ECLI:CY:EDLAR:2018:B19

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ:    Μ. Κ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε.Δ.

 

Αρ. Υπόθεσης:   8629/2015

 

       1. ΧΧΧΧΧΧ ΘΩΜΑ

                                                   2. ΧΧΧΧΧΧ ΜΙΚΕΛΛΙΔΟΥ

                                                   3. ΧΧΧΧΧΧ ΑΝΔΡΕΟΥ

Κατηγόρων

-ν-

 

                                                   1. ΧΧΧΧΧΧ ΛΟΥΚΑΪΔΗ

                                                   2. ΧΧΧΧΧΧ ΦΟΥΚΑΡΙΔΗ

Κατηγορούμενων

Ημερομηνία:   16 Νοεμβρίου, 2018

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για όλους τους Κατήγορους:  Ο κ. Θ. Ποσνακίδης.

Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 εμφανίζονται αυτοπροσώπως και είναι παρόντες.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Α.   Αντικείμενο

 

Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν ξεχωριστές κατηγορίες για παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία, κατά παράβαση των άρθρων 122(β) και 20 του Ποινικού Κώδικα (η κατηγορία 1 αφορά στον Κατηγορούμενο 1 και η κατηγορία 2 αφορά στον Κατηγορούμενο 2). Αντιμετωπίζουν περαιτέρω από κοινού την 3η κατηγορία που αφορά σε συνομωσία για ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης, κατά παράβαση των άρθρων 121(α) και 20 του Ποινικού Κώδικα.

 

Σύμφωνα, με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών, αποδίδεται στον κατηγορούμενο 1 (στο εξής «ο Κ1») ότι απέστειλε, και αποδίδεται στον κατηγορούμενο 2 (στο εξής «ο Κ2») οτι χρησιμοποίησε, επιστολή ημερομηνίας 9.4.2014 η οποία απευθύνετο προς τον Κ1, ώστε ο Κ2 να απαλλαγεί από τις ποινικές υποθέσεις 15419/2013, 15270/2013 και 15420/2013 (στο εξής «οι 3 ποινικές υποθέσεις») ενώ, εν γνώσει των Κ1 και Κ2, η εν λόγω επιστολή ημερομηνίας 9/4/2014 δεν αποτελούσε πραγματική αναστολή εκ του Γενικού Εισαγγελέα για τον Κ2. Αποτελούσε μόνο μία ενημερωτική επιστολή σχετική με την αναστολή ποινικής δίωξης ημερομηνίας 9.4.2014, την οποία ο Γενικός Εισαγγελέας χορήγησε μόνο στον Κ1 στις 3 ποινικές υποθέσεις και όχι στον Κ2. Πράττοντας έτσι, Κ1 και Κ2 παραπλάνησαν το Δικαστήριο, το οποίο απάλλαξε τον Κ2 στις 14.7.15 από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε στις 3 ποινικές υποθέσεις, χωρίς να δικαιούται τέτοιας απαλλαγής.

 

Προέκυψαν μετά το πέρας της ακρόασης ως αδιαμφισβήτητα μεταξύ των μερών τα εξής γεγονότα, τα οποία καθίστανται αυτομάτως ευρήματα του Δικαστηρίου:

 

·         Ο Κ1 συνέταξε και απέστειλε με φαξ στις 14.7.15 προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας την εξής επιστολή – τεκμήριο 3:

 

«Πρωτοκολλητή

Ποινικό Τμήμα

Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας

Λευκωσία 14/7/2015

 

Ιδιωτικές Ποινικές Υποθέσεις με αρ.15419/13, 15270/13 και 15420/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας

 

Αναφέρομαι στις πιο πάνω ιδιωτικές ποινικές διώξεις οι οποίες φαίνεται ότι κατά λάθος είναι ορισμένες για ακρόαση σήμερα παρόλο που ο Γενικός Εισαγγελέας με επιστολή του προς εμένα ημερομηνίας 9/4/2014με πληροφορεί ότι αποφάσισε να αναστείλει την ποινική δίωξη των εν λόγω υποθέσεων.

 

Σας αποστέλλω την επιστολή του κ. Κληρίδη ημερομηνίας 9/4/2014 και την δική μου επιστολή ημερομηνίας 26/3/2014 στην οποία απαντά ο κ. Κληρίδης με την απόφαση του αναστολής των εν λόγω ποινικών υποθέσεων.

 

Παρακαλώ να πληροφορήσετε το δικαστήριο αναλόγως εάν δε χρειαστεί μπορώ να έρθω στο δικαστήριο να δώσω οποιεσδήποτε επιπρόσθετες διευκρινήσεις παρόλο που τα έγγραφα μιλούν  μόνα τους.

 

Ευχαριστώ.

 

Διατελώ,

 

ΧΧΧΧΧΧ Λουκαϊδης

Δικηγόρος»

 

·         Ο Κ1 συνόδευσε το τεκμήριο 3, με την ενημερωτική επιστολή ημερ. 9.4.14 που ο Γενικός Εισαγγελέας απέστειλε προς τον ίδιο – τεκμήριο 1:

 

            «                                                                                                          9 Απριλίου, 2014

Κύριο ΧΧΧΧΧΧ Γ. Λουκαϊδη

Δικηγόρο

Τ.Θ.  XXXXX

XXXXX   Λευκωσία

 

Αγαπητέ κ. Λουκαϊδη

 

Ιδιωτικές Ποινικές Υποθέσεις με αρ. 15419/13, 15270/13 και 15420/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας

------------------------------

Αναφέρομαι στην επιστολή σας με ημερομηνία 26 Μαρτίου 2014, σχετικά με τις πιο πάνω υποθέσεις και σας πληροφορώ ότι αποφάσισα να αναστείλω την ποινική δίωξη των εν λόγω υποθέσεων.

                                                                              

                         Με τιμή,

 

                                                                        Κώστας Κληρίδης

                                                            Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας»

 

·         Ο Κ1 συνόδευσε επίσης το τεκμήριο 3, με την επιστολή του ημερ. 26.3.2014 - τεκμήριο 12 - δια της οποίας, κατ΄ισχυρισμό, ζήτησε από τον Γενικό Εισαγγελέα αναστολή της ποινικής δίωξης για όλους τους κατηγορούμενους και στις 3 ποινικές υποθέσεις.

·          Τα τεκμήρια 1, 3 και 12 ευρίσκονται μέσα στο δικαστηριακό φάκελο έκαστης εκ των 3 ποινικών υποθέσεων ( τεκμήρια 9, 10 και 11).

·         Βάσει εντύπων αναστολής ποινικής δίωξης εκ του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 9.4.2014που ευρίσκονται εντός των φακέλων των 3 ποινικών υποθέσεων που κατατέθηκαν ενώπιον μου ως Τεκμήρια 9, 10 και 11 και τα οποία αναφέρονται ονομαστικά στον Κ1 αλλά και στον αύξοντα αριθμό των κατηγοριών στις οποίες αφορούσε η αναστολή στην κάθε υπόθεση, ο Κ1 απαλλάγηκε από όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε σε κάθε μία από τις 3 ποινικές υποθέσεις από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στις 10.4.2014.

·         Ακόμη και μετά τις 10.4.14, που ο Κ1 απαλλάγηκε από τις τρεις ποινικές υποθέσεις, αυτές συνεχίζονταν εναντίον του Κ2, δηλαδή ορίστηκαν στις 7.10.14, 19.9.14, 11.2.15 και στις 14.7.2015, οπόταν και ο Κ2 απαλλάγηκε από το Δικαστήριο, το οποίο θεώρησε ότι υπήρχε αναστολή ποινικής δίωξης εκ του Γενικού Εισαγγελέα για τον Κ2.

·         Ο Κ1 ενεργούσε κατά τον επίδικο χρόνο ως δικηγόρος του Κ2 αν και στις 14.7.2015 δεν παρευρέθηκε στο Δικαστήριο για να τον εκπροσωπήσει.

·         Ο Κ1 υπηρέτησε ως Βοηθός Γενικού Εισαγγελέως για σειρά ετών.

 

Τα θέματα που παρέμειναν αμφισβητούμενα μεταξύ των μερών και αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι, αν τα τεκμήρια 1 και 3, που τέθηκαν ενώπιον του Πρωτοκολλητή με φαξ από τον Κ1 και τα οποία εν τέλει τέθηκαν εντός των φακέλων του Δικαστηρίου των 3 ποινικών υποθέσεων στις 14.7.2015, στάληκαν από τον Κ1 δολίως, και χρησιμοποιήθηκαν από τον Κ2 δολίως και με εγκληματική πρόθεση ώστε να παραπλανηθεί το Δικαστήριο και να απαλλάξει τον Κ2 την ίδια ημέρα και από τις 3 ποινικές υποθέσεις που αντιμετώπιζε.

 

Παρεμβάλλεται σε αυτό το σημείο, και θα έχει τη σημασία του αργότερα, ότι, ως φαίνεται από τα Τεκμήρια 9, 10 και 11, οι 3 ποινικές υποθέσεις αφορούσαν σωρεία κατηγοριών εναντίον και των τριών κατηγορούμενων σε αυτές, σχετιζόμενες με αδικήματα κατά παράβαση του άρθρου 179(1) του Κεφ.113, ήτοι ότι ο Κ2 ως πτωχεύσας που δεν αποκαταστάθηκε δεν δύνατο να συνεχίζει να ενεργεί, με σωρεία τρόπων, ως σύμβουλος της εταιρείας Φουκαρίδης και Σια Λτδ.

 

 

 

 

 

Β.  Η μαρτυρία και η αξιολόγησή της

Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του, χωρίς να είναι απαραίτητο το Δικαστήριο να προβεί σε εκτενή ή λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας τους. Αναφορά θα γίνει ό,που και στο βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης.

 

Για την Κατηγορούσα Αρχή μαρτύρησαν συνολικά τέσσερις μάρτυρες, ο κ. ΧΧΧΧΧΧ Θωμά, δικηγόρος και παραπονούμενος 1 (στο εξής «ο ΜΚ1»), η κα XXXXX Λάρκου, Πρωτοκολλητής στο Ποινικό Τμήμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (στο εξής «η ΜΚ2»), η ΧΧΧΧΧΧ Μικελλίδου, δικηγόρος και παραπονούμενη 2 (στο εξής «η ΜΚ3») και ο ΧΧΧΧΧΧ Ανδρέου, δικηγόρος και παραπονούμενος 3 (στο εξής «ο ΜΚ4»). Για τον Κ1 μαρτύρησε ενόρκως μόνο ο ίδιος. Για την πλευρά του Κ2 μαρτύρησε ενόρκως ο ίδιος και ο ΧΧΧΧΧΧ Δημητρίου, δικηγόρος (στο εξής « ο ΜΥ1»). 

Είχα την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τα λεγόμενά τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Προβαίνω σε αυτή την αξιολόγηση με γνώμονα, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος καθενός στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν ή να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την τάση τους για υπεκφυγή, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους, (1996) 1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους, (1997) 1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά την αξιολόγηση υπόψη μου είχα και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων.

Αντιπαρέβαλα επίσης τις θέσεις κάθε μάρτυρα με τη λοιπή μαρτυρία που κατατέθηκε στην υπόθεση, γραπτή και προφορική και τη συνοχή και συνέπεια της εκδοχής καθενός με το σύνολο και τη λογική της υπάρχουσας μαρτυρίας. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. σελ. 506, υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητα της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή (βλ. Στυλιανίδης v. Χ¨Πιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.ά. (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. σελ. 162).

 

Ο ΜΚ1 κατέθεσε γραπτή δήλωση στο Δικαστήριο δια της οποίας ανέφερε τα εξής:  Οι υποθέσεις 15419/2013, 15420/2013 και 15270/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας καταχωρήθηκαν από τους παραπονούμενους εναντίον των Κ1 και Κ2 στην παρούσα υπόθεση καθώς και εναντίον της ΧΧΧΧΧΧ Φουκαρίδου, συζύγου του Κ2 εν προκειμένω. Αναφορικά με τον Κ1, ο Γενικός Εισαγγελέας αποφάσισε την αναστολή των πιο πάνω ποινικών υποθέσεων και με επιστολή του ημερομηνίας 9.4.2014 - τεκμήριο 1 (στο εξής «η Ενημερωτική Επιστολή» ή «το τεκμήριο 1») συνοδευόμενη από το έντυπο αναστολής ποινικής δίωξης – τεκμήριο 2 (στο εξής «το Έντυπο Αναστολής» ή «το τεκμήριο 2») ανέστειλε τις πιο πάνω υποθέσεις εναντίον του Κ1. Η αναστολή της ποινικής δίωξης, βάσει του Εντύπου Αναστολής, αφορούσε μόνο τον Κ1 και μόνο τις κατηγορίες που ο Κ1 αντιμετώπιζε και όχι τους άλλους κατηγορούμενους στις 3 ποινικές υποθέσεις. Στη βάση αυτής της αναστολής, ο Κ1 απαλλάγηκε από τις 3 ποινικές υποθέσεις στις 10.4.2014 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Οι υποθέσεις, όμως, συνεχίζονταν εναντίον του Κ2, ενώ είχαν ήδη αποσυρθεί εναντίον της συζύγου του, ΧΧΧΧΧΧ Φουκαρίδου. Κατόπιν της απαλλαγής του Κ1 στις 3 ποινικές υποθέσεις αυτές ορίστηκαν στις εξής ημερομηνίες:  19.9.2014, 7.10.2014, 11.2.2015 και 14.7.2105. Στις 14.7.2015, που οι υποθέσεις ήταν ορισμένες για ακρόαση για τον Κ2, ο Κ1 απέστειλε το τεκμήριο 3 προς την Πρωτοκολλητή του Ποινικού Τμήματος του Δικαστηρίου Λάρνακας συνοδευόμενη από το τεκμήριο 1  χωρίς να αποστείλει μαζί  το τεκμήριο 2, στο οποίο φαινόταν ξεκάθαρα ότι η αναστολή που παραχωρήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα αφορούσε μόνο στον Κ1,  αναφέροντας μάλιστα ότι η αναστολή αφορούσε όλους τους κατηγορούμενους και ότι εκ λάθους ορίζονταν οι υποθέσεις για ακρόαση. Ο Κ1 απέστειλε  το τεκμήριο 3 εν γνώσει του ότι δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα αφού το Έντυπο Αναστολής, τεκμήριο 2,  ανέφερε ξεκάθαρα ότι η υπόθεση αναστάληκε μόνο για τον ίδιο και μόνο για τις συγκεκριμένες κατηγορίες που αντιμετώπιζε και όχι για οποιοδήποτε άλλο κατηγορούμενο στις τρεις ποινικές υποθέσεις, με σκοπό την παρέμβασή του στη διαδικασία και την ανατροπή αυτής. Στη βάση των τεκμηρίων 1 και 3, το Δικαστήριο στις 14.7.2015 ανέστειλε την ποινική δίωξη και στις 3 ποινικές υποθέσεις εναντίον του Κ2 και τον απάλλαξε. Όταν διαπιστώθηκε η παραπλάνηση του Δικαστηρίου από τους παραπονούμενους, αυτοί μετέβηκαν στο Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου όπου παραπονέθηκαν για τη συμπεριφορά του Κ1, όπου έγινε αναστάτωση. Περαιτέρω, απέστειλαν την επιστολή – τεκμήριο 4 - προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας αναφέροντας του τα γεγονότα όπως εκτυλίχθηκαν και λέγοντας ότι ο Κ1 όχι μόνο δεν εκτίμησε και δεν σεβάστηκε του ευεργετήματος της αναστολής που του έδωσε ο Γενικός Εισαγγελέας, αλλά το καταχράστηκε παραπλανώντας το Δικαστήριο ότι αυτή αφορούσε και στον Κ2. Επιπλέον, απεστάλη επιστολή με παρόμοιο περιεχόμενο προς τον Γενικό Εισαγγελέα, αυτή τη φορά υπό την ιδιότητά του ως Προέδρου του Πειθαρχικού Συμβουλίου των δικηγόρων, τεκμήριο 5.

 

Είναι η θέση των παραπονούμενων ότι και οι δύο κατηγορούμενοι γνώριζαν πολύ καλά ότι το Έντυπο Αναστολής, τεκμήριο 2,  αφορούσε μόνο τον Κ1 και όχι τον Κ2, αλλά σε συνεργασία μεταξύ τους παραπλάνησαν το Δικαστήριο και παρενέβηκαν στη δικαστική διαδικασία, με αποτέλεσμα να την ανατρέψουν και να απαλλάξουν τον Κ2 από τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε στις τρεις ποινικές υποθέσεις.

 

Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1, ο Κ1 προέβαλε τις εξής θέσεις: Ότι, ενώ απέστειλε επιστολή προς τον Γενικό Εισαγγελέα για αναστολή της ποινικής δίωξης στις τρεις ποινικές υποθέσεις, για όλους τους κατηγορούμενους σε αυτές ημερομηνίας 26.3.2014 - τεκμήριο 12 - ο Γενικός Εισαγγελέας εκ λάθους απέστειλε το Έντυπο Αναστολής – τεκμήριο 2 – μόνο σε σχέση με τον ίδιο τον Κ1 και όχι για όλους τους Κατηγορούμενους σε αυτές. Περαιτέρω είπε: «Τι φταίω εγώ, το γραφείο του φταίει, έκαμεν τα θάλασσα.  Τους ρώτησα γιατί στείλατε για μένα μόνο αφού ζήτησα για όλους, λάθος της κας τάδε». Προώθησε, περαιτέρω, την τοποθέτησή ότι βάσει της Ενημερωτικής Επιστολής – τεκμήριο 1- ήταν ξεκάθαρο ότι ο Γενικός Εισαγγελέας ανέστειλε τις 3 ποινικές υποθέσεις σε σχέση και με τους τρεις κατηγορούμενους σε αυτές. Επέμεινε μέχρι και το τέλος της ακρόασης της παρούσας υπόθεσης στην τοποθέτησή του αυτή.

 

Ο ΜΚ1 διαφώνησε ρητά στις πιο πάνω θέσεις του Κ1 και είπε ότι ο Κ1 και ο Κ2 συνωμότησαν μεταξύ τους να χρησιμοποιήσουν την Ενημερωτική Επιστολή μαζί με την επιστολή τεκμήριο 3 για να ξεγελάσουν, όπως και ξεγέλασαν το Δικαστήριο να απαλλάξει τον Κ2 στις 14.7.2015 από τις 3 ποινικές υποθέσεις.

 

Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 από τον Κ2, πολύς χρόνος αναλώθηκε σε θέματα άσχετα με τα επίδικα. Τα μόνα σχετικά θέματα στα οποία αναφέρθηκε ο Κ2 έχουν ως εξής: Ότι ο ΜΚ1 στις 14.7.2015 δεν ήταν παρών στο Δικαστήριο και δεν γνωρίζει ποιος από το γραφείο του Κύπρου Ανδρέου εμφανίστηκε. Ότι ο Κ1 δεν ήταν παρών στο Δικαστήριο στις 14.7.2015. Αρνήθηκε ότι ο Κ1 ήταν αυτός που εκτέλεσε τη μεταξύ τους συνομωσία, πράττοντας όπως του προσάπτεται, και ότι ο Κ2 ήθελε απλώς να γλιτώσει. Ο Κ2 υπέβαλε στον ΜΚ1 ότι κατά την 14.7.15 το Δικαστήριο τον δίκασε και τον απάλλαξε, κάτι το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού δεν είναι κατόπιν δίκης που απαλλάγηκε.

 

Είναι νομολογημένο ότι, οι υποβολές κατά την αντεξέταση όχι μόνο δεσμεύουν την πλευρά που τις θέτει αλλά έχουν και την ανάλογη βαρύτητα ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας του αντεξετάζοντος μέρους.

 

Κρίνω  τον ΜΚ1 ως πλήρως αξιόπιστο μάρτυρα. Θεωρώ ότι ανέφερε κάθε τι που ήταν σχετικό με σαφήνεια και χωρίς τάση υπεκφυγής. Ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Η προσπάθεια που έγινε από την αντεξέταση και των δύο κατηγορουμένων να του αποδώσει αλλότριο κίνητρο, ότι δηλαδή ενοχλήθηκε από τις υποθέσεις που οι Κ1 και Κ2 είχαν καταχωρήσει εναντίον του, δεν ευόδωσε. Επέμεινε στην εκδοχή του με πειστικότητα. Εξάλλου, τα γεγονότα για τα οποία μαρτύρησε και τα οποία είχαν άμεση σχέση με τα επίδικα θέματα δεν αμφισβητήθηκαν κατ’ ουσίαν. Αμφισβητήθηκε μόνο η ερμηνεία του των γεγονότων αυτών, που απέδιδε στους κατηγορούμενους ένοχη διάνοια για διάπραξη των αδικημάτων του κατηγορητηρίου. Δέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητά της.

 

Η ΜΚ2 κατέθεσε στο Δικαστήριο τους φακέλους των 3 ποινικών υποθέσεων  ως τεκμήρια 9, 10 και 11 αντίστοιχα. Ανέφερε ότι και από τους τρεις φακέλους, προκύπτει ότι η ΧΧΧΧΧΧ Φουκαρίδου, σύζυγος του Κ2, απαλλάγηκε στις 28.2.2014. Ότι ο Κ1 απαλλάγηκε από το Δικαστήριο σε όλες τις ποινικές υποθέσεις στις 10.4.2014 βάσει γραπτής αναστολής ποινικής δίωξης εκ του Γενικού Εισαγγελέα, ημερ. 9.4.14. Ότι περαιτέρω, φαίνεται ο Κ2 να απαλλάγηκε από το Δικαστήριο βάσει, επίσης, αναστολής ποινικής δίωξης στις 14.7.2015. Εντούτοις, για τον Κ2 δεν υπάρχει έντυπο αναστολής ποινικής δίωξης εκ του Γενικού Εισαγγελέα, όπως αυτό που ίσχυσε για τον Κ1 ημερ. 9.4.14. Σε κάθε μία από τις 3 ποινικές υποθέσεις  υπάρχει έντυπο αναστολής σε σχέση με τον Κ1 αλλά δεν υπάρχει το αντίστοιχο έντυπο σε σχέση με τον Κ2. Φαίνεται και στους 3 φακέλους, καταχωρισμένη η Ενημερωτική Επιστολή ημερ. 9.4.14 του Γενικού Εισαγγελέα προς τον Κ1, πριν την απαλλαγή του Κ2. Είπε περαιτέρω ότι η επιστολή ημερομηνίας 14/7/2015, τεκμήριο 3, στάληκε προς το Δικαστήριο με φαξ, από αριθμό φαξ τον οποίο ο Κ1 παραδέχθηκε ως το δικό του. Αντεξεταζόμενη, τοποθετήθηκε σαφώς ότι το τεκμήριο 1 είναι απλώς μια επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα προς τον κ. Λουκαϊδη, ενώ το τεκμήριο 2 είναι η πράγματι αναστολή εκ του Γενικού Εισαγγελέα της υπόθεσης σε σχέση με τον Κ1. Στη θέση του Κ1 ότι, βάσει του τεκμηρίου 1, οι 3 ποινικές υποθέσεις αναστάληκαν εναντίον και των τριών κατηγορουμένων σε αυτές και ότι εκ λάθους το έντυπο αναστολής εκ του Γενικού Εισαγγελέα αναφέρει μόνο το όνομα του Κ1 διαφώνησε ρητά.

 

Κρίνω την ΜΚ2 ως απόλυτα αξιόπιστη μάρτυρα. Ανέφερε, καθηκόντως, όσα προέκυπταν από τους φακέλους των 3 ποινικών υποθέσεων που κατέθεσε ως Τεκμήρια. Ουδείς εκ των δύο κατηγορούμενων έβαλε κατά της αλήθειας των λεγομένων της και έτσι δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Ερωτήθηκε μόνο διευκρινιστικές ερωτήσεις, οι απαντήσεις από τις οποίες προέκυπταν μέσα από τους φακέλους που κατέθεσε. Δεν έχω κανένα ενδοιασμό να δεχτώ τη μαρτυρία της στην ολότητά της. Μαρτύρησε με σαφήνεια και βεβαιότητα και μπορώ να βασιστώ στα λεγόμενά της για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα.  

 

Η ΜΚ3 υιοθέτησε και επιβεβαίωσε ως ορθά τα όσα ανέφερε ο ΜΚ1 στο Δικαστήριο.  Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι στις 14.7.2015, εκ μέρους των παραπονουμένων, εμφανίστηκε στο Δικαστήριο ο κ. Ποσνακίδης και ότι ο Κ2 κρατούσε στα χέρια του «την επιστολή του κύριου Λουκαϊδη για αναστολή ποινικής δίωξης» την οποία έδωσε  στον κύριο Ποσνακίδη πριν μπει στην αίθουσα του Δικαστηρίου. Είπε, επίσης, ότι σε σχέση με την ΧΧΧΧΧΧ Φουκαρίδου οι τρεις ποινικές υποθέσεις δεν αναστάληκαν  λόγω αναστολής ποινικής δίωξης εκ του Γενικού Εισαγγελέα αλλά λόγω του ότι οι παραπονούμενοι απέσυραν αυτές εναντίον της στις 28.2.2014, θέση η οποία συνάδει με τη σχετική θέση της ΜΚ2.

 

Οι θέσεις του Κ1 κατά την αντεξέταση της ΜΚ2 μπορούν να συνοψιστούν στο εξής απόσπασμα από τα πρακτικά: «Τι κακό έκαμα. Εγώ ρωτώ αν εκείνος [ο Γενικός Εισαγγελέας εννοεί] εκ περισσού έστειλε και μίαν αναστολή για εμένα μόνο, εγώ δεν φταίω». «Τους υπενθύμισα ότι η αναστολή αφορούσε και τους τρεις.  Κακό είναι αυτό;  Έπλασα το εγώ;». Η ΜΚ3 επέμεινε στις θέσεις της, χωρίς να κλονιστεί κατά την αντεξέταση.

 

Ο Κ2 ανάλωσε τον πλείστο χρόνο της αντεξέτασης της ΜΚ3 σε άσχετες, με τα επίδικα θέματα, ερωτήσεις και τοποθετήσεις. Κατηγορούσε συνεχώς τη ΜΚ3 και τον ΜΚ4 ότι τον εξαπάτησαν σε προηγούμενες υποθέσεις, ωσάν τούτο να μπορούσε να του παρέχει υπεράσπιση για την εν προκειμένω ποινική διαδικασία. Το μόνο που ανέφερε και ήταν σχετικό με τα επίδικα θέματα ήταν ότι, στις 14.7.15 παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου χωρίς δικηγόρο και απαλλάγηκε από τις κατηγορίες, κατόπιν που η Δικαστής δίκασε την υπόθεση. Η ΜΚ3 επανέλαβε ότι στις 14/7/2015 ο Κ2 κρατούσε στα χέρια του το τεκμήριο 1 και το έδωσε στον κ. Ποσνακίδη και ότι ουδέποτε δικάστηκε αφού έδειξε την αναστολή στο Δικαστήριο, το παραπλάνησε και αυτό προέβη στην απαλλαγή του. Σε τούτη τη θέση, το μόνο που απάντησε ο Κ2 ήταν ότι οι παραπονούμενοι καθυστέρησαν να παραπονεθούν για την ισχυριζόμενη μεμπτή συμπεριφορά των δύο κατηγορούμενων, κάτι το οποίο ουδόλως απαντά στους ισχυρισμούς της  ΜΚ3.

 

Κρίνω τη ΜΚ3 ως απόλυτα αξιόπιστη μάρτυρα. Δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση, δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις, παρέμεινε σταθερή στην εκδοχή που εξαρχής έδωσε στο Δικαστήριο και η μαρτυρία της συνάδει απόλυτα με τη λοιπή αξιόπιστη μαρτυρία στην υπόθεση. Κρίνω ότι μπορώ να βασιστώ στα λεγόμενά της για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. 

 

Ο ΜΚ4 επανέλαβε και επιβεβαίωσε με γραπτή του δήλωση τα όσα η ΜΚ1 και ΜΚ3 ανέφεραν δια της δικής τους γραπτής δήλωσης.  Πρόσθεσε ότι ο Κ2, με δικηγόρο του τον Κ1, καταχώρισε αριθμό αγωγών εναντίον του και εναντίον άλλων δικηγόρων, ενώ ο Κ2 ήταν πτωχεύσας και δεν μπορούσε να καταχωρεί εκ μέρους της εταιρείας του υποθέσεις. Ακόμα και τα Δικαστήρια, είπε, έθεσαν το ζήτημα κατά καιρούς και ο Κ2 συνέχισε τη συγκεκριμένη συμπεριφορά. Τότε και επειδή δεν υπήρχε άλλος τρόπος να σταματήσει αυτό, καταχωρίστηκαν οι τρεις ποινικές υποθέσεις.  Δέχθηκε ότι στις τρεις ποινικές υποθέσεις ο Κ1 έτυχε του ευεργετήματος της αναστολής από τον Γενικό Εισαγγελέα, μόνο των κατηγοριών που αφορούσαν τον Κ1. Βάσει σχετικού εντύπου αναστολής σε κάθε μια υπόθεση, αναστάληκαν οι τρεις υποθέσεις μόνο για τον Κ1 στις 9.4.2014. Εξέφερε την άποψη ότι ο Κ1 γνώριζε πολύ καλά ότι η αναστολή αφορούσε μόνο τον ίδιο, εξ ου και οι υποθέσεις εναντίον του Κ2 ορίστηκαν εκ νέου στις 7.10.2015, στις 19.9.2014, στις 11.2.2015 και εν τέλει στις 14.7.2015, ημερομηνία κατά την οποία οι δύο κατηγορούμενοι εξαπάτησαν Πρωτοκολλητείο και Δικαστήριο ώστε να ανασταλούν οι 3 ποινικές υποθέσεις και εναντίον του Κ2 και να απαλλαγεί από αυτές. Είπε επίσης ότι στις 14.7.2015 εμφανίστηκε στο Δικαστήριο ο κ. Ποσνακίδης ο οποίος έλαβε το τεκμήριο 1 από τα χέρια του Κ2. Ο κ. Ποσνακίδης μίλησε τηλεφωνικώς με τον ΜΚ4, ο οποίος του είπε ότι αν υπάρχει αναστολή δεν μπορεί να κάμει οτιδήποτε για να την ανατρέψει. Αργότερα, ο ΜΚ4 διαπίστωσε ότι το τεκμήριο 1 που ο Κ2 έδωσε στον κ. Ποσνακίδη δεν ήταν πραγματική αναστολή ποινικής δίωξης εναντίον του Κ2.  Οι Κ1 και Κ2 παραπλάνησαν με αυτό τον τρόπο και από κοινού Πρωτοκολλητείο και Δικαστήριο. Ανέφερε ότι δεν μπορεί να εξηγηθεί διαφορετικά η όλη συμπεριφορά των Κ1 και Κ2, παρά με τη μεταξύ τους παράνομη συνεργασία ενάμισι χρόνο μετά που οι 3 ποινικές υποθέσεις αναστάληκαν για τον Κ1. Δεν μπορούσε είπε με άλλο τρόπο το τεκμήριο1 να βρεθεί στα χέρια του Κ2, παρά εάν ο Κ1 ήταν μαζί του συνεννοημένος και του το έδινε. Η από κοινού ενέργειά τους είχε σκοπό να ανατρέψει και ανέτρεψε τη δικαστική διαδικασία.  

 

Αντεξεταζόμενος από τον Κ1, επέμενε στην εκδοχή του. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι η παρούσα ποινική υπόθεση καταχωρίστηκε εκδικητικά λόγω των προηγούμενων υποθέσεων μεταξύ παραπονούμενων και κατηγορούμενων. Το μεγαλύτερο μέρος της αντεξέτασής του αναλώθηκε στις προηγούμενες μεταξύ τους υποθέσεις, που δεν έχουν, βεβαίως, σχέση με τα επίδικα θέματα. Είπε ότι η παραπλάνηση του Δικαστηρίου έγινε εν γνώσει και των δύο κατηγορουμένων και μάλιστα ο Κ1 θα έπρεπε να γνωρίζει τον τρόπο με τον οποίο δίδονται οι αναστολές ποινικής δίωξης αφού υπηρέτησε και ως Βοηθός Γενικού Εισαγγελέα. Η θέση του Κ1, την οποία υπέβαλε στον ΜΚ4 ήταν ότι όταν έλαβε το τεκμήριο 1 αυτό δεν συνοδεύετο με το τεκμήριο 2. Αργότερα, μετέβαλε τη θέση του και είπε ότι τα παρέλαβε ταυτόχρονα αλλά ότι το τεκμήριο 2, δεν τον αφορά διότι στάληκε στο Πρωτοκολλητείο από τη Νομική Υπηρεσία.

 

Αντεξετάστηκε και από τον Κ2.  Επί άσχετων με τα επίδικα θέματα ζητημάτων και επί προηγούμενων μεταξύ τους αστικών και ποινικών υποθέσεων επί των οποίων ο ΜΚ4 τοποθετούνταν συνεχώς ότι ήταν άσχετα και ότι η παρούσα ποινική υπόθεση δεν έχει να κάνει, ούτε με εκδικητικότητα ούτε με πικρία προς τα πρόσωπα των κατηγορούμενων. Πρέπει να τονιστεί ότι η αντεξέταση του Κ2 ήταν εκκωφαντικά σιωπηρή επί των επίδικων θεμάτων.  

 

Θεωρώ ότι ο ΜΚ4 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση και επέμεινε στις θέσεις του. Εξάλλου, αυτά καθαυτά τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε δεν αμφισβητήθηκαν. Αμφισβητήθηκε μόνο η ερμηνεία του των γεγονότων. Δέχομαι τη θέση του ότι οι τρεις ποινικές υποθέσεις δεν καταχωρίστηκαν από εκδικητικότητα των παραπονουμένων έναντι των κατηγορουμένων, αλλά ώστε να σταματήσει η εκλαμβανόμενη από τον ΜΚ4 κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών από τον Κ2, αφού αν οι 3 ποινικές υποθέσεις πετύχαιναν δεν θα μπορούσε πλέον ο Κ2 να προωθεί οποιαδήποτε αγωγή ως διευθυντής της Φουκαρίδης & Σια Λτδ. Δεν διέκρινα οποιαδήποτε τάση υπεκφυγής εκ μέρους του ΜΚ4 ούτε και εμπάθεια ή εκδικητικότητα. Τον κρίνω ως αξιόπιστο μάρτυρα.

 

Δια της ένορκης μαρτυρίας του, ο Κ1 ανέφερε ότι η επιστολή – τεκμήριο 12 – ημερομηνίας 26/3/2014 που έστειλε στον Γενικό Εισαγγελέα για να αναστείλει τις τρεις ποινικές υποθέσεις αφορούσε και τους τρεις κατηγορούμενους και όχι μόνο το άτομό του, προφανώς για να καταδείξει ότι το τεκμήριο 1 αποτελούσε πραγματική αναστολή ποινικής δίωξης και για τους 3 κατηγορούμενους στις 3 ποινικές υποθέσεις. Το τεκμήριο 2, είπε, δεν γνώριζε ότι υπήρχε μέχρι που του το παρουσίασε το Πρωτοκολλητείο όταν απευθύνθηκε σε αυτό. Ουδέποτε επέμβηκε στη δικαστική διαδικασία. Διερωτάται πώς και γιατί τον κατηγορούν.

 

Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο των παραπονουμένων, αρχικά αρνήθηκε ότι τα τεκμήρια 1 και 3 ο ίδιος τα απέστειλε στο Πρωτοκολλητείο, θέση την οποία για πρώτη φορά υποστήριξε κατά την αντεξέτασή του. Αργότερα επιβεβαίωσε ότι αυτός τα έστειλε. Είπε ότι ήταν Βοηθός Γενικού Εισαγγελέως για 30 χρόνια και παραδέχθηκε ότι υπέγραφε αναστολές ποινικής δίωξης όταν ο Γενικός Εισαγγελέας απουσίαζε και ότι γνωρίζει πολύ καλά τη διαδικασία αναστολής. Εντούτοις όταν ερωτήθηκε αν το Έντυπο Αναστολής, τεκμήριο 2, είναι η αληθινή και πραγματική αναστολή απέφυγε να απαντήσει και είπε «είναι και αυτό». Επέμεινε ότι το τεκμήριο 1 οδηγούσε στο λογικό συμπέρασμα ότι ο Γενικός Εισαγγελέας ανέστειλε και τις 3 ποινικές υποθέσεις εναντίον όλων των κατηγορούμενων. Είναι βέβαια σημαντικό ότι ο ίδιος χρησιμοποίησε τη λέξη «συμπέρασμα» και όχι «γεγονός», κάτι που απλώς υποδηλώνει ότι γνώριζε και γνωρίζει ότι αυτή του η θέση, προέκυπτε συμπερασματικά και δεν ήταν αδιαμφισβήτητο πραγματικό γεγονός.

 

Ο Κ1 είπε ότι ο Κ2 ήταν για ορισμένα χρόνια πελάτης του και θεώρησε καθήκον του να τον βοηθήσει γιατί ήταν φτωχός. Παραδέχθηκε, πάντως, ότι κατά τον επίδικο χρόνο εκπροσωπούσε τον Κ2.  Παραδέχθηκε, επίσης, ότι οι 3 ποινικές υποθέσεις αναστάληκαν εναντίον του στις 9.4.2014. Είπε ότι ο λόγος που απέστειλε το τεκμήριο 3 στο Δικαστήριο ήταν διότι φαίνεται να μην πρόσεξαν ότι η αναστολή που χορηγήθηκε στις 9.4.2014 αφορούσε και τον Κ2 και έτσι τους έστειλε το τεκμήριο 3 για να τους το πει. Δεν θυμάται αν στις 14.7.2015 ήταν στο Δικαστήριο. Όταν του τέθηκε το εύλογο ερώτημα, γιατί δεν ανέφερε ότι υπήρχε αναστολή και για τον Κ2 οποτεδήποτε πριν την 14.7.15, απάντησε ότι αν ο Γενικός Εισαγγελέας έκαμε λάθος δεν φταίει ο ίδιος. Δεν γνώριζε γιατί μεταξύ 9.4.2014 και 14.7.2015 οι υποθέσεις εναντίον του Κ2 συνεχίζονταν αφού υπήρχε αναστολή, παρόλο που τον εκπροσωπούσε. Το μόνο που ξέρει είναι ότι ο Γενικός Εισαγγελέας έστειλε αναστολή δηλαδή το τεκμήριο 1 και για τους 3 κατηγορούμενους και στις τρεις ποινικές υποθέσεις, δηλαδή το τεκμήριο 1. Είπε ότι ο Κ2 ενημερωνόταν για την πορεία των υποθέσεων του, αλλά δεν θυμάται αν του έδωσε το τεκμήριο 1. Όταν του υπεβλήθη ότι ο Κ2 στις 14.7.2015 το κρατούσε στα χέρια του  είπε «Μπορεί. Δεν το αποκλείω.»

 

Αντεξετάστηκε και από τον Κ2 και είπε ότι το περιεχόμενο της επιστολής του Γενικού Εισαγγελέα ο Κ2 δεν το γνώριζε, χωρίς ποτέ να ξεκαθαριστεί σε ποια επιστολή  του Γενικού Εισαγγελέα εγίνετο λόγος.

 

Κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στα λεγόμενα του Κ1 για να εξάξω ασφαλή συμπεράσματα. Υπέκφευγε και δεν απαντούσε σαφώς και ούτε, θεωρώ, με φιλαλήθεια. Προώθησε, μέχρι τέλους, την εκδοχή ότι το τεκμήριο 1 ισοδυναμούσε με πραγματική αναστολή εκ του Γενικού Εισαγγελέα και για τους 3 κατηγορούμενους και στις 3 ποινικές υποθέσεις και ότι η Νομική Υπηρεσία έκανε λάθος και απέστειλε το τεκμήριο 1 στον ίδιο εκ του περισσού.

 

Προσπάθησε να πείσει ότι το τεκμήριο 1 και το πραγματικό Έντυπο Αναστολής, τεκμήριο 2, συνιστούν και τα δύο πραγματικές αναστολές ποινικής δίωξης, ενώ, κρίνω, γνώριζε, ως Βοηθός Γενικού Εισαγγελέως για χρόνια, ότι δεν είναι έτσι. Έδωσε διάφορες εκδοχές κατά την αντεξέταση των ΜΚ, οι οποίες δεν συμβάδιζαν ούτε με τη λογική των πραγμάτων, ούτε με τη γνώση της διαδικασίας της αναστολής που ο ίδιος παραδέχθηκε ότι είχε ως πρώην Βοηθός Γενικού Εισαγγελέως. Ενώ κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα όσα φαίνονται στις σελ.7 και 8 της παρούσας απόφασης κατά την αντεξέταση της ΜΚ4 είπε ότι ο Γενικός Εισαγγελέας εκ του περισσού έστειλε και μίαν αναστολή μόνο για τον ίδιο, ωσάν να πίστευε ότι το τεκμήριο 1, από μόνο του, και χωρίς το πραγματικό Έντυπο Αναστολής, τεκμήριο 2,  θα ήταν αρκετό για να ανασταλεί η ποινική δίωξη για το άτομό του. Κατά τη δική του μαρτυρία είπε ότι ότι ο λόγος που απέστειλε την επιστολή - τεκμήριο 3 - στο Δικαστήριο ήταν διότι φαίνεται να μην πρόσεξαν ότι η αναστολή που χορηγήθηκε στις 9.4.2014 αφορούσε και τον Κ2 και έτσι τους έστειλε το τεκμήριο 3 για να τους το πει, εκδοχή η οποία δε συνάδει με τη γνώση της δικαστικής διαδικασίας που έχει ένας έμπειρος δικηγόρος όπως τον ίδιο.

 

Επέμεινε ότι δεν φταίει ο ίδιος εάν ο Γενικός Εισαγγελέας έκανε λάθος, ωσάν να ήταν αυτό το ζητούμενο και όχι εάν ο ίδιος εκμεταλλεύτηκε το οποιοδήποτε, ισχυριζόμενο, λάθος για να παρέμβει στη δικαστική διαδικασία και να απαλλαγεί ο πελάτης του. Ουδέποτε έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου μία και μοναδική πιστευτή εκδοχή.

 

Περαιτέρω, στη μαρτυρία του διαπιστώνονται αντιφάσεις όπως για παράδειγμα όταν είπε ότι ουδέποτε έστειλε το τεκμήριο 3 στον Πρωτοκολλητή, ενώ επ΄ αυτού φαίνεται ότι ο Πρωτοκολλητής ήταν ο αποδέκτης της ή όταν είπε ότι ουδέποτε έλαβε τα τεκμήρια 1 και 2 ταυτόχρονα, ενώ αργότερα το παραδέχτηκε.

 

Επίσης, σημειώνω ότι το τεκμήριο 12 πουθενά δεν αναφέρει τους αριθμούς των 3 ποινικών υποθέσεων στις οποίες αφορά. Έτσι, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να είναι η επιστολή, ή τουλάχιστον ολόκληρη η επιστολή, επί της οποίας ο Γενικός Εισαγγελέας απάντησε με το τεκμήριο 1.  Τούτο έχει, βέβαια, αντίκτυπο στην αξιοπιστία του Κ1 αρνητικό.

 

 Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τη μαρτυρία του.

 

Ο Κ2 στην κυρίως εξέταση του ανέφερε μόνο ότι στις 14.7.2015 ήρθε στο Δικαστήριο για να δικαστεί. Πληροφορήθηκε από την Δικαστή ότι οι 3 ποινικές υποθέσεις διακόπηκαν λόγω επιστολής του Γενικού Εισαγγελέα και έφυγε από το Δικαστήριο χωρίς να κάμει οποιαδήποτε ενέργεια.

 

Αντεξετάστηκε και είπε ότι μπορεί και ο ίδιος να υπέβαλε προσωπικά αίτηση για αναστολή των 3 ποινικών υποθέσεων, χωρίς ποτέ να το ξεκαθαρίσει.  Ανέλαβε τα θέματα αυτά ο δικηγόρος του, Κ1, ο οποίος είχε γραπτή επαφή με τον Γενικό Εισαγγελέα επειδή διεξάγετο εναντίον του πειθαρχική έρευνα μετά από παράπονα δικηγόρων, μεταξύ των οποίων και οι παραπονούμενοι. Θέση βεβαίως ακατανόητη,  που δεν συνάδει με τη λογική των πραγμάτων και η οποία πρώτη φορά ακούστηκε κατά την αντεξέταση του. Είπε ότι στις 14.7.2015 δεν γνώριζε ότι θα αναστέλλονταν οι εναντίον του υποθέσεις, αφού παρόλο που μιλούσαν με τον δικηγόρο του Κ1 δεν του ανέφερε οτιδήποτε περί αναστολής. Εκ των υστέρων πληροφορήθηκε, και όταν εξήλθε του Δικαστηρίου, ότι ο Κ1 έστειλε με φαξ την επιστολή τεκμήριο 3 μαζί με το τεκμήριο 1. Απέφυγε επιμελώς να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση περί του αν γνώριζε θετικά είτε μέσω του δικηγόρου του Κ1, είτε άλλως πως ότι οι τρεις ποινικές υποθέσεις αναστάληκαν για τον ίδιο. Σε ερώτημα αν το τεκμήριο 1 γράφει το όνομά του πάνω, απάντησε ότι αφού η Δικαστής τον απάλλαξε δεν έκαμε οτιδήποτε περαιτέρω. Όταν του υπεβλήθη ότι ουδέποτε οι τρεις ποινικές υποθέσεις αναστάληκαν για τον ίδιο δεν τοποθετήθηκε σαφώς. Αρνήθηκε ότι είχε στα χέρια του το τεκμήριο 1 στις 14.7.2015.

 

Αντεξεταζόμενος από τον Κ1, ο Κ2 συμφώνησε με τη θέση του Κ1 ότι και οι 3 ποινικές υποθέσεις εναντίον του Κ2 αναστάληκαν κατόπιν παρακλήσεων του Κ1 και διευκρινίσεων του προς τον Πρωτοκολλητή. Συμφώνησε επίσης με τη θέση του ότι εκδικητικά οι παραπονούμενοι κινούν και προωθούν την παρούσα. Συμφώνησε περαιτέρω ότι ο ίδιος με τον Κ1 δεν προκάλεσαν την απαλλαγή του Κ2, διότι είναι η Νομική Υπηρεσία που έκανε λάθος και απέστειλε δύο επιστολές αναστολής. Μίας για το άτομο του Κ1 μόνο, και μίας και για τους 3 κατηγορούμενους στις 3 ποινικές υποθέσεις.

 

Κρίνω τον Κ2 ως αναξιόπιστο μάρτυρα. Ως προκύπτει από τα πρακτικά, δεν έδιδε σαφείς απαντήσεις, η τάση του για υπεκφυγή ήταν προφανής, αναμασούσε θέματα άλλα από τα επίδικα και ουδέποτε τοποθετήθηκε σαφώς επί των ξεκάθαρων ερωτήσεων της αντεξέτασης που σκοπό είχαν να καταδείξουν ότι ο ίδιος σε συνεργασία με τον Κ1 στις 14.7.2015 εξαπάτησε όχι μόνο τον κ. Ποσνακίδη ως δικηγόρο των παραπονούμενων αλλά και το Δικαστήριο που τελικά τον απάλλαξε. Είχε εμφανώς προηγούμενες αντιδικίες με τους παραπονούμενους και έτσι τους απέδιδε αλλότριο κίνητρο στην καταχώριση της παρούσας, κάτι που βεβαίως ουδέποτε απεδείχθη.   Ακόμα και το ότι πιστεύει και ανέφερε στη μαρτυρία του ότι η Δικαστής μετά από την αναστάτωση που δημιουργήθηκε την επαύριον της 14.7.2015 τον καταδίκασε σε τρίμηνη φυλάκιση σε άλλη εναντίον του ποινική υπόθεση, την 15053/13, αποτελεί σαφή ένδειξη ότι η μαρτυρία του δεν βασίζεται στη λογική. Περαιτέρω, δεν μπορώ να αποδώσω οποιαδήποτε σημασία στη γενικευμένη συναίνεσή του στα όσα ο Κ1 του ανέφερε κατά την αντεξέταση του, με γνώμονα την προηγούμενη θέση του ότι ο ίδιος δε γνώριζε οτιδήποτε για τις αναστολές ή τις νομικές διαδικασίες, αφού ανέλαβε όλα τα σχετικά ο Κ1 ως δικηγόρος του, αλλά και με γνώμονα ότι Κ1 και Κ2 έχουν αλληλέγγυα και κεχωρισμένα συμφέρον στην απαλλαγή τους. Απορρίπτω τη μαρτυρία του στην ολότητά της. Η αναξιοπιστία της εκδοχής του δεν ισοδυναμεί, βεβαίως, άνευ ετέρου, με γνώση ότι το τεκμήριο 1 που είχε στα χέρια του την 14.7.15 δεν αποτελούσε αναστολή ποινικής δίωξης εκ του Γενικού Εισαγγελέα για το άτομό του. Ούτε ισοδυναμεί με γνώση ότι αν το χρησιμοποιούσε ώστε να απαλλαγεί από τις 3 ποινικές υποθέσεις, θα διέπραττε αδίκημα. Στην απαιτούμενη γνώση και πρόθεση για απόδειξη των κατηγοριών 2 και 3 εναντίον του Κ2, γίνεται αναφορά πιο κάτω.

 

Από τη μαρτυρία του Κ2 δέχομαι μόνο ότι ο ίδιος δεν έχει οποιεσδήποτε νομικές γνώσεις και ότι ο ίδιος δεν αναμείχθηκε στη διαδικασία αναστολής εκ του Γενικού Εισαγγελέα, διότι κανένα εκ των δύο δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά των παραπονουμένων.

 

Ο ΜΥ1 κλήθηκε με κλήση μάρτυρος από τον Κ2 αλλά τελικά δεν του υποβλήθηκαν οποιεσδήποτε ερωτήσεις επί των επίδικων θεμάτων, επειδή ο Κ2 αντιλήφθηκε, κατά την έναρξη της κυρίως εξέτασής του μάρτυρα, ότι δεν θα μπορούσε να προσφέρει οποιαδήποτε σχετική, με αυτά, μαρτυρία.

 

Γ.        Τα Ευρήματα

 

Στη βάση της πιο πάνω μαρτυρίας και της αξιολόγησής της, προβαίνω στα πιο κάτω ευρήματα επί των όσων παρέμειναν ως αμφισβητούμενα γεγονότα και επιπλέον των όσων κατέστησαν ευρήματα μου πιο πάνω στις σελ.2-4 λόγω του ότι παρέμειναν αδιαμφισβήτητα μεταξύ των μερών.

 

·         Ο Κ1 γνώριζε πολύ καλά τη διαδικασία παραχώρησης αναστολής ποινικής δίωξης σε ποινική υπόθεση, λόγω του ότι επιτέλεσε ως Βοηθός Γενικού Εισαγγελέως για σειρά ετών.

 

·         Ο Κ2 στις 14.7.15 κρατούσε στα χέρια του την επιστολή τεκμήριο 1 πριν εισέλθει στην αίθουσα του Δικαστηρίου, την οποία και έδωσε στον κ. Ποσνακίδη, που εμφανίστηκε για τους παραπονούμενους.

 

·         Ο Κ2 δεν έχει οποιεσδήποτε νομικές γνώσεις και ουδέποτε αναμείχθηκε στη διαδικασία αναστολής εκ του Γενικού Εισαγγελέα.

 

·         Η ΧΧΧΧΧΧ Φουκαρίδου δεν απαλλάγηκε των τριών ποινικών υποθέσεων λόγω αναστολής ποινικής δίωξης εκ του Γενικού Εισαγγελέα, ως ήταν η θέση του Κ1, αλλά λόγω του ότι ανεστάλησαν από τους παραπονούμενους στις 28.2.2014.

 

·         Το τεκμήριο 1 δεν αποτελεί αναστολή ποινικής δίωξης εκ του Γενικού Εισαγγελέα για οποιοδήποτε πρόσωπο. Είναι μόνο μία ενημερωτική επιστολή προς τον Κ1 ότι οι ποινικές διώξεις στις 3 ποινικές υποθέσεις αναστέλλονται σε σχέση με το άτομό του. Η πραγματική αναστολή ποινικής δίωξης εκ του Γενικού Εισαγγελέως έχει τον τύπο του τεκμηρίου 2, όπου όχι μόνο αναφέρεται ονομαστικά σε ποιον κατηγορούμενο αφορά η αναστολή αλλά αναφέρονται και ποιες αριθμητικά κατηγορίες αναστέλλονται που αφορούν τον κατηγορούμενο αυτό.

 

Δ.        Η νομική πτυχή

 

Στην παρούσα υπόθεση, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, το βάρος για απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, βαραίνει εξ’ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. Λοίζου v. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 363, Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός (2001) 2ΑΑΔ 18).

 

Εντούτοις, η βεβαιότητα η οποία αναζητείται στη δικαστική απόφαση δεν είναι αυτή της απόλυτης μαθηματικής βεβαιότητας, αλλά το είδος της βεβαιότητας που ικανοποιεί την κρίση και τη συνείδηση των Δικαστών στα πλαίσια της λογικής (Bλ. Μαμαλικόπουλος ν. Δημοκρατίας, Π.Ε. 25/14, απόφ. ημερ. 20/9/2018, Rex v. Dickman (1910) 5 Cr.App.R. 135 και Miller v. Minister of Pensions (1947) 2 All E.R. 372). 

 

Γ.1.     Σε σχέση με τις κατηγορίες 1 και 2 και το άρθρο 122(β) του Κεφ. 154

 

Το αδίκημα των κατηγοριών 1 και 2 που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι στην παρούσα υπόθεση βρίσκεται στο άρθρο 122(β) του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει ότι:

 

« 122. Όποιος προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη-

… … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … … ….

(β) προορισμένη ή η οποία είναι ενδεχόμενο να παρεμποδίσει ή με οποιοδήποτε τρόπο να επηρεάσει οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία ή οποιαδήποτε αστυνομική έρευνα που διεξάγεται με σκοπό έναρξης δικαστικής διαδικασίας ή έρευνα που διεξάγεται με βάση τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου,

 

είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.»

 

Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι λοιπόν τα ακόλουθα:

 

1.    Ο κατηγορούμενος προβαίνει σε οποιαδήποτε πράξη,

2.    (α) η οποία είναι προορισμένη, ή

(β) είναι ενδεχόμενο να παρεμποδίσει, ή με οποιοδήποτε τρόπο να επηρεάσει,

οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία,

3.   ή οποιαδήποτε αστυνομική έρευνα, η οποία διεξάγεται με σκοπό έναρξης δικαστικής διαδικασίας,

4.    ή έρευνα που διεξάγεται με βάση τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου.

 

 Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Κεφ. 154 «δικαστική διαδικασία» «περιλαμβάνει κάθε διαδικασία που διεξάγεται ή που ασκείται ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου ή ερευνητικής επιτροπής ή προσώπου, που δύναται να πάρουν ένορκη μαρτυρική κατάθεση, ανεξάρτητα αν λαμβάνουν ή όχι τέτοια ένορκη μαρτυρική κατάθεση.». Αυτός ο ορισμός είναι σαφής και επιδεκτικός μίας μόνο ερμηνείας, ότι δηλαδή κατά το χρόνο της διάπραξής του επίδικου αδικήματος πρέπει να υφίσταται ή να εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου δικαστική διαδικασία εναντίον κάποιου κατηγορούμενου (βλ. Χαραλάμπους Πουλλαούας ν. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ 494).

 

Πρέπει βεβαίως, όπως σε κάθε ποινικό αδίκημα, πλην αυτών αυστηρής ευθύνης, να συνυπάρχουν η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος (actus reus) και η υποκειμενική (mens rea).

 

Όσον αφορά την αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος (actus reus), ως προκύπτει από την υπόθεση Κωνσταντίνα Ακκελίδου ν. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ 249, όπου δόθηκε αναλυτική ερμηνεία του άρθρου 122(β) του Ποινικού Κώδικα, η λέξη «προορισμένη» έχει την έννοια της στόχευσης, δηλαδή του υπολογισμού στον οποίο προβαίνει κανείς ώστε η πράξη του να επιφέρει συγκεκριμένο, επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Πράξη «προορισμένη ή η οποία είναι ενδεχόμενο να .....» είναι πράξη που έχει εξ αντικειμένου κάποια τάση. Το actus reus του εν λόγω αδικήματος, λοιπόν, δεν είναι η οποιαδήποτε πράξη, αλλά πράξη με τη συγκεκριμένη τάση που προορίζεται ή ενδέχεται να επηρεάσει τη διαδικασία.

 

Εν προκειμένω, δεν έχει σημασία το ότι ο Κ2 τελικά απαλλάγηκε των 3 κατηγοριών που αντιμετώπιζε, ούτε εάν το Δικαστήριο ορθά ή λανθασμένα απάλλαξε τον Κ2 στη βάση των στοιχείων που του παρουσιάστηκαν.

 

Σημασία έχει εάν οι πράξεις των Κ1 και Κ2, ως αναφέρονται πιο πάνω στα ευρήματα, ήταν, αντικειμενικά ιδωμένες, προορισμένες να επηρεάσουν ή αν ενδέχετο να επηρεάσουν τη δικαστική διαδικασία εναντίον του Κ2, ανεξαρτήτως του αν την επηρέασαν ή όχι.

 

Κρίνω, ότι, αυτές οι πράξεις είχαν εξ αντικειμένου την τάση να επηρεάσουν τη δικαστική διαδικασία, αφού  το τεκμήριο 3 αναφέρετο σε «λάθος», ενώ το τεκμήριο 1, που το συνόδευε, αναφέρεται στις 3 ποινικές υποθέσεις και εάν ένας δει το τεκμήριο 1, σε απομόνωση από το τεκμήριο 2, είναι δυνατόν να πιστέψει τα όσα αναφέρονται στο τεκμήριο 3. Πληρείται έτσι το actus reus του αδικήματος που δημιουργεί το άρθρο 122(β) του Κεφ. 154.  

 

Προχωρώ να εξετάσω εάν η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της παρέμβασης στη δικαστική διαδικασία πληρείται για τους Κ1 και Κ2.

 

Στην Ακκελίδου (ανωτέρω) λέχθηκαν από την πλειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα εξής, στις σελ. 270-271, ως προς την βασική πρόθεση που πρέπει να συνοδεύει την πράξη που συνιστά παρέμβαση σε δικαστική διαδικασία.

 

«Η έννοια της πρόθεσης μπορεί να οριστεί με διάφορους τρόπους, ανάλογα και με τη μορφή που προσλαμβάνει. Για τις ανάγκες της προκείμενης περίπτωσης θεωρούμε πως εξυπηρετεί η συνοπτική περιγραφή την οποία βρίσκουμε στο σύγγραμμα Archbold on Criminal Pleading, Evidence and Practice 39η έκδοση, παράγραφος 1441e. Συνίσταται στα εξής: Πρόθεση του δράστη είναι να επιφέρει ό,τι επάγεται η πράξη του (α) όταν το επιθυμεί, ανεξάρτητα από το αν προβλέπει ή όχι ότι πιθανώς να επέλθει· και (β) όταν προβλέπει ότι πιθανώς να επέλθει, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Και βέβαια η πρόθεση δεν συναρτάται με το ελατήριο: Πρόκειται και πάλι για κανόνα του κοινού δικαίου που εξηγείται με λεπτομέρεια στη Hyam v. D.P.P. [1974] 2 All E.R. 41. Βρίσκεται και στην τελευταία παράγραφο του άρθρου 9 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154:

 «Εκτός των περιπτώσεων, κατά τις οποίες διαφορετικά προβλέπεται ρητά, το ελατήριο από το οποίο ωθήθηκε ο υπαίτιος στη διενέργεια της πράξης ή της παράλειψης ή στη διαμόρφωση της πρόθεσης από την οποία παρακινήθηκε σε τέτοια πράξη δεν επηρεάζει διόλου την ποινική ευθύνη.»

 

Πρόθεση, για να την εξηγήσουμε με απλά λόγια, σημαίνει ένοχη σκέψη. Δηλαδή, να έχει κατά νου ο δράστης τι θα επιφέρει με την πράξη του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων. Τα εξωτερικά ή αντικειμενικά στοιχεία της περίπτωσης παρέχουν συχνά το έρεισμα της κατάληξης ως προς την πρόθεση. Δεν προεξοφλούν όμως το αποτέλεσμα. Δεν υπάρχει αμάχητο τεκμήριο περί πρόθεσης να επιφέρει κανείς τις φυσιολογικές επιπτώσεις των πράξεων του. Είναι απαραίτητη η δικαστική κρίση, στη βάση της μαρτυρίας, ότι έτσι σκεφτόταν ο ίδιος ο δράστης. Όχι ότι έτσι θα σκεφτόταν ένας λογικός άνθρωπος αν ήταν στη θέση του δράστη.»

Στην Αθανασίου ν. Αστυνομίας (2006) 2 Α.Α.Δ 367 ακολουθήθηκε η Ακκελίδου (πιο πάνω) και λέχθηκαν περαιτέρω τα εξής:

 

«Η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) του αδικήματος, που εδώ είναι το μήνυμα που ο εφεσείων μετέδωσε στο φίλο του Ανδρέα Χριστοδούλου (Πάνθηρα) μέσω της τηλεφωνικής συνομιλίας, προδήλως συνοδευόταν από την πρόθεση παρεμπόδισης της αστυνομικής έρευνας τα αποτελέσματα της οποίας ενδεχομένως θα οδηγούσαν στην ενοχοποίηση του φίλου του εφεσείοντα, πράγμα που ο τελευταίος ήθελε να αποφύγει. Αυτή ακριβώς η νοητική κατάσταση, συνιστά την υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του αδικήματος η οποία, συνόδευε κάθε πτυχή της αντικειμενικής υπόστασης (actus reus) του αδικήματος, εν γνώσει πάντοτε του εφεσείοντα ότι η πράξη του ήταν μεμπτή

[……..]

Ο εφεσείων, όπως ορθά διαπίστωσε το πρωτόδικο δικαστήριο, γνώριζε πολύ καλά τί επιθυμούσε να αποφευχθεί με την ενέργειά του καθώς και το σκοπό που αυτός ήθελε να επιτύχει με την παρέμβασή του»

 

Η πρόθεση για τη διάπραξη ενός ποινικού αδικήματος σχεδόν ποτέ δεν αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία. Συνηθέστερα, αποδεικνύεται με περιστατική μαρτυρία.

Περιστατική είναι η μαρτυρία η οποία προκύπτει από ή συναρτάται προς τα περιστατικά του εγκλήματος. Αντιδιαστέλλεται προς την άμεση μαρτυρία, δηλαδή τη μαρτυρία η οποία ευθέως αποκαλύπτει τα περιστατικά του εγκλήματος. Τα σκόρπια ή φαινομενικά ασύνδετα μέρη της μαρτυρίας μπορεί να αποκτήσουν τέτοια συνεκτικότητα που να εδραιώσουν με ακαταμάχητη πειστικότητα την καταδίκη. Η περιστατική μαρτυρία δεν είναι υποδεέστερης αξίας, από την άμεση μαρτυρία, διότι τείνει να αποκλείσει το ανθρώπινο λάθος που μπορεί να παρεισφρήσει σε άμεση μαρτυρία. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της περιστατικής μαρτυρίας και της ενοχής του κατηγορουμένου πρέπει να είναι άμεση και να μην μπορεί να συμβιβαστεί με άλλη λογική ερμηνεία της περιστατικής μαρτυρίας.  Η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει βάση για την καταδίκη του κατηγορουμένου μόνο όταν τεκμηριώνει ως θέμα λογικής συνέπειας στα πλαίσια της ανθρώπινης εμπειρίας την ενοχή του. Πρέπει, δηλαδή, να είναι τέτοια που στο σύνολό της να οδηγεί αναπόφευκτα σε συμπέρασμα ενοχής, μη επιδεχόμενη λογικά άλλης ερμηνείας ή εξήγησης και να μην είναι συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων. Η ενοχή του κατηγορουμένου πρέπει να προκύπτει από τη σύνθεση της περιστατικής μαρτυρίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η περιστατική μαρτυρία είτε χαρακτηριστεί ως «αλυσίδα με κρίκους» ως είθισται, (βλ. Fournides v. the Republic (1986)2 C.L.R. 73) είτε ως «σχοινί» (βλ. Blackstone's Cr.Practice 2007, F1.10, όπου στην αγγλική υπόθεση Exall (1866) 4 F & F 922, at p.929  αναφέρθηκε ότι ένα νήμα του σχοινιού μπορεί να μην είναι αρκετό να σηκώσει το βάρος της καταδίκης, ενώ πολλά νήματα μαζί έχουν αυτή τη δύναμη), κρίθηκε αποτελεσματική για τη διατύπωση ευρημάτων

(βλ. Παφίτης κ.α ν. Δημοκρατίας (1990) 2 Α.Α.Δ 102, 119-120, Σωτήρης Γεωργίου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ 485 και Λουκά Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας Ποιν. Εφ. 51/2012 ημερ. 22.10.13, Fournides ( πιο πάνω), Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 172, Ιακώβου ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 211, Σάββα ν. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 258, Χριστάκης Χαραλάμπους Πέτρου ν. Δημοκρατίας (2006) 2 Α.Α.Δ. 331, Παλάσκα ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Εφ. 53/13, ημ. 20.1.17, Αντρέας Κυπρίζογλου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 53/2017, 64/2017, 66/2017 και 68/2017, απόφαση ημερ. 15 Δεκεμβρίου 2017).

 

Η περιστατική μαρτυρία για τον Κ1 για την κατηγορία 1

 

Εν προκειμένω, υπάρχουν τα εξής στοιχεία περιστατικής μαρτυρίας ως προς την ύπαρξη ένοχης διάνοιας του Κ1 για το αδίκημα της κατηγορίας 1.

 

·         Ο Κ1 γνώριζε από τις 10.4.2014 ότι υπήρχε, μόνο για τον ίδιο, αναστολή ποινικής δίωξης του Γενικού Εισαγγελέα αφού εκείνη τη μέρα μόνο ο ίδιος απαλλάγηκε των 3 ποινικών υποθέσεων.

 

·         Ενώ συνέχιζε να εκπροσωπεί τον Κ2, ως δικηγόρος του στις 3 ποινικές υποθέσεις, ουδέποτε πριν τις 14.7.2015, και μεσολάβησαν 15 μήνες εντός των οποίων οι 3 υποθέσεις ορίστηκαν τρεις φορές, ήγειρε θέμα ότι ο Κ2 έπρεπε να απαλλαγεί λόγω ύπαρξης αναστολής ποινικής δίωξης εκ του Γενικού Εισαγγελέα.

 

·         Μόλις στις 14.7.2015 και χωρίς να παρουσιάσει πραγματικό έντυπο αναστολής ποινικής δίωξης για τον Κ2, αντίστοιχο του τεκμηρίου 2 που υπήρχε για τον ίδιο, ήγειρε το ζήτημα με την επιστολή του – τεκμήριο 3 – προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, λέγοντας ότι εκ λάθους η υπόθεση συνεχίζετο για τον Κ2.

 

·         Η ΧΧΧΧΧΧ Φουκαρίδου δεν απαλλάγηκε των τριών ποινικών υποθέσεων λόγω αναστολής ποινικής δίωξης εκ του Γενικού Εισαγγελέα, ως ήταν η θέση του Κ1, αλλά λόγω του ότι ανεστάλησαν από τους παραπονούμενους στις 28.2.2014. Έτσι, το τεκμήριο 1 ημερομηνίας 9.4.2014 δεν θα μπορούσε να αφορά και στους τρεις κατηγορούμενους, ως ήταν ο ισχυρισμούς του Κ1.

 

·         Ο Κ1 διετέλεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα Βοηθός Γενικού Εισαγγελέως και γνώριζε τη διαδικασία παραχώρησης αναστολής ποινικής δίωξης εκ του Γενικού Εισαγγελέα.

 

·         Αν ο Κ1 πίστευε ότι το τεκμήριο 1 ήταν πραγματική αναστολή ποινικής δίωξης, για τον Κ2, θα αναμένετο να το χρησιμοποιήσει από 10.4.2014 που οι 3 ποινικές υποθέσεις ήταν ορισμένες ώστε να απαλλαγεί από τότε, όχι μόνο ο Κ1, για τον οποίο και μόνο για τον οποίο, υπήρχε πραγματική αναστολή ποινικής δίωξης, αλλά και ο Κ2.

 

Τα πιο πάνω, κατά την κρίση μου, αποτελούν ένα συμπαγές και αρραγές σύνολο, για το οποίο δεν μπορεί να δοθεί άλλη εξήγηση παρά η πρόθεση του Κατηγορούμενου 1 να παρέμβει στη δικαστική διαδικασία. Και τούτο παρά τη μη προσκόμιση οποιασδήποτε μαρτυρίας ότι ο Κ1 ήταν παρών στο Δικαστήριο κατά τις 14.7.15 που ο Κατηγορούμενος 2 απαλλάγηκε. Η φυσική του παρουσία του στο Δικαστήριο δεν απαιτείται, βάσει της συντριπτικότητας της πιο πάνω μαρτυρίας ώστε να τελεστεί το αδίκημα της Κατηγορίας 1.

Είτε ο Κ1 επιθυμούσε να παρέμβει στη δικαστική διαδικασία και να απαλλάξει τον πελάτη του, Κ2, είτε προέβλεπε, που μπορούσε ως έμπειρος δικηγόρος και πρώην Βοηθός Γενικού Εισαγγελέα να προβλέψει, ότι, με το συνδυαστικό αποτέλεσμα των επιστολών τεκμήρια 1 και 3, πιθανώς ο Κ2 να απαλλασσόταν, προκύπτει η αναγκαία πρόθεση για επιφορά των πράξεών του.

 

Περαιτέρω, η επιθυμία του Κ1 να επηρεάσει τη δικαστική διαδικασία και να απαλλάξει τον πελάτη του, Κ2, προκύπτει μάλιστα γραπτώς από το περιεχόμενο της επιστολής, τεκμήριο 3 και έτσι δεν μπορεί να εμφιλοχωρήσει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς την επιθυμία του αυτή.

 

Προς επίρρωση του πιο πάνω συμπεράσματος, αναφέρω και το εξής.

 

Ουδέποτε ο Κ1 παραδέχθηκε ή έστω άφησε να εννοηθεί ότι λόγω δικού του καλόπιστου λάθους ή χωρίς πρόθεση να επηρεάσει εγκληματικά το Δικαστήριο, απέστειλε τις επιστολές τεκμήρια 1 και 3 στο Πρωτοκολλητείο στις 14.7.2015. Εάν υπήρχε εξαρχής και ξεκάθαρα αυτή η θέση, ότι δηλαδή τα γεγονότα εκτυλίχθηκαν όπως πράγματι εκτυλίχθηκαν, αλλά χωρίς εκ μέρους του πρόθεση για παρέμβαση στη δικαστική διαδικασία, διότι εκ λάθους στις 14.7.15 είδε το τεκμήριο 1 και το μπέρδεψε με το πραγματικό έντυπο αναστολής, ενδεχομένως η κατάληξη του Δικαστηρίου να ήταν διαφορετική. Ειδικά, με γνώμονα το ισχύον δίκαιο γύρω από την επίδραση του πραγματικού λάθους (mistake of fact) στη διαμόρφωση της αναγκαίας για στοιχειοθέτηση κάθε ποινικού αδικήματος  ένοχης διάνοιας (mens rea) (βλ. Archbold, Criminal Pleadings, Evidence and Practice, 2006, para. 17-10 μέχρι 17-14, υπό τον γενικό τίτλο Mistake of Fact). Εάν έτσι είχαν τα πράγματα, θα αναμένετο ο Κ1, ως έμπειρος δικηγόρος,  να προωθήσει αυτήν την Υπεράσπιση ενώπιον μου. Αλλά ουδέποτε το έπραξε.

 

 

Η περιστατική μαρτυρία για τον Κ2 για την κατηγορία 2

Η περιστατική μαρτυρία που υπάρχει για τον Κ2 και την πρόθεσή του να διαπράξει το αδίκημα της παρέμβασης στη δικαστική διαδικασία, είναι:

·         Ο Κ2 κρατούσε στα χέρια του την επιστολή τεκμήριο 1 πριν εισέλθει στην αίθουσα του Δικαστηρίου στις 14.7.15.

·         Ο μόνος τρόπος που μπορούσε ο Κ2 να προμηθευτεί το Τεκμήριο 1 ήταν μέσω του Κ1, που ήταν δικηγόρος του κατά τον επίδικο χρόνο, αφού (α) απευθύνετο αποκλειστικά στον Κ1 και (β) δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι κατείχετο από οποιονδήποτε άλλο, εκτός από το Πρωτοκολλητείο στο οποίο εστάλη, από το οποίο ο Κ2 ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι την προμηθεύτηκε. 

·         Το τεκμήριο 1 δεν το έδωσε ο ίδιος ο Κ2 στο Δικαστήριο πριν την απαλλαγή του, αλλά υπήρχε εντός του φακέλου του Δικαστηρίου ( βλ. Τεκμήρια 9,10 και 11).

Αυτοί οι κρίκοι περιστατικής μαρτυρίας δεν είναι, κρίνω, τέτοιας ποιότητας ή συνεκτικότητας, ώστε να δύναται, με την απαραίτητη βεβαιότητα, να αποδοθεί στον Κ2 η αναγκαία ένοχη διάνοια για στοιχειοθέτηση της 2ης κατηγορίας στο κατηγορητήριο. Και τούτο διότι παρέμεινε αδιαμφισβήτητο ότι ο Κ2 δεν έχει οποιεσδήποτε νομικές γνώσεις, ώστε να είναι σε θέση να γνωρίζει ότι το τεκμήριο 1 που είχε στα χέρια του, δεν αποτελούσε πραγματική αναστολή ποινικής δίωξης εκ του Γενικού Εισαγγελέα για τον ίδιο. Περαιτέρω, δεν υπήρξε οποιαδήποτε ενώπιον μου αξιόπιστη μαρτυρία είτε ότι ο Κ2 αναμείχθηκε στη διαδικασία λήψης της πραγματικής αναστολής για τον Κ1 είτε ότι αναμείχθηκε στη διαδικασία αποστολής των Τεκμηρίων 1 και 3 προς το Πρωτοκολλητείο. Δεν έχω πεισθεί ότι αποκλείεται ο Κ2 να πίστευε, κατά τον επίδικο χρόνο, ότι δικαιούτο σε αναστολή βάσει του τεκμηρίου 1.

Επομένως, το ότι ο Κ2 εμφανίστηκε στο Δικαστήριο κατά την επίδικη μέρα, κρατώντας το τεκμήριο 1 πριν εισέλθει στην αίθουσα του Δικαστηρίου και έχοντας προμηθευτεί αυτό από τον Κ1, δεν μπορεί από μόνο του να στοιχειοθετήσει την υποκειμενική υπόσταση (mens rea) του αδικήματος της κατηγορίας 2 σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2.

Αναφέρω, καταληκτικά, ότι αφού το κατηγορητήριο προσάπτει την 1η κατηγορία αμιγώς στον Κ1 και τη 2η κατηγορία αμιγώς στον Κ2, χωρίς σε καμία από αυτές να κατηγορούνται από κοινού, παρέλκει η εξέταση των κατηγοριών αυτών υπό το πρίσμα του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα.

Βάσει όλων των πιο πάνω, ο Κατηγορούμενος 1 καταδικάζεται στην κατηγορία 1 στο κατηγορητήριο, ενώ ο Κατηγορούμενος 2 απαλλάσεται από την κατηγορία 2 στο κατηγορητήριο.

 

Γ.2.     Σε σχέση με την κατηγορία 3 και το άρθρο 121(α) του Κεφ. 154:

Ο Ποινικός Κώδικας Κεφ. 154, στο άρθρο 121 αυτού, προνοεί:

            «121. Διαπράττει πλημμέλημα όποιος-

(α) συνωμοτεί με άλλο να κατηγορήσουν ψευδώς άλλο για κάποιο έγκλημα ή να διαπράξουν ο,τιδήποτε για παρεμπόδιση, αποτροπή, εκτροπή ή ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης, ή

[…………………………………….] »

Συστατικά στοιχεία του πιο πάνω αδικήματος, και σχετικά με τη 2η διάζευξη αυτού, είναι:

 

1.    Κατηγορούμενος συνομωτεί με άλλο άτομο,

2.    να πράξουν οτιδήποτε προς παρακώλυση, αποτροπή, εκτροπή ή ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης.

 

Η συνωμοσία, επομένως, δύο ή περισσοτέρων ατόμων είναι απαραίτητη. Το γενικό αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργημάτων και πλημελλημάτων, αντίστοιχα,  βρίσκεται στα άρθρα και 371 και 372 του Ποινικού Κώδικα.

 

Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Λαζάρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (2010) 2 Α.Α.Δ 633:

«Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. Αν ένας κατηγορούμενος αθωωθεί στην κατηγορία για τη διάπραξη ενός αδικήματος, δεν έπεται ότι θα πρέπει να απαλλαγεί και στην κατηγορία με την οποία κατηγορείται για συνωμοσία διάπραξης εκείνου του αδικήματος (Gani v. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 134 Η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ’ ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ’ ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (R. v. Thompson, 50 Cr. App. R. 1).»

 

Στην Αντρέας Κυπρίζογλου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποινικές Εφέσεις Αρ. 53/2017, 64/2017, 66/2017 και 68/2017, απόφαση ημερ. 15 Δεκεμβρίου 2017,  λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«Είναι μόνο οι κατηγορίες 8 και 9 που αφορούν τον Κ2, δηλαδή τα αδικήματα της συνωμοσίας προς εκτροπή ή ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης και της συνωμοσίας προς καταδολίευση κατά παράβαση αντίστοιχα των άρθρων 121 και 302 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. 

 

Τόσο στην κατηγορία 8 όσο και στην κατηγορία 9, το βασικό συστατικό στοιχείο είναι η συνωμοσία (βλ. Λαζάρου κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2010)2 Α.Α.Δ. 633).  Βεβαίως, πρέπει να αποδεικνύεται τόσο η συμφωνία όσο και η πρόθεση (mens rea) για εκτέλεση ενός παράνομου σκοπού.  Όπως υποδείχθηκε πλειστάκις, η πρόθεση δεν είναι δεκτική άμεσης απόδειξης και κατ΄εξοχήν αναδύεται ως εξυπακουόμενο στοιχείο μέσα από τα παρουσιαζόμενα γεγονότα τα οποία το Δικαστήριο αποδέχθηκε.  (Βλ. Στυλιανού ν. Αστυνομίας (2008)2 Α.Α.Δ. 646).  Η ύπαρξη συμφωνίας σπάνια αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία αλλά εξάγεται ως συμπέρασμα από τη συντονισμένη δράση των κατηγορουμένων προσώπων ως ανάγκη ακριβώς να αποτελέσει η συντονισμένη δράση μαρτυρία για το εν λόγω αδίκημα.  (Βλ. Phipson on Evidence 18th ed. ch.38 και Αrchbold Criminal Pleading, Evidence and Practice (2016) para.33-14, 33-15). 

 

Αναφορικά με τον όρο εκτροπή ή ανατροπή της πορείας της δικαιοσύνης του άρθρου 121 ως άνω, δυνάμεθα σίγουρα εννοιολογικά να ομιλούμε για οποιανδήποτε πράξη η οποία τείνει και σκοπεί να επέμβει στην πορεία της δικαιοσύνης.  (βλ. R v. Andrews (1973) Q.B. 422, CA και R v. Lawrence Machin (1980)71 Cr.App.R.166).  Συμπεριφορά δηλαδή η οποία δύναται και έχει σκοπό να οδηγήσει σε κακήν απονομή της δικαιοσύνης, είτε εν τέλει υπάρξει κακοδικία είτε όχι.»

 

Σχετικές με το τι απαιτείται για να αποδειχθεί συνομωσία είναι και οι ακόλουθες περικοπές από το Σύγγραμμα Archbold (2016) στις παραγράφους 33-15 και 33-14:

 

«33-15

Mens rea is an essential element in conspiracy only in that there must be an intention to be a party to an agreement to do an unlawful act. In R. v. Anderson [1986] A.C. 27, HL, Lord Bridge said:

 

"But, beyond the mere fact of agreement, the necessary mens rea of the crime is, in my opinion, established if, and only if, it is shown that the accused, when he entered into the agreement, intended to play some part in the agreed course of conduct in furtherance of the criminal purpose which the agreed course of conduct was intended to achieve. Nothing less will suffice; nothing more is required"(at p. 39E

 

The point was emphasised in Yip Chiu-Cheung v. R. , 99 Cr.App.R. 406, PC, where an undercover officer who entered into an agreement to export drugs was held to have had the necessary mens rea for conspiracy. Lord Griffiths said:

 

The crime of conspiracy requires an agreement between two or more persons to commit an unlawful act with the intention of carrying it out. It is the intention to carry out the crime that constitutes the necessary mens rea for the offence. As Lord Bridge pointed out, an undercover agent who has no intention of committing the crime lacks the necessary mens rea to be a conspirator"(at p. 410).

 

Proving the agreement

33-14

The agreement may be proved in the usual way or by proving circumstances from which the jury may presume it: … … … …. Proof of the existence of a conspiracy is generally a “matter of inference, deduced from certain criminal acts of the parties accused, done in pursuance of an apparent criminal purpose in common between them.  »

 

Όσον αφορά στο 2ο συστατικό στοιχείο, του αδικήματος της δεύτερης διάζευξης, του άρθρου 121(α) του Κεφ. 154, παραθέτω την εξής νομική ανάλυση από την πρωτόδικη απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στην υπόθεση υπ’ αρ. 9208/2015 Δημοκρατία ν. Ρίκκου Ερωτοκρίτου κ.ά., ημερ. 8.2.17, την οποία υιοθετώ πλήρως για τους σκοπούς της παρούσας:

           

«Συνεχίζοντας με το δεύτερο πιο πάνω συστατικό στοιχείο της κατηγορίας 8 σημειώνουμε πως οι όροι «εκτροπή» ή «ανατροπή» προέρχονται από τους αντίστοιχους αγγλικούς όρους του πρωτοτύπου κειμένου “pervert or defeat”.

 

Καθοδήγηση για την ορθή ερμηνεία του όρου «εκτροπή» δύναται να αντληθεί από τη σχετική Αγγλική νομολογία που ασχολήθηκε με το αδίκημα του Κοινοδικαίου ‘perverting the course of justice’. Παραπέμπουμε συναφώς στο ακόλουθο απόσπασμα από το Σύγγραμμα Archbold 2017 παρ. 28-1:

 

«It is a common law misdemeanour to pervert the course of public justice: R. v. Vreones [1891] 1 Q.B. 360, CCR; R. v. Andrews [1973] Q.B. 422, CA. The offence is committed where a person or persons:

 

(a) acts or embarks upon a course of conduct,

(b) which has a tendency to, and

(c) is intended to pervert,

(d) the course of public justice: R. v. Vreones, ante (at p.369)».

 

Στην παρ. 28-2 του πιο πάνω Συγγράμματος υπογραμμίζεται ότι οποιαδήποτε πράξη ή συμπεριφορών η οποία τείνει και σκοπεί να επέμβει στην πορεία της δικαιοσύνης συνιστά αδίκημα.

 

Όπως τονίστηκε στην αγγλική υπόθεση R. v. Lawrence Machin (1980) 71 Cr. App. R. 166 ο νόμος επιδιώκει την απαγόρευση της παράνομης συμπεριφοράς η οποία ενδέχεται να οδηγήσει σε μη ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Οι συγκεκριμένες πράξεις ή συμπεριφορά μπορεί να λάβουν διάφορες μορφές. Η ουσία του αδικήματος είναι συμπεριφορά η οποία δύναται και σκοπείται όπως οδηγήσει σε κακή απονομή της δικαιοσύνης είτε προκύψει τελικώς τέτοια κακοδικία, είτε όχι.

 

Απόδειξη του κινήτρου ενός προσώπου αναφορικά με την πράξη του δυνατόν να αποτελέσει τη βάση για εξαγωγή συμπεράσματος σε σχέση με την πρόθεση που είχε όταν την πραγματοποιούσε. Ωστόσο το μόνο που απαιτείται για σκοπούς απόδειξης του εν λόγω αδικήματος είναι απόδειξη της γνώσης όλων των ουσιωδών περιστάσεων και η εκ προθέσεως διενέργεια πράξης η οποία έχει την τάση, ιδωμένη αντικειμενικά, να εκτρέψει την πορεία της δικαιοσύνης. Και τούτο διότι το υπό κρίση αδίκημα αφορά την πορεία της δικαιοσύνης και όχι μόνο τους σκοπούς της. (‘The offence is concerned with the course of justice, and not merely with the ends of justice;’).

 

Έχει τονιστεί σχετικά πως δεν αρκεί μια πράξη να γίνεται με πρόθεση εκτροπής. Θα πρέπει αφ’εαυτής η πράξη να έχει την τάση και ροπή προς εκτροπή. Προς απόδειξη τούτου δεν είναι αναγκαίο όπως αποδειχθεί ότι τέτοια τάση ή πιθανότητα έχει όντως πραγματοποιηθεί. Αρκεί να ενδέχεται ότι αυτό που ο κατηγορούμενος έπραξε θα μπορούσε, χωρίς άλλο, να οδηγήσει σε αδικία (injustice).»

 

Έχοντας εκτιμήσει τα πιο πάνω και έχοντας καταλήξει, προηγουμένως, ότι ελλείπει η αναγκαία εκ του Κ2 πρόθεση για να στοιχειοθετήσει την ένοχη διάνοια του αδικήματος της παρέμβασης σε δικαστική διαδικασία, δεν μπορεί, για τους ίδιους λόγους, να αποδοθεί σε αυτόν ούτε η αναγκαία πρόθεση για συνομωσία με τον Κ1 ώστε να ανατρέψει την πορεία της δικαιοσύνης. Αφενός, δεν τέθηκε ενώπιον μου οποιαδήποτε άμεση μαρτυρία ότι οι Κ1 συνεννοήθηκαν μεταξύ τους, είτε με λόγια είτε άλλως πως για να πράξουν όπως έπραξαν. Αφετέρου η περιστατική μαρτυρία σε σχέση με τον Κ2, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, δεν οδηγεί αναπόφευκτα στο συμπέρασμα της συνομωσίας με τον Κ1 για επίτευξη του παράνομου σκοπού της απαλλαγής του από το Δικαστήριο χωρίς να δικαιούται σε αυτή.

Μόνο και μόνο διότι ο Κ2 εμφανίστηκε στο Δικαστήριο κατά την επίδικη μέρα, κρατώντας το τεκμήριο 1 πριν εισέλθει στην αίθουσα του Δικαστηρίου και έχοντας προμηθευτεί αυτό από τον Κ1, ο οποίος ενεργούσε ως δικηγόρος του αλλά δεν ήταν παρών στην ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, δεν οδηγεί απαρέγκλιτα στο συμπέρασμα ότι Κ1 και Κ2 συνωμότησαν μεταξύ τους να ανατρέψουν την πορεία της δικαιοσύνης. Και τούτο διότι δεν πείστηκα ότι ο Κ2 γνώριζε, ή μπορούσε να γνωρίζει λόγω απουσίας νομικών γνώσεων και λόγω απουσίας ανάμειξής του στη διαδικασία αναστολής, ότι το τεκμήριο 1 που κρατούσε δεν ισοδυναμούσε με πραγματική αναστολή ποινικής δίωξης για το άτομό του από τον Γενικό Εισαγγελέα.

Προς απόδειξη συνομωσίας, απαιτείται να αποδειχθεί πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ’ ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει κάποιο παράνομο σκοπό. Και όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, δεν έχω πεισθεί ότι αποκλείεται ο Κ2 να έπραξε όπως έπραξε, χωρίς την απαραίτητη εγκληματική πρόθεση.

Λόγω αμφιβολιών λοιπόν και διότι ως εξ αυτών ελλείπει το συστατικό στοιχείο της συνομωσίας μεταξύ των κατηγορουμένων, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από την 3η κατηγορία που αντιμετωπίζουν.

 

(Υπ.)  ……………………….

Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ.

 

Πιστό αντίγραφο

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο