ECLI:CY:KDLEF:2023:1

ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΣΥΝΘΕΣΗ:      Χ. B. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ.
                           Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ.
                           Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ.

                        Ποιν. Υπόθεση Αρ.19600/22

Δημοκρατία

ν.

1.    V.B.

2.    K.D.

3.    A.A.

4.    R.M.S.

5.    Γ.Κ.

6.    Σ.Χ.

7.    Σ.Γ.

Κατηγορούμενοι

Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2023
Εμφανίσεις:

Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Παπαγαπίου και κ. Β. Μπίσσας για Γενικόν Εισαγγελέα (κα Κυθραιώτου για ν’ ακούσει απόφαση)

Για Κατηγορούμενο 2: κ. Χ. Α. Λαζάρου

Για Κατηγορούμενο 3: κ. Μ. Αποστολίδης

Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρόντες

ΠΟΙΝΗ

 

Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 κατόπιν παραδοχής κρίθηκαν ένοχοι από κοινού στην Κατηγορία 5 και χωριστά στις Κατηγορίες 6 και 7 αντίστοιχα για:

 

·         Πρόκληση θανάτου λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα (Κατηγορία 5).

·         Χρήση ελεγχομένου φαρμάκου Τάξεως Α κατά παράβαση του Ν.29/77 (Κατηγορία 6, Κατηγορούμενος 2).

·         Χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β κατά παράβαση του Ν.29/77 (Κατηγορία 7, Κατηγορούμενος 3).

 

Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Κατηγορίας 5 μεταξύ των ημερομηνιών 26.10.22 και 27.10.22 στις Κεντρικές Φυλακές λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια και χωρίς πρόθεση επέφεραν τον θάνατο στον T.C., δηλαδή ενώ ήταν παρόντες κατά τη διάρκεια επεισοδίων όπου τρίτο πρόσωπο προκάλεσε σοβαρούς τραυματισμούς και βαριές κακώσεις στο θύμα, παρέλειψαν να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια προς αποτροπή της πρόκλησης του θανάτου του, που επήλθε στις 27.10.22. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των άλλων δυο κατηγοριών στις 26.10.22 και οι δύο είχαν κάμει χρήση ελεγχόμενων φαρμάκων, ήτοι ο μεν Κατηγορούμενος 2 Τάξεως Α δηλαδή μεθαμφεταμίνης (Κατηγορία 6), ο δε Κατηγορούμενος 3 Τάξεως Β, δηλαδή κάνναβης (Κατηγορία 7).


Γεγονότα

 

Σύμφωνα με τα εκτεθέντα γεγονότα (Έγγραφο Α), το θύμα ήταν Τουρκοκύπριος και ήταν κατάδικος στις Κεντρικές Φυλακές σε σχέση με αδικήματα ναρκωτικών ως και παράνομης κατοχής πυροβόλου όπλου. Είχε καταδικαστεί στις 22.7.22 σε ποινή φυλάκισης 8 ετών.

 

Στις 26.10.22 και περί ώρα 09:29 το θύμα εισήλθε εντός άλλου κελιού από αυτό που διέμενε. Εντός του αναφερόμενου κελιού, κάποιο πρόσωπο, (το οποίο θα αποκαλούμε κατωτέρω ως «Α» για σκοπούς σαφήνειας εάν απαιτείται), στην παρουσία του 2ου κατηγορούμενου, άρχισε να κτυπά το θύμα σε διάφορα μέρη του σώματος ως και στο κεφάλι με διάφορα αντικείμενα. Συγκεκριμένα ο Α κτυπούσε το θύμα με σκουπόξυλο το οποίο είχε κόψει σε τέσσερα κομμάτια, τα οποία έδεσε μεταξύ τους με ρούχο, με τις άκρες των κομματιών αυτών να είναι μυτερές. Ως αποτέλεσμα των κτυπημάτων, το θύμα αιμορραγούσε από το κεφάλι. Στη συνέχεια ο Α πήρε το κινητό τηλέφωνο του θύματος, (μάρκας iPhone) και φωνάζοντας απαιτούσε από το θύμα, φωνάζοντας, να του πει τους κωδικούς του λογαριασμού του στο Gmail καθότι υποψιαζόταν ότι υπήρχαν γυμνές φωτογραφίες και βίντεο της δικής του συζύγου με το θύμα.

 

Παρά το γεγονός ότι το θύμα έλεγε ότι δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τη σύζυγο του Α και ότι δεν θυμόταν τους κωδικούς του Gmail, ο Α επέμενε και απειλούσε ότι θα σκοτώσει το θύμα.

 

Ακολούθως, εντός του κελιού εισήλθε και ο 3ος κατηγορούμενος. Ο Α παίρνοντας ένα σίδερο περί τα 10 εκατοστά μήκος και 2 εκατοστά πλάτος, το οποίο ήταν αιχμηρό και κοφτερό, προκάλεσε στο θύμα κόψιμο κάτω από το αριστερό του μάτι, καθώς και βαθιά κοψίματα στα δύο γόνατα του. Στη συνέχεια κάρφωσε το πιο πάνω αιχμηρό σίδερο, σε διάφορα σημεία του σώματος του θύματος, το οποίο αιμορραγούσε, έκλαιγε και δεν μπορούσε να αντιδράσει. Η βάναυση και βίαιη συμπεριφορά εναντίον του θύματος συνεχίστηκε στην παρουσία των Κατηγορουμένων 2 και 3, με την πρόκληση σοβαρών σωματικών βλαβών. Με τη χρήση διαφόρων αντικειμένων, όπως ξύλων, αιχμηρών σιδέρων, ξυραφιού, το ίδιο πρόσωπο προκαλούσε τραύματα σε διάφορα μέρη του σώματος του θύματος, απαιτώντας να του αποκαλύψει τους κωδικούς του Gmail. Με εντολές του πιο πάνω προσώπου, o 3ος κατηγορούμενος, με τη χρήση κινητού τηλεφώνου, βιντεογραφούσε τις πιο πάνω αποτρόπαιες πράξεις εκείνου.

 

Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, παρακολουθούσαν και εκτελούσαν οδηγίες. Αμφότεροι, ρωτούσαν το θύμα αν γνώριζε τον κωδικό πρόσβασης του λογαριασμού Gmail ούτως ώστε να λήξει το επεισόδιο. Περαιτέρω, με οδηγίες, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, ζήτησαν από άλλο πρόσωπο, να τους προμηθεύσει με κρυσταλλική μεθαμφεταμίνη (crystal), ήτοι ναρκωτική ουσία τάξεως Α’, όπως και έγινε. Ο Κατηγορούμενος 2, έκανε χρήση της εν λόγω ναρκωτικής ουσίας η οποία τοποθετήθηκε σε αλουμινόχαρτο που λήφθηκε από κάλυμμα γιαουρτιού. Στη συνέχεια, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, με άλλα πρόσωπα, μετέφεραν υποβασταζόμενο το θύμα, εφόσον δεν ήταν σε θέση να περπατήσει. Τον είχαν καλύψει με σεντόνι για να μην φαίνονται οι πληγές του και τον μετέφεραν στο κελί, στο οποίο κανονικά διέμενε. Κατά τη διάρκεια του πιο πάνω επεισοδίου, παρόντες ήσαν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, οι οποίοι παρακολουθούσαν την ανελέητη βία που υπέστη το θύμα χωρίς να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια προς βοήθεια και ή αποτροπή πρόκλησης των τραυματισμών που γίνοντο εις βάρος του θύματος.

Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος 2 προέβη για δεύτερη φορά σε χρήση ναρκωτικής ουσίας Τάξεως Α και συγκεκριμένα κρυσταλλικής μεθαμφεταμίνης (crystal), ενώ ο Κατηγορούμενος 3 κάπνισε κάνναβη, ήτοι ναρκωτική ουσία Τάξεως Β’.

 

Την επομένη, δηλαδή στις 27.10.22, η βάναυση συμπεριφορά και η πρόκληση σοβαρών κακώσεων με τη χρήση αιχμηρών αντικειμένων όπως τελιού, συνεχίστηκε εις βάρος του θύματος και εντός του κελιού όπου διέμενε. Ο Α έχοντας στην κατοχή του δύο άλλα κινητά τηλέφωνα (μάρκας Redmi) απειλώντας απαιτούσε από το θύμα, να του πει τον κωδικό του Gmail. Κατά τη διάρκεια και αυτού του επεισοδίου, οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 ήσαν παρόντες παρακολουθώντας τις βαναυσότητες που υπέστη το θύμα χωρίς να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια και ή βοήθεια προς αποτροπή πρόκλησης των περαιτέρω τραυματισμών του θύματος που οδήγησαν στον θάνατο του.

 

Στις 27.10.22 οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 μαζί με άλλους κρατούμενους στις Φυλακές μετέφεραν το θύμα, εντός κουβέρτας και σε λιπόθυμη κατάσταση, σε χώρο όπου υπήρχαν λειτουργοί των Κεντρικών Φυλακών. Ειδοποιήθηκε και μετέβηκε ιατρός των Κεντρικών Φυλακών, ο οποίος παρείχε ιατρική βοήθεια στο θύμα χωρίς όμως αποτέλεσμα αφού επήλθε ο θάνατος του.

 

Η βάναυση επίθεση στο θύμα διήρκεσε μεταξύ των ωρών 09:30 - 15:30 της 26.10.22 και 13:15 - 21:00 της 27.10.22.

 

Στις 27.10.22 και περί ώρα 21:55 οι Κεντρικές Φυλακές ενημέρωσαν τον Αστυνομικό Σταθμό Αγίου Δομετίου ότι ο κατάδικος T.C. (θύμα) απεβίωσε στις Κεντρικές Φυλακές. Τον θάνατο του πιστοποίησε η Δρ Αντωνίου, ιατρός των Κεντρικών Φυλακών. Σύμφωνα με το εκδοθέν ιατρικό πιστοποιητικό αιτιών θανάτου, ο θάνατος του θύματος προήλθε από κακώσεις σώματος. Διαπιστώθηκαν θλαστικά τραύματα στην κεφαλή και στο υπόλοιπο σώμα. Εντοπίστηκαν εκτεταμένα αιματώματα σε ολόκληρο το σώμα, εκδορές εκτριβής και εντυπώματα. Στην κεφαλή υπήρχαν υποδόρια και επικράνια αιματώματα και οίδημα. Ο εγκέφαλος παρουσίαζε υπαραχνοειδή αιμορραγία. Όλα τα όργανα ήταν έκζεμα. Οι πνεύμονες παρουσιάζονταν με έντονο αφρώδες οίδημα. Οι κακώσεις σώματος προκλήθηκαν από όργανα θλώντα, αμβλέα και τέμνοντα (αιχμηρά). Στις κακώσεις περιλαμβάνονται κατάγματα στο αριστερό χέρι, ρινός και έννατου πλευρού αριστερού. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε απώλεια τριών οδόντων άνω σιαγόνας.

 

Στις 28.10.22 εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης εναντίον των Κατηγορουμένων 2 και 3 οι οποίοι και συνελήφθησαν την ίδια μέρα στις Κεντρικές Φυλακές. Στις καταθέσεις τους στην Αστυνομία, μεταξύ άλλων, παραδέχθηκαν ότι ήταν παρόντες κατά τη διάρκεια που άλλο πρόσωπο κτυπούσε βάναυσα το θύμα στις 26.10.22 και στις 27.10.22. Ανέφεραν ότι λόγω φόβου δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν τον θάνατο του θύματος.

 

Ο Κατηγορούμενος 2 κατάγεται από την Τουρκία και αφίχθηκε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 13.6.18. Υπέβαλε αίτηση ασύλου, η εξέταση της οποίας ακόμη εκκρεμεί. Κρατείται στις Κεντρικές Φυλακές ως κατάδικος από τις 23.4.21 σχετικά με υπόθεση που αφορά επίθεση με πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στη συμβία του για την οποία έχει καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης 3 ετών (Ποιν. Υπόθ. 8771/21, Κακουργοδικείο Λευκωσίας), η οποία συνιστά τη μια από τις δύο προηγούμενες καταδίκες με τις οποίες βαρύνεται.

 

Ο Κατηγορούμενος 2 βαρύνεται με ακόμη μία καταδίκη, ήτοι στην ποινική υπόθεση 17138/20, Ε.Δ. Λευκωσίας, για αδικήματα επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη και ανησυχία. Καταδικάστηκε στις 2.12.20 σε φυλάκιση 4 μηνών για την επίθεση και 1 μηνός για την ανησυχία με αναστολή.

 

Ο Κατηγορούμενος 3 κατάγεται από τη Συρία και αφίχθηκε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 23.12.19. Υπέβαλε αίτηση ασύλου η εξέταση της οποίας ακόμη εκκρεμεί. Βρίσκεται ως υπόδικος στις Κεντρικές Φυλακές.

 

Ο Κατηγορούμενος 3 έχει μια προηγούμενη καταδίκη στην ποινική υπόθεση 15147/22 του Κακουργοδικείου Λεμεσού για το αδίκημα της κατοχής και κατοχής με σκοπό την προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, δηλ. 843,4 γραμμάρια κάνναβης, αδίκημα που τελέστηκε στις 8.8.2022 και για το οποίο επιβλήθηκε ποινή, κατόπιν παραδοχής, στις 10.3.23. Σε εκείνη την υπόθεση επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 5 ετών αφού λήφθηκαν υπόψιν και οι εξής τέσσερις υποθέσεις του Ε.Δ. Λεμεσού:

 

(1) Ποιν. Υπόθ. αρ.15151/22, ημερ. αδικήματος 10.11.21, για παράνομη κατοχή και χρήση ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α, ήτοι μεθαμφεταμίνης.

(2) Ποιν. Υπόθ. αρ.3649/22, ημερ. αδικήματος 11.3.22, για παράνομη κατοχή εκρηκτικών υλών άνευ άδειας κατά παράβαση του Κεφ.54.

(3) Ποιν. Υπόθ. αρ.4446/22, ημερ. αδικημάτων 20-21.3.22 και 26.3.22 για συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος και κλοπής αντίστοιχα.

(4) Ποιν. Υπόθ. αρ.17105/22, ημερ. αδικήματος 19.2.21, για αδίκημα κατά παράβαση του περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου, Κεφ.260.

 

Αγορεύσεις προς Μετριασμό

 
Ο συνήγορος του Κατηγορουμένου 2 εξήγησε πως ο τελευταίος ενήργησε υπό την επήρεια ναρκωτικών και υπό το καθεστώς του φόβου του βασανιστή του θύματος. Ανέφερε αυτολεξεί ότι ο πελάτης του «βλέποντας την φρικαλέα βία και την βαρβαρότητα που χρησιμοποιήθηκε εναντίον του θύματος, φοβήθηκε για τυχόν αντίποινα σε βάρος του ιδίου, γι' αυτό τον λόγω (
sic) δεν πρόβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια». Έχει πλέον μετανιώσει για τη λανθασμένη αυτή στάση και νιώθει τύψεις έναντι του θύματος που ήταν φίλος του. Συνεργάστηκε με την Αστυνομία, υπό την έννοια ότι στη θεληματική του κατάθεση στην Αστυνομία αποκάλυψε την αλήθεια. Παραδέχθηκε αμέσως στο Δικαστήριο και έθεσε τον εαυτό του στη διάθεση της Κατηγορούσας Αρχής για χρήση του ως μάρτυρα κατηγορίας. Το ποινικό του μητρώο δεν πρέπει να ληφθεί υπόψη για σκοπούς εκ δευτέρου τιμωρίας του, αλλά μόνο για να μειώσει την επιείκεια του παρόντος δικαστηρίου.


Σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 3 ο συνήγορος του δέχθηκε πως το θύμα έτυχε φρικτών πολύωρων βασανιστηρίων, μέρος των οποίων εκτυλίχθηκαν μπροστά στα μάτια του Κατηγορούμενου 3, αλλά ο ίδιος φοβούμενος τον βασανιστή του θύματος όχι μόνο δεν έπραξε οτιδήποτε για να βοηθήσει ή να σώσει το θύμα αλλά, υπό τις εντολές του πρώτου, βιντεοσκόπησε τα βασανιστήρια. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι ο πελάτης του διέπραξε το αδίκημα απλά και μόνο επειδή επέλεξε να διατηρήσει παθητική στάση. Ζήτησε να ληφθεί υπόψιν ότι διέπραξε το αδίκημα διά παράλειψης του και όχι δια ενέργειας του. Εισηγήθηκε δε ως πάρα πολύ πιθανό ότι ακόμα κι αν απουσίαζε η συμπεριφορά του ίδιου του Κατηγορούμενου 3, το αποτέλεσμα ενδεχομένως να ήταν το ίδιο, δηλαδή να επέρχετο και πάλι ο θάνατος του θύματος. Εξήγησε πως ήταν τόσο φοβισμένος που του ήταν δύσκολο να σκεφτεί διαφορετικά και να ενεργήσει ώστε να σώσει το θύμα. Έτσι αποφάσισε να κρατήσει παθητική στάση. Κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη του ότι ο Κατηγορούμενος 3 είναι βαθιά μετανιωμένος και έχει τύψεις για τον θάνατο του θύματος που ήταν φίλος του. Στα «διαλείμματα» των βασανιστηρίων, όπως ο ίδιος ο συνήγορος του τα αποκάλεσε, ο Κατηγορούμενος 3 περιέθαλπε το θύμα ταΐζοντας τον με το κουτάλι ή δίνοντας του νερό ή τσιγάρα ή τού κρατούσε συντροφιά, ζητώντας του να κρατηθεί στη ζωή μέχρις ότου οι Αρχές των Φυλακών αποφασίσουν επιτέλους να ενεργήσουν και να τον προστατεύσουν. Κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη, τη θεληματική κατάθεση του Κατηγορούμενου 3
στην Αστυνομία και την άμεση παραδοχή του στο Δικαστήριο, ενδείξεις της έμπρακτης μεταμέλειας του. Έθεσε επίσης τον εαυτό του στη διάθεση της Κατηγορούσας Αρχής ως μάρτυρας κατηγορίας. Είναι νεαρό άτομο, μόλις 23 ετών και η ποινή του πρέπει να αποσκοπεί περισσότερο στην αναμόρφωση και λιγότερο στην τιμωρία του.

 

Ο κ. Αποστολίδης επεσήμανε επίσης ότι ήταν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 οι οποίοι μετέφεραν το θύμα στους λειτουργούς των Φυλακών σε μια απέλπιδα προσπάθεια τους να αποσοβήσουν το μοιραίο και ζήτησε να ληφθεί υπόψιν πως καθόλη την εξέλιξη των βασανιστηρίων η διοίκηση των Φυλακών ήταν ουσιαστικά απούσα, επιτρέποντας διά παραλείψεως να συμβούν τα όσα φρικτά συνέβησαν, σε βαθμό που δύναται με βεβαιότητα η παθητική στάση του Κατηγορούμενου 3, να κριθεί ως τριτεύουσας σημασίας ως προς το αποτέλεσμα.


Νομική πτυχή

 

Το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, προβλέπει ότι όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, η οποία δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει τον θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων ετών ή σε χρηματική ποινή μέχρι €4.271 (Λ.Κ.2.500). Το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Α τιμωρείται από τον Ν.29/77 με ποινή φυλάκισης μέχρι 12 έτη ή και πρόστιμο, ενώ για την κατοχή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β προνοείται ποινή φυλάκισης 8 ετών ή και πρόστιμο.

 

Τα αδικήματα τα οποία παραδέχθηκαν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, ιδίως το αδίκημα της κατηγορίας 5, είναι ιδιαιτέρως σοβαρό για τον προφανή λόγο ότι διά της συμπεριφοράς τους, επέφεραν, χωρίς υπαίτια αμέλεια και χωρίς πρόθεση, τον θάνατο του θύματος.

 

Σύμφωνα με την Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ.556:

 

«Η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το ύψιστο αγαθό και η αφαίρεση της μέγιστο έγκλημα. Η δέσμευση στην προστασία της ανθρώπινης ζωής επιβάλλει ανάλογο καθήκον για την περιφρούρηση της, γεγονός που αντανακλάται στην τιμωρία που επιβάλλεται για εγκληματικές πράξεις που επιφέρουν την απώλεια ανθρώπινης ζωής. Για αυτό το λόγο προσδίδεται αποτρεπτικός χαρακτήρας στην τιμωρία κάθε φονικής πράξης.»

 

Στη Λοϊζίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2014) 2(Β) Α.Α.Δ.965 σημειώθηκε ότι:

 

«Όταν ένας είναι ενήμερος μιας κατάστασης πραγμάτων, η οποία, αν αφεθεί να συνεχιστεί, εγκυμονεί κινδύνους για την ασφάλεια τρίτων, και αδιαφορήσει προς τούτο, καταδεικνύεται η αλόγιστη συμπεριφορά. Περαιτέρω, είμαστε της γνώμης ότι εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ύπαρξη γνώσης συνεπάγεται και ευθύνη υπό την έννοια ότι δεν πρέπει να παραγνωρίζονται εμφανείς ή ορατοί κίνδυνοι, ιδιαιτέρως, όταν ένα πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να ενεργήσει αποτρεπτικά ή να λάβει μέτρα για εξουδετέρωση του κινδύνου. Η ερμηνεία και η κρίση των εννοιών «αλόγιστο» ή «απερίσκεπτο» μιας συμπεριφοράς αντικρίζονται με βάση την κοινή λογική.»

 

Ανασκόπηση της νομολογίας καταδεικνύει την αυστηρή αντιμετώπιση του αδικήματος αυτού. Παραθέτουμε κατωτέρω κάποια νομολογία η οποία προσομοιάζει σε κάποιες πτυχές της με την παρούσα, υπενθυμίζοντας εαυτούς ότι οι προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο αλλά παρέχουν κάποια ένδειξη σε σχέση με τις επιβληθείσες ποινές για σκοπούς ανάλογης ποινολογικής μεταχείρισης των παραβατών. Θεωρούμε δεδομένο πως η περιπτωσιολογία είναι απεριόριστη και πως κάθε υπόθεση εξετάζεται στη βάση των δικών της γεγονότων και σε σχέση με τις προσωπικές περιστάσεις κάθε παραβάτη. Αυτό το οποίο με βεβαιότητα δύναται να λεχθεί είναι πως όταν ο θάνατος προξενείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας άλλων προσώπων ή προκύπτει από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη συμπεριφορά τότε δικαιολογείται ποινή φυλάκισης (βλ. τηρουμένων των αναλογιών Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδης (1993) 2 Α.Α.Δ.355, Ζυπιτής ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ.220, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουκκίδης (2013) 2 Α.Α.Δ.191).

 

Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου (2003) 2 Α.Α.Δ.331 σημειώθηκε ότι δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή στο αδίκημα του άρθρου 210 του Κεφ.154. Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση της αμέλειας, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια του κατηγορουμένου εμπεριέχει το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων.

 

Στην προαναφερθείσα Λοϊζίδης κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2014) 2(Β) Α.Α.Δ.965, που αφορούσε στη φονική έκρηξη στο Μαρί, απώλεσαν τη ζωή τους 13 άνθρωποι. Επιβάλλοντας ποινή φυλάκισης δύο ετών, σε έκαστο εκ των κατηγορουμένων 5 και 6, Υποδιευθυντή της Πυροσβεστικής και Διοικητή της ΕΜΑΚ αντίστοιχα, η οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο, το Κακουργοδικείο ανέφερε ότι οι κατηγορούμενοι αυτοί γνώριζαν τη μεγάλη επικινδυνότητα που παρουσίαζαν τα φλεγόμενα εμπορευματοκιβώτια (από τις εκρηκτικές ύλες που αυτά περιείχαν) και παρέλειψαν να δώσουν, ως όφειλαν, οδηγίες για την τήρηση των ενδεικνυόμενων κανόνων ασφαλείας προς αποτροπή του μοιραίου για τους θανόντες πυροσβέστες. Υπήρχε, εκ μέρους των κατηγορουμένων 5 και 6, αντίληψη του κινδύνου έκρηξης και συνεπώς αντίληψη του κινδύνου θανάτου. Η παράλειψη προειδοποίησης προς τους πυροσβέστες, ως προς τους κινδύνους που ελλόχευαν, ήταν ο λόγος που οι δύο αυτοί κατηγορούμενοι θεωρήθηκαν ένοχοι, εν τη εννοία του άρθρου 210. Η διετής άμεση φυλάκιση επιβλήθηκε υπό εξαιρετικά ιδιάζουσες συνθήκες και διαφορετικές από την εν προκειμένω περίπτωση.

 

Αυτό το οποίο θα πρέπει να καταστεί πλήρως κατανοητό είναι πως το άρθρο 210 δεν αφορά συμπεριφορά η οποία ισοδυναμεί με υπαίτια αμέλεια αλλά ούτε περιπτώσεις στις οποίες υπάρχει πρόθεση πρόκλησης θανάτου. Είναι αυτονόητο ότι η τυχόν συνδρομή οποιουδήποτε από τα στοιχεία αυτά θα κατέτασσε την κρινόμενη περίπτωση σε σοβαρότερο αδίκημα του Ποινικού Κώδικα (π.χ. Π.Κ.205). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ιωάννου ν. Δημοκρατίας (2015) 2(Α) Α.Α.Δ.256 για το αδίκημα του άρθρου 210 αρκεί η άνευ συνειδήσεως ή η αντικειμενική αμέλεια, δηλαδή η αντίληψη του κινδύνου ως μιας δυνατότητας, χωρίς να απαιτείται υποκειμενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου (όπως θα απαιτείτο στην περίπτωση του άρθρου 205).

 

Από την υφιστάμενη νομολογία δύναται αβίαστα να εξαχθεί το συμπέρασμα πως οι όροι «αλόγιστη», «απερίσκεπτη» ή «επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά» υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ίδιου αδικήματος (βλ. Ανδρέου ν. Αστυνομίας (1997) 2 Α.Α.Δ.409, Ζυπιτής κ.ά. ν. Αστυνομίας (2003) 2 Α.Α.Δ.220). Το ίδιο το άρθρο 210 δεν καθορίζει κριτήρια και από την υπόθεση Πέτρου ν. Αστυνομίας (1994) 2 Α.Α.Δ.233 συνάγεται ότι δεδομένης της απουσίας κριτηρίων από τον ίδιο τον Νόμο το θέμα αφήνεται στο δικαστήριο να ερμηνεύσει το νομοθέτημα με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης.

 

Προστίθεται στην ίδια υπόθεση πως εν σχέσει με την έννοια «επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά» απαιτείται τουλάχιστον η κατάδειξη κάποιας παράλειψης ή λάθους. Όπως εξηγήθηκε αργότερα και στη Σάββα ν. Αστυνομίας (2000) 2 Α.Α.Δ.115 το σφάλμα αυτό δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό εάν, εξετάζοντας το λογικά, αυτό αποτελεί μια αιτία ή όπως αναφέρθηκε σε πιο παλιά υπόθεση η αμέλεια του δράστη δεν είναι ανάγκη να είναι η μόνη αλλά πρέπει να είναι μια ουσιώδης αιτία πρόκλησης στην αλυσίδα των όρων που συνέβαλαν στον θάνατο (Gavalas v. Police (1995) 2 C.L.R.114). Επικίνδυνη στην πραγματικότητα είναι η συμπεριφορά εκείνη η οποία δημιουργεί τον κίνδυνο προσβολής του έννομου αγαθού της ζωής.

 

Είναι ακριβώς αυτό τον κίνδυνο για τη ζωή, που όταν είναι εμφανής ή σοβαρός, αλλά κάποιος παραλείπει να τον λάβει υπόψιν (μια τέτοια πιθανότητα) ή τον αγνοεί συνεχίζοντας τη δράση ή την παράλειψη του τότε κρίνεται απερίσκεπτος (reckless) διότι αποδέχεται ότι ενδέχεται να επέλθει το αποτέλεσμα αλλά δεν τερματίζει την πράξη ή απραξία του (Πέτρου, ανωτέρω, R. ν. Lawrence (1981) 1 All E.R.974).

 

Στα ίδια πλαίσια κινείται και η έννοια της αλόγιστης πράξης ή συμπεριφοράς, ως συνάγεται από το παρατεθέν πιο πριν απόσπασμα από την υπόθεση Λοϊζίδης. Ουσιαστικά, το αδίκημα στοιχειοθετείται εάν υπάρξει αδιαφορία για εμφανή ή ορατό κίνδυνο ζωής, ιδιαιτέρως όταν ένα πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να ενεργήσει προς αποτροπή ή εξουδετέρωση του κινδύνου.

 

Δεν υπάρχει καμμιά αμφιβολία, ως συνάγεται τόσο από την πιο πάνω υπόθεση Λοϊζίδης όσο και από άλλη νομολογία, όπως η υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ.109, ότι το αδίκημα του άρθρου 210 διαπράττεται είτε με πράξη είτε με παράλειψη ενώ όπως ερμηνεύεται στον περί Ερμηνείας Νόμο, Κεφ.1 «πράξη» εν σχέσει με ποινικό αδίκημα περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και σειρά πράξεων εκτεινόμενη και σε παράνομες παραλείψεις (illegal omissions). Τέλος εννοείται πως η συνυπαιτιότητα οποιουδήποτε άλλου ασφαλώς δεν αναιρεί την ευθύνη ενός κατηγορούμενου (Pompas v. Police (1968) 2 C.L.R.29).

 

Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως πρόκειται για πρωτοφανή περίπτωση η οποία προκαλεί ασφαλώς ανησυχία και αποτροπιασμό τόσο λόγω του χώρου όσο και λόγω του τρόπου με τον οποίο ένας κρατούμενος, προφανώς βάσει κάποιας δικαστικής διαταγής, στο σωφρονιστικό ίδρυμα της χώρας μας οδηγήθηκε στον θάνατο. Στα εκτεθέντα γεγονότα δεν παρατίθενται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες για το πώς το θύμα βρέθηκε σε άλλο κελί από το δικό του ή το πώς οι δράστες βρέθηκαν εκεί κατέχοντας όσα επιθετικά αντικείμενα έχουν αναφερθεί ή πώς υπήρχαν στη διάθεση κρατουμένων ναρκωτικά και κινητά τηλέφωνα ή τέλος πώς όλα τα διαδραματισθέντα δεν έγιναν αντιληπτά νωρίτερα από κάποιον υπεύθυνο. Ούτως ή άλλως όμως δεν είναι αυτό το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας ή το έργο του δικαστηρίου στο παρόν στάδιο.

 

Η ουσία είναι πως το θύμα περί τις 9:30 π.μ. της 26ης Οκτωβρίου 2022 εισήλθε σε άλλο κελί, όπου πολύ σύντομα δέχθηκε την επίθεση του Α στην παρουσία του Κατηγορούμενου 2. Τα κτυπήματα σε διάφορα μέρη του σώματος με διάφορα αντικείμενα, μεταξύ των οποίων και τη δέσμη μυτερών ράβδων από το σκουπόξυλο είχαν από αυτό το στάδιο προκαλέσει αιμορραγία στο κεφάλι.

 

Μετά από αυτό εισέρχεται στο ίδιο κελί και ο Κατηγορούμενος 3. Είναι το χρονικό σημείο που ο Α επιστρατεύει μεθόδους βασανισμού αφού με αιχμηρό και κοφτερό σίδερο προκάλεσε κοψίματα κάτω από το ένα μάτι και σε κάθε γόνατο (του θύματος), καρφώνοντας παράλληλα το σίδερο σε διάφορα μέρη του σώματος του θύματος, το οποίο αιμορραγούσε και μη μπορώντας να αντιδράσει έκλαιγε. Στα γεγονότα αναφέρεται η χρήση διαφόρων αντικειμένων όπως ξύλων, αιχμηρών σιδέρων και ξυραφιού με τα οποία προκλήθηκαν τραύματα σε διάφορα μέρη του σώματος του θύματος.

 

Είναι αξιοσημείωτο πως οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 παρακολουθούσαν τα βασανιστήρια και εκτελούσαν οδηγίες (προφανώς του Α). Στα πλαίσια αυτά λάμβαναν και μέρος απαιτώντας και οι ίδιοι τον κωδικό ενώ και πάλι με οδηγίες (προφανώς του Α) ζήτησαν από άλλο πρόσωπο να τους φέρει ναρκωτικά εκ των οποίων προέβη σε χρήση ο Κατηγορούμενος 2. Συμπεραίνουμε πως υπήρχε τρόπος επικοινωνίας με άλλα πρόσωπα. Άλλωστε αυτό επιβεβαιώνεται και από το ότι στη συνέχεια, περί τις 15:30, στη μεταφορά του θύματος βοήθησαν και άλλα πρόσωπα, μετά την οποία και ο Κατηγορούμενος 3 προέβη σε χρήση ναρκωτικών (κάνναβης) ενώ ο Κατηγορούμενος 2 έκαμε για δεύτερη φορά τέτοια χρήση (crystal). Την επόμενη μέρα οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 ήταν και πάλι παρόντες στον δεύτερο κύκλο βασανιστηρίων ο οποίος άρχισε στις 13:15 της 27ης Οκτωβρίου 2022 και ολοκληρώθηκε στις 21:00 της ίδιας μέρας.

 

Η ποινική ευθύνη των Κατηγορούμενων 2 και 3 εστιάζεται στο ότι παρέλειψαν να προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια προς αποτροπή της επέλευσης του θανάτου του θύματος. Η συμπεριφορά τους αυτή η οποία έγκειται στην παράλειψη ακόμη και απόπειρας ανακοπής των βασανιστηρίων είτε με κάποια σωματική είτε λεκτική παρέμβαση τους προς τον βασανιστή ή σε υπεύθυνο των Φυλακών ή έστω σε άλλο πρόσωπο, εκτείνεται σε μια μεγάλη για ένα τέτοιο περιστατικό χρονική περίοδο και διανθίζεται από επιμέρους συμπεριφορές των ιδίων, οι οποίες απλά την επισφραγίζουν, καθιστώντας την ως συνειδητοποιημένη, υπό την έννοια της αντίληψης του κινδύνου για τη ζωή του θύματος.

 

Είναι προφανές πως από πολύ νωρίς την πρώτη μέρα και πριν τη χρήση οποιωνδήποτε ναρκωτικών είχαν γίνει μάρτυρες άγριων βασανιστηρίων τα οποία προκάλεσαν αιμορραγίες και γενικά σοβαρές σωματικές βλάβες, εξαιτίας των οποίων το θύμα δεν μπορούσε καν να αντιδράσει. Ασφαλώς και δημιουργήθηκε κίνδυνος για τη ζωή του, ακόμα και προτού ο Κατηγορούμενος 3 αρχίσει να βιντεογραφεί. Είχαν τρόπο επικοινωνίας με άλλα πρόσωπα, είχαν στην κατοχή τους κινητά τηλεφώνα και η διακίνηση εντός-εκτός του κελιού ήταν δυνατή πλην όμως επέλεξαν να παραμένουν αδρανείς παραλείποντας να επιχειρήσουν έστω την ενημέρωση κάποιου άλλου.

 

Η παράλειψη τους δεν ανεκόπη ούτε το απόγευμα της πρώτης μέρας. Είχαν ήδη μεταφέρει υποβασταζόμενο το θύμα περί τις 15:30 στο κελί του, είδαν την κατάσταση του αλλά απλά κάλυψαν τις πληγές του με σεντόνι. Ολόκληρο το βράδυ της πρώτης μέρας επίσης δεν βρήκαν κάποιο τρόπο να ενημερώσουν κάποιον υπεύθυνο ακόμα και ανώνυμα για την κατάσταση του θύματος ενώ ούτε κάποια στοιχειώδης δράση για περίθαλψη του σε αυτό το στάδιο αναφέρεται.

 

Δεν παραγνωρίζουμε καθόλου ότι είναι ανθρώπινο υπό τέτοιες περιστάσεις για κάποιον που βλέπει τέτοιο βασανισμό, να αισθανθεί φόβο. Στην παρούσα περίπτωση όμως και στη βάση των προαναφερθέντων ο φόβος τον οποίο προέβαλαν ως λόγο για την ως άνω απραξία τους δεν είναι ικανός να τη δικαιολογήσει ακριβώς διότι στο μεγάλο διάστημα επιλογές και τρόποι υπήρχαν, ως και πιο πριν επεξηγήσαμε για να δράσουν, χωρίς να διακινδυνεύσουν προσωπικά (π.χ. ανώνυμα).

 

Στην παρούσα περίπτωση, διά της συμπεριφοράς που επέδειξαν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 συνέβαλαν στην επέλευση του θανάτου του θύματος. Ενώ ήταν φίλοι του και συγκρατούμενοι του, αντί να τον βοηθήσουν ή να τον προστατεύσουν ή τουλάχιστον να καλέσουν ή ενημερώσουν για βοήθεια παρέμειναν άπραγοι, επιδεικνύοντας απάνθρωπη αναλγησία. Ο Κατηγορούμενος 3 μάλιστα βιντεοσκοπούσε με κινητό τα βασανιστήρια αυτά, ωσάν να ήταν κάτι το αξιομνημόνευτο και πάλιν κατ' εντολή του βασανιστή. Οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 ενήργησαν δηλαδή με πλήρη αδιαφορία προς την υγεία και εν τέλει τη ζωή του συνανθρώπου τους. Αδιαφόρησαν παντελώς, παραμένοντας παθητικοί παρατηρητές και αμέτοχοι για την ασφάλεια του θύματος. Αυτή τους η συμπεριφορά, παρόλο που δεν είναι αφ' εαυτής βίαιη, επέτρεψε την ωμή βία προς το θύμα (enabled the violence). Η βία ούτε ως μέσο επικράτησης, ούτε ως μέσο εκδίκησης, ούτε ως μέσο τιμωρίας δεν έχει θέση στην κοινωνία των ανθρώπων (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Τόκκαλλος (2001) 2 Α.Α.Δ.95).

 

Δεν θεωρούμε, ως μας κάλεσαν οι συνήγοροι των Κατηγορουμένων 2 και 3, πως η παράλειψη αυτών να δράσουν ήταν μια λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης ή λανθασμένη κρίση υπό τις περιστάσεις (error of judgment). Ήταν ξεκάθαρο και στους δύο Κατηγορούμενους πως το θύμα, ο οποίος ήταν κατά τα άλλα φίλος τους, υφίστατο βασανιστήρια και βαρβαρότητες, ενώ αυτοί παρέμεναν παθητικοί θεατές στον βασανισμό ο οποίος προανήγγελλε τον θάνατο του. Το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος 3 προσπάθησε να περιθάλψει το θύμα, ταΐζοντας τον με το κουτάλι ή δίνοντας του νερό και κρατώντας του συντροφιά, είναι στοιχείο ότι δεν εξέλειπε εντελώς η ανθρώπινη του υπόσταση. Όμως πράττοντας έτσι ήταν σίγουρα έτι περαιτέρω σε θέση να εκτιμήσει την επικινδυνότητα των τραυματισμών του και την πιθανότητα να καταλήξει, όπως και έγινε. Ούτε και για τον Κατηγορούμενο 2 ήταν δύσκολο να προβλέψει ως ενδεχόμενο τον θάνατο του θύματος και όμως αδιαφόρησε, δεν έκανε τίποτε για να τον αποτρέψει.

 

Δεν έχουμε καμμιά αμφιβολία πως όλη η συμπεριφορά των Κατηγορούμενων 2 και 3 και δη η παράλειψη τους καθόλο το επίμαχο διάστημα να προβούν σε οποιαδήποτε αποτρεπτική του αποτελέσματος ενέργεια υπερκαλύπτει και τους τρεις τρόπους με τους οποίους δύναται να στοιχειοθετηθεί το συγκεκριμένο αδίκημα, καθώς και ότι η απραξία τους αυτή συνιστά μια από τις αιτίες επέλευσης του θανάτου για το άτυχο θύμα. Ειδικότερα ευρίσκοντο μπροστά σε μια κατάσταση η οποία αναμφίβολα ήταν επικίνδυνη και ασφαλώς αντιλαμβάνοντο ότι παρέμενε επικίνδυνη για το θύμα ενόσω οι ίδιοι εσφαλμένα παρέλειπαν να πράξουν οτιδήποτε (βλ. Σάββα, ανωτέρω). Παρομοίως οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 είχαν πλήρη γνώση για την κάθε λεπτομέρεια των βασανιστηρίων και των συνεπειών στο θύμα αλλά κυρίως για τον εμφανή και σοβαρό κίνδυνο να μην κατάφερνε να επιβιώσει μιας τέτοιας μεταχείρισης. Είναι θέμα κοινής λογικής πως η εναπόθεση του το βράδυ της πρώτης μέρας στο κελί του, σε μια τέτοια κατάσταση ισοδυναμεί τουλάχιστον με αδιαφορία για την επέλευση του μοιραίου ή όχι και η αδράνεια αυτή υπό τις περιστάσεις πληροί τους όρους τόσο της αλόγιστης συμπεριφοράς διά παραλείψεως όσο και της απερίσκεπτης συμπεριφοράς (Λοϊζίδης, ανωτέρω). Τονίζουμε δε πως απερίσκεπτη θα ήταν η συμπεριφορά τους ακόμα και αν δεν είχαν αναλογιστεί ότι η παράλειψη τους να προβούν σε οποιαδήποτε από τις διαθέσιμες ενέργειες ήταν πιθανό να οδηγήσει στον θάνατο το θύμα (Πέτρου, ανωτέρω).

 

Ήταν με άλλα λόγια οι Κατηγορούμενοι μάρτυρες ωμής βίας από την οποία δεν έκαναν το παραμικρό για να σώσουν το ανυπεράσπιστο θύμα. Δεν παραγνωρίζουμε ότι, εάν άλλα πρόσωπα που βρίσκονταν στον ίδιο χώρο ενεργούσαν ως όφειλαν, μπορεί ο θάνατος του θύματος να αποφεύγετο. Το ότι, όμως, ενδεχομένως να υπήρξε παράλειψη και από άλλα πρόσωπα δεν αναιρεί ή μειώνει την ευθύνη των κατηγορουμένων αφ’ ης στιγμής η δική τους αδιαφορία ήταν ενεργός και μια ουσιαστική αιτία θανάτου, όπως άλλωστε παραδέχτηκαν (βλ. Σάββα ν. Δημοκρατίας (2000) 2 Α.Α.Δ.115, 124 «The fault need not be the sole cause of the dangerous situation. It is enough if it is, looked at sensibly, a cause.» και Λοϊζίδης (ανωτέρω)).

 

Παρά τη διαπιστωθείσα σοβαρότητα και την ανάγκη για αποτρεπτική ποινή, υπάρχει πάντοτε και το καθήκον για εξατομίκευση της, ούτως ώστε αυτή να συνάδει με τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων και των προσωπικών δεδομένων των Κατηγορουμένων 2 και 3. Στα πλαίσια της εξατομίκευσης, λοιπόν, σημειώνουμε και συνεκτιμούμε τα ακόλουθα:


1. Οι δύο κατηγορούμενοι συνεργάστηκαν με την Αστυνομία ομολογώντας σε ανακριτικές καταθέσεις που τους λήφθηκαν την έκταση της ανάμειξης τους στον θάνατο του θύματος. Τούτο υποδηλώνει απτή μεταμέλεια. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη υπέρ τους ότι ενδεχομένως η παρούσα να ήταν μια δύσκολη και χρονοβόρα υπόθεση να αποδειχθεί εάν δεν ομολογούσαν και έτσι η παραδοχή τους έχει κι αυτή την επιπρόσθετη μετριαστική σημασία (βλ. Ghafari v. Αστυνομίας (2001) 2 Α.Α.Δ.442).


2. Παραδέχθηκαν άμεσα στο Δικαστήριο, κάτι το οποίο δεικνύει έμπρακτη μεταμέλεια και εξοικονομεί πολύτιμο δικαστικό χρόνο και δημόσιο χρήμα. Σίγουρα λόγω της παραδοχής τους δικαιολογείται έκπτωση στην ποινή (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας (2002) 2 Α.Α.Δ.28, M.C.T. v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ.222/20, ημερ. 10.10.22).

 
3. Κανένας από τους Κατηγορούμενους 2 και 3 δεν έχει προς όφελος του το λευκό ποινικό μητρώο.

 

Ο μεν Κατηγορούμενος 2 έχει στο ενεργητικό του τις δύο προηγούμενες καταδίκες που αφορούσαν, και πάλιν, σε αδικήματα βίας. Καταδικάστηκε στις 23.4.21 σε ποινή φυλάκισης 3 ετών στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 8771/21 του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, για βαριά σωματική βλάβη στην έγκυο συμβία του. Βαρύνεται επίσης με έτερη καταδίκη για αδίκημα επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης και ανησυχίας, για την οποία καταδικάστηκε στις 2.12.20 σε τέσσερις και έναν μήνα φυλάκισης με τριετή αναστολή στην ποινική υπόθεση υπ' αριθμό 17138/20 του Ε.Δ. Λευκωσίας.

 

Ο δε Κατηγορούμενος 3 έχει στο ενεργητικό του την προηγούμενη καταδίκη που προαναφέρθηκε. Σημειώνουμε ότι περισσότερες από μία υποθέσεις για τις οποίες καταδικάστηκε, αφορούν αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικά και ότι σχετικό αδίκημα αντιμετωπίζει και στην παρούσα.

 

Οι προηγούμενες καταδίκες δεν έχουν βέβαια τη σημασία ότι οι Κατηγορούμενοι θα τιμωρηθούν εκ δευτέρου, αλλά ότι η επιείκεια που μπορεί να τους επιδείξει το παρόν Δικαστήριο είναι μειωμένη σε σχέση με εκείνη που θα δικαιούντο αν ήταν λευκού ποινικού μητρώου (Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρος (1997) 2 Α.Α.Δ.17). Δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός επίσης ότι οι προηγούμενες καταδίκες του Κατηγορούμενου 2 αφορούν σε αδικήματα βίας, τα οποία εντάσσονται στην ομοειδή κατηγορία αδικημάτων κατά προσώπου. Επίσης τα προηγούμενα αδικήματα του Κατηγορούμενου 3 αφορούν, κυρίως, σε ναρκωτικά, δεικνύοντας ροπή του ιδίου προς τις παράνομες ουσίες. Οι ποινές, επομένως, πρέπει να χαρακτηρίζονται ιδιαιτέρως από το στοιχείο της ατομικής, αλλά και της κοινωνικής αποτροπής.

 
4. Λαμβάνουμε ιδιαιτέρως υπόψιν ότι και οι δύο κατηγορούμενοι έθεσαν τον εαυτό τους στη διάθεση της Κατηγορούσας Αρχής να καταθέσουν ως μάρτυρες κατηγορίας. Τούτο δεικνύει διάθεσή τους να υποβοηθήσουν στην πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης και στην απονομή της Δικαιοσύνης.

 

5. Λαμβάνουμε υπόψιν τα περιεχόμενα στις εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας που ετοιμάστηκαν για τους Κατηγορούμενους 2 και 3, καθώς και όσα ανέφεραν οι συνήγοροι τους σε σχέση με τις προσωπικές τους περιστάσεις.

 

Ο Κατηγορούμενος 2 είναι 36 ετών και γεννήθηκε στην Τουρκία. Φοίτησε σε σχολείο για πέντε χρόνια και μετά διέκοψε. Μετά τη στρατιωτική του θητεία, κατά το 2018 ήλθε στην Κύπρο και γνώρισε τη συμβία του στις ελεύθερες περιοχές. Η συμβία του κατάγεται από τις Φιλιππίνες και μαζί έχουν αποκτήσει δύο παιδιά, σήμερα ηλικίας δυόμισι και ενός έτους αντίστοιχα. Σε σχέση με τον ίδιο συνυπολογίζουμε επίσης και τις δυσμενείς επιπτώσεις που η φυλάκιση θα έχει στα εξαρτώμενα του πρόσωπα, δηλαδή τη συμβία του και τα δύο ανήλικα παιδιά του. Ασφαλώς τούτο αποτελεί μετριαστικό παράγοντα, ο οποίος όμως δεν είναι αποφασιστικής σημασίας στον καθορισμό του είδους της ποινής (βλ. Domotov κ.ά. ν. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ.32 και Αναστασίου ν. Γενικός Εισαγγελέας (2005) 2 Α.Α.Δ.492, Μ.Θ. v. Αστυνομίας (2005) 2 Α.Α.Δ.174).

 

Ο Κατηγορούμενος 3 είναι 23 ετών, άγαμος και άτεκνος. Γεννήθηκε στη Συρία όπου και φοίτησε μέχρι την Α’ τάξη του Δημοτικού. Όταν ήταν επτά ετών απεβίωσε ο πατέρας του. Σε ηλικία εννέα ετών ολόκληρη του η οικογένεια μετανάστευσε στη Σμύρνη λόγω πολέμου. Δεν υπηρέτησε στρατιωτική θητεία. Εργάστηκε για περίοδο δεκατεσσάρων ετών στην Τουρκία ως υποδηματοποιός. Το 2019 ήρθε στην Κύπρο και εργάστηκε κατά τα δύο πρώτα χρόνια ως κουρέας, ενώ στη συνέχεια υπήρξε εργάτης σε οικοδομές, εργασία με την οποία ασχολείτο μέχρι τη σύλληψη του. Όπως ανέφερε ο συνήγορος του, (προφανώς αναφερόμενος στην πρόσφατη καταδίκη του), ο Κατηγορούμενος 3 έπεσε θύμα των εμπόρων «ναρκωτικών οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία του και την οικονομική του δυσχέρεια τον χρησιμοποίησαν σε υπόθεση μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών για την οποία βρίσκεται σήμερα υπόδικος στις φυλακές» (σελ.5). Υπήρξε και χρήστης ναρκωτικών ουσιών όμως παρέμεινε αναντίλεκτο πως τους τελευταίους δύο μήνες εντός των Φυλακών έχει απαλλαγεί από τα ναρκωτικά.


Για τον Κατηγορούμενο 3 λαμβάνουμε υπόψη πως αυτός είναι πρόσφυγας από τη Συρία και η οικογένεια του πλήγηκε σοβαρά από τους πρόσφατους σεισμούς σε Συρία και Τουρκία. Επίσης το ότι μετά το επίδικο συμβάν συναίνεσε σε βοήθεια από τις Αρχές των Φυλακών, μέσω φαρμακευτικής αγωγής, για να σταματήσει τα ναρκωτικά, στα οποία ήταν εθισμένος από νεαρή ηλικία θα το προσμετρήσουμε ως ένδειξη της επιθυμίας του να αλλάξει ζωή.

 

6.  Σε σχέση με τη χρήση ναρκωτικών κατά τη διάπραξη αδικήματος σημειώνουμε πως ισχύουν κατ’ αναλογίαν οι ίδιες αρχές όπως και στην περίπτωση επήρειας αλκοόλης (βλ. Pernell κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ.417). Υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης αναγνωρίζουμε ότι η χρήση ναρκωτικών επέφερε κάποια χαλαρότητα και επέδρασε στον αυτοέλεγχο των Κατηγορούμενων 2 και 3. Παράλληλα όμως θα πρέπει να τονίσουμε πως η χρήση αυτή δεν είχε γίνει εξαρχής, ότι τα βασανιστήρια είχαν ήδη αρχίσει, στην παρουσία τους πριν εμφανιστούν τα ναρκωτικά, προκαλώντας σοβαρούς τραυματισμούς και αιμορραγία και τέλος ότι ούτως ή άλλως δεν αναφέρεται καμμιά τέτοια χρήση για το βράδυ της πρώτης μέρας ή και για οποιαδήποτε στιγμή της δεύτερης μέρας των αποτρόπαιων αυτών ενεργειών.

 

7.            Η πλευρά του Κατηγορούμενου 3 εισηγήθηκε πως η παρούσα θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψιν στην υπόθεση 15147/22 Κακουργοδικείου Λεμεσού, καλώντας ουσιαστικά το Δικαστήριο να εκλάβει αυτή την παράμετρο ως επιπρόσθετο ελαφρυντικό στοιχείο. Κατ’ αρχάς πρέπει να λεχθεί ότι το γεγονός ότι μια υπόθεση θα μπορούσε να ληφθεί υπόψιν και δεν λήφθηκε δυνατόν να συνιστά μετριαστικό παράγοντα σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. Παραρέ v. Δημορκατίας (2013) 2 Α.Α.Δ.257) και έχει τις ρίζες του στην αρχή ότι ένας κατηγορούμενος θα πρέπει να τυγχάνει του ευεργετήματος να τιμωρείται μια και μόνο φορά για όλη την εγκληματική του συμπεριφορά την οποία παραδέχεται. Χαρακτηριστικά τα λεχθέντα στη Βέλιου ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ.76 όπου λέχθηκε ότι «Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία, εκεί όπου μια υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη και δεν λήφθηκε, αυτό δυνατό να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τη μεταγενέστερη εκδίκαση του αδικήματος.»

 

Στην προκειμένη περίπτωση προκύπτει πως κατά τον χρόνο που εκτέθηκαν τα γεγονότα ενώπιον μας ο Κατηγορούμενος 3 στην παρούσα, ως ήταν βέβαια αναφαίρετο δικαίωμα του, δεν είχε παραδεχθεί την ως άνω υπόθεση του Κακουργοδικείου Λεμεσού. Φαίνεται δε ότι μεταγενέστερα και πριν την επιβολή ποινής στην παρούσα δήλωσε παραδοχή στην εν λόγω υπόθεση και ζήτησε όπως ληφθεί υπόψιν και αριθμός άλλων υποθέσεων, χωρίς ωστόσο να συμπεριλάβει στο αίτημα και την παρούσα.  Η δε θέση που αρχικά προέβαλε ο συνήγορος του, ότι δηλαδή δεν υποβλήθηκε τέτοιο αίτημα επειδή είχαν ήδη εκτεθεί τα γεγονότα στην παρούσα κατά τον χρόνο που δήλωσε παραδοχή στο Κακουργοδικείο Λεμεσού, είναι αντιληπτό ότι κατ’ ουδένα λόγο εμπόδιζε τον Κατηγορούμενο 3 από του να υποβάλει σχετικό αίτημα εν σχέσει με την παρούσα υπόθεση, αφού η ποινή στην παρούσα δεν είχε ακόμη επιβληθεί. Τούτο το αποδέχθηκε και ο συνήγορος του Κατηγορούμενου 3, ο οποίος εν τέλει δέχθηκε πως το γεγονός πως δεν λήφθηκε υπόψιν προέκυψε ως εκ των επιλογών του ιδίου του Κατηγορούμενου 3 και των συνηγόρων του. Επομένως είναι σαφές πως η παρούσα διαφοροποιείται από τις περιπτώσεις όπου ένεκα περιστάσεων για τις οποίες δεν ευθύνεται ο κατηγορούμενος (π.χ. μη εντοπισμού του φακέλου ή καθυστέρησης στην καταχώρηση) ο ίδιος αποστερήθηκε της δυνατότητας να τιμωρηθεί μια φορά για το σύνολο της εγκληματικής του συμπεριφοράς.

 

Εξάλλου ακόμα και εκεί όπου πράγματι μια υπόθεση θα μπορούσε να ληφθεί υπόψιν και δεν ελήφθη χωρίς υπαιτιότητα του κατηγορούμενου, η νομολογία επισημαίνει (Βέλιου ανωτέρω) πως, «δεν είναι βέβαιο σε μια τέτοια περίπτωση ποια θα ήταν η ποινή που θα επιβαλλόταν στην προηγούμενη υπόθεση αν είχε ζητηθεί μεταγενέστερη υπόθεση να ληφθεί υπόψη και δεν λήφθηκε». Σε τέτοια περίπτωση ευλόγως τίθεται το ερώτημα κατά πόσον το Δικαστήριο θα επέβαλλε την ίδια ποινή, ή θα την επαύξανε ουσιωδώς. Είναι για αυτό τον λόγο που, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Θεοδούλου v. Αστυνομίας, (2016) 2 A.A.Δ.397, θα πρέπει να τεθεί ενώπιον του εκδικάζοντος μεταγενέστερα η συνολική εικόνα, όπως αποκαλύπτεται από το ιστορικό και των δύο υποθέσεων, για να μπορέσει να την αξιολογήσει το Δικαστήριο.

 

Στην προκειμένη περίπτωση η απόφαση στην υπόθεση 15147/22 τέθηκε ενώπιον μας. Εξετάζοντας το σύνολο των δεδομένων δεν έχουμε καμμιά αμφιβολία ότι η ποινή του Δικαστηρίου στην εν λόγω υπόθεση θα ήταν αυστηρότερη εάν λαμβανόταν υπόψιν η παρούσα.  Και τούτο διότι, το πρώτο Δικαστήριο θα λάμβανε υπόψιν ότι μετά τη διάπραξη των αδικημάτων της κύριας υπόθεσης (καθώς και των υποθέσεων που λαμβάνονταν υπόψιν), ο κατηγορούμενος επέδειξε και άλλου είδους σοβαρή εγκληματική συμπεριφορά διαπράττοντας αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου 210, χωρίς παράλληλα να έχει σταματήσει τη διάπραξη αδικημάτων ίδιας φύσεως με αυτά για τα οποία κρίθηκε ένοχος στο πλαίσιο της κύριας υπόθεσης και μάλιστα αυτή τη φορά εντός των Φυλακών. Θα πρέπει δε να υπομνησθεί στο στάδιο αυτό και η καλώς νομολογημένη αρχή, ότι όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν και αδικήματα άλλων υποθέσεων δύναται να επιβάλει μεγαλύτερη ποινή στις κατηγορίες που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο, από εκείνη που θα επέβαλλε αν είχε ενώπιον του μόνο αυτές τις κατηγορίες (βλ. Ιωάννου ν. Γενικού Εισαγγελέα (2005) 2 Α.Α.Δ.598). Επομένως θεωρούμε πως ακόμα και αν λαμβανόταν υπόψιν η παρούσα κάτι τέτοιο θα είχε ως αναπόφευκτο αποτέλεσμα την επιβολή ουσιωδώς αυστηρότερης ποινής από αυτήν που εν τέλει επεβλήθη στην προαναφερθείσα υπόθεση του Κακουργοδικείου Λεμεσού.

 

Καταληκτικά σημειώνουμε ότι δεν μπορούμε να δεχθούμε, ως εισηγήθηκε ο κ. Αποστολίδης, ότι οφείλουμε να κρίνουμε τον Κατηγορούμενο 3 επιεικέστερα από άλλες περιπτώσεις παρομοίου είδους λόγω του ότι δεν είναι δια ενέργειας του που επήλθε ο θάνατος του θύματος, αλλά δια παραλείψεως του. Δεδομένου ότι το αδίκημα συντελείται είτε με πράξη, είτε με παράλειψη και στην παρούσα περίπτωση ο Κατηγορούμενος 3 παραδέχθηκε την παράλειψη, τότε η συμπεριφορά του είναι εξίσου μεμπτή. Αυτό που πράγματι οφείλουμε να λάβουμε και όντως λαμβάνουμε υπόψιν για τους Κατηγορούμενους 2 και 3 είναι τον βαθμό ευθύνης τους στον θάνατο του θύματος, ο οποίος ήταν δευτερεύων σε σχέση με τη συμπεριφορά του αυτουργού, η οποία ήταν πρωταρχική και καθοριστική για τον θάνατο.

 

Συνεκτιμώντας, λοιπόν, τη σοβαρότητα των αδικημάτων που καταδεικνύεται από την προβλεπόμενη στον Νόμο 4ετή ποινή φυλάκισης σε συνδυασμό με την ανάγκη για αποτροπή και όλες τις ως άνω περιστάσεις τόσο της υπόθεσης όσο και των Κατηγορουμένων 2 και 3, καταλήγουμε ότι οι μόνες κατάλληλες ποινές είναι αυτές της φυλάκισης. Κρίνουμε ως αρμόζουσες και επιβάλλουμε:

 

Στην Κατηγορία 5

Στον Κατηγορούμενο 2 φυλάκιση 3 ετών

Στον Κατηγορούμενο 3 φυλάκιση 3 ετών

 

Στην κατηγορία 6

Στον Κατηγορούμενο 2 φυλάκιση 9 μηνών

 

Στην Κατηγορία 7

Στον Κατηγορούμενο 3 φυλάκιση 6 μηνών

 

Οι ποινές για κάθε Κατηγορούμενο να συντρέχουν μεταξύ τους.


Δυνατότητα αναστολής


Σε σχέση με την εισήγηση για αναστολή, η βασική νομολογιακή αρχή, όπως εν τέλει έχει αποκρυσταλλωθεί στις υποθέσεις Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ.930 και Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας (2013) 2 Α.Α.Δ.449, είναι ότι επανεξετάζεται κάθε παράγοντας ο οποίος δυνατόν να έχει σημασία ως προς την αναστολή. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων, μπορούν ή πρέπει αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί την παροχή μιας δεύτερης ευκαιρίας στον κατηγορούμενο (βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας (2010) 2 Α.Α.Δ. 22). Αυτό απαιτεί την εκ νέου θεώρηση των συνθηκών διάπραξης του αδικήματος και των προσωπικών περιστάσεων του κατηγορούμενου – είτε επιβαρυντικές είτε μετριαστικές – οι οποίες δυνατόν να καθοδηγήσουν την άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Εν τέλει το ουσιώδες ερώτημα είναι κατά πόσο η ανασταλείσα ποινή θα αντικατοπτρίζει την αντικειμενική σοβαρότητα του αδικήματος και θα εξυπηρετήσει τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας.

 

Σημειώνουμε παραθέτοντας επί του θέματος τα λεχθέντα στην πρόσφατη υπόθεση Νεοφύτου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 9/21, ημερ. 29.7.21 (η οποία αφορούσε βαριά σωματική βλάβη) και με τα οποία συμφωνούμε απολύτως:

 

«Σε πλήρη συμφωνία με την Αριστοδήμου προσθέτουμε ότι ποινή φυλάκισης, που θα μπορούσε να θεωρηθεί και αυστηρή λόγω του εύρους της, μπορεί να απωλέσει το στοιχείο της αποτροπής εφόσον ανασταλεί, ακόμα και να καταστεί ανεπαρκής για την τιμωρία του καταδικασθέντα. Το στοιχείο της γενικής αποτροπής γεννάται από την αντίδραση του κοινού, μέσα στο οποίο είναι και ο επίδοξος παραβάτης, στο άκουσμα της ποινής που επιβλήθηκε στον καταδικασθέντα. Η ποινή φυλάκισης με αναστολή είναι ποινή φυλάκισης για όλους τους σκοπούς, με τη δραματική όμως διαφορά ότι η εκτέλεση της αναστέλλεται υπό όρους. Την αποτροπή δημιουργεί η επίπτωση που είχε η συναφής καταδίκη, με έμφαση στο άμεσο αποτέλεσμα και εφόσον η ποινή φυλάκισης ανασταλεί, το στοιχείο της αποτροπής εξασθενεί σε μεγάλο βαθμό.»

 

Θεωρούμε πως, εν προκειμένω, οφείλουμε να ασκήσουμε τη διακριτική μας ευχέρεια εναντίον της αναστολής, αφού σε αντίθετη περίπτωση θα δίνονταν στους ίδιους και στην κοινωνία τα λανθασμένα μηνύματα. Τα ελαφρυντικά που προαναφέραμε επενέργησαν ως προς το ύψος της ποινής που επιβλήθηκε και δεν μπορούν να επεκταθούν και στην αναστολή της.

 

Ως εκ τούτου η σχετική εισήγηση για αναστολή απορρίπτεται.

 

 

 

 

Ζήτημα Ενεργοποίησης Ανασταλείσας Ποινής

 

Η επιβολή ως ανωτέρω ποινών φυλάκισης σε σχέση με τον Κατηγορούμενο 2, καθώς και ο χρόνος καταδίκης στα μεταγενέστερα αδικήματα της παρούσας και συγκεκριμένα το ότι εμπίπτει εντός της περιόδου εφαρμογής του προηγηθέντος διατάγματος αναστολής στην ποινική υπόθεση 17138/20, δικαιολογεί την ενασχόληση με το κατά πόσον θα πρέπει ή όχι να ενεργοποιηθεί ολόκληρη ή μέρος της ανασταλείσας κατά το 2020 παλαιότερης ποινής του Κατηγορούμενου 2. Λαμβάνοντας υπόψιν τη συνολική εγκληματική συμπεριφορά του σε συνδυασμό με την αρχή της συνολικότητας της ποινής κρίνουμε πως ενόψει των ποινών που έχουμε επιβάλει στην παρούσα δεν είναι αναγκαία στο παρόν στάδιο η ενεργοποίηση της παλαιότερης ποινής ή οποιουδήποτε μέρους της. Θεωρούμε όμως ορθό όπως διατάξουμε την τροποποίηση του αρχικού διατάγματος διά αντικαταστάσεως της αρχικής τριετούς περιόδου με νέα διετή που θα αρχίζει σήμερα. Ως εκ τούτου η αρχική περίοδος αναστολής που είχε διαταχθεί στην ποινική υπόθεση 17138/20 στις 2.12.20 από το Ε.Δ. Λευκωσίας αντικαθίσταται με νέα περίοδο αναστολής δύο ετών η οποία αρχίζει από σήμερα.

 

(Επεξηγείται στον Κατηγορούμενο 2 η σημασία της πιο πάνω διαταγής).

 

Διαδοχικότητα ή Μη των Ποινών

 

Σε σχέση με το ζήτημα της διαδοχικότητας ή μη των ποινών κατ’ αρχάς σημειώνουμε ότι κατά κανόναν και δυνάμει του άρθρου 117(2) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, μια μεταγενέστερη ποινή αρχίζει να εκτίεται μετά την έκτιση προγενέστερης, εκτός αν καθορίσει διαφορετικά το Δικαστήριο. Η επιλογή της διαδοχικότητας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται βέβαια δικαστικά (βλ. Ν.Ν. ν. Δημοκρατίας (2012) 2 Α.Α.Δ.762). Ως προς τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψιν παραπέμπουμε σχετικά στο σύγγραμμα του Γ. Μ. Πική, Sentencing in Cyprus, 2η έκδοση, 2007, στη σελ.93 όπου αναφέρονται τα εξής:

 

          «In Koufou a.o. v. P.[1] it was held that for the court to do otherwise there must be special or exceptional circumstances. As the case of Christophorou v. P.[2] implies, a multitude of factors must be weighted to determine whether such circumstances exist. They include the time at which the respective crimes were committed, their nature, and the proportionality that the overall punishment bears to the gravity of the crimes.»

           

Ως προς την αρχή της συνολικότητας της ποινής χρήσιμη ανάλυση έγινε στην υπόθεση Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ.318/15, ημερ. 7.9.17, με παραπομπή στη Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας (2004) 2 Α.Α.Δ. 443, όπου αναφέρθηκε πως η εφαρμογή της αρχής “επεκτείνεται πέραν της περίπτωσης διαδοχικών ποινών που επιβάλλονται από το ίδιο δικαστήριο την ίδια ώρα στην ίδια ή σε διαφορετικές υποθέσεις και καλύπτει περιπτώσεις όπως η προκειμένη στην οποία οι ποινές επιβάλλονται από διαφορετικό δικαστήριο σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές υποθέσεις. Ακόμα, δεν περιορίζεται σε αδικήματα που είναι όμοια ή σχετίζονται μεταξύ τους ως μέρος μίας ενιαίας ενέργειας, ως προς τα οποία ο γενικός κανόνας είναι ότι δεν πρέπει να επιβάλλονται διαδοχικές ποινές (ίδε και Αχιλλέως ν. Αστυνομίας (1989) 1 Α.Α.Δ.331).»

 

Είναι δε σαφές από την υπόθεση Χριστοφόρου (ανωτέρω) πως επίκεντρο της αρχής της συνολικότητας είναι ο τιμωρούμενος και προοπτική της η αποφυγή υπέρμετρης ή δυσανάλογης ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη του. Το δε υπόβαθρο της είναι οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της τιμωρίας προς το έγκλημα και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του Συντάγματος και της Ε.Σ.Δ.Α., υπό το φως των οποίων και θα πρέπει να εφαρμόζεται το άρθρο 117(2) και να ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ως προς το ύψος της επιβληθησόμενης ποινής. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά ως σύνολο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση φυλάκισής του. Το δε Δικαστήριο οφείλει να αντικρύσει την υπόθεση από απόσταση και να εξετάσει το κατά πόσον η συνολική ποινή είναι η αρμόζουσα, σύμφωνα με τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης.

 

Περαιτέρω επισημάνθηκε πως ειδικά στην περίπτωση που επιβάλλεται ποινή ενώ ο τιμωρούμενος εκτίει άλλη ποινή, αποτελούν καλό κανόνα τα λεχθέντα στην υπόθεση R v. Watts [2000] 1 CrAppR.(S.) 460 και συγκεκριμένα: 

 

"If the offence had fallen to be dealt with at the same time would the same total sentence have resulted. If not, then the total produced by making the sentences consecutive may be disproportionate and excessive."

 

Στη βάση των ανωτέρω το καίριο ερώτημα συνεπώς είναι κατά πόσον στην παρούσα υπάρχουν περιστάσεις στη βάση των οποίων θα πρέπει να δοθεί διαφορετική διαταγή με βάση το άρθρο 117(2) του Κεφ.155. Είναι αδιαμφισβήτητο πως τα αδικήματα της παρούσας έχουν διαπραχθεί σε διαφορετικό χρόνο από τα αδικήματα τόσον της υπόθεσης 8771/21 όσον και της υπόθεσης 15147/22, καθώς και αυτών που λαμβάνονται υπόψιν στο πλαίσιο της τελευταίας. Ακόμα δε και αν ο χρόνος αυτός δεν είναι τέτοιος που να εμποδίζει την ένταξη τους στο πλαίσιο της ενιαίας ενέργειας, εντούτοις τα αδικήματα αναμφίβολα διαφέρουν ως προς τη φύση τους αφού το σοβαρότερο αδίκημα που αντιμετωπίζουν στην παρούσα οι Κατηγορούμενοι 2 και 3 στηρίζεται στο άρθρο 210 του Κεφ.154.  Περαιτέρω δεν στρέφονται ούτε κατά του ίδιου προσώπου. Είναι επομένως σαφές πως υπό τις ως άνω περιστάσεις δεν μπορούν να ενταχθούν στο πλαίσιο μιας ενιαίας ενέργειας.  Έχει δε ήδη γίνει εκτενής αναφορά ανωτέρω στη σοβαρότητα της παρούσας υπόθεσης που έγκειται στο γεγονός πως ένεκα της παράλειψης μεταξύ άλλων και των Κατηγορουμένων 2 και 3 να ειδοποιήσουν κάποιο πρόσωπο, έστω και ανώνυμα, αναφορικά με τις βάναυσες επιθέσεις που δέχθηκε ο αποβιώσας φίλος τους, ο τελευταίος οδηγήθηκε στον θάνατο εντός του σωφρονιστικού ιδρύματος της χώρας μας και μάλιστα με τρόπο επώδυνο και μαρτυρικό.

 

Έχοντας κατά νουν τα πιο πάνω, κρίνουμε ότι η προσθήκη των ποινών που επιβλήθηκαν στην παρούσα υπόθεση στην ποινή που ήδη εκτίουν οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, δεν απολήγει σε ποινές αθροιστικά υπερβολικές ή δυσανάλογες προς τη συνολική αξιόποινη συμπεριφορά τους. Καταλήγουμε, συνεπώς, ότι δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η έκδοση διαφορετικής διαταγής, αφού ως εξηγήσαμε δεν βρίσκουμε εν προκειμένω οποιοδήποτε λόγο να αποκλίνουμε από τον κανόνα της διαδοχικότητας των ποινών που θέτει το άρθρο 117(2) του Κεφ.155.

 

Ως εκ τούτου οι πιο πάνω ποινές για τους Κατηγορούμενους 2 και 3 να εκτιθούν διαδοχικά με την έκτιση των ποινών τους στις υποθέσεις 8771/21 του Κακουργοδικείου Λευκωσίας και 15147/22 του Κακουργοδικείου Λεμεσού, αντίστοιχα.

 

 

 

(Υπ.) …………………………………

Χ. Β. Χαραλάμπους, Π.Ε.Δ.

 

(Υπ.) …………………………………

Ν. Μαθηκολώνη, Α.Ε.Δ.

 

(Υπ.) ……..…………………………..

Μ. Κ. Λοΐζου, Ε.Δ.

 

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

/Σ.Θ.

 

 

 

 

 

 

 

 



[1] (1993) 2 C.L.R. 396.

[2] (2004) 2 C.L.R. 443.(υποσημειώσεις στο πρωτότυπο)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο