ECLI:CY:EDLEM:2015:B13

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ

ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ.

 

                                                                              Αρ. Υπόθεσης: 10350/14

 

Μεταξύ:

 

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΣΤΥΛΛΗΣ ΕΙΔΗ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΛΤΔ

                                                                                                 Κατηγόρων

v.

 

ΠΕΤΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ

                                                                                                 Κατηγορούμενου

---------------------------------------------

 

Ημερομηνία: 30 Ιανουαρίου 2015

 

Εμφανίσεις:

Για την Κατηγορούσα Αρχή:  κ. Η. Αγαθοκλέους (κα Θ.Αριστείδου για να ακούσει απόφαση)

Για τον Κατηγορούμενο :  κα. M. Μιχαηλίδου

Κατηγορούμενος : παρών

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής η ευπαίδευτη συνήγορος τoυ κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, καθ’ ότι όπως ανέφερε δεν έχει αποδειχθεί ποιος έχει υπογράψει την επίδικη επιταγή και συνεπώς δεν έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Ως εκ τούτου ζήτησε όπως η υπόθεση απορριφθεί και όπως ο κατηγορούμενος απαλλαγεί από το στάδιο αυτό.

 

 

 

Αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ο οποίος εισηγήθηκε ότι με βάσει την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του.

 

Τα όσα ανέφεραν και οι δύο πλευρές για υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους έχουν καταγραφεί, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν στην παρούσα απόφαση. Εάν χρειαστεί σημειώνεται θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω.

 

Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας (1981) 2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queens Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448).  Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης.  Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 133.

 

Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:

 

1. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή

 

2. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο.

 

 

Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό.  Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου.  Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης.

 

Περαιτέρω στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη, (1993) 2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως:

 

“ Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας ”.

 

Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία (1) κατηγορία για πρόκληση μη εξόφλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία κατά παράβαση του άρθρου 305 Α (2) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154.  Η επιταγή έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 1.

 

Το άρθρο 305 Α (2) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: 

 

«  (2)  Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης, που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές:

 

 

Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της».

 

Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 Α (2) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (ως αυτό έχει ερμηνευθεί στην Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου Ποινική Έφεση 94/2005 ημερομηνίας 24.3.06) που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και τα οποία η Κατηγορούσα Αρχή έχει το βάρος να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας είναι:

 

          (α)      Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο.

          (β)      Η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με   

                      οποιαδήποτε πράξη του, πριν ή κατά την ημερομηνία που η  

                      επιταγή κατέστη πληρωτέα.

 

Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο μάρτυρες. Περαιτέρω κατατέθηκαν 5 τεκμήρια.

 

Διεξήλθα με προσοχή τη μαρτυρία που έχει δοθεί και διαπιστώνω ότι η εισήγηση της Υπεράσπισης είναι βάσιμη. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία στο βαθμό που η Νομολογία υπαγορεύει με την οποία να αποδεικνύεται στην προκειμένη περίπτωση ότι η υπογραφή στην επιταγή τεκμήριο 1 ανήκει στον κατηγορούμενο και κατ’ επέκταση ότι εκδότης της επιταγής είναι ο κατηγορούμενος. 

 

Η ΜΚ1, Ελένη Κωνσταντίνου, η οποία εργάζεται στους παραπονούμενους, ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της ότι η επίδικη επιταγή παραλήφθηκε στις 16/04/14 όταν παρέδωσαν την παραγγελία που έκανε η σύζυγος του κατηγορούμενου σε συγκεκριμένη οικοδομή.  Ο κατηγορούμενος δεν ήταν

 

στην οικοδομή και την επιταγή τους την έδωσε υπάλληλος του κατηγορούμενου.  Κατέθεσαν την επιταγή για πληρωμή την επόμενη μέρα και ενημερώθηκαν ότι έγινε stop payment.  Σε επικοινωνία που είχε ακολούθως με τον κατηγορούμενο της ανέφερε τους λόγους που προέβη σε ανάκληση της πληρωμής της.  Κατά την αντεξέταση της απαντώντας σε σχετική ερώτηση για το ποιος υπέγραψε την επιταγή απάντησε «Φαντάζομαι ο κύριος Πέτρος».   

 

Ο ΜΚ2, Χριστάκης Φραντζής, εργάζεται στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού. Σε ερώτηση κατά την κυρίως εξέταση του για το ποίος είναι ο εκδότης της επιταγής απάντησε ότι είναι ο κατηγορούμενος και αμέσως μετά σε ερώτηση αν αναγνωρίζει την υπογραφή που φέρει η επιταγή απάντησε «Ναι μάλιστα είναι η δική του».  Ακολούθως ο μάρτυρας αναφέρθηκε στο θέμα της ανάκλησης πληρωμής της επιταγής που έγινε στις 16/04/14.

 

Είναι προφανές με βάση όσα αναφέρονται πιο πάνω ότι κατ’ αρχήν η ΜΚ1 δεν είδε ποτέ τον κατηγορούμενο να υπογράφει την επιταγή και δεν γνωρίζει με θετικό τρόπο ποιος την υπέγραψε. Περαιτέρω ο ΜΚ2 λέγοντας απλά ότι η υπογραφή είναι του κατηγορούμενου, χωρίς να έχει τεθεί ποτέ το υπόβαθρο για να δώσει αυτή την απάντηση δεν μπορεί να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ούτε για σκοπούς εκ πρώτης όψεως.  Ο μάρτυρας δεν έχει πει ποτέ ποια σχέση έχει με τον επίδικο λογαριασμό του κατηγορούμενου, αν έχει στην κατοχή του οποιοδήποτε έγγραφο που τηρείται στην τράπεζα, με δείγμα υπογραφής του κατηγορούμενου, το οποίο συγκρινόμενο με την επιταγή και με κατάλληλη μαρτυρία να συνηγορεί στο ότι η πατρότητα της υπογραφής επί του τεκμηρίου ανήκει στον κατηγορούμενο, ή ακόμη αν έχει δει ξανά άλλες επιταγές και έγγραφα με την υπογραφή του κατηγορούμενου με αποτέλεσμα να είναι σε θέση να αναγνωρίσει την υπογραφή του, και εν πάση περιπτώσει πως τελικά ο ίδιος γνωρίζει με θετικό τρόπο ότι η υπογραφή στην επιταγή είναι του κατηγορούμενου.  Ως εκ τούτου η γενική και αόριστη δήλωση του ΜΚ2 σε καμία περίπτωση δεν ικανοποιεί και αναμφίβολα το Δικαστήριο με βάση την μαρτυρία αυτή δεν μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα κάτω από

 

 

οποιαδήποτε αξιολόγηση της αναφορικά με το θέμα της πατρότητας της υπογραφής.

 

Από τη στιγμή σημειώνεται που το θέμα υπογραφής της επιταγής δεν ήταν παραδεκτό από την υπεράσπιση, η κατηγορούσα αρχή όφειλε να αποδείξει, έξω από κάθε λογική αμφιβολία, την πατρότητα της υπογραφής με έναν από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους απόδειξης (βλ.Μάρω Χ’’Ιωάννου –v- Δημήτρη Δημητρίου (2000) 2 ΑΑΔ 62 και Γιάννη Βούρα –v- Ανδρέας, Λουκάς, Ματθαίος Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.α. (2003) 2 ΑΑΔ 135).  Στην προκειμένη περίπτωση δεν εδόθη μαρτυρία ούτε από πρόσωπο που είδε τον κατηγορούμενο να υπογράφει, ούτε από γραφολόγο, ενώ η μαρτυρία του τραπεζικού όπως έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω δεν μπορεί να θεωρηθεί νομικά αποδεκτός τρόπος απόδειξης.  Για το θέμα σχετικό σημειώνω είναι και το σύγγραμμα του κ.Χριστάκη Λουκά, με τίτλο Τραπεζική Επιταγή, τόμος 2, σελ.391-395.

 

Ας σημειωθεί εδώ ότι η παρούσα περίπτωση προσομοιάζει κατά πολύ με την υπόθεση Βούρα πιο πάνω.  Στην υπόθεση εκείνη το Πρωτόδικο Δικαστήριο απάλλαξε και αθώωσε τους εφεσίβλητους με ενδιάμεση απόφαση του στο εκ πρώτης όψεως επειδή ακριβώς θεώρησε ότι δεν είχε αποδειχθεί η πατρότητα της υπογραφής με έναν από τους νομικά αποδεκτούς τρόπους. Σύμφωνα με το Πρωτόδικο Δικαστήριο η τραπεζική υπάλληλος που είχε κληθεί να καταθέσει ανέφερε μεν για την υπογραφή της επιταγής ότι «την έχουν υπογράψει ο κ. Ματθαίος Ιωάννου και ο κ. Λουκάς Λουκά», όμως δεν έκαμε καμιά αναφορά από πού και πως γνωρίζει ότι είναι τα πρόσωπα αυτά που υπέγραψαν την επιταγή, ούτε αν γνωρίζει αν έχει δείγματα υπογραφής τους, παρά το γεγονός ότι, όπως ανέφερε, ήταν υπεύθυνη του λογαριασμού.  Το Ανώτατο Δικαστήριο δε, απορρίπτοντας την Έφεση που ασκήθηκε κατά της αθωωτικής απόφασης ανέφερε τα εξής:  

  

“ Η δικαστής ορθά χρησιμοποίησε την υπόθεση Μάρω Χ''Ιωάννου, ανωτέρω, για καθοδήγηση. Είναι εκ των ων ουκ άνευ να υπάρχει συμπαγής ή νόμιμη μαρτυρία αναφορικά με την πατρότητα της

 

επιταγής. Χρειάζεται μαρτυρία που έχει δυνητικά τέτοια ποιότητα ή αξιοπιστία. Διαφορετικά ελλείπει ο συνδετικός κρίκος της συγκεκριμένης επιταγής με τον εκδότη της. Με την άρνηση των κατηγοριών, ο Κατήγορος έχει υποχρέωση να αποδείξει κάθε συστατικό όρο του αδικήματος. Και στην προκείμενη περίπτωση ότι οι εφεσίβλητοι εξέδωσαν την επίδικη επιταγή. Η υπεράσπιση δε δέχθηκε ποτέ, όπως προκύπτει από το χειρισμό της υπόθεσης, ότι είχαν τέτοια ανάμειξη. Είναι φανερό από τη σχετική μαρτυρία της Μ.Κ.2, ιδωμένης και υπό το πλαίσιο της όλης μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, ότι δεν είχε ιδία αντίληψη αναφορικά με την προέλευση των υπογραφών της επιταγής ή των οδηγιών για τη μη πληρωμή. Έλειπε επομένως παντελώς το υλικό που θα μπορούσε να στηρίξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση. “

      

Κατά την αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε ότι έχει τεθεί μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για το θέμα της υπογραφής της επιταγής και συνέχισε λέγοντας ότι και ο ίδιος ο κατηγορούμενος έκανε δήλωση ότι υπόγραψε την επιταγή.  Περαιτέρω ανέφερε επί του θέματος ερωτώμενος σχετικά από το Δικαστήριο, ότι έγινε σύγκριση δειγμάτων που είχε στην κατοχή του ο ΜΚ2 για το κατά πόσο είναι η υπογραφή του κατηγορούμενου, ότι η ΜΚ1 είχε επικοινωνία με τον κατηγορούμενο ο οποίος της ανέφερε ότι θα την υπογράψει και θα την δώσει στον υπάλληλο του για να τους την παραδώσει και τέλος ότι η μαρτυρία έμεινε αναντίλεκτη για το θέμα της υπογραφής. 

 

Με σεβασμό προς του ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής σημειώνω ότι τα όσα ανέφερε πιο πάνω δεν βρίσκουν έρεισμα στη μαρτυρία που έχει δοθεί ενώπιον του Δικαστηρίου.  Κατ’ αρχήν μελετώντας ενδελεχώς την μαρτυρία διαπιστώνεται ότι εις ουδεμία δήλωση προέβη η πλευρά του κατηγορούμενου κάνοντας παραδοχή για το θέμα της υπογραφής και εν πάση περιπτώσει δεν έχει γίνει οποιοδήποτε παραδεκτό γεγονός στα πλαίσια της διαδικασίας το οποίο να έχει εγκριθεί από το Δικαστήριο για το θέμα αυτό.  Περαιτέρω όμως από τα πρακτικά της δίκης που αποτελούν την πλήρη εικόνα

 

για το τι έχει λεχθεί από τον κάθε μάρτυρα ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι αφενός η ΜΚ1 δεν ανέφερε ποτέ ότι ο κατηγορούμενος της είπε ότι θα υπογράψει την επιταγή ενώ περαιτέρω ουδέποτε ο ΜΚ2 αναφέρθηκε σε δείγματα και σύγκριση τους με την υπογραφή του κατηγορούμενου στην επιταγή. Συνεπώς έχοντας υπόψη όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω, καταληκτικά αναφέρεται ότι η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής περί αναντίλεκτης μαρτυρίας για το θέμα της υπογραφής κρίνεται ανεδαφική και απορρίπτεται.      

 

Τέλος, αναφέρω εδώ ότι το γεγονός ότι υπήρχε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για το θέμα ανάκλησης της επιταγής από τον κατηγορούμενο, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος συνέταξε και υπέγραψε την επιταγή.  Εφόσον δεν υπάρχει νομικά αποδεκτή μαρτυρία για το θέμα της υπογραφής και κατ’ επέκταση της έκδοσης την οποία όφειλε η κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει, δεν μπορεί το Δικαστήριο να προβεί σε εικασίες και να κάνει υποθέσεις έχοντας υπόψη μαρτυρία που έχει δοθεί για άλλο θέμα.  Εν πάση περιπτώσει αναφέρω ότι εξ’ αυτού μόνον υποψίες μπορούν να προκύψουν πλην όμως έχει νομολογηθεί ότι ακόμα και η εύλογη υποψία δεν εξομοιώνεται με μαρτυρία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας –v- Θεοδώρου (2002) 2 ΑΑΔ 9).

 

Υπό τις περιστάσεις όπως πιο πάνω περιγράφονται, η κλήση του κατηγορούμενου σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της.  Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ΄ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363).

 

 

 

 

Κατά συνέπεια κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ούτε και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε την επίδικη επιταγή και κατά συνέπεια τον απαλλάσσω και τον αθωώνω στην κατηγορία που αντιμετωπίζει.

 

Τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του κατηγορούμενου και εναντίον της παραπονούμενης εταιρείας.

 

 

                                                                 (Υπ.) ….………………………………..

                                                                       Μ. Παπαθανασίου,  Ε.Δ.

 

 

Πιστό Αντίγραφο,

 

 

Πρωτοκολλητής.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο