ECLI:CY:EDLEM:2018:B13
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ
Ενώπιον: Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ.
Υπόθεση Αρ.: 4761/2016
ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ
v.
ΑΓΑΘΟΚΛΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ
Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου 2018
Εμφανίσεις:
Για Κατηγορούσα Αρχή : κα Χατζηκωνσταντίνου
Για Κατηγορούμενο: κ. Νεοκλέους
Κατηγορούμενος: παρών
ΠΟΙΝΗ
Ο κατηγορούμενος δυνάμει δικής του παραδοχής έχει βρεθεί ένοχος σε σύνολο 5 κατηγορίες οι οποίες αφορούν τα κάτωθι αδικήματα:
Το αδίκημα της πρόκλησης θανάτου λόγω αλόγιστης ή επικίνδυνης πράξης κατά παράβαση του άρθρου 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. (1η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο κατηγορούμενος στις 08/02/2016 στη Λεωφ. Σπύρου Κυπριανού στη Λεμεσό, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής LBA105 λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν αναγόταν σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επέφερε τον θάνατο του Κωνσταντίνου Νικολάου τέως από τη Λεμεσό.
Το αδίκημα της παράβασης σήματος τροχαίας κατά παράβαση του Νόμου και των κανονισμών Περί Μηχανοκινήτων οχημάτων και τροχαίας κινήσεως. (2η κατηγορία). Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος κατηγορείται στις 08/02/2016 στη Λεωφ. Σπύρου Κυπριανού στη Λεμεσό, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής LBA105 παρέλειψε να συμμορφωθεί με σήμα τροχαίας που τοποθετήθηκε από την Αρμόδια Αρχή, σε σημείο όπου ο δρόμος ήταν χαραγμένος με συνεχή άσπρη γραμμή.
Το αδίκημα της οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος άνευ άδειας κυκλοφορίας (3η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 08/02/2016 στη Λεωφ. Σπύρου Κυπριανού στη Λεμεσό, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής LBA105 για το οποίο δεν εκδόθηκε άδεια κυκλοφορίας (ληγμένη από 31/12/14).
Το αδίκημα της μετατροπής αμαξώματος εγγεγραμμένου οχήματος άνευ της άδειας του Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων (4η κατηγορία). Με βάση τις λεπτομέρειες της κατηγορίας αυτής αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι ο κατηγορούμενος μεταξύ του μηνός Ιανουαρίου 2016 και της 08/02/2016 στη Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού, μετέτρεψε το αμάξωμα του εγγεγραμμένου μηχανοκινήτου οχήματος με αρ. εγγραφής LBA105 άνευ αδείας του Εφόρου Μηχανοκίνητων Οχημάτων, δηλαδή στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου επιπρόσθετα του εργοστασιακού πλαστικού προφυλακτήρα υπήρχε μεταλλική κατασκευή εφαρμοσμένη – βιδωμένη πάνω στο αμάξωμα του αυτοκινήτου η οποία εξείχε προς τα έξω και προς τα πάνω του εργοστασιακού προφυλακτήρα.
Το αδίκημα της χρήσης μηχανοκίνητου οχήματος με ακυρωθείσα εγγραφή (5η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι στις 08/02/2016 στη Λεωφ. Σπύρου Κυπριανού στη Λεμεσό, ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής LBA105 η εγγραφή του οποίου ακυρώθηκε λόγω μετατροπών που έγιναν στο όχημα κατά παράβαση του Καν.55.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ:
Τα γεγονότα που αφορούν τα πιο πάνω αδικήματα, την διάπραξη των οποίων έχει παραδεχθεί ο κατηγορούμενος, έχουν τεθεί από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί από την Υπεράσπιση. Τα γεγονότα αυτά έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου γραπτώς και έχουν ως ακολούθως:
Στις 08/02/2016 ο κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής LBA 105 στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στη Λεμεσό με ανατολική κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου επειδή ο κατηγορούμενος ήθελε να πάει στο περίπτερο Άγιος Ραφαήλ για να αγοράσει τσιγάρα το οποίο βρισκόταν στη νότια πλευρά του δρόμου, στα δεξιά του σύμφωνα της πορείας που ακολουθούσε, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και κινούμενος με διαγώνια πορεία διασχίζοντας τις δυο αντίθετες λωρίδες κυκλοφορίας, ανέκοψε την ελεύθερη πορεία και συγκρούστηκε βίαια με την εξ αντιθέτου πορείας διερχόμενη μοτοσικλέτα που οδηγείτο από το θύμα Κωνσταντίνο Νικολάου, επί της λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με δυτική κατεύθυνση, ο οποίος αρχικά τηρούσε τη μέση των δύο λωρίδων κυκλοφορίας σύμφωνα με την κατεύθυνση που κινείτο και ακολούθως εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, χωρίς φώτα πορείας και χωρίς ο μοτοσικλετιστής να φέρει κράνος ασφαλείας.
Από τη σύγκρουση μεταξύ τους, ο μοτοσικλετιστής εκτινάχθηκε με δυτική πορεία πάνω από το ενεχόμενο αυτοκίνητο αφού πρώτα χτύπησε στον μπροστινό του ανεμοθώρακα, χτύπησε πάνω στο πιο ψηλό σημείο του πασσάλου των φώτων τροχαίας της παρακείμενης διάβασης πεζών που ευρισκόταν πίσω από το σημείο που ακινητοποιήθηκε το ενεχόμενο αυτοκίνητο ύφους 3,65 μέτρων και αφού έπεσε αρχικά στο νότιο πεζοδρόμιο του δρόμου στην συνέχεια κατέληξε στην ασφάλτινη προέκταση στάσης λεωφορείων στη νότια πλευρά του δρόμου με αποτέλεσμα να τραυματιστεί θανάσιμα στο κεφάλι. Η πορεία του σώματος του μοτοσικλετιστή και η τελική του θέση διαπιστώθηκαν από τα ίχνη αίματος του που ανευρεθήκαν στη σκηνή.
Στο μέρος του δυστυχήματος προσήλθε ασθενοφόρο με νοσοκόμο τη μάρτυρα 2 επί του κατηγορητηρίου, το οποίο παρέλαβε το θύμα και τον μετάφερε στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών του Γ. Ν. Λεμεσού όπου και η επί καθήκοντος Ιατρός, Μάρτυρας 1, διαπίστωσε τον θάνατο του και εξέδωσε τη σχετική Βεβαίωση Θανάτου.
Ο κατηγορούμενος δεν έπαθε οτιδήποτε και ακολούθως στη σκηνή του δυστυχήματος μετέβησαν οι Αστυφύλακας 392, Μάρτυρας 17 μαζί με τον Αστυφύλακα 329 και κατά την άφιξη τους στη σκηνή του δυστυχήματος βρήκαν τα ενεχόμενα οχήματα στις τελικές θέσεις τους και απέκλεισαν το μέρος και διαφύλαξαν τη σκηνή ανέπαφη.
Ο κατηγορούμενος οδηγός του ενεχομένου αυτοκινήτου βρισκόταν στη σκηνή του δυστυχήματος και ο Μάρτυρας 17 αφού του επεξήγησε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του και του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο, τον υπόβαλε σε προκαταρτικό έλεγχο αλκοόλης με ένδειξη 11mg%.
Το θύμα, κατά την άφιξη του Μάρτυρα 17 και του Αστυφύλακα 329 στη σκηνή του δυστυχήματος, βρισκόταν μέσα στο ασθενοφόρο και ο Μάρτυρας 17 παρατήρησε ότι δεν φορούσε κράνος ασφαλείας, ούτε και εντόπισε κράνος στη σκηνή του δυστυχήματος.
Αφού η σκηνή αποκλείστηκε από την Αστυνομία, έφθασε και ο εξεταστής της υπόθεσης Α/Λοχίας 2700, Μάρτυρας 18, ο οποίος ενημερώθηκε σχετικά και ανέλαβε τη διερεύνηση της υπόθεσης.
Στη συνέχεια με τη Βοήθεια του Αστυφύλακα 329 ο Μάρτυρας 17 πήρε στην παρουσία του κατηγορούμενου τα αναγκαία μέτρα και ετοίμασε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, πάνω στο οποίο τοποθέτησε όλα τα ευρήματα του και επί του οποίου τοποθέτησε επίσης ως ο X το σημείο σύγκρουσης που είχε το ενεχόμενο αυτοκίνητο LBA 105 με την ενεχόμενη μοτοσικλέτα .
Σε αυτό κατέληξε σε συνεργασία και με τον Αστυφύλακα 3100 της Ο.Α.ΣΤ, Μάρτυρα 14, ο οποίος επίσης έφθασε στην σκηνή, λαμβάνοντας υπ όψη τα ίχνη Τροχοπέδησης της μοτοσικλέτας και του ενεχομένου οχήματος στην άσφαλτο, τον τρόπο με τον οποίο συγκρούστηκαν μεταξύ τους τα δύο ενεχόμενα οχήματα, τα συντρίμμια από τα δύο ενεχόμενα οχήματα ως επίσης και από δυο μικρές εκδορές επί της ασφάλτου.
Το ίδιο σημείο σύγκρουσης με αυτό που κατέληξαν οι Μάρτυρες 14 και 17 υπόδειξε και ο κατηγορούμενος όταν του το ζήτησε ο Μάρτυρας 17.
Όταν ο Μάρτυρας 17 τελείωσε το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος, το υπόδειξε στην παρουσία και του Αν. Λοχία 2759, Μάρτυρα 8, επί τόπου στον κατηγορούμενο και αφού του επεξήγησε λεπτομερώς, αυτός συμφώνησε με αυτό και το υπόγραψε.
Στη συνέχεια ο Μάρτυρας 17 έλεγξε και διαπίστωσε επίσης ότι η ορατότητα και των δύο ενεχόμενων οδηγών ως προς τις πορείες που και οι δύο ακολουθούσαν λόγω του πάρα πολύ καλού οδικού φωτισμού ο οποίος ήταν άπλετος και του δρόμου ο οποίος ήταν ευθύς ήταν πέραν των 500 μέτρων.
Ακολούθως ο Μάρτυρας 17 έλαβε αριθμό φωτογραφιών της σκηνής του δυστυχήματος και των ενεχομένων οχημάτων τα οποία λόγω του δυστυχήματος διαπιστώθηκε ότι το αυτοκίνητο LBA 105 υπέστη ζημιά στο μπροστινό του μέρος και στην μηχανή, στον μπροστινό ανεμοθώρακα ο οποίος θρυμματίστηκε και στο μπροστινό καπό της μηχανής το οποίο βούλωσε και ζάβωσε.
Η ενεχόμενη μοτοσικλέτα η οποία είχε αριθμό σκελετού RJ17A103261 και μηχανής J114115028 υπέστη εκτεταμένες ζημιές στο μπροστινό της μέρος αφού έσπασε ο μπροστινός τροχός και ζάβωσαν οι μπροστινές περόνες και το τιμόνι, αποκοπήκαν το πλαστικό ντεπόζιτο καυσίμων μαζί με τα πλαϊνά προστατευτικά της μηχανής και υπέστη τριψίματα στην αριστερή της πλευρά από την πτώση της στην άσφαλτο μετά τη σύγκρουση.
Με το πέρας όλων των επιτόπιων εξετάσεων και ερευνών στη σκηνή δυστυχήματος και τα δύο ενεχόμενα οχήματα μεταφέρθηκαν με ρυμουλκό συνοδεία της Αστυνομίας στο Τμήμα Τροχαίας για να τύχουν των απαραίτητων μηχανικών εξετάσεων και άλλων ελέγχων.
Ο κατηγορούμενος ο οποίος κατά την παραμονή του στη σκηνή του δυστυχήματος του λήφθηκε μια αρχική κατάθεση από τον Μάρτυρα 8 σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το δυστύχημα όπως ο ίδιος τις περίγραφε, μεταφέρθηκε επίσης στο Τμήμα Τροχαίας Λεμεσού.
Στη συνέχεια, την ίδια ημέρα και ώρα 2250 στο Τμήμα Τροχαίας Λεμεσού, ο Μάρτυρας 18 συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάμει Δικαστικού εντάλματος σύλληψης και αφού τον πληροφόρησε για τον λόγο της σύλληψης του και του επέδειξε το ένταλμα σύλληψης το οποίο διάβασε και ο ίδιος, του επέστησε την προσοχή του στον Νόμο και αυτός απάντησε « Τίποτε » .
Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος τέθηκε υπό κράτηση στα κρατητήρια του κεντρικού Αστυνομικού Σταθμού Λεμεσού.
Στις 09/02/2016 μεταξύ των ωρών 0925 - 1115 στο τμήμα Τροχαίας ο Μάρτυρας 18 έλαβε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση στην οποία αυτός μεταξύ άλλων παραδέχτηκε ότι πράγματι εισήλθε με το αυτοκίνητο του στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας με σκοπό να σταθμεύσει μπροστά από το αναφερόμενο περίπτερο για να πάρει τσιγάρα και ισχυρίστηκε ότι δεν είδε προηγουμένως τη μοτοσικλέτα που οδηγούσε το θύμα παρά μόνο όταν ήλθε και χτύπησε πάνω του. Ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε επίσης ότι ο ίδιος είχε τοποθετήσει - εφαρμόσει τη σιδερένια γρίλια στο εμπρόσθιο μέρος του οχήματος του.
Με το πέρας της λήψης της ανακριτικής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο στη συνέχεια αυτός απολύθηκε της κράτησης του.
Στις 09/02/2016, περί ώρα 1030, στο Νεκροτομείο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού, αφού ο πατέρας του θύματος Μάρτυρας 3 αναγνώρισε τη σορό του υιού του, στη συνέχεια ο ιατροδικαστής Δρ. Νικόλας Χαραλάμπους, Μάρτυρας 15 στην παρουσία του Αστυφύλακα 895 Μάρτυρα 9, ο οποίος έλαβε αριθμό φωτογραφιών, διενήργησε τη νενομισμένη νεκροψία στη σορό του Θύματος και αποφάνθη ως αιτία θανάτου του, την βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση ως είναι κατά Τροχαίο Δυστύχημα.
Κατά τη διάρκεια της νεκροψίας ο Ιατροδικαστής Μάρτυρας 15 παρέλαβε από τη σορό του θύματος δύο πλαστικά φιαλίδια με δείγμα αίματος, ένα πλαστικό φιαλίδιο με δείγμα ούρων και ένα φιαλίδιο με οφθαλμικό υγρό για να τύχουν των απαραίτητων εξετάσεων και αναλύσεων προς εντοπισμό Αιθυλικής Αλκοόλης και Ναρκωτικών Ουσιών, τα οποία παρέδωσε στον Μάρτυρα 9 ο οποίος με την σειρά του, τα παρέδωσε στον Μάρτυρα 18 ο οποίος τα τοποθέτησε με ασφάλεια στο ψυγείο τεκμηρίων του σταθμού μέχρι τη μεταφορά τους στο Γενικό Χημείο.
Στις 10 /02/2016 περί ώρα 084-0 οι Μάρτυρες 17 και 18 επισκέφθηκαν εκ νέου το σημείο της λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού όπου είχε γίνει το δυστύχημα όπου ο Μάρτυρας 17 έλαβε αριθμό φωτογραφιών του μέρους κατά τη διάρκεια της ημέρας και όταν επέστρεψαν στο τμήμα Τροχαίας έλαβε και εκεί φωτογραφίες των ενεχομένων οχημάτων.
Κατά την παραμονή των Μαρτύρων 17 και 18 στο μέρος που έγινε το δυστύχημα την 10/02/2016 διενήργησαν προς εντοπισμό Μαρτυρίας εξετάσεις και έλεγχό σε όλα τα υποστατικά πέριξ του σημείου που έγινε το δυστύχημα με σκοπό τον εντοπισμό, εάν υπήρχε, οποιουδήποτε συστήματος παρακολούθησης που να κατέγραψε το δυστύχημα η οτιδήποτε άλλο που να σχετίζεται με αυτό και από όλους τους ελέγχους, διαπίστωσαν ότι πιθανόν μια εκ των εξωτερικών καμερών που ευρίσκονταν εγκατεστημένες στην δυτική πλευρά του υποκαταστήματος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού το οποίο βρίσκεται στη γωνία των οδών Μυρτίδος και Σπύρου Κυπριανού να κατέγραψε τη διέλευση της ενεχόμενης μοτοσικλέτας λίγο πριν γίνει το δυστύχημα οπότε διευθετήθηκε μέσω της υπεύθυνης του Υποκαταστήματος συνάντηση με τον αρμόδιο τεχνικό.
Την ίδια ημέρα ο Μάρτυρας 18 μετέβηκε στο συγκεκριμένο υποκατάστημα του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, όπου ο Μάρτυρας 5 Κώστας Σέργιου, τεχνικός της εταιρείας KRYRTO SECURITY που εγκατέστησε το σύστημα παρακολούθησης στο υποστατικό, με τη συγκατάθεση της Υπεύθυνης του Υποκαταστήματος, ήλεγξε στην παρουσία του τις καταγραφές της συγκεκριμένης κάμερας του συστήματος που ευρίσκεται εγκατεστημένη στην δυτική εξωτερική περιμετρική πλευρά του με νότια κατεύθυνση προς τη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού και διαπιστώθηκε ότι αυτή είχε καταγράψει τη διέλευση της μοτοσικλέτας επί της λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με δυτική κατεύθυνση, 71 περίπου μέτρα πριν γίνει το υπό διερεύνηση δυστύχημα.
Κατόπιν τούτου περί ώρα 1440 ο Μάρτυρας 5 παρέδωσε στον Μάρτυρα 18 ένα ψηφιακό δίσκο DVD+R επί του οποίου αντίγραψε την σχετική καταγραφή της συγκεκριμένης κάμερας που κατέγραψε της διέλευση της ενεχόμενης μοτοσικλέτας και κατά την παραλαβή του ψηφιακού δίσκου από τον Μάρτυρα 18 στην παρουσία του ο Μάρτυρας 5 υπόγραψε επί του δίσκου, ανάγραψε τα αρχικά του και την ημερομηνία 10/02/2016 και ώρα 11.40.
Αφού ο Μάρτυρας 18 παρέλαβε τον ψηφιακό δίσκο υπόγραψε σε αυτόν ανέγραψε το διακριτικό Τ.Θ 1 και την ημερομηνία 10/02/2016 και ώρα 1140 που τον παρέλαβε. Επιστρέφοντας δε στο τμήμα Τροχαίας ο Μάρτυρας 18 καταχώρησε τον ψηφιακό δίσκο ως τεκμήριο και τον φύλαξε με ασφάλεια στην αποθήκη τεκμηρίων του σταθμού μέχρι την μεταφορά του στο Αρχηγείο Αστυνομίας.
Στις 10/02/2016 περί ώρα 1330 προσήλθε στο Τμήμα Τροχαίας Λεμεσού ο Μάρτυρας 11 του Τ.Ό.Μ Λεμεσού ο οποίος αφού διενήργησε έλεγχο και στα δύο ενεχόμενα οχήματα διαπίστωσε ότι στο μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου LBA 105 υπήρχε παράνομα τοποθετημένη και βιδωμένη και στερεωμένη στο αμάξωμα του αυτοκινήτου μια μεταλλική κατασκευή η οποία επεκτεινόταν μπροστά από τν μπροστινό προφυλακτήρα. Διαπίστωσε επίσης ότι η ενεχόμενη μοτοσικλέτα δεν είναι εγγεγραμμένη και αυτή είναι τύπου off-road για χρήση εκτός δρόμων και λόγω της κατασκευής και προδιαγραφών της δεν δύναται να εγγράφει.
Στις 11/02/2016 ο Μάρτυρας 10 του Τμήματος ΗλεκτροΜηχανολογικής Υπηρεσίας Λεμεσού προσήλθε στο Τμήμα Τροχαίας όπου διενήργησε Μηχανικό έλεγχο στα δύο οχήματα τα οποία ενεπλάκησαν στο υπό διερεύνηση δυστύχημα και διαπίστωσε ότι το σύστημα πέδησης και διεύθυνσης του αυτοκινήτου LBA 105 ήταν σε καλή κατάσταση ενώ το σύστημα διεύθυνσης και πέδησης της μοτοσικλέτας είχαν καταστραφεί λόγω του δυστυχήματος .
Στις 12/02/2016 ο Μάρτυρας 18 παρέλαβε τον ψηφιακό δίσκο τεκμήριο μαζί με Βιολογικά δείγματα Αίματος Ούρων και Οφθαλμικού υγρού του Θύματος και τα μετέφερε μέσω του Αρχηγείου Αστυνομίας, τον ψηφιακό δίσκο στο Εργαστήριο Φωτογραφίας και Γραφικών όπου τον παρέδωσε στον Αστυφύλακα 414, Μάρτυρα 13 για να τύχει της απαραίτητης επεξεργασίας και να δημιουργηθεί αντίγραφο και να εμφανιστούν φωτογραφίες και τα βιολογικά δείγματα στο Γενικό Χημείο για να τύχουν των απαραίτητων εξετάσεων και επεξεργασίας προς εντοπισμό Αιθυλικής Αλκοόλης και ναρκωτικών Ουσιών.
Στις 18/02/2016 παραλήφθηκε από το Γενικό Χημείο του Κράτους η έκθεση της Μάρτυρος 12 σχετικά με τα αποτελέσματα των αναλύσεων και εξετάσεων που έτυχαν τα βιολογικά δείγματα που λήφθηκαν από την σορό του θύματος κατά την διάρκεια της Νεκροτομής και όπως διαπιστώθηκε, δεν εντοπίστηκε σε αυτά είτε Αιθυλική Αλκοόλη, είτε Ναρκωτικές Ουσίες.
Στις 18/02/2016 ο Μάρτυρας 13 παρέλαβε από το Εργαστήριο Εικόνας και Γραφικών του Αρχηγείου το αντίγραφο του τεκμηρίου ψηφιακού δίσκου και τις φωτογραφίες που εμφανίστηκαν από αυτόν επί των οποίων απομονώθηκε η είσοδος της ενεχόμενης μοτοσικλέτας στην εμβέλεια καταγραφής της κάμερας και η έξοδος της από αυτήν.
Την ίδια ημέρα 18/02/2016 μεταξύ των ωρών 1240 - 1300 ο Μάρτυρας 18 μετέβη εκ νέου μαζί με τον Μάρτυρα 14 στα γραφεία του υποκαταστήματος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού από όπου λήφθηκε ο ψηφιακός δίσκος τεκμήριο. Μαζί τους μετέβηκε και ο Μάρτυρας 16 ο οποίος μετέφερε στο μέρος μια μοτοσικλέτα παρόμοια με αυτή που ενεπλάκη στο δυστύχημα με σκοπό μέσω του συστήματος παρακολούθησης του υποστατικού και παρακολουθώντας τη συγκεκριμένη κάμερα ζωντανά να τοποθετηθεί η μοτοσικλέτα στα σημεία εισόδου και εξόδου από την εμβέλεια της κάμερας που απεικονίζουν την ενεχομένη μοτοσικλέτα για να διαπιστωθεί η απόσταση που κάλυψε η ενεχομένη μοτοσικλέτα το βράδυ του δυστυχήματος και σε σύγκριση με τον χρόνο που κάλυψε την απόσταση αυτή ο οποίος αναγράφεται το σύστημα παρακολούθησης θα διαπιστωνόταν η ταχύτητα της ενεχόμενης μοτοσικλέτας αμέσως πριν γίνει το δυστύχημα.
Έτσι ο Μάρτυρας 18 με τη βοήθεια τεχνικού που επίσης έφθασε στο μέρος, παρακολουθώντας ζωντανά την καταγραφή της συγκεκριμένης κάμερας από την οθόνη του συστήματος και συγκρίνοντας την με τις προαναφερόμενες φωτογραφίες, καθοδήγησε τους Μάρτυρες 14 και 16, και αυτοί τοποθέτησαν τη μοτοσικλέτα στα σημεία εισόδου και εξόδου από την εμβέλεια της κάμερας και με αυτό τον τρόπο διαπιστώθηκε ότι η συγκεκριμένη απόσταση ήταν 28,50 μέτρα .
Στη συνέχεια ο Μάρτυρας 14 Αστυφύλακας 3100 χρησιμοποιώντας τα δεδομένα πλέον που είχε στη διάθεση του δηλαδή την απόσταση που καταγράφηκε η ενεχόμενη μοτοσικλέτα να καλύπτει και τον χρόνο που από το ρολόι του συστήματος καταγραφής χρειάστηκε για να καλύψει αυτήν την απόσταση, διαπίστωσε ότι η ταχύτητα της ενεχόμενης μοτοσικλέτας στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου, 71 περίπου μέτρα πριν το σημείο συγκρούσεως με το ενεχόμενο αυτοκίνητο, ήταν 102 ΧΑΩ περίπου.
Στις 18/02/2016 μεταξύ των ωρών 1815 - 1845 οι Μάρτυρες 14, 16 και 18 μετέβησαν εκ νέου στη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού αφού εντόπισαν και μετέφεραν στο μέρος μια μοτοσικλέτα ίδια ακριβώς με τη μοτοσικλέτα που ενεπλάκει στο δυστύχημα ( μοντέλο, τύπος και χρώμα ).
Αφού έγιναν όλες οι απαραίτητες τροχαίες διευθετήσεις ο Μάρτυρας 16 επιβαίνοντας της εν λόγω μοτοσικλέτας και με τη βοήθεια του ιδιοκτήτη της, την έσπρωξαν ως η πορεία του θύματος πριν γίνει το δυστύχημα επί της λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με δυτική κατεύθυνση, από τη συμβολή με την οδό Θ. Ποταμιανού και οι Μάρτυρες 14 και 18 οι οποίοι ευρίσκονταν εντός οχήματος επί της λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με ανατολική κατεύθυνση παρά το σημείο του δρόμου που ο κατηγορούμενος περίγραψε ότι άρχισε να εισέρχεται στις αντίθετες λωρίδες κυκλοφορίας, με τη χρήση Συσκευής Ταχυμέτρου στη λειτουργία μέτρησης αποστάσεων, διαπίστωσαν ότι η μοτοσικλέτα ήταν ορατή πολύ καθαρά και ξεχώριζε η παρουσία της από απόσταση 280 μέτρων. Όσο μειωνόταν η απόσταση αυτή φαινόταν ακόμα καλύτερα.
Στις 22/02/2016 μεταξύ των ωρών 1900 - 1930 οι Μάρτυρες 14, 16 και 18 μαζί με τον υπεύθυνο του Κλάδου Διερεύνησης Τροχαίων Δυστυχημάτων της Τροχαίας Λεμεσού μετέβησαν εκ νέου στη λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού αφού μετέφεραν στο μέρος μια μοτοσικλέτα ιδίου τύπου και διαστάσεων με τη μοτοσικλέτα που ενεπλάκη στο δυστύχημα ιδιοκτησία του Μάρτυρα 16.
Αφού έγιναν όλες οι απαραίτητες τροχαίες διευθετήσεις και λήφθηκαν όλα τα μέτρα ασφαλείας, ο Μάρτυρας 16 οδήγησε διαδοχικά για δύο φορές με διαφορετική ταχύτητα τη μοτοσικλέτα τού ως η πορεία του θύματος πριν γίνει το δυστύχημα επί της λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με δυτική κατεύθυνση, στο μέσω των δύο λωρίδων κυκλοφορίας ως η πορεία του, από τη συμβολή με την οδό Θ. Ποταμιανού και ο Μάρτυρας 18 μαζί με τον Υπεύθυνο δυστυχημάτων οι οποίοι ευρίσκονταν εντός κινούμενου Αστυνομικού οχήματος ιδίου τύπου με του κατηγορούμενου επί της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με ανατολική κατεύθυνση παρά το σημείο του δρόμου που ο κατηγορούμενος περίγραφε ότι άρχισε να εισέρχεται στις αντίθετες λωρίδες κυκλοφορίας, με τη χρήση Συσκευής Ταχυμέτρου στη λειτουργία μέτρησης αποστάσεων, διαπίστωσαν ότι η διερχόμενη μοτοσικλέτα οδηγούμενη από τον Μάρτυρα 16, ήταν ορατή πολύ καθαρά και ξεχώριζε η παρουσία της από απόσταση 280 μέτρων. Όσο μειωνόταν η απόσταση αυτή φαινόταν ακόμα καλύτερα.
Ο πιο πάνω έλεγχος, έγινε και για τρίτη φορά με τον ίδιο τρόπο αλλά αυτή τη φορά το όχημα το οποίο επέβαιναν ο Μάρτυρας 18 και ο Υπεύθυνος Δυστυχημάτων κινήθηκε ως το όχημα του κατηγορούμενου πριν γίνει το δυστύχημα δηλαδή εισήλθε με διαγώνια πορεία αντίθετα του ρεύματος κυκλοφορίας οπόταν και αυτή τη φορά διαπίστωσαν ότι η μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Μάρτυρας 16 ήταν ορατή από ακόμα μεγαλύτερη απόσταση δηλαδή 320 μέτρων περίπου.
Οι φωτογραφίες που λήφθηκαν κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, εμφανίστηκαν και δέθηκαν σε βιβλιάρια από τους Μάρτυρες 9 και 17, οι οποίοι παρέδωσαν στον εξεταστή της υπόθεσης Μάρτυρα 18 ένα από κάθε βιβλιάριο και αυτός τοποθέτησε στον φάκελο της υπόθεσης. Σημειώνω εδώ ότι το σύνολο του φωτογραφικού υλικού κατατέθηκε ενώπιον μου ως Τεκμήρια Β (της ημέρας του δυστυχήματος) και Τεκμήριο Γ (στις 10/2/2016) αντίστοιχα.
Το πρόχειρο σχέδιο της σκηνής που έκαμε ο Μάρτυρας 17 στη συνέχεια αυτός με τη βοήθεια Η.Υ, το σχεδίασε επ' κλίμακας 1:300 και παρέδωσε επίσης στον Μάρτυρα 18 και αυτός στη συνέχεια τοποθέτησε στον φάκελο της υπόθεσης. (Το σχέδιο επί κλίμακας κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α ενώπιον μου).
Πέραν των πιο πάνω που κατατέθηκαν γραπτώς ως Τεκμήριο Δ αναφέρονται και τα κάτωθι σε σχέση με τον δρόμο όπου έλαβε χώρα το δυστύχημα. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο ο καιρός κατά την ημέρα και ώρα του δυστυχήματος ήταν αίθριος με άπλετο φωτισμό και το οδόστρωμα ήταν στεγνό. Ο δρόμος στην σκηνή είναι ευθύς και επίπεδος με δύο λωρίδες κυκλοφορίας τόσο προς ανατολή όσος και προς δύση με σήμανση επί της ασφάλτου εντός κατοικημένης περιοχής με όριο ταχύτητας στα 50 km/h.
Ο κατηγορούμενος τέλος και σύμφωνα με την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής είναι Λευκού Ποινικού Μητρώου και δεν βαρύνεται η άδεια οδήγησης του με οιοσδήποτε βαθμούς ποινής.
Οι Εισηγήσεις του Συνηγόρου του Κατηγορούμενου
Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου στην εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση του, την οποία ανέλυσε ενώπιον του Δικαστηρίου, παρέπεμψε στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε σχέση με το αδίκημα του άρθρου 210. Αναφέρθηκε στις περιστάσεις διάπραξης του δυστυχήματος και τις προσωπικές περιστάσεις του Κατηγορούμενου.
Με αναφορά στην παραδοχή του κατηγορούμενου, ο συνήγορος του ανάφερε ότι η συγκεκριμένη περίπτωση με αναφορά στο άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα και της 1ης κατηγορίας που αναμφίβολα είναι και η σοβαρότερη που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να συγκριθεί με τις πλείστες των περιπτώσεων αφού επρόκειτο για ένα στιγμιαίο λάθος, το οποίο αφορά σε απερισκεψία – απροσεξία και όχι σε κατάφορη ή εγκληματική ενέργεια.
Η αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης περιλαμβάνει παραπομπή σε σχετική με το άρθρο 210 νομολογία και στην διακύμανση της οδικής συμπεριφοράς με βάση το άρθρο 210 αναφέροντας ότι με βάση τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα περίπτωση δεν μπορεί να αποδοθεί στον κατηγορούμενο αμέλεια που περιέχει την έννοια της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων αλλά μια στιγμιαία ενέργεια του. Ως εκ τούτου και με βάση την νομολογία η επιβολή ποινής φυλάκισης αντενδεικνύεται στις περιπτώσεις εκείνες όπου που το κύριο χαρακτηριστικό της αμέλειας του κατηγορούμενου είναι στιγμιαία αβλεψία ή απροσεξία σε συνδυασμό με λευκό ή καλό ποινικό μητρώο.
Κεφάλαιο στην αγόρευση του συνηγόρου υπεράσπισης αποτέλεσε και η θέση ότι συντρέχουσα ευθύνη είχε και το θύμα του δυστυχήματος να γνωρίζοντας βεβαίως ότι ένας συνάνθρωπος μας έχει χάσει την ζωή του ενώ η οικογένεια του θρηνεί. Σύμφωνα με την υπεράσπιση θα πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής η ταχύτητα του θύματος σε 102 km/h και στην χαμηλή ταχύτητα του κατηγορούμενου. Αναφορά γίνεται στην μοτοσυκλέτα η οποία ήταν τύπου off-road χωρίς δυνατότητα εγγραφής, χωρίς φωτισμό μπροστά και πίσω και χωρίς δείκτη πορείας. Το θύμα δεν φορούσε κράνος που σε συνδυασμό με την ιατροδικαστική έκθεση και το πόρισμα για βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση έχει μεγάλη σημασία. Αναφορά γίνεται στην μη κατοχή άδειας οδήγησης από το θύμα και σε αμελή οδηγητική συμπεριφορά από πλευράς του με αναφορά σε κατάθεση προσώπου που δεν τέθηκε ενώπιον μου. Σημειώνω όμως ότι αυτή η οδηγητική συμπεριφορά άπτεται χρόνου πριν την σύγκρουση.
Με αναφορά στον καιρό ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε στο κρύο που επικρατούσε και στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε ανοικτό το παράθυρο με αποτέλεσμα να μην ακούσει και τον ήχο της μοτοσυκλέτας που ερχόταν. Ο φωτισμός ήταν ικανοποιητικός με βάση τον συνήγορο ενώ δεν αμφισβητήθηκε ότι το θύμα με την μοτοσυκλέτα ήταν ορατά από τον κατηγορούμενο. Σε σχέση με τον δρόμο αναφορά γίνεται στην μη ύπαρξη οιουδήποτε διαχωριστικού των δυο κατευθύνσεων ενώ αμέσως μετά το δυστύχημα ο δρόμος έτυχε διόρθωσης με την τοποθέτηση διαχωριστικής νησίδας.
Από την υπεράσπιση τονίστηκε η συμπεριφορά του κατηγορούμενου ο οποίος μετά το δυστύχημα ακινητοποίησε το όχημα του, κατέβηκε από αυτό και ενημέρωσε άμεσα αστυνομία και ασθενοφόρο ενώ προσπάθησε να προσφέρει βοήθεια στο θύμα. Ήταν συνεργάσιμος με τις αρχές και συμφώνησε άμεσα με το σημείο σύγκρουσης ενώ καθ’όλη την διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας παρουσιάστηκε ταπεινός και μεταμελημένος.
Σε σχέση με τους γενικούς ελαφρυντικούς παράγοντες αναφορά έγινε στο λευκό του ποινικό μητρώο, την συνεργασία του, την παραδοχή του και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος. Επιπλέον έγινε αναφορά στην ειλικρινή του μεταμέλεια και τις προσωπικές του συνθήκες. Το περιεχόμενο της έκθεσης του γραφείου ευημερίας που ετοιμάστηκε προς όφελος του κατηγορούμενου υιοθετήθηκε ενώ επιπλέον αναφέρθηκε ότι ο κατηγορούμενος φέρει σαν στίγμα και προσωπικό σταυρό το συμβάν αυτό. Είναι αρραβωνιασμένος και συζεί με την αρραβωνιαστικιά του εδώ και περίπου 5 χρόνια. Η πρόταση γάμου που σκόπευε να της κάνει στις 14/2/2016 αναβλήθηκε ενόψει του γεγονότος αυτού.
Επιπλέον της έκθεσης του γραφείου ευημερίας ο συνήγορος του κατέθεσε στα πλαίσια της αγόρευσης του ψυχολογική έκθεση της θεράποντος ψυχολόγου του κατηγορούμενου Χάρις Πέτροβιτς ημερ.14/12/2017 σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος συμμετέχει σε ψυχοθεραπευτικές θεραπείες από τις 11/11/2017 με αίτημα την διαχείριση συμπτωμάτων διαταραχής μετατραυματικού στρες με καταθλιπτικά στοιχεία που άρχισαν να εμφανίζονται μετά το δυστύχημα. Μετά από αυτό το συμβάν η ψυχολογική κατάσταση του κατηγορούμενου άρχισε να επιδεινώνεται σταδιακά καθώς δεν υπήρχε επαρκής και στοχευόμενη διαχείριση της κακής του ψυχολογικής κατάστασης. Όντας σε κατάσταση τραυματικού σοκ οι πρωταρχικές άμυνες του ενεργοποιήθηκαν εξ’ ού και η άρνηση της συμβολής του στο δυστύχημα. Με την πάροδο του χρόνου το πρωταρχικό σοκ άρχισε να υποχωρεί και ανώτερες γνωστικές διεργασίες άρχισαν να ενεργοποιούνται επιτρέποντας στον κατηγορούμενο να αναλάβει το μερίδιο ευθύνης που του αναλογεί στο τραγικό αυτό συμβάν. Οι τύψεις και η αντίληψη του ότι συνέβαλε στο να τελειώσει μια ζωή άρχισαν να παίρνουν κλινική διάσταση. Πάσχει από ανεξέλεγκτη αναβίωση ανεπιθύμητων αναμνήσεων που αφορούν το ατύχημα, έντονα αρνητικά συναισθήματα, ευερεθιστότητα, αποφυγή καταστάσεων που θυμίζουν το συμβάν, καταθλιπτική διάθεση, διαταραγμένος ύπνος, εφιάλτες, και αϋπνία. Στην παρούσα φάση σύμφωνα με την έκθεση έχει επιδείξει βελτίωση στη διαχείριση των συμπτωμάτων του και η θεραπεία του βαίνει καλώς.
Κατατέθηκε επίσης δίπλωμα αναγνώρισης της προσφοράς του κατηγορούμενου ως εθελοντή πυροσβέστη στην κατάσβεση των πυρκαγιών της περιοχής της Σολέας από τις 19-22/6/2016.
Επίσης κατατέθηκε βεβαίωση από τον εργοδότη του για την αναγκαιότητα κράτησης της άδειας οδηγού του κατηγορούμενου για σκοπούς εκτέλεσης της εργασίας του ως ηλεκτρολόγου και της αναγκαιότητας να μεταβαίνει στα διάφορα εργοτάξια.
Ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε και στις λοιπές κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος αναφέροντας έκαστη εξ’ αυτών και εισηγούμενος ότι η 2η κατηγορία και η παραβίαση της συνεχούς άσπρης γραμμής περιλαμβάνεται στα γεγονότα της πρώτης. Με αναφορά στην 4η κατηγορία εισηγείται ότι η ενέργεια του να τοποθετήσει τον προφυλακτήρα αυτό δεν έχει αναφερθεί ότι συνδέεται με τον θάνατο ενώ η 5η που αφορά την διαγραφή λόγω της μετατροπής της 4ης κατηγορίας είναι απόρροια αυτής.
Κεφάλαιο αποτέλεσε και η θέση του συνηγόρου ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής στερητικής της ελευθερίας, αυτή ενόψει της νομολογίας δύναται να ανασταλεί με αναφορά στην συνθήκες διάπραξης, το ποινικό μητρώο την μεταμέλεια την παραδοχή και τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου αλλά και τις συνέπειες στο πρόσωπο του.
Σε σχέση με την άδεια οδηγού ζήτησε όπως σε περίπτωση που αυτή κριθεί απαραίτητο να αποστερηθεί να είναι τέτοιας διάρκειας που να μην του αποστερεί το δικαίωμα σε εργασία.
Έκθεση Γραφείου Ευημερίας
Με βάση την έκθεση του γραφείου ευημερίας ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 34 ετών και εργάζεται ως ιδιωτικός υπάλληλος. Είναι αρραβωνιασμένος. Λαμβάνει €1.000= τον μήνα από την εργασία του ενώ είναι κάτοχος ακίνητης περιουσίας. Διαμένει με την αρραβωνιαστικιά του. Έχει ένα αδελφό και είναι ο μεγαλύτερος από τα δύο παιδιά της οικογένειας. Αποφοίτησε κανονικά από την Τεχνική σχολή Λεμεσού στον κλάδο ηλεκτρονικών συσκευών. Κατά τις καλοκαιρινές διακοπές εργαζόταν ως ηλεκτρολόγος. Κατατάχθηκε στην Εθνική Φρουρά και ολοκλήρωσε την θητεία του κανονικά. Ξεκίνησε να εργάζεται σε διάφορες εταιρείες αρχικά ως ξενοδοχειακός υπάλληλος και μετά ακολούθησε τον κλάδο ηλεκτρολογίας για να ασκήσει το επάγγελμα και να μπορέσει να εργαστεί ως αδειούχος ηλεκτρολόγος. Από το 2008 δημιούργησε την δική του εταιρεία την οποία και διατηρεί μέχρι και σήμερα όπου και εργάζεται ως ηλεκτρολόγος.
Διατηρεί άριστες σχέσεις τόσο με τους γονείς του όσο και με τον αδελφό του. Η συμβία του κατάγεται από την Λεμεσό και εργάζεται σε εταιρεία προώθησης καλλυντικών. Οι σχέσεις τους ως ζευγάρι είναι άριστες.
Η Νομική Πτυχή
Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας αποτελεί και το σοβαρότερο που αντιμετωπίζει και για το οποίο παραδέχθηκε ενοχή ο κατηγορούμενος ως εκ τούτου αντικείμενο κύριας εξέτασης θα τύχει πρωταρχικά το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα.
Σύμφωνα με το άρθρο 210 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154:
«Όποιος, λόγω αλόγιστης, απερίσκεπτης, ή επικίνδυνης πράξης ή συμπεριφοράς, που δεν ανάγεται σε υπαίτια αμέλεια, χωρίς πρόθεση επιφέρει το θάνατο άλλου προσώπου, είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι τεσσάρων χρόνων ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσιες λίρες.»
Περαιτέρω σύμφωνα με το άρθρο 19 του Ν. 86/72 το Δικαστήριο έχει εξουσία να στερήσει σε κατηγορούμενο που κρίνεται ένοχος για τροχαίο αδίκημα το δικαίωμα να κατέχει άδεια οδήγησης για όσο χρονικό διάστημα ήθελε αποφασίσει και με το άρθρο 20 Α να επιβάλει και βαθμούς ποινής στην άδεια του[1].
Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού (2009) 2 ΑΑΔ 543, 549, τονίστηκε η σοβαρότητα των αδικημάτων της φύσης αυτής και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, δεδομένης της μεγάλης συχνότητας αλλά και των τραγικών συνεπειών της διάπραξης τέτοιων αδικημάτων. θα πρέπει να λεχθεί ότι τα θανατηφόρα δυστυχήματα στο τόπο μας έχουν λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και η νομολογία έχει καταδείξει ότι τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να επιβάλουν αυστηρές και αποτρεπτικές ποινές σε τέτοιες περιπτώσεις. Παραθέτω το πιο κάτω χαρακτηριστικό απόσπασμα από την υπόθεση Μενελάου v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 232:
«….Τα τροχαία δυστυχήματα έχουν προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις, διαπίστωση που άπτεται τόσο της επιλογής των τιμωρητικών μέσων όσο και του ύψους της ποινής, μέσα στο πλαίσιο που επιλέγεται. Τα οδικά δυστυχήματα έχουν αποβεί χαίνουσα πληγή για την κυπριακή κοινωνία. Οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, τραυματισμούς και υλική ζημιά είναι τεράστιες. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να αδιαφορήσει μπροστά στο καταστροφικό αυτό φαινόμενο. Αυτό επιβάλει το καθήκον του Δικαστηρίου για την αποτελεσματική εφαρμογή του νόμου, που έχει ως λόγο την καθήλωση μέσω της τιμωρίας, της παράνομης συμπεριφοράς, που στην περίπτωση της οδικής αμέλειας χαρακτηρίζει ο έντονος αντικοινωνικός χαρακτήρας.»
Στην Νικολάου ν. Αστυνομίας, ECLI:CY:AD:2015:B205, Π.Ε. 195/2014, 20/3/2015, διατυπώθηκαν εκ νέου οι κατευθυντήριες γραμμές επιβολής ποινής σε σχέση με το εξεταζόμενο αδίκημα (με αναφορά στις R. v. Guilfoyle 57 Cr.App.R. 549, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αβρααμίδη (1993) 2 ΑΑΔ 355, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σωτηρίου (2003) 2 ΑΑΔ 331, Παμπακάς κ.ά. ν. Αστυνομίας (1990) 2 ΑΑΔ 487, Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (1989) 2 ΑΑΔ 109).
Τις συνοψίζω κάτωθι ως ακολούθως:
1. Το είδος και η έκταση της ποινής είναι πρωταρχική ευθύνη του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Σε τέτοιου είδους αδικήματα δεν υπάρχει καθιερωμένο μέτρο για την ποινή. Στην αρμόζουσα ποινή το δικαστήριο καταλήγει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορουμένου, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το επικίνδυνο οδήγημα στοιχίζει πόρους και ζωές. Η επιμέτρηση της ποινής είναι άμεσα σχετιζόμενη με την έκταση και την υφή της αμέλειας που προκάλεσε το θάνατο, δηλαδή με τη συμπεριφορά και τις πράξεις του κατηγορουμένου που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου, σε συνάρτηση βέβαια με τις προσωπικές του συνθήκες, οι οποίες θα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη.
2. Όταν το ατύχημα οφείλεται σε στιγμιαία αβλεψία και το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου είναι καλό, πρέπει να επιβάλλεται χρηματική ποινή και στέρηση της άδειας οδηγού, εκτός αν συντρέχουν ειδικοί λόγοι για να μην επιβληθεί στέρηση της άδειας.
3. Όταν όμως το θανατηφόρο δυστύχημα προκαλείται από εγωιστική παραγνώριση της ασφάλειας των άλλων προσώπων ή πεζών ή από επικίνδυνη ή απερίσκεπτη οδήγηση, ενδείκνυται η επιβολή ποινής φυλάκισης και στέρησης της άδειας οδηγού. Η επιβολή ποινής φυλάκισης ενδείκνυται κατ' αρχήν στις περιπτώσεις εκείνες που η αμέλεια εμπεριέχει και το στοιχείο της αδιαφορίας για την ασφάλεια άλλων προσώπων.
4. Είναι θεμελιωμένο ότι η πάροδος αρκετού χρόνου από τη διάπραξη του αδικήματος είναι στοιχείο ουσιώδες που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιβολή ποινής, ειδικά αναφορικά με το είδος της ποινής, αν δηλαδή θα επιβληθεί ποινή φυλάκισης ή όχι.
Με αναφορά στην Παντέλα ν. Αστυνομίας (2011) 2 ΑΑΔ 562 και την R. v. Boswell [1984] 3 All ER 353 παρατίθενται περαιτέρω στην προρρηθείσα απόφαση, ενδεικτικοί επιβαρυντικοί και μετριαστικοί παράγοντες που θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την επιβολή ποινής:
1. Ως επιβαρυντικοί παράγοντες κρίνονται, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλης ή ναρκωτικών, η υπερβολική ταχύτητα, η αδιαφορία σε προειδοποιήσεις από τους επιβάτες του και η επί μακρόν επίμονη και εκούσια πορεία πολύ κακής οδήγησης, όπως είναι για παράδειγμα η αδιαφορία σε φώτα τροχαίας και το προσπέρασμα άλλων αυτοκινήτων από τη λανθασμένη πλευρά. Άλλοι επιβαρυντικοί παράγοντες είναι η ταυτόχρονη διάπραξη άλλων αδικημάτων (όπως για παράδειγμα η οδήγηση χωρίς άδεια). Επιβαρυντικός παράγων είναι επίσης η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών για οδικά αδικήματα, το κατά πόσο περισσότερα από ένα πρόσωπα σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα της αμελούς οδήγησης, αν ο κατηγορούμενος παρέλειψε να σταματήσει στη σκηνή ή αν διέπραξε το αδίκημα στην προσπάθειά του να αποφύγει έλεγχο ή σύλληψη.
2. Ως ελαφρυντικοί παράγοντες θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η λανθασμένη στάθμιση της κατάστασης (error of judgment), το λευκό οδικό μητρώο, ο καλός χαρακτήρας, η παραδοχή κατά τη δίκη και η ειλικρινής μεταμέλεια. Ελαφρυντικό είναι επίσης και το κατά πόσο το θύμα είναι στενός φίλος ή συγγενής του οδηγού και το έντονο συναισθηματικό αποτέλεσμα που είχε ο θάνατός του στον οδηγό.
3. Όπου υπάρχουν ένας ή περισσότεροι επιβαρυντικοί παράγοντες, γενικά η ποινή φυλάκισης είναι η πλέον κατάλληλη, και σε μια επιβαρυμένη υπόθεση ως προς τον τρόπο οδήγησης, όπως για παράδειγμα η ανταγωνιστική οδήγηση σε δημόσιο υπεραστικό δρόμο ή η αμελής οδήγηση μετά την κατανάλωση αλκοόλης, ποινή δύο ή περισσότερων χρόνων φυλάκισης και μεγάλη περίοδος στέρησης αδείας (μεταξύ επτά έως δέκα ετών) θα πρέπει να επιβάλλεται.
Το ερώτημα που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο η οδήγηση του κατηγορούμενου μπορεί να χαρακτηριστεί εγωιστική ή αδιάφορη για την ασφάλεια άλλων προσώπων, και αν ο τρόπος με τον οποίο ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα του τη δεδομένη στιγμή, ήταν απερίσκεπτος (και αλόγιστος[2]) ή επικίνδυνος. Περεταίρω θα πρέπει να εξεταστεί αν το δυστύχημα, ακόμη και αν κριθεί η οδήγηση απερίσκεπτη, οφειλόταν σε στιγμιαίο σφάλμα.
Οι όροι αλόγιστη, απερίσκεπτη ή επικίνδυνη πράξη ή συμπεριφορά υποδηλώνουν διαζευκτικούς τρόπους διάπραξης του ιδίου αδικήματος (βλ. Ζυπιτής κ.α ν. Αστυνομίας (2003) 2 ΑΑΔ 220,230).
Για να καταδειχθεί απερισκεψία το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι:
(1) ο κατηγορούμενος πράγματι οδηγούσε το όχημα κατά τρόπο που να δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης φυσικής βλάβης σε άλλο πρόσωπο που θα τύγχανε να χρησιμοποιούσε το δρόμο ή ουσιαστικής ζημιάς σε περιουσία· και,
(2) ο κατηγορούμενος οδηγούσε κατ’ αυτό τον τρόπο χωρίς να είχε στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα ύπαρξης τέτοιου κινδύνου ή, αφού αναγνώρισε πως υπήρχε κάποιος κίνδυνος, εν τούτοις προχώρησε αναλαμβάνοντας τον (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου (2002) 2 ΑΑΔ 473, Μαρίνου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B267, Π.Ε.140/2014, 8/4/2015, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673).
Αρκεί η αντίληψη του κινδύνου ως μιας δυνατότητας («possibility») παρά πραγματικής ή ουσιαστικής πιθανότητας («probability») δεν απαιτείται δηλαδή υποκειμενική επίγνωση και ενσυνείδητη ανάληψη συγκεκριμένου κινδύνου (βλ. Μαρίνου Ιωάννου).
Το κατά πόσο ο κίνδυνος που δημιουργήθηκε από τον τρόπο οδήγησης του οχήματος ήταν ταυτόχρονα εμφανής και σοβαρός είναι ζήτημα γεγονότων και κριτήριο, το επίπεδο του συνήθους συνετού οδηγού. Το κριτήριο εξέτασης είναι αντικειμενικό. Αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι είχε δημιουργηθεί εμφανής και σοβαρός κίνδυνος από τον τρόπο οδήγησης του κατηγορούμενου δικαιούται να συμπεράνει ότι ο κατηγορούμενος είχε τη μια ή την άλλη από τις νοητικές καταστάσεις που στοιχειοθετούν το αδίκημα· πρέπει όμως να εξετάσει οποιαδήποτε εξήγηση την οποία ο ίδιος ο κατηγορούμενος δίδει αναφορικά με τη νοητική του κατάσταση η οποία είναι δυνατό να αναιρέσει το συμπέρασμα. Εξετάζεται δηλαδή η υποκειμενική αντίληψη του κατηγορούμενου (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid).
Απερίσκεπτη πράξη ή συμπεριφορά δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο συγκεκριμένο τρόπο οδήγησης και η απερισκεψία μπορεί να μη συνδέεται με αυτό καθ’ εαυτό τον τρόπο της οδήγησης (βλ. Χρυσοστόμου, Lawrence και Reid). Όπως έχει τονιστεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Νεοκλέους (2001) 2 ΑΑΔ 48, 54, απερίσκεπτη οδήγηση η οποία απολήγει σε θάνατο είναι αφ’ εαυτής σοβαρή. Υπάρχουν όμως πάντοτε διαβαθμίσεις σοβαρότητας, προς την οποία συναρτάται και η επιδιωκόμενη αποτρεπτικότητα της ποινής, η δε εξατομίκευση της ποινής είναι πάγιο έργο του Δικαστηρίου.
Για να καταδειχθεί επικίνδυνη οδήγηση, πρέπει να αποδειχθεί η πρόκληση, αντικειμενικά ιδωμένης, επικίνδυνης κατάστασης από σφάλμα του οδηγού (βλ. Πέτρου ν. Αστυνομίας (1994) 2 ΑΑΔ 233, 238, Σάββα ν. Αστυνομίας (2000) 2 ΑΑΔ 115, 124-125, Γενικός Εισαγγελέας ν. Σαζός (2001) 2 ΑΑΔ 18 και την R. v. Gosney (1971) 2 Q.Β. 674).
Η λέξη «επικίνδυνη» σημαίνει κίνδυνο, φόβο ή απειλή για τους άλλους (βλ. Σαζός). Αφορά κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή σοβαρής ζημιάς σε περιουσία σε αντίθεση με την απλή αμέλεια η οποία δυνατόν να προκαλέσει ενόχληση ή έλλειψη προσοχής με μικρό κίνδυνο πρόκλησης σωματικής βλάβης ή ζημιάς σε περιουσία (βλ. Wilkinson’s Road Traffic Offences, 25th ed, 2011, παρ. 5.44, σελ. 423[3]). Η επικίνδυνη οδήγηση επομένως, δεν εξομοιώνεται προς την οδήγηση χωρίς τη δέουσα επιμέλεια και φροντίδα, όπου αναζητείται κατά πόσο το επίπεδο της προσοχής και φροντίδας που επιδείχθηκε υπολείπεται εκείνου που αναμένεται από τον μέσο συνετό οδηγό. Στην επικίνδυνη οδήγηση, εξετάζεται κατά πόσο η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά είναι επικίνδυνη. Η απόδειξη μίας επικίνδυνης κατάστασης δεν αρκεί. Χρειάζεται και απόδειξη ότι την προκάλεσε κάποιο σφάλμα, το οποίο όμως δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης (βλ. Σάββα).
Η έννοια «σφάλμα» δεν περιλαμβάνει κατ’ ανάγκη εσκεμμένη παράβαση ή απερισκεψία ή πρόθεση οδήγησης κατά τρόπο που αντίκειται στο ορθό επίπεδο οδήγησης. Ούτε το σφάλμα κατ’ ανάγκη εμπεριέχει ηθική μομφή. Επομένως υπάρχει σφάλμα εάν ένας άπειρος ή εκ φύσεως κακός οδηγός, ενώ προσπαθεί να πράξει το ορθό, πέφτει κάτω από το επίπεδο ενός ικανού και προσεκτικού οδηγού. Σφάλμα εμπεριέχει αποτυχία· πτώση από το επίπεδο της φροντίδας και δεξιότητας ικανού και έμπειρου οδηγού σε σχέση με τον τρόπο της οδήγησης και τις σχετικές περιστάσεις της υπόθεσης. Σφάλμα με αυτή την έννοια, αν και μπορεί να είναι ελαφρό, ακόμα και στιγμιαίο ολίσθημα, όσο και αν κανονικά δεν θα προκαλείτο κίνδυνος από αυτό, είναι αρκετό. Το σφάλμα δεν είναι απαραίτητο να αποτελεί τη μόνη αιτία της επικίνδυνης κατάστασης. Είναι αρκετό αν, βλέποντας το λογικά, αποτελεί μια αιτία. Τέτοιο σφάλμα, συχνά, μπορεί να αποδειχθεί επαρκώς, ως συμπέρασμα, από τα ίδια τα γεγονότα του περιστατικού (βλ. Πέτρου, Σάββα, Σαζός και Gosney).
Κρίση και Κατάληξη
Όπως προκύπτει από τα ενώπιον μου τεθέντα γεγονότα ο κατηγορούμενος οδηγούσε στην Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού με ανατολική κατεύθυνση. Η εν λόγω Λεωφόρος είναι διπλής κατεύθυνσης με δύο λωρίδες έκαστη και διαχωρίζεται με συνεχή άσπρη γραμμή. Σε κάποιο σημείο του δρόμου ο κατηγορούμενος θέλοντας να μεταβεί σε περίπτερο ευρισκόμενο στην νότια πλευρά του δρόμου, στα δεξιά του σύμφωνα της πορείας που ακολουθούσε ήτοι στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που ευρισκόταν, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα και κινήθηκε με διαγώνια πορεία διασχίζοντας τις δύο αντίθετες λωρίδες κυκλοφορίας ανακόπτοντας την ελεύθερη πορεία του θύματος που κινείτο εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας με αντίθετη κατεύθυνση από τον κατηγορούμενο. Σημειώνω ότι διέσχισε πλήρως την μια εκ των δύο λωρίδων της αντίθετης κατεύθυνσης και εισήλθε ήδη και στην δεξιά λωρίδα της αντίθετης κατεύθυνσης στην οποία κινείτο το θύμα. Το δυστυχές και τραγικό αποτέλεσμα αυτής της ανακοπής ήταν η βίαιη σύγκρουση του οχήματος του κατηγορούμενου με την μοτοσυκλέτα του θύματος. Το θύμα σύμφωνα με τα γεγονότα τηρούσε την μέση των δυο λωρίδων και ακολούθως εισήλθε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του, χωρίς φώτα πορείας και χωρίς να φέρει κράνος ασφαλείας. Η δε ταχύτητα του θύματος με βάση τις εξετάσεις της Αστυνομίας ανερχόταν στα 102 km/h.
Με βάση 3 αναπαραστάσεις και μετρήσεις με την χρήση ίδιου τύπου μοτοσυκλέτας με αυτήν του θύματος η ορατότητα του κατηγορούμενου προς το θύμα ήταν μεταξύ των τουλάχιστον 280 και το μέγιστο 320.
Η λεωφόρος που έγινε το δυστύχημα είναι ευθεία και ο φωτισμός κατά τον χρόνο του δυστυχήματος ήταν ικανοποιητικός.
Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω σε συνάρτηση πάντοτε και με το σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος προκύπτει ότι η ενέργεια του κατηγορούμενου να οδηγήσει με τον πιο πάνω τρόπο, καταδεικνύει πλήρη παραγνώριση δικαιωμάτων των άλλων οδηγών και χρηστών του δρόμου.
Ο κατηγορούμενος χωρίς να ελέγξει ή να ελέγξει επαρκώς την αντίθετη κατεύθυνση και λωρίδες κυκλοφορίας επιχείρησε διαγώνια κίνηση εντός αντίθετου ρεύματος και συνέχισε να οδηγεί με αυτό τον τρόπο ενώ προκύπτει από το σχεδιάγραμμα ότι κινήθηκε κατά αυτό τον τρόπο ήτοι διαγώνια εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας για κάποια απόσταση παραγνωρίζοντας και αδιαφορώντας για την ύπαρξη άλλων χρηστών του δρόμου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και δη του μοτοσικλετιστή – θύματος, ο οποίος σημειώνω ναι μεν οδηγούσε χωρίς φώτα πορείας, πλην όμως ήταν ορατός, σύμφωνα με τα γεγονότα, από μεγάλη απόσταση είτε 280 είτε 320 μέτρων. Λαμβάνοντας υπόψη μου ακόμα και την μικρότερη εκ των 2 μετρήσεων η απόσταση αυτή των 280 μέτρων κρίνεται ως μεγάλη υπό τις περιστάσεις και ως ικανή να δώσει στον κατηγορούμενο την δυνατότητα και ευκαιρία να δει το θύμα και να λάβει αποτρεπτικά μέτρα.
Η ενέργεια αυτή του κατηγορούμενου και ο τρόπος οδήγησης του δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί εγωιστική και αδιάφορη για την ασφάλεια και τα δικαιώματα του μοτοσικλετιστή ο οποίος κινείτο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του. Ούτε η πέραν του ανωτάτου ορίου και μεγάλη ταχύτητα του θύματος διαφοροποιούν την κατάληξη αυτή ενόψει του ότι ο κατηγορούμενος όφειλε εισερχόμενος στην αντίθετη πορεία και κινούμενος διαγώνια εντός αυτής να είχε δει, ως θα μπορούσε άλλωστε ενόψει της ορατότητας, το θύμα να έρχεται.
Σε κανένα σημείο της διαγώνιας πορείας του εντός της αντίθετης κατεύθυνσης ο κατηγορούμενος δεν είδε, ενώ θα μπορούσε, το θύμα και να προσπαθήσει να λάβει αποτρεπτικά μέτρα για να αποφύγει την σύγκρουση. Δε αγνοώ και δεν παραβλέπω βεβαίως ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε εντός της αντίθετης πορείας κυκλοφορίας οδηγώντας κατά τον τρόπο που ανωτέρω αναφέρετε, από σημείο που δεν επιτρέπεται και παραβλέποντας την σήμανση της συνεχούς άσπρης γραμμής.
Κατέληξα, αντλώντας καθοδήγηση από τη νομολογία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρυσοστόμου (2002) 2 ΑΑΔ 473, Μαρίνου Ιωάννου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B267, Π.Ε.140/2014, 8/4/2015, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673), ότι τρόπος οδήγησης του να επιχειρήσει στροφή και είσοδο σε αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, σε σημείο που απαγορεύεται και διασταυρώνοντας τις δύο λωρίδες κυκλοφορίας με πρόθεση να σταθμεύσει το όχημά του στο απέναντι περίπτερο, χωρίς προηγουμένως να σταματήσει, κρινόμενος αντικειμενικά, δημιουργούσε εμφανή και σοβαρό κίνδυνο σε τρίτους. Ο κατηγορούμενος οδήγησε κατ’ αυτό τον τρόπο χωρίς να στρέψει την προσοχή του προς την δυνατότητα ύπαρξης του κινδύνου, αδιαφορώντας δηλαδή. Οι ερχόμενοι εξ αντιθέτου δεν θα ανέμεναν, εύλογα, τέτοια παράνομη ενέργεια ή να λάβουν μέτρα προφύλαξης έναντι τέτοιας ενέργειας. Το εγχείρημα του κατηγορουμένου, ενόψει και της διαμόρφωσης του δρόμου, δημιουργούσε, βλέποντας αντικειμενικά την κατάσταση, πιθανό κίνδυνο, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι δεν ανέλαβε ενσυνείδητα συγκεκριμένο κίνδυνο, ότι δηλαδή εισήλθε εντός της αντίθετης πορείας γνωρίζοντας ότι ερχόταν εξ αντιθέτου ο θανών. Η ενέργεια του επομένως ήταν απερίσκεπτη, επικίνδυνη και αλόγιστη υπό τις περιστάσεις.
Επανερχόμενη στις περιστάσεις του δυστυχήματος, δέχομαι ότι ο κατηγορούμενος δεν οδηγούσε επικίνδυνα κατά τρόπο παρατεταμένο υπό την έννοια του πολύ μεγάλου χρονικού διαστήματος ή με υπερβολική ταχύτητα. Η ενέργεια του αφορούσε τη δεδομένη στιγμή. Επιβαρύνεται όμως με το μέγεθος της επικινδυνότητας της ενέργειας του η οποία δεν ήταν στιγμιαία, ήτοι, την είσοδο του στην αντίθετη πορεία μιας μεγάλης λεωφόρου με δύο λωρίδες έκαστη κατεύθυνση, από σημείο που δεν επιτρεπόταν να το πράξει, την διασταύρωση δύο λωρίδων κυκλοφορίας με διαγώνια κίνηση ως φαίνεται για κάποια απόσταση, με πρόθεση να σταματήσει στο περίπτερο. Η επιλογή του, με όλο το σεβασμό, δεν εντάσσεται στα πλαίσια στιγμιαίου σφάλματος αλλά συνιστά οδήγηση πλήρως αδιάφορη προς την ασφάλεια τρίτων.
Με βάση την πιο πάνω κατάληξη το Δικαστήριο προχωρεί στην επιμέτρηση της ποινής λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως και την νομολογία παρόλο που θα καταλήξει στην αρμόζουσα ποινή ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης, την έκταση της ευθύνης του κατηγορούμενου, την έκταση της αμέλειας του και την συμπεριφορά και πράξεις του που οδήγησαν στη διάπραξη του αδικήματος και την πρόκληση του θανάτου σε συνάρτηση με τις προσωπικές του συνθήκες.
Έχοντας καταλήξει στον καθορισμό της οδηγητικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου ως ανωτέρω αναφέρω ότι προχωρώ να εξετάσω τις προσωπικές και οικογενειακές αλλά και άλλες περιστάσεις του κατηγορούμενου με σκοπό την επιμέτρηση της ποινής και την κατάληξη τόσο για το είδος όσο και το ύψος αυτής. Οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου έχουν τεθεί ανωτέρω μέσα από τα όσα ο συνήγορος του ανάφερε αλλά και μέσα από την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας.
Εξέτασα τις προσωπικές του συνθήκες με ιδιαίτερη προσοχή, το λευκό ποινικό μητρώο, τον καλό χαρακτήρα ως φαίνεται από την εθελοντική του ενασχόληση, την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και την προσφορά του προς την κοινωνία. Αναγνωρίζω επίσης την ειλικρινή του μεταμέλεια και αντίληψη της πράξης του και των συνεπειών αυτής. Η παραδοχή του ακόμα και σε αυτό το στάδιο, πριν την έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας δεικνύει ότι ο κατηγορούμενος έστω και σε αυτό το στάδιο έχει αντιληφθεί την πράξη του και τα δυστυχή και τραγικά επακόλουθα αυτής. Σημειώνω ότι τα όσα ζητήματα ψυχικής υγείας αντιμετωπίζει λαμβάνονται υπόψη στο μέτρο που αυτά δύναται να επηρεάσουν την ποινή.
Πέραν των ανωτέρω λαμβάνω υπόψη μου και τα άλλα αδικήματα τα οποία ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει. Αποδέχομαι και αναφέρω ότι αυτά δεν είναι της σοβαρότητας της πρώτης κατηγορίας παρά ταύτα δεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος πέραν της οδηγητικής συμπεριφοράς που ανωτέρω ανέλυσα παρέλειψε να συμμορφωθεί με άλλους κανόνες οδικής κυκλοφορίας, παρέλειψε να εκδώσει άδεια κυκλοφορίας και τοποθέτησε επί του οχήματος του συγκεκριμένο προφυλακτήρα μεταλλικής κατασκευής άνευ αδείας και ενόψει της οποίας μετατροπής ακυρώθηκε και η εγγραφή του. Σημειώνω βεβαίως ότι η ύπαρξη αυτής της μετατροπής με κανένα τρόπο συνδέθηκε με τον θάνατο του θύματος.
Τα όσα όμως πιο πάνω έχουν αναφερθεί δεν μπορούν να μεταβάλουν το είδος της ποινής ενόψει της κατάληξης μου για την οδηγητική του συμπεριφορά παρά μόνο το ύψος της και δεν μπορεί η αρμόζουσα ποινή υπό τις περιστάσεις να είναι άλλη από αυτή της ποινής φυλάκισης. Τα όσα δε αναφέρθηκαν σε σχέση με την εργασία του δεν συνιστούν λόγους μη στέρησης της άδειας οδήγησης του.
Με βάση τα ανωτέρω επιβάλλω στoν κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές:
(1) Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 9 μηνών πλέον 8 βαθμούς ποινής. Επιπρόσθετα, o κατηγορούμενος αποστερείται του δικαιώματος να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για περίοδο 12 μηνών από σήμερα.
(2) Στην 2η κατηγορία καμία ποινή ενόψει του ότι τα γεγονότα αυτής περιλαμβάνονται στα γεγονότα της 1ης κατηγορίας.
(3) Στην 3η κατηγορία καμία ποινή ενόψει του ότι τα γεγονότα αυτής αποτελούν απόρροια της 5ης κατηγορίας.
(4) Στην 4η κατηγορία επιβάλλω ποινή φυλάκισης 10 ημερών.
(5) Στην 5η κατηγορία επιβάλλω ποινή φυλάκισης 10 ημερών.
Οι ποινές φυλάκισης να συντρέχουν.
Προχωρώ τώρα να εξετάσω κατά πόσο υπάρχουν λόγοι αναστολής των ποινών φυλάκισης που επέβαλα. Η αναστολή ποινής φυλάκισης διέπεται από το άρθρο 3 του περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, Ν. 95/72, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.186(Ι)/2003.
Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου για αναστολή της ποινής φυλάκισης έχει διευρυνθεί, έτσι ώστε αυτή αποφασίζεται, εάν δικαιολογείται, στη βάση του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης και των προσωπικών περιστατικών του κατηγορουμένου (βλ. Siminoiu v. Αστυνομίας (2012) 2 ΑΑΔ 699 και Κωνσταντίνου ν. Αστυνομίας (2009) 2 ΑΑΔ 583). Τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. Παπαπαντελή ν Δημοκρατίας, Π.Ε. 17/10/2016). Παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι (βλ. Demetriou v. R. (1976) 2 J.S.C. 386 και Γενικός Εισαγγελέας v. Φανιέρου (1996) 2 ΑΑΔ 303) οι ακόλουθοι:
(1) η σοβαρότητα των περιστατικών και το κίνητρο, (2) το μητρώο του κατηγορούμενου και η αναγκαιότητα αποτροπής και (3) η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας.
Έλαβα υπόψη μου την ηλικία του κατηγορουμένου, τις οικονομικές και οικογενειακές του περιστάσεις, το μητρώο του και την κατάσταση της υγείας του. Κρίνω όμως ότι οι προαναφερθέντες λόγοι δεν συνιστούν, υπό τις περιστάσεις, λόγους που να δικαιολογούν την αναστολή των επιβληθεισών ποινών φυλάκισης. Όλοι οι ελαφρυντικοί παράγοντες έχουν ληφθεί δεόντως υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας v. Aντώνη Χαραλαμπίδη (ανωτέρω) και Γενικός Εισαγγελέας v. Kωνσταντίνου Κουκκίδη, Ποιν. Έφεση Αρ. 198/12, Ημερ. 19/02/2013).
Εννοείται βεβαίως ότι οι αρχές των Φυλακών θα παράσχουν στον κατηγορούμενο κάθε αναγκαία και δυνατή ψυχολογική υποστήριξη.
Ως εκ τούτου οι ποινές φυλάκισης θα είναι άμεσες.
Τα έξοδα ύψους €200 να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.
(Υπ.)..................................................
Ε. Δημητρίου – Παναγή, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
Subject: Criminal/ Sentence/ Causing Death s. 210, Crim. Code (non culpable negligence).
Αναφορά: Ποινική/ Ποινή/ Πρόκληση θανάτου άρθρο 210 ΠΚ (μη υπαίτια αμέλεια)
[1] 5-10 βαθμούς ποινής
[2] Στη Μαυρομμάτης ν. Αστυνομίας (1996) 2 ΑΑΔ 69, σελ. 74 -75, οι έννοιες αλόγιστη και απερίσκεπτη ταυτίστηκαν με τον όρο «recklessness» ως αυτός είχε ερμηνευθεί στην τότε ισχύουσα Αγγλική Νομολογία (Βλ. R. v. Caldwell (1981) 1 All E.R. 961, R v. Lawrence [1982] 1 AC 510 και R. v. Reid [1992] 3 All ER 673 και τη διαφοροποίηση που επήλθε με την R. v. G [2004] 1 AC 1034 και τα s. 1 και 2A του Road Traffic Act 1988 όπως τροποποιήθηκε από το Road Traffic Act 1991).
[3] ‘In this connection ‘dangerous’ refers to a danger either of personal injury or of serious damage to property. The actus reus of a charge under s. 3. is now driving in a manner that falls below what would be expected of a careful and competent driver. This may merely cause annoyance or show lack of consideration, with little risk of injury or serious damage.’