηγορούμενο αλλά και σε κάθε επίδοξο παραβάτη του Νόμου, αν το Δικαστήριο αντιμετώπιζε χαλαρά τη συγκεκριμένη παράβαση, με μια χρηματική ποινή η οποία να είναι στα μέτρα των οικονομικών δυνατοτήτων του Κατηγορούμενου. Για να είναι εν προκειμένω δραστική και παραδειγματική η ποινή θεωρώ πως δικαιολογείται υπό το φως των επιβαρυντικών παραγόντων της παρούσας υπόθεσης, η επιβολή ποινής φυλάκισης.
Η ένταση της ποινής αυτής, ήτοι η διάρκεια αυτής θα περιορισθεί υπό το φως των μετριαστικών παραγόντων, που είναι εν προκειμένω η προχωρημένη ηλικία του Κατηγορούμενου, η κατάσταση της υγείας του, καθώς επίσης το λευκό του ποινικό μητρώο σε συνδυασμό με την ένδειξη μεταμέλειας όπως εκδηλώθηκε μέσω της άμεσης παραδοχής του και της συνεργασίας του με τις αρχές, στοιχεία που συνολικά ειδωμένα δείχνουν ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί η αναμόρφωση της συμπεριφοράς του ακόμη και με μια σύντομη περίοδο στέρησης της προσωπικής του ελευθερίας.
Όπως λέχθηκε στη Χαρτούμπαλλος ν Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ. 28, «Τονίζουμε συναφώς ότι η παραδοχή ενοχής πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με συνέπεια να μην σπαταλάται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων. Αποτελεί πορεία που προάγει τους σκοπούς της δικαιοσύνης.».
Όπως λέχθηκε στην Ιωάννου ν Δημοκρατίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 582, «Η ενθάρρυνση προσώπων που έχουν συμμετάσχει σε εγκληματικές πράξεις να προβαίνουν σε ομολογίες, βοηθώντας την Αστυνομία στην εξιχνίαση εγκλημάτων, εμπίπτει μέσα στα πλαίσια του δημοσίου συμφέροντος. Έτσι μπορεί να λεχθεί ότι η επίδεικη επιείκειας αποτελεί μια πρακτική αμοιβή για την ενθάρρυνση αποκάλυψης πληροφοριών που οδηγούν στην εξιχνίαση ποινικών αδικημάτων.».
Επιβάλλω, λοιπόν, ποινή φυλάκισης 40 ημερών.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο δικαιολογείται η αναστολή της επιβληθείσας ποινής φυλάκισης.
Το άρθρο 3(2) του Νόμου 95/72 αναφέρει ότι το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή δεν επιβάλλεται από Δικαστήριο ως μέτρο επιείκειας ή ως εναλλακτικό μέτρο τιμωρίας του παραβάτη και η επιλογή της ποινής φυλάκισης δεν πρέπει να συσχετίζεται με τη δυνατότητα αναστολής της. Το Δικαστήριο αποφασίζει το ύψος της ποινής και μετά εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την αναστολή της (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Περατικού (1997) 2 Α.Α.Δ. 373, Λιασίδης ν. Αστυνομίας (1997) 2 Α.Α.Δ. 94).
Μεταξύ των παραγόντων που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής φυλάκισης είναι η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο για τη διάπραξη του αδικήματος, το μητρώο του Κατηγορουμένου ως δείκτης για την ανάγκη αποτροπής και η διαγωγή του Κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος και ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.
Στην πρόσφατη απόφαση, ημερ. 9.11.2016, στην Ποινική Εφεση Αρ.124/2016, Πάτερ Δημήτριος Πιττάης Χρυσοδόντας ν. Αστυνομίας, σημειώθηκαν τα εξής με παραπομπή στην Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 ΑΑΔ 930, 939:
«Η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της περιστατικών. Η υιοθέτηση οποιουδήποτε γενικού κανόνα θα συνιστούσε σφάλμα αρχής. Εναπόκειται στο δικαστήριο που έχει την ευθύνη επιβολής της ποινής να λάβει υπόψη στην κάθε περίπτωση τις περιστάσεις της υπόθεσης και οποιεσδήποτε προσωπικές περιστάσεις που αφορούν στον συγκεκριμένο κατηγορούμενο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την οικογένεια του με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται η αναστολή της εκτέλεσης της ποινής. Αυτό βέβαια συνεπάγεται την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου και την απόδοση «διπλής βαρύτητας» σε όλους τους σχετικούς με το αδίκημα και τον αδικοπραγούντα παράγοντες - είτε επιβαρυντικούς είτε μετριαστικούς - οι οποίοι μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου για την αναστολή ή όχι της ποινής. Θεωρούμε ότι κατά την εξέταση του ζητήματος, σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.»
Στην παρούσα υπόθεση υιοθετώ την εισήγηση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι είναι ορθό και δίκαιο να αναστείλω την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που έχω υποβάλει, ενόψει των πιο κάτω συνθηκών꞉
Αναστέλλεται η ποινή φυλάκισης για περίοδο 3 ετών από σήμερα. [Επεξηγείται στον κατηγορούμενο η σημασία της αναστολής.]
Εκδίδεται διαταγή όπως όλα τα κατακρατηθέντα από την Αστυνομία τεκμήρια κατασχεθούν και καταστραφούν.
(υπ.)........................
Ά. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ