ECLI:CY:EDLEM:2011:B36
ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ.
Αρ. Υπόθεσης: 22342/10
Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού
εναντίον
Γιώργου Ευσταθίου, από τη Λεμεσό
Κατηγορούμενου
---------------------
Ημερομηνία: 16 Φεβρουαρίου 2011
Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου
Κατηγορουμένος παρών, γι’ αυτόν ο κ. Βασιλείου
Π Ο Ι Ν Η
Ο κατηγορούμενος, κατόπιν παραδοχής του, κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει για το αδίκημα της βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154.
Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτά έχουν εκτεθεί από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής, είναι τα ακόλουθα:
Στις 4.1.2009 και περί ώρα 23.30 καταγγέλθηκε στο ΤΑΕ Λεμεσού από τον παραπονούμενο, Γιώργο Ιάπωνα, ότι την ίδια μέρα και περί ώρα 04.00, ενώ βρισκόταν έξω από το νυκτερινό κέντρο με την ονομασία «sesto senso» που βρίσκεται στην τουριστική περιοχή Γερμασόγειας μαζί με τον φίλο του Άθω-Μαρίνο Τσάτσο (Μ.Κ.4) δέχθηκε επίθεση από τον κατηγορούμενο ο οποίος τον κτύπησε με δύο γροθιές στο πρόσωπο και αμέσως εγκατέλειψε το μέρος.
Μετά το επεισόδιο ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε από τον Μ.Κ.4 στο τμήμα πρώτων βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού όπου διαπιστώθηκε ότι αυτός έφερε αιμάτωμα στο αριστερό κάτω βλέφαρο και στην εσωτερική γωνιά του αριστερού οφθαλμού και παραπέμφθηκε σε αξονική τομογραφία εγκεφάλου και οστών προσώπου. Η αξονική τομογραφία κατέδειξε ότι ο παραπονούμενος έφερε κάταγμα του αριστερού οφθαλμικού κόγχου και του αριστερού ζυγωματικού. Αφού ο παραπονούμενος έτυχε νοσηλείας, απολύθηκε από το Νοσοκομείο με οδηγίες όπως η κατάσταση του εκτιμηθεί από γναθοχειρούργο.
Στις 5.1.2009 λήφθηκε κατάθεση από τον Μ.Κ.4 στην οποία ανέφερε ότι είδε τον κατηγορούμενο να κτυπά τον παραπονούμενο δίνοντας του γροθιά στο πρόσωπο με το δεξί χέρι και χαστούκι στο πρόσωπο με το αριστερό χέρι.
Κατόπιν έκδοσης δικαστικού εντάλματος σύλληψης, ο κατηγορούμενος συνελήφθη στις 5.1.2009 και σε ανακριτική κατάθεση που του λήφθηκε ισχυρίστηκε ότι για διάστημα 4 χρόνων διατηρούσε δεσμό με τη Δέσποινα Φράγκου από τη Λεμεσό η οποία είναι φοιτήτρια στο εξωτερικό, με την οποία χώρισε τελειωτικά πριν από ενάμιση χρόνο. Πριν από δύο μήνες άρχισαν μεταξύ τους τηλεφωνική επικοινωνία και η Δέσποινα ήρθε στην Κύπρο στις 21.12.08 για διακοπές. Όταν ο κατηγορούμενος έμαθε ότι η Δέσποινα έβγαινε με τον παραπονούμενο με τον οποίο ήταν φίλοι, ζήλεψε και ήθελε να την αποκτήσει ξανά και μίλησε με τον παραπονούμενο ο οποίος του υποσχέθηκε ότι θα σταματούσε να βλέπει τη Δέσποινα για να μη χαλάσει η φιλία τους. Στην συνέχεια, όμως, ο κατηγορούμενος έμαθε ότι ο παραπονούμενος συνέχισε να έχει σχέσεις με την εν λόγω κοπέλα. Έτσι όταν συναντήθηκαν το βράδυ της 4.1.09 έξω από το εν λόγω κέντρο και όταν ο παραπονούμενος προσπάθησε να μιλήσει στον κατηγορούμενο αγκαλιάζοντας τον από τον λαιμό, ο τελευταίος επειδή ήταν θυμωμένος τίναξε τους ώμους του και τον έσπρωξε με τον δεξί αγκώνα στο πρόσωπο. Πρόσθεσε ότι δεν ήθελε να του κάνει κακό και απολογήθηκε. Στην συνέχεια ο κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση στα κρατητήρια του κεντρικού αστυνομικού σταθμού Λεμεσού. Αργότερα ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκε γραπτώς για το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης και απάντησε ότι δεν παραδέχεται.
Στις 7.1.09 λήφθηκε κατάθεση από τη Δέσποινα Φράγκου η οποία επιβεβαίωσε την σύναψη, διάρκεια και διακοπή της σχέσης της με τον κατηγορούμενο όπως ανέφερε ο ίδιος στη δική του κατάθεση. Πρόσθεσε ότι γνώρισε τον παραπονούμενο μέσω διαδικτύου δύο μήνες προηγουμένως και όταν ήρθε στην Κύπρο έβγαιναν μαζί. Όταν ο κατηγορούμενος το έμαθε, ενοχλήθηκε και της ζήτησε να τα ξαναφτιάξουν, πράγμα που η ίδια αρνήθηκε.
Στις 11.1.09 ο παραπονούμενος προσήλθε εκ νέου στην αστυνομία και σε γραπτή του κατάθεση ανέφερε ότι είναι φίλοι με τον κατηγορούμενο για πολλά χρόνια και επιθυμεί όπως η φιλία τους συνεχίσει καθότι η μεταξύ τους παρεξήγηση λύθηκε και επιθυμεί επίσης όπως αποσύρει την καταγγελία που έκανε εναντίον του κατηγορούμενου και παρακάλεσε να μην προχωρήσει η υπόθεση στο Δικαστήριο. Επίσης ο κατηγορούμενος ανέλαβε να τον αποζημιώσει για όλα τα ιατρικά έξοδα που υπέστη και για οποιαδήποτε μελλοντικά έξοδα είχε σχετικά με τον τραυματισμό του.
Τέλος, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται με προηγούμενες καταδίκες.
Κατά την αγόρευση του για μετριασμό της ποινής, ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε αναλυτικά στις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Ειδικότερα επεσήμανε ότι ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος ήταν επιστήθιοι φίλοι και έβγαιναν καθημερινά μαζί και έτσι όταν ο παραπονούμενος δημιούργησε δεσμό με τη Δέσποινα ο κατηγορούμενος, επειδή την αγαπούσε, πικράθηκε με τον παραπονούμενο και ζήλευε. Επιπλέον η στάση της Δέσποινας ήταν ιδιαίτερα προκλητική προς τον κατηγορούμενο καθότι όπου πήγαινε ο κατηγορούμενος, πήγαιναν και η Δέσποινα με τον παραπονούμενο και μάλιστα τον ειρωνεύονταν και τον προκαλούσαν. Το ίδιο έγινε και την επίδικη νύκτα όταν η Δέσποινα με τον παραπονούμενο πήγαν στο κέντρο όπου βρισκόταν ήδη ο κατηγορούμενος, ο οποίος αντέδρασε με αποτέλεσμα τη λεκτική αντιπαράθεση κατηγορούμενου και παραπονούμενου (ο οποίος υποσχέθηκε ότι θα διάκοπτε τη σχέση του με τη Δέσποινα) με αποτέλεσμα την αξιόποινη συμπεριφορά του κατηγορούμενου προς τον παραπονούμενο.
Ο κ. Βασιλείου τόνισε την έλλειψη οποιουδήποτε προσχεδιασμού στις πράξεις του κατηγορούμενου καθώς επίσης την ύπαρξη σοβαρής πρόκλησης εκ μέρους του παραπονούμενου.
Ο κ. Βασιλείου υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας – Τεκμήριο Α. Σ’ αυτή αναφέρεται ότι ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 24 ετών, φοιτητής σε ιδιωτικό πανεπιστήμιο στον κλάδο κοινωνικής εργασίας. Ο πατέρας του είναι 55 χρονών, άνεργος εδώ και ένα χρόνο, ενώ η μητέρα του είναι 46 ετών πωλήτρια. Έχει ακόμα ένα αδελφό 20 ετών φοιτητή στην Αγγλία.
Η οικογένεια του κατηγορούμενου είναι συγκροτημένη και ο πατέρας του εργαζόταν στον ιδιωτικό τομέα πλην όμως απολύθηκε πριν ένα χρόνο. Οι σχέσεις μεταξύ της οικογένειας είναι αρμονικές. Ο κατηγορούμενος μετά το Λύκειο υπηρέτησε κανονικά την στρατιωτική του θητεία και ακολούθως ξεκίνησε να φοιτά σε ιδιωτικό πανεπιστήμιο στη Λευκωσία και προτίθεται μετά να φοιτήσει στον κλάδο ναυτιλιακών σπουδών. Η μόνη βασικά δυσκολία που αντιμετωπίζει η οικογένεια είναι οικονομική, και αξίζει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος διαμένει σε ενοικιαζόμενο διαμέρισμα στη Λευκωσία για τον σκοπό της φοίτησης του.
Ο κ. Βασιλείου ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η συνολική φοίτηση του κατηγορούμενου είναι πενταετής και ότι αυτός παρακολουθεί επίσης ιδιαίτερα μαθήματα αγγλικής γλώσσας. Τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης θα αποκόψει παντελώς το μέλλον του κατηγορούμενου.
Ο κ. Βασιλείου κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος και ο παραπονούμενος έχουν συμφιλιωθεί και οι σχέσεις τους έχουν πλήρως αποκατασταθεί και μάλιστα ο παραπονούμενος προέβη στην πληρωμή των εξόδων της Πολυκλινικής για τη θεραπεία του παραπονούμενου και επιπλέον του ποσού των €1300 ως αποζημίωση για την ταλαιπωρία που υπέστη ο παραπονούμενος συνεπεία του τραυματισμού του. Επίσης ο παραπονούμενος δεν επιθυμεί πλέον την συνέχιση της παρούσας διαδικασίας εναντίον του κατηγορούμενου. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του ο κ. Βασιλείου κατέθεσε δέσμη εγγράφων, Τεκμήριο Β, με σχετική ενυπόγραφη δήλωση του παραπονούμενου και τις αποδείξεις πληρωμής των εν λόγω ποσών.
Τέλος, ο κ. Βασιλείου τόνισε τη μεταμέλεια του κατηγορούμενου, η οποία διαφαίνεται και έμπρακτα από όσα αναφέρονται πιο πάνω, την υπόσχεση του ότι δεν θα διαπράξει άλλο αδίκημα στο μέλλον καθώς επίσης το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης και ακόμα μέχρι το στάδιο επιβολής ποινής. Ήταν η εισήγηση του κ. Βασιλείου ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε επιβάλει ποινή φυλάκισης, συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την άσκηση της ευχέρειας του Δικαστηρίου για την αναστολή έκτισης αυτής.
Η σοβαρότητα του αδικήματος της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, φαίνεται τόσο από την ίδια τη φύση του αδικήματος όσο και από τη προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή. Ως ανώτατο όριο ορίζεται φυλάκιση 7 ετών.
Θεώρηση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου δείχνει ότι τέτοιας φύσης αδίκημα αντιμετωπίζεται με αυστηρή ποινή, που είναι συνήθως η ποινή φυλάκισης, η οποία κυμαίνεται από μερικούς μήνες μέχρι 6 χρόνια. . Ενδεικτικά παραπέμπω στις υποθέσεις Ανδρέου v. Δημοκρατίας (1977) 2 Α.Α.Δ. 81, Αεροπόρος v. Δημοκρατίας (1992) 2 Α.Α.Δ. 275 και Γενικός Εισαγγελέας v. Evans (2005) 2 A.A.Δ. 639. Σημασία βέβαια για το μέγεθος της ποινής έχουν οι συνθήκες και περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, όπως λέχθηκε στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 463.
Στρεφόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι οι συνθήκες που περιβάλλουν τη διάπραξη του αδικήματος είναι ιδιάζουσες. Ο κατηγορούμενος, ηλικίας τότε 22 ετών, ζούσε την απογοήτευση, θυμό, ζήλεια αλλά και πίκρα που προκάλεσε ο τερματισμός της μακρόχρονης σχέσης του με τη Δέσποινα, και η συνακόλουθη επανέναρξη της επαφής τους, ενώ ταυτόχρονα αυτή τα έφτιαξε με τον πολύ στενό του φίλο, τον παραπονούμενο. Στην ηλικία του κατηγορούμενου, όπου τα αισθήματα και ο αυθορμητισμός κυριαρχούν έναντι της λογικής και ώριμης σκέψης, ο κατηγορούμενος συζήτησε το θέμα με τον παραπονούμενο και ο τελευταίος του είχε υποσχεθεί ότι θα έδινε τέλος στη σχέση του με τη Δέσποινα. Αντ΄ αυτού, η σχέση συνεχίστηκε και μάλιστα με προκλητικό τρόπο έναντι του κατηγορούμενου, αφού τον ακολουθούσαν όπου πήγαινε και τον ειρωνεύονταν. Το ίδιο συνέβηκε και το επίδικο βράδυ, όπου ο παραπονούμενος πήγε στο μέρος που ήταν ο κατηγορούμενος με τη Δέσποινα, ο κατηγορούμενος τελικά αντέδρασε στην στάση των δύο έναντι τους, με αποτέλεσμα τη λεκτική αντιπαράθεση μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενου, και την αξιόποινη βίαιη συμπεριφορά του κατηγορούμενου προς τον παραπονούμενο.
Θεωρώ ότι με αυτά τα δεδομένα ο κατηγορούμενος δεν ενήργησε προσχεδιασμένα, αλλά κάτω από την συναισθηματική φόρτιση της δεδομένης στιγμής, και μάλιστα αφού δέχθηκε την πρόκληση από τον παραπονούμενο. Η πρόκληση αποτελεί μετριαστικό παράγοντα κατά την επιβολή ποινής, όπως λέχθηκε μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας v. Evans (ανωτέρω), Πισκόπου v. Δημοκρατίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 342 και Ιωάννου v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 327.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδω στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, αμέσως μετά τη διάπραξη του αδικήματος, αντιλήφθηκε το λάθος του και έμπρακτα μεταμελήθηκε, αφού προθυμοποιήθηκε να αποζημιώσει τον παραπονούμενο, κάτι το οποίο και έγινε. Σχετική είναι η δέσμη εγγραφών – Τεκμήριο Β. Ο κατηγορούμενος πλήρωσε τα έξοδα της θεραπείας του παραπονούμενου και μάλιστα του έδωσε επιπλέον το ποσό των 1300 ευρώ ως αποζημίωση, με αποτέλεσμα ο παραπονούμενος να μην έχει οποιοδήποτε πλέον παράπονο ή απαίτηση εναντίον του κατηγορούμενου και μάλιστα να μην επιθυμεί την συνέχιση της δικαστικής διαδικασίας εναντίον του κατηγορούμενου. Απέσυρε την καταγγελία που έκανε στην αστυνομία από τις 11.1.2009, 5 μέρες μετά το επίδικο επεισόδιο. Οι δε σχέσεις μεταξύ τους έχουν αποκατασταθεί.
Χωρίς να παραγνωρίζεται ή μειώνεται η σοβαρότητα της πράξης του κατηγορούμενου ή του τραυματισμού του παραπονούμενου, η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει ότι η παρούσα υπόθεση διαχωρίζεται από τις προαναφερόμενες υποθέσεις, και πρέπει να ειδωθεί ως μια υπόθεση νεανικής επιπολαιότητας με συναισθηματικά κίνητρα, η οποία όμως αμέσως μετά έτυχε θετικής εξέλιξης με την αποκατάσταση τόσο της προκληθείσας ζημιάς στον παραπονούμενο όσο και της σχέσης μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενου.
Ως ελαφρυντικούς παράγοντες για τον κατηγορούμενο, λαμβάνω υπόψη την άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου και το λευκό ποινικό μητρώο του. Ακόμα, λαμβάνω σοβαρά υπόψη το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τη διάπραξη του αδικήματος μέχρι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να επιβάλει ποινή στον κατηγορούμενο και μάλιστα χωρίς ο κατηγορούμενος να έχει προβεί σε οποιαδήποτε άλλη αξιόποινη πράξη από τότε μέχρι σήμερα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η υπόθεση καταχωρήθηκε ενάμιση χρόνο μετά τη διάπραξη του αδικήματος, χωρίς να προβληθεί οποιαδήποτε δικαιολογία γι΄αυτό, ενώ ο κατηγορούμενος θα αντιμετωπίσει τις συνέπειες της αξιόποινης συμπεριφοράς του 2 χρόνια αργότερα. Αυτό λαμβάνεται υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας που προσμετρά υπέρ των κατηγορουμένων. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας κ.ά. v. Πότση (2000) 2 Α.Α.Δ. 252, Γενικός Εισαγγελέας v. Αβρααμίδη (1993) 2 Α.Α.Δ. 355 και Γενικός Εισαγγελέας v. Τέλλα (1991) 2 Α.Α.Δ. 71.
Τέλος, λαμβάνω σοβαρά υπόψη τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, όπως αυτές εκτίθενται στην Έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, Τεκμήριο Α, και αναφέρθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης. Ειδικά λαμβάνω υπόψη ότι ο κατηγορούμενος προέρχεται από μια συγκροτημένη οικογένεια, που τον τελευταίο χρόνο αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες λόγω της απώλειας της εργασίας του πατέρα του, ενώ οι γονείς προσφέρουν στα παιδιά όλη την αναγκαία στήριξη και καθοδήγηση και μάλιστα φροντίζουν για τις σπουδές και των δύο παιδιών τους.
Διαφαίνεται ότι δύο χρόνια αργότερα ο κατηγορούμενος έχει ωριμάσει, και έχει θέσει νέους στόχους στη ζωή του με την ολοκλήρωση των σπουδών του, έτσι ώστε η αξιόποινη αυτή πράξη του να ανήκει πλέον στο παρελθόν και να αποτελεί ένα μεμονωμένο περιστατικό.
Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω δεδομένα, και κυρίως την εξέλιξη του συμβάντος μέσω της ανυπόγραφης δήλωσης του παραπονούμενου, την άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου, το λευκό ποινικό μητρώο του, το νεαρό της ηλικίας του τόσο κατά τη διάπραξη του αδικήματος όσο και σήμερα, και τη νέα πορεία που έχει χαράξει στη ζωή του, θεωρώ ότι η ποινή φυλάκισης θα ήταν υπέρμετρη τιμωρία για τον κατηγορούμενο και θα του κατάστρεφε όσα έχει έμπρακτα κτίσει από τότε μέχρι σήμερα, σημαδεύοντας τη ζωή του για κάτι που, πέραν της σοβαρότητας του, ανήκει στο παρελθόν.
Ως εκ τούτου, στον κατηγορούμενο στην πρώτη κατηγορία επιβάλλεται χρηματική ποινή 500 ευρώ.
(Υπ.) ………………………………………………….
Ε. Εφραίμ, Α.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
Subject: Ποινή
Αναφορά: Βαριά σωματική βλάβη